ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 8ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Οδηγίες 77/187/ΕΟΚ και 2001/23/ΕΚ – Μεταβίβαση επιχειρήσεων – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Άρθρο 1, παράγραφος 1, και άρθρο 3, παράγραφος 1 – Υποχρέωση υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ – Ευθύνη κράτους μέλους για ζημίες που προκαλούνται σε ιδιώτες από καταλογιστέες σε αυτό παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης – Παραβιάσεις καταλογιστέες σε εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου – Συνεκτίμηση της νομολογίας του Δικαστηρίου ως είχε κατά τον χρόνο έκδοσης της αποφάσεως του εθνικού δικαστηρίου, η οποία φέρεται ότι προκάλεσε τέτοιες ζημίες »
Στην υπόθεση C‑293/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο, Πορτογαλία) με απόφαση της 13ης Μαρτίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Απριλίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
João Filipe Ferreira da Silva e Brito κ.λπ.
κατά
Estado português,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο, F. Biltgen, K. Jürimäe, M. L. Arastey Sahún, J. Passer και F. Schalin, προέδρους τμήματος, S. Rodin, E. Regan, Δ. Γρατσία, M. Gavalec (εισηγητή), Z. Csehi, S. Gervasoni, N. Fenger και R. Frendo, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: T. Ćapeta
γραμματέας: L. Carrasco Marco, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Ιουνίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– οι J. F. Ferreira da Silva e Brito κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τον J. L. da Cruz Vilaça και τις I. Domingues Alves, M. Martins Pereira και T. Santos Silva, advogados,
– η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις P. Barros da Costa, M. J. Castello-Branco, C. Freire, S. Leite και A. Pimenta,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller και R. Kanitz,
– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Gavela Llopis,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις M. Afonso, S. Delaude και P. Van Nuffel,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 30ής Οκτωβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171), του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ 2001, L 82, σ. 16), και του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του João FilipeFerreira da Silva e Brito και άλλων πρώην μισθωτών υπαλλήλων της αεροπορικής εταιρίας Air Atlantis S. A. (στο εξής: AIA) και του Estado português (Πορτογαλικού Δημοσίου) με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που τους προκάλεσε η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο, Πορτογαλία) με την απόφασή του της 25ης Φεβρουαρίου 2009 (στο εξής: απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009).
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η Συνθήκη ΛΕΕ
3 Το άρθρο 267 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
«Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις:
α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών,
β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.
Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτού.
Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.
[…]»
Η οδηγία 77/187
4 Στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 77/187 αναφερόταν ότι «είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους».
5 Το άρθρο 1 της ως άνω οδηγίας όριζε στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλο επιχειρηματία, οι οποίες προκύπτουν από συμβατική εκχώρηση ή συγχώνευση.»
6 Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας προέβλεπε στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, τα ακόλουθα:
«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον [μεταβιβάζοντα] από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1, μεταβιβάζονται, εξ αιτίας της μεταβιβάσεως αυτής, στον [διάδοχο].»
7 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας είχε ως εξής:
«Η μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απολύσεως για τον [μεταβιβάζοντα] ή τον [διάδοχο]. Αυτή η διάταξη δεν εμποδίζει απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που προϋποθέτουν μεταβολές στο επίπεδο της απασχολήσεως.»
Η οδηγία 2001/23
8 Η οδηγία 2001/23 κωδικοποίησε, με ισχύ από τις 11 Απριλίου 2001, την οδηγία 77/187, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ 1998, L 201, σ. 88).
9 Στις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 8 της οδηγίας 2001/23 διαλαμβάνονται τα ακόλουθα:
«(3) Είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα, και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους.
[…]
(8) Η ασφάλεια και η διαφάνεια του δικαίου απαίτησαν να διευκρινιστεί η έννοια της μεταβίβασης με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η διευκρίνιση αυτή δεν τροποποίησε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, σύμφωνα με την ερμηνεία του Δικαστηρίου.»
10 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της ως άνω οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:
«α) Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης.
β) Υπό την επιφύλαξη του στοιχείου α) και των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, θεωρείται ως μεταβίβαση, κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.»
11 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του [μεταβιβάζοντος], που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον [διάδοχο].»
12 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:
«Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, μιας εγκατάστασης, ή ενός τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απολύσεως για τον [μεταβιβάζοντα] ή τον [διάδοχο]. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει απολύσεις για οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς λόγους, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού.»
Το πορτογαλικό δίκαιο
13 Το άρθρο 23, παράγραφος 3, του Regime jurídico da cessação do contrato individual de trabalho (νομικού καθεστώτος για την καταγγελία των ατομικών συμβάσεων εργασίας), το οποίο εγκρίθηκε με την Decreto-Lei n. 64-A/89 (πράξη νομοθετικού περιεχομένου 64‑A/89), της 27ης Φεβρουαρίου 1989 (Diário da República, σειρά I, αριθ. 48, 2ο συμπλήρωμα, της 27ης Φεβρουαρίου 1989, στο εξής: LCCT), προέβλεπε τα εξής:
«Η εκ μέρους του εργαζομένου λήψη της αποζημίωσης που προβλέπεται στο παρόν άρθρο ισοδυναμεί με αποδοχή της απόλυσης.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
14 Οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης είναι πρώην μισθωτοί υπάλληλοι της αεροπορικής εταιρίας ΑΙΑ. Οι εν λόγω αναιρεσείοντες απολύθηκαν στο πλαίσιο ομαδικής απόλυσης, με ισχύ από τις 30 Απριλίου 1993, λόγω λύσεως της εταιρίας.
15 Από την 1η Μαΐου 1993 η Transportes Aéreos Portugueses S. A. (στο εξής: TAP), η οποία ήταν η κύρια μέτοχος της ΑΙΑ, εκτέλεσε μέρος των ναυλωμένων πτήσεων τις οποίες η AIA είχε δεσμευθεί να πραγματοποιήσει για τη θερινή περίοδο 1993 της Διεθνούς Ένωσης Αεροπορικών Μεταφορών (ΙΑΤΑ), ήτοι για την περίοδο από την 1η Μαΐου έως τις 31 Οκτωβρίου 1993. Για την πραγματοποίηση των πτήσεων αυτών, η TAP, η οποία μέχρι τότε δεν δραστηριοποιούνταν στην αγορά των ναυλωμένων πτήσεων, χρησιμοποίησε, κατά κύριο λόγο, τέσσερα από τα οκτώ αεροσκάφη που εκμεταλλευόταν η ΑΙΑ, καθώς και εξοπλισμό γραφείου και μέρος των χρησιμοποιούμενων στα αεροσκάφη επιτραπέζιων σκευών της AIA. Η TAP χρησιμοποίησε επίσης, περιστασιακά, τα δικά της αεροσκάφη καθώς και τα δικά της πληρώματα.
16 Κατά την απόφαση περί παραπομπής, η απόφαση της TAP να εκτελέσει τις πτήσεις αυτές αποσκοπούσε, τουλάχιστον εν μέρει, στην αποφυγή καταβολής των υψηλών αποζημιώσεων που προβλέπονταν σε περίπτωση αθέτησης των συμβάσεων που είχαν συναφθεί μεταξύ της AIA και των ταξιδιωτικών πρακτόρων. Ομοίως, η TAP, στο μέτρο που όφειλε να καταβάλει μισθώματα για τα τέσσερα αεροσκάφη που είχε μισθώσει η ΑΙΑ, συνήψε συμφωνία με τους οικείους εκμισθωτές προκειμένου να χρησιμοποιεί τα αεροσκάφη αυτά.
17 Οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης προβάλλουν ότι αποδέχθηκαν την αποζημίωση απόλυσης διότι θεώρησαν αναπόφευκτη τη λύση της ΑΙΑ, λαμβανομένης υπόψη της απελευθέρωσης της διεθνούς εναέριας κυκλοφορίας και της γενικευμένης κρίσης που είχε προκαλέσει ο πρώτος πόλεμος στον Περσικό Κόλπο. Ωστόσο, οι ως άνω αναιρεσείοντες κατά τον χρόνο της απόλυσής τους αγνοούσαν ότι, μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, η TAP θα ανακτούσε μέρος του εξοπλισμού της AIA και θα συνέχιζε τη δραστηριότητα ναυλωμένων πτήσεων της AIA.
18 Με την προοπτική αυτή, μετά τη λύση της ΑΙΑ η TAP επανέφερε στο εμπορικό τμήμα της δύο υπαλλήλους, οι οποίες μέχρι τότε ήταν αποσπασμένες στο εμπορικό τμήμα της ΑΙΑ, και τους ανέθεσε καθήκοντα σχετικά με τις ναυλωμένες πτήσεις για τη θερινή περίοδο ΙΑΤΑ 1993.
19 Επιπλέον, κατά τη θερινή περίοδο ΙΑΤΑ 1994, η TAP πραγματοποίησε ναυλωμένες πτήσεις τις οποίες ουδέποτε είχε πραγματοποιήσει κατά το παρελθόν και οι οποίες αντιστοιχούσαν στα δρομολόγια που εξυπηρετούσε παραδοσιακά η ΑΙΑ.
20 Κατά τα έτη 1993 και 1994, οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης προσέφυγαν ενώπιον του Tribunal do Trabalho de Lisboa (δικαστηρίου εργατικών διαφορών Λισσαβώνας, Πορτογαλία), προκειμένου, μεταξύ άλλων, να προσβάλουν την ομαδική απόλυσή τους και να ζητήσουν την πρόσληψή τους στην TAP. Υποστήριξαν ότι η πραγματική πρόθεση της ΤΑΡ ήταν να αναλάβει με μικρότερο κόστος τις δραστηριότητες της ΑΙΑ στην αγορά των ναυλωμένων πτήσεων, όπερ συνιστούσε μεταβίβαση εγκατάστασης.
21 Με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2007, το ανωτέρω δικαστήριο καταδίκασε την TAP σε επαναπρόσληψη των αναιρεσειόντων της κύριας δίκης και σε καταβολή αποζημιώσεων.
22 Με απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2008, το Tribunal da Relação de Lisboa (εφετείο Λισσαβώνας, Πορτογαλία) εξαφάνισε την απόφαση αυτή, κρίνοντας ότι η λύση της AIA οφειλόταν, μεταξύ άλλων, στα αρνητικά αποτελέσματά της και ότι η διαδικασία εκκαθάρισης κατέληξε στη διασπορά των στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται πλέον εγκατάσταση δυνάμενη να μεταβιβαστεί.
23 Το ως άνω δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η μεταβίβαση στην TAP ορισμένων από τα στοιχεία του ενεργητικού της AIA δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μεταβίβαση τμήματος εγκατάστασης. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, η TAP απλώς απέκτησε μεμονωμένα στοιχεία τα οποία προέκυψαν από τη διάλυση της AIA και δεν είχαν την αυτόνομη οργάνωση που χαρακτηρίζει μια οικονομική μονάδα ικανή να δρα αυτοτελώς στην αγορά. Επιπλέον, κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν ήταν καθοριστικό ή ουσιώδες για τη στήριξη της ασκούμενης από την TAP δραστηριότητας ναυλωμένων πτήσεων. Εξάλλου, κατά τη θερινή περίοδο ΙΑΤΑ 1993, η TAP χρησιμοποίησε τα δικά της αεροσκάφη για να εκτελέσει ορισμένες πτήσεις τις οποίες είχε δεσμευθεί να πραγματοποιήσει η ΑΙΑ. Τα πρώην αεροσκάφη της ΑΙΑ χρησιμοποιήθηκαν, μέχρι να επιστραφούν στους εκμισθωτές, και για την εκτέλεση των τακτικών δρομολογίων που εξυπηρετούσε η TAP.
24 Περαιτέρω, μολονότι, εκ πρώτης όψεως, μπορούσε να θεωρηθεί ότι η TAP συνεχίζει τη δραστηριότητα που ασκούσε η AIA, το Tribunal da Relação de Lisboa (εφετείο Λισσαβώνας) απέρριψε την ερμηνεία αυτή. Πρώτον, η αθέτηση των συμβάσεων που είχε συνάψει η ΑΙΑ θα εξέθετε την TAP στον κίνδυνο καταβολής υψηλών αποζημιώσεων. Δεύτερον, η TAP ήταν σε θέση να διασφαλίσει η ίδια την τήρηση των συμβάσεων που είχε συνάψει η AIA. Τρίτον, δεδομένου ότι η TAP χρησιμοποίησε τη δική της επιχείρηση για να δραστηριοποιηθεί στην αγορά των ναυλωμένων πτήσεων, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί μεταβίβαση εγκατάστασης. Τέταρτον, με την εξυπηρέτηση ναυλωμένων πτήσεων το έτος 1994, η TAP επιδίωξε να αποκτήσει ένα μερίδιο αγοράς το οποίο ελευθερώθηκε με τη λύση της ΑΙΑ, όπερ δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως μεταβίβαση πελατείας από την ΑΙΑ στην TAP, κατά μείζονα λόγο καθότι στην αγορά των ναυλωμένων πτήσεων τέτοιου είδους πελατεία είναι λίαν ευμετάβλητη. Πέμπτον, η εγκατάσταση που κατείχε η ΑΙΑ συνδεόταν με μη μεταβιβάσιμη άδεια εκμετάλλευσης πτήσεων, γεγονός που κατέστησε αδύνατη τη μεταβίβαση της εγκατάστασης.
25 Με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009, το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως που άσκησαν οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης κατά της αποφάσεως του Tribunal da Relação de Lisboa (εφετείου Λισσαβώνας) της 16ης Ιανουαρίου 2008, κρίνοντας, αφενός, ότι δεν είχε λάβει χώρα μεταβίβαση εγκατάστασης, κατά την έννοια της οδηγίας 77/187, και, αφετέρου, ότι δεν ήταν αναγκαία η υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.
26 Κατά πρώτον, το ως άνω δικαστήριο συντάχθηκε με τη συλλογιστική του Tribunal da Relação de Lisboa (εφετείου Λισσαβώνας), με εξαίρεση τη σημασία που αποδίδεται στο γεγονός ότι η AIA κατείχε εγκατάσταση συνδεόμενη με μη μεταβιβάσιμη άδεια. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που η ίδια η TAP ήταν κάτοχος άδειας εκμετάλλευσης τακτικών και μη τακτικών πτήσεων, το γεγονός ότι η άδεια εκτέλεσης ναυλωμένων πτήσεων που διέθετε η ΑΙΑ ήταν μη μεταβιβάσιμη δεν εμπόδιζε την TAP να ασκήσει τη δραστηριότητα αυτή.
27 Τούτου δοθέντος, κατά το αιτούν δικαστήριο, μετά την εκκαθάριση των στοιχείων του ενεργητικού της ΑΙΑ, δεν υφίστατο πλέον, εντός της TAP, «καμία οικονομική οντότητα η οποία να αποσκοπεί αμέσως και αυτοτελώς στη συνέχιση της δραστηριότητας ναυλωμένων πτήσεων την οποία ασκούσε προηγουμένως η ΑΙΑ».
28 Επιπλέον, ήταν προς το συμφέρον της TAP, ως κύριας πιστώτριας της ΑΙΑ, να εκτελέσει τις συναφθείσες από την ΑΙΑ συμβάσεις, προκειμένου να μην υποχρεωθεί να καταβάλει τις υψηλές αποζημιώσεις που προέβλεπαν οι συμβάσεις αυτές σε περίπτωση ακύρωσης πτήσεων. Ομοίως, η συμφωνία που συνήφθη με τον φορέα εκκαθάρισης της ΑΙΑ και τους εκμισθωτές για τη μεταβίβαση τεσσάρων μισθωμένων από την AIA αεροσκαφών αποσκοπούσε στον περιορισμό των ζημιών που προκάλεσε η λύση της ΑΙΑ, δεδομένου ότι η TAP ήταν υπεκμισθώτρια ενός από τα αεροσκάφη αυτά και εγγυήτρια στη χρηματοδοτική μίσθωση των λοιπών τριών αεροσκαφών. Τα δε εν λόγω αεροσκάφη χρησιμοποιήθηκαν αδιακρίτως για τακτικές και μη τακτικές πτήσεις, προτού επιστραφούν στους εκμισθωτές κατά τη λήξη των συμβάσεων, μεταξύ των ετών 1998 και 2000. Επομένως, οι περιστάσεις αυτές δεν μαρτυρούν πρόθεση ανάληψης της δραστηριότητας ναυλωμένων πτήσεων της AIA και δεν αρκούν για να γίνει δεκτό ότι η δραστηριότητα αυτή αναπτύχθηκε αυτοτελώς εντός της TAP.
29 Το αιτούν δικαστήριο επιβεβαίωσε, με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009, ότι, όσον αφορά τις πτήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του 1994, η TAP επιδίωξε απλώς να κατακτήσει ένα μερίδιο αγοράς που ελευθερώθηκε με την εκκαθάριση της ΑΙΑ, όπερ, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν επέτρεπε να συναχθεί μεταβίβαση οικονομικής οντότητας μεταξύ των δύο εταιριών.
30 Εξάλλου, η παράδοση στην TAP των χρησιμοποιούμενων στα αεροσκάφη επιτραπέζιων σκευών και του εξοπλισμού γραφείου της ΑΙΑ δεν ασκεί επιρροή, όχι μόνον διότι ελήφθη υπόψη στο πλαίσιο της εκκαθάρισης, αλλά και διότι δεν αποδείχθηκε ότι τα εν λόγω σκεύη και ο εν λόγω εξοπλισμός χρησιμοποιήθηκαν για τη δραστηριότητα ναυλωμένων πτήσεων. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αποτελούν μέρος ενός οργανωμένου συνόλου αγαθών και προσώπων που προορίζονται ειδικώς για τη δραστηριότητα μη τακτικών πτήσεων.
31 Τέλος, μετά τη λύση της ΑΙΑ, η TAP επανέφερε μόνον δύο υπαλλήλους, οι οποίες μέχρι τότε ήταν αποσπασμένες στο εμπορικό τμήμα της ΑΙΑ, και τους ανέθεσε αντίστοιχα καθήκοντα στη δική της επιχείρηση.
32 Κατά δεύτερον, με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009, το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) έκρινε ότι, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου των οδηγιών 77/187 και 2001/23, της ερμηνείας τους από το Δικαστήριο και των χαρακτηριστικών της διαφοράς της κύριας δίκης, δεν ήταν αναγκαίο να υποβληθεί αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, η προβλεπόμενη στο άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής «δεν είναι απόλυτη» και δεν μπορεί να επιβληθεί για τον λόγο και μόνον ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης ζητούν την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο, ειδάλλως η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής «θα μεταβαλλόταν σε μέσο ένδικης προστασίας που διαθέτουν οι διάδικοι». Εξάλλου, «το ίδιο το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ρητώς ότι “η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου μπορεί να είναι τόσο προφανής ώστε να μην υφίσταται καμία εύλογη αμφιβολία σχετικά με την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ανακύψαν ζήτημα”».
33 Το αιτούν δικαστήριο προσέθεσε ότι, εν προκειμένω, «λαμβανομένων υπόψη του περιεχομένου των κανόνων των οδηγιών [77/187 και 2001/23], της ερμηνείας τους από το Δικαστήριο και των κρίσιμων περιστάσεων της επίδικης υπόθεσης που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της παρούσας αποφάσεως, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία όσον αφορά τον τρόπο ερμηνείας η οποία να καθιστά αναγκαία την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, εξυπακουομένου ότι είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι δεν υφίσταται πλήρης σύμπτωση μεταξύ των ζητημάτων που ανέκυψαν στην υπό κρίση υπόθεση και των καταστάσεων που έχουν υποβληθεί στην κρίση του Δικαστηρίου». Το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε συναφώς ότι «το Δικαστήριο έχει ήδη αναπτύξει ευρεία και πάγια νομολογία σχετικά με την ερμηνεία των κοινοτικών κανόνων περί “μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως”» και ότι «η [οδηγία 2001/23] αντανακλά την παγίωση, δυνάμει της νομολογίας που διαμορφώθηκε στον συγκεκριμένο τομέα, των διαλαμβανόμενων στη νομολογία αυτήν εννοιών, οι οποίες διατυπώνονται πλέον με τέτοια σαφήνεια όσον αφορά την (κοινοτική και εθνική) νομολογιακή ερμηνεία τους, ώστε παρέλκει εν προκειμένω η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο».
34 Οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης, θεωρώντας, κατ’ ουσίαν, ότι η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009 στηριζόταν σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας της «μεταβίβασης εγκατάστασης», κατά την οδηγία 2001/23, και ότι το αιτούν δικαστήριο παρέβη, στην απόφαση αυτή, την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής που προβλέπεται στο άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, άσκησαν ενώπιον του Varas Cíveis de Lisboa (πρωτοδικείου Λισσαβώνας, Πορτογαλία) αγωγή με αίτημα την αναγνώριση της ευθύνης του Πορτογαλικού Δημοσίου προκειμένου να τους επιδικασθεί αποζημίωση για τη ζημία που τους προκάλεσε η εν λόγω απόφαση.
35 Το ως άνω δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.
36 Με την απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Ferreira da Silva e Brito κ.λπ. (C‑160/14, στο εξής: απόφαση Ferreira da Silva e Brito I, EU:C:2015:565), το Δικαστήριο έκρινε επί της ως άνω αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, μεταξύ άλλων, αφενός, ότι οι περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης καθιστούσαν δυνατό να στοιχειοθετηθεί «μεταβίβαση εγκατάστασης», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23. Αφετέρου, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία της ως άνω έννοιας της «μεταβίβασης εγκατάστασης», υπό περιστάσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται τόσο από την ύπαρξη αντιφατικών νομολογιακών τάσεων σε εθνικό επίπεδο όσον αφορά την έννοια αυτή όσο και από τα επαναλαμβανόμενα ερμηνευτικά προβλήματα που δημιουργεί η έννοια στα διάφορα κράτη μέλη, με αποτέλεσμα πλείονα εθνικά δικαστήρια να υποχρεώνονται να υποβάλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο.
37 Με απόφαση εκδοθείσα κατόπιν της έκδοσης της αποφάσεως Ferreira da Silva e Brito I, το Varas Cíveis de Lisboa (πρωτοδικείο Λισσαβώνας) απέρριψε την προσφυγή των αναιρεσειόντων της κύριας δίκης με το σκεπτικό ότι δεν απέδειξαν την ύπαρξη πρόδηλης παραβίασης του δικαίου της Ένωσης εκ μέρους του Supremo Tribunal de Justiça (Ανωτάτου Δικαστηρίου). Μετά την απόρριψη και της έφεσής τους από το Tribunal da Relação de Lisboa (εφετείο Λισσαβώνας), με απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, οι ως άνω αναιρεσείοντες άσκησαν έκτακτη αναίρεση ενώπιον του Supremo Tribunal de Justiça (Ανωτάτου Δικαστηρίου), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.
38 Δεδομένου ότι το Tribunal da Relação de Lisboa (εφετείο Λισσαβώνας), με την απόφασή του της 16ης Μαρτίου 2023, επέκρινε την απόφαση Ferreira da Silva e Brito I για τον λόγο, μεταξύ άλλων, ότι το Δικαστήριο εκτίμησε την έννοια της «μεταβίβασης εγκατάστασης» υπό το πρίσμα αποφάσεων μεταγενέστερων της 25ης Φεβρουαρίου 2009, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η εκτίμηση αυτή μπορούσε να στηριχθεί μόνον στην προ της 25ης Φεβρουαρίου 2009 νομολογία. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να εκτιμήσει συγκεκριμένα αν, εν προκειμένω, η έκδοση της αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 2009 μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης. Τέλος, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης πραγματικά περιστατικά συνιστούν «μεταβίβαση εγκατάστασης», κατά την έννοια των οδηγιών 77/187 και 2001/23, τίθεται το ζήτημα αν το άρθρο 23, παράγραφος 3, της LCCT, το οποίο προέβλεπε ότι η λήψη από τον εργαζόμενο της προβλεπόμενης στο άρθρο αυτό αποζημίωσης ισοδυναμεί με αποδοχή της απόλυσης, ήταν συμβατό με το τότε ισχύον δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, με το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Λαμβανομένων υπόψη των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών που προεκτέθηκαν και της υφιστάμενης στις 25 Φεβρουαρίου 2009 νομολογίας του Δικαστηρίου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, η [οδηγία 77/187] και η [οδηγία 2001/23], ιδίως δε το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23, με το οποίο αποσαφηνίστηκε η έννοια της “μεταβίβασης”, έπρεπε να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο όρος “μεταβίβαση εγκατάστασης” κάλυπτε κατάσταση στην οποία επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην αγορά ναυλωμένων πτήσεων λύθηκε με απόφαση του πλειοψηφούντος μετόχου της, ο οποίος ήταν επίσης επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στον τομέα της αεροπλοΐας, και στην οποία, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης, η επιχείρηση πλειοψηφών μέτοχος προέβη στις πράξεις που εκτίθενται λεπτομερέστερα στα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά που προεκτέθηκαν;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα και λαμβανομένων επίσης υπόψη των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών που προεκτέθηκαν και της υφιστάμενης στις 25 Φεβρουαρίου 2009 νομολογίας του Δικαστηρίου, συνιστά κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης η κρίση που περιέχεται στην απόφαση που εξέδωσε κατά την ως άνω ημερομηνία το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) το οποίο, αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό και υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών που είχε στη διάθεσή του, εκτίμησε ότι οι προμνησθείσες οδηγίες, ιδίως δε το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23, έπρεπε να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο όρος “μεταβίβαση εγκατάστασης” δεν κάλυπτε την κατάσταση που εκτέθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα;
3) Λαμβανομένων υπόψη των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών που προεκτέθηκαν και της υφιστάμενης στις 25 Φεβρουαρίου 2009 νομολογίας του Δικαστηρίου, συνιστά κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης η κρίση που περιέχεται στην απόφαση που εξέδωσε κατά την ως άνω ημερομηνία το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) το οποίο, αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό και υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών που είχε στη διάθεσή του, εκτίμησε ότι το άρθρο 234 ΣΕΚ (νυν άρθρο 267 ΣΛΕΕ) έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο), λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών που εκτέθηκαν στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα και της περίστασης ότι τα ιεραρχικώς κατώτερα εθνικά δικαστήρια που είχαν επιληφθεί της υπόθεσης είχαν εκδώσει αντιφατικές αποφάσεις, δεν υποχρεούνταν να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ορθή ερμηνεία του όρου “μεταβίβαση εγκατάστασης” κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23;
4) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο δεύτερο ή/και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, με αποτέλεσμα να συνάγεται το συμπέρασμα ότι συντρέχει κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης –σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση, στην οποία αποδείχθηκε ότι οι εργαζόμενοι δέχθηκαν να λάβουν την αποζημίωση λόγω ομαδικής απόλυσης πεπεισμένοι ότι η λύση του εργοδότη τους, [ΑΙΑ], ήταν αναπόφευκτη και αγνοώντας ότι, μετά την καταγγελία των συμβάσεών τους, η αναιρεσίβλητη TAP επρόκειτο να πραγματοποιήσει μέρος τουλάχιστον των ναυλωμένων πτήσεων που έως τότε πραγματοποιούσε η [ΑΙΑ] και ότι μέρος του εξοπλισμού της [ΑΙΑ], περιλαμβανομένων των αεροσκαφών, επρόκειτο να παραδοθεί στην TAP–, έχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 23, παράγραφος 3, του νομικού καθεστώτος για την καταγγελία των ατομικών συμβάσεων εργασίας, εγκριθέντος με την [LCCT], η οποία έχει καταργηθεί έκτοτε, πλην όμως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, κατά το οποίο “η λήψη από εργαζόμενο της αποζημίωσης του παρόντος άρθρου ισοδυναμεί με αποδοχή της απόλυσης”;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
40 Με τα προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται άλλοτε στην οδηγία 77/187 και άλλοτε στην οδηγία 2001/23, η οποία κωδικοποίησε την οδηγία 77/187, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/50. Στο μέτρο που η ομαδική απόλυση των αναιρεσειόντων της κύριας δίκης παρήγαγε τα αποτελέσματά της στις 30 Απριλίου 1993, πρέπει να εφαρμοστεί η πρώτη από τις οδηγίες αυτές. Εντούτοις, η διατύπωση των σχετικών διατάξεων των ανωτέρω οδηγιών είναι σε μεγάλο βαθμό παρεμφερής, ως εκ τούτου οι απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα δεν διαφέρουν είτε αφορούν την πρώτη είτε τη δεύτερη από τις εν λόγω οδηγίες.
Επί του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
41 Με το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη κράτους μέλους λόγω της κατάφωρης παράβασης του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 ή του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 εκ μέρους ενός εκ των δικαστηρίων του, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, όπως είναι η ερμηνεία την οποία δέχθηκε το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009, καθότι το δικαστήριο αυτό υπέπεσε σε συνδυασμό σφαλμάτων ερμηνείας της οικείας διατάξεως και παρέβη την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής που υπέχει από το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
42 Κατ’ αρχάς υπενθυμίζεται ότι η αρχή της ευθύνης του Δημοσίου για ζημίες οι οποίες προκαλούνται στους ιδιώτες από παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης καταλογιστέες στο Δημόσιο είναι σύμφυτη προς το σύστημα των Συνθηκών στις οποίες στηρίζεται η Ένωση (απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, Francovich κ.λπ., C‑6/90 και C‑9/90, EU:C:1991:428, σκέψη 35). Η αρχή αυτή ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις παραβίασης του δικαίου της Ένωσης από κράτος μέλος, τούτο δε ανεξαρτήτως του ποια δημόσια αρχή διέπραξε την παραβίαση [πρβλ. αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψεις 31 και 32, και της 22ας Δεκεμβρίου 2022, Ministre de la Transition écologique και Premier ministre (Ευθύνη του Δημοσίου για την ατμοσφαιρική ρύπανση), C‑61/21, EU:C:2022:1015, σκέψη 43].
43 Ως εκ τούτου, η αρχή της ευθύνης του Δημοσίου τυγχάνει εφαρμογής και οσάκις η επίμαχη παραβίαση οφείλεται σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι η δικαστική εξουσία επιτελεί σημαντικό λειτούργημα ως προς την προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν οι ιδιώτες από τους κανόνες δικαίου της Ένωσης και ότι το αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό δικαστήριο συνιστά, εξ ορισμού, το τελευταίο δικαιοδοτικό όργανο ενώπιον του οποίου οι ιδιώτες μπορούν να προβάλουν τα δικαιώματα που τους παρέχονται βάσει των κανόνων αυτών. Το Δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν ότι θα θιγόταν η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων δικαίου της Ένωσης και ότι θα εξασθενούσε η προστασία των δικαιωμάτων αυτών αν δεν παρεχόταν στους ιδιώτες η δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αποκατάστασης της ζημίας που υφίστανται λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης οφειλομένης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψεις 32 έως 36· της 13ης Ιουνίου 2006, Traghetti del Mediterraneo, C‑173/03, EU:C:2006:391, σκέψη 31, και της 28ης Ιουλίου 2016, Tomášová, C‑168/15, EU:C:2016:602, σκέψη 20).
44 Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ευθύνης αυτής, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι οι ζημιωθέντες ιδιώτες έχουν δικαίωμα αποζημίωσης εφόσον συντρέχουν τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις και, συγκεκριμένα, εφόσον ο παραβιαζόμενος κανόνας του δικαίου της Ένωσης αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, εφόσον η παράβαση του κανόνα αυτού είναι κατάφωρη και εφόσον υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εν λόγω παράβασης και της ζημίας που υπέστησαν οι ιδιώτες [πρβλ. αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 51· της 22ας Δεκεμβρίου 2022, Ministre de la Transition écologique και Premier ministre (Ευθύνη του Δημοσίου για την ατμοσφαιρική ρύπανση), C‑61/21, EU:C:2022:1015, σκέψη 44, και της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Hamoudi κατά Frontex, C‑136/24 P, EU:C:2025:977, σκέψη 68].
45 Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις είναι αναγκαίες και ικανές για να θεμελιωθεί η ευθύνη κράτους μέλους λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 66, και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 57).
46 Κατά συνέπεια, το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει την επιβολή από το εθνικό δίκαιο πρόσθετων ή αυστηρότερων προϋποθέσεων σε σχέση με τις μνημονευόμενες στη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως. Αντιθέτως, το δίκαιο της Ένωσης ουδόλως αποκλείει τη δυνατότητα θεμελίωσης της ευθύνης του Δημοσίου λόγω παραβίασης του δικαίου αυτού υπό προϋποθέσεις λιγότερο αυστηρές βάσει του εθνικού δικαίου (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 66· της 13ης Μαρτίου 2007, Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation, C‑524/04, EU:C:2007:161, σκέψη 115, και της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψεις 65 και 66).
47 Όσον αφορά, ειδικότερα, την ευθύνη κράτους μέλους για ζημίες προκληθείσες από απόφαση εθνικού δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα και η οποία αντιβαίνει σε κανόνα του δικαίου της Ένωσης, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η ευθύνη αυτή διέπεται από τις τρεις προϋποθέσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 52, και της 28ης Ιουλίου 2016, Tomášová, C‑168/15, EU:C:2016:602, σκέψη 23).
48 Εν προκειμένω, η πρώτη προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης κράτους μέλους λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης πληρούται, δεδομένου ότι είναι πρόδηλο ότι αντικείμενο του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 και του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 είναι η απονομή δικαιωμάτων στους εργαζομένους.
49 Πράγματι, οι οδηγίες αυτές επιδιώκουν τον σκοπό της προστασίας των εργαζομένων. Σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 77/187 και την αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2001/23 και σύμφωνα με αυτόν καθεαυτόν τον τίτλο των οδηγιών αυτών, σκοπός τους είναι η προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατήρησης των δικαιωμάτων τους, όπως έχει επανειλημμένως τονίσει το Δικαστήριο (πρβλ. αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1992, Redmond Stichting, C‑29/91, EU:C:1992:220, σκέψη 11· της 12ης Νοεμβρίου 1992, Watson Rask και Christensen, C‑209/91, EU:C:1992:436, σκέψη 26· της 14ης Απριλίου 1994, Schmidt, C‑392/92, EU:C:1994:134, σκέψη 15, και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, Güney‑Görres και Demir, C‑232/04 και C‑233/04, EU:C:2005:778, σκέψη 40).
50 Επομένως, το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, των ως άνω οδηγιών αποσκοπούν, προς το συμφέρον των εργαζομένων, να διασφαλίσουν τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του εργοδότη, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να παραμείνουν στην υπηρεσία του διαδόχου υπό τους ίδιους όρους με τους συμφωνηθέντες με τον μεταβιβάζοντα. Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν να διασφαλίσουν, στο μέτρο του δυνατού, τη συνέχεια της εργασιακής σχέσης με τον διάδοχο, χωρίς τροποποίηση, ιδίως υποχρεώνοντάς τον να διατηρεί τους όρους εργασίας που έχουν συμφωνηθεί με συλλογική σύμβαση και προστατεύοντας τους εργαζομένους από απολύσεις που αιτιολογούνται απλώς και μόνον από το γεγονός της μεταβίβασης (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1985, Wendelboe κ.λπ., 19/83, EU:C:1985:54, σκέψη 15· της 11ης Ιουλίου 1985, Foreningen af Arbejdsledere i Danmark, 105/84, EU:C:1985:331, σκέψη 15· της 25ης Ιουλίου 1991, d’Urso κ.λπ., C‑362/89, EU:C:1991:326, σκέψη 9, καθώς και της 27ης Νοεμβρίου 2008, Juuri, C‑396/07, EU:C:2008:656, σκέψη 28).
51 Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης κράτους μέλους λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, ήτοι την απαίτηση κατάφωρης παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η ιδιαιτερότητα της δικαιοδοτικής λειτουργίας και οι νόμιμες απαιτήσεις για ασφάλεια δικαίου. Επομένως, η ευθύνη του Δημοσίου λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης από απόφαση εθνικού δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο παρέβη προδήλως το εφαρμοστέο δίκαιο (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 53).
52 Προκειμένου να καθοριστεί αν η προϋπόθεση αυτή πληρούται, το εθνικό δικαστήριο που δικάζει αγωγή αποζημίωσης πρέπει να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την κατάσταση της οποίας έχει επιληφθεί, μεταξύ άλλων, τον βαθμό σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιαζόμενου κανόνα, το εύρος του περιθωρίου εκτιμήσεως που αφήνει ο κανόνας αυτός στις εθνικές αρχές ή τις αρχές της Ένωσης, τον ηθελημένο ή ακούσιο χαρακτήρα της διαπραχθείσας παράβασης ή της προκληθείσας ζημίας, το συγγνωστό ή ασύγγνωστο ενδεχόμενης πλάνης περί το δίκαιο, το αν η στάση θεσμικού οργάνου της Ένωσης ενδέχεται να συνέβαλε στην παράλειψη, τη λήψη ή τη διατήρηση σε ισχύ αντίθετων προς το δίκαιο της Ένωσης εθνικών μέτρων ή πρακτικών, καθώς και την εκ μέρους του οικείου δικαστηρίου παράλειψη εκπλήρωσης της υποχρέωσης προδικαστικής παραπομπής που υπέχει δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψεις 54 και 55, και της 28ης Ιουλίου 2016, Tomášová, C‑168/15, EU:C:2016:602, σκέψεις 25 και 26).
53 Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι, για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη κράτους μέλους, δεν απαιτείται κατ’ ανάγκην να πληρούνται όλα τα κριτήρια που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη.
54 Επιπλέον, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο αγωγών αποζημίωσης κατά των κρατών μελών λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, η «κατάφωρη παραβίαση» του δικαίου αυτού πρέπει να εκτιμάται κατά τον χρόνο έκδοσης της οικείας παράνομης αποφάσεως (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου, C‑123/18 P, EU:C:2019:694, σκέψεις 39 και 55), κρίσιμη είναι η νομολογία που υφίσταται κατά τον χρόνο έκδοσης της επίδικης αποφάσεως από το εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα.
55 Όσον αφορά τη μη εκπλήρωση, εκ μέρους εθνικού δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, της υποχρέωσης προδικαστικής παραπομπής που υπέχει, πρόκειται για στοιχείο η σημασία του οποίου ποικίλλει ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.
56 Πράγματι, μολονότι η παράβαση της υποχρέωσης αυτής είναι ικανή να συμβάλει στη διαπίστωση ότι η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης εκ μέρους του εν λόγω δικαστηρίου είναι πρόδηλη, εντούτοις δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να διαπιστωθεί κατάφωρη παράβαση κανόνα του δικαίου της Ένωσης ο οποίος έχει ως αντικείμενο την απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και, ως εκ τούτου, για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη κράτους μέλους.
57 Η εν λόγω υποχρέωση εντάσσεται στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας που καθιερώνεται μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών, μέσω διαλόγου σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων, προκειμένου να διασφαλίζονται, αφενός, η συνοχή, η πλήρης αποτελεσματικότητα και ο ιδιάζων χαρακτήρας του δικαίου της Ένωσης, καθώς και η αυτονομία του νομικού συστήματος της Ένωσης, τον σεβασμό του οποίου εγγυάται το Δικαστήριο, και, αφετέρου, η ορθή εφαρμογή και η ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Η συνεργασία αυτή καθιστά δυνατή, μεταξύ άλλων, την αποτροπή του ενδεχομένου διαμόρφωσης στα κράτη μέλη εθνικής νομολογίας μη συμβατής με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1965, Schwarze, 16/65, EU:C:1965:117, σελίδα 1094· της 24ης Μαΐου 1977, Hoffmann‑La Roche, 107/76, EU:C:1977:89, σκέψη 5· της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψεις 33 και 35, και της 24ης Μαρτίου 2026, Remling, C‑767/23, EU:C:2026:243, σκέψεις 19 και 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, η εν λόγω συνεργασία συνεπάγεται την κοινή ευθύνη των εθνικών δικαστηρίων, ιδίως εκείνων των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, και του Δικαστηρίου για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης και συνεπούς ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης.
58 Υπενθυμίζεται επίσης ότι το σύστημα άμεσης συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ δεν συνιστά μέσο ένδικης προστασίας παρεχόμενο στους διαδίκους διαφοράς η οποία εκκρεμεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, το γεγονός και μόνον ότι ένας διάδικος υποστηρίζει ότι η διαφορά θέτει ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης δεν υποχρεώνει το οικείο δικαστήριο να δεχθεί ότι ανακύπτει τέτοιο ζήτημα κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi, C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψεις 53 και 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
59 Συνακόλουθα, για να διαπιστωθεί κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, η οποία να θεμελιώνει την ευθύνη κράτους μέλους, η παράβαση της υποχρέωσης προδικαστικής παραπομπής, την οποία προβλέπει το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, πρέπει να συνοδεύεται από παράβαση άλλου κανόνα του δικαίου της Ένωσης ο οποίος απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες.
60 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα σημεία 1 και 2 του διατακτικού της αποφάσεως Ferreira da Silva e Brito Ι, η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009 παρέβη τόσο το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 όσο και την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής που προβλέπεται στο άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξετασθεί αν η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, την οποία προέκρινε το αιτούν δικαστήριο με την τελευταία ως άνω απόφαση, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης.
61 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, παραβίαση του δικαίου της Ένωσης χαρακτηρίζεται ως κατάφωρη οσάκις η οικεία απόφαση αντιβαίνει προδήλως στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 56, και της 28ης Ιουλίου 2016, Tomášová, C‑168/15, EU:C:2016:602, σκέψη 26).
62 Τούτου δοθέντος, η συνδρομή των κριτηρίων βάσει των οποίων στοιχειοθετείται η ευθύνη των κρατών μελών για ζημίες που προκαλούνται σε ιδιώτες από παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει, κατ’ αρχήν, να διαπιστώνεται από τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με τις σχετικές υποδείξεις που έχει παράσχει το Δικαστήριο [αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1999, Konle, C‑302/97, EU:C:1999:271, σκέψη 59· της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 100· πρβλ., επίσης, αποφάσεις της 28ης Ιουλίου 2016, Tomášová, C‑168/15, EU:C:2016:602, σκέψη 21, και της 10ης Δεκεμβρίου 2020, Euromin Holdings (Cyprus), C‑735/19, EU:C:2020:1014, σκέψη 70].
63 Το Δικαστήριο, προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, μπορεί, σε πνεύμα συνεργασίας με τα εθνικά δικαστήρια, να του παράσχει όλα τα στοιχεία που κρίνει αναγκαία (βλ. αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1985, Celestri & C., 172/84, EU:C:1985:137, σκέψη 12· της 1ης Ιουλίου 2026, MOTOE, C‑49/07, EU:C:2008:376, σκέψη 30, και της 19ης Μαρτίου 2026, Oblastní nemocnice Kolín, C‑513/24, EU:C:2026:214, σκέψη 26).
64 Συναφώς, τρία στοιχεία βάσει των οποίων το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) εξέδωσε την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009 είναι καθοριστικά για να διαπιστωθεί αν η απόφαση αυτή συνιστά κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης.
Επί των σφαλμάτων ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου την οποία έπρεπε να λάβει υπόψη το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) κατά την έκδοση της αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 2009
65 Κατά πρώτον, υπενθυμίζεται ότι στο σημείο 1 του διατακτικού της αποφάσεως Ferreira da Silva e Brito Ι το Δικαστήριο έκρινε ότι «το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι ο όρος “μεταβίβαση εγκαταστάσεως” καλύπτει περίπτωση κατά την οποία επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στην αγορά των ναυλωμένων πτήσεων λύεται με απόφαση του πλειοψηφούντος μετόχου της, ο οποίος είναι επίσης επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στον τομέα της αεροπορίας, και στην οποία, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως, η δεύτερη εταιρία υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της λυθείσας εταιρίας στις συμβάσεις μισθώσεως αεροσκαφών και στις τρέχουσες συμβάσεις ναυλωμένων πτήσεων που συνήφθησαν με διοργανωτές ταξιδίων, ασκεί τη δραστηριότητα που προηγουμένως ασκούσε η λυθείσα εταιρία, επαναπροσλαμβάνει ορισμένους από τους εργαζομένους που απασχολούνταν έως τότε στην εταιρία αυτή και τους αναθέτει όμοια καθήκοντα, και λαμβάνει στοιχεία ελαφρού εξοπλισμού από την εν λόγω εταιρία».
66 Είναι αληθές ότι, για να καταλήξει στην ερμηνεία αυτή, το Δικαστήριο, στις σκέψεις 24, 25 και 27 της αποφάσεως Ferreira da Silva e Brito Ι, παρέπεμψε σε δύο αποφάσεις μεταγενέστερες της αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 2009, ήτοι στις αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2010, UGT-FSP (C‑151/09, EU:C:2010:452), και της 6ης Μαρτίου 2014, Amatori κ.λπ. (C‑458/12, EU:C:2014:124). Ομοίως, στις σκέψεις 33 και 34 της αποφάσεως Ferreira da Silva e Brito Ι, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2009, Klarenberg (C‑466/07, EU:C:2009:85). Πλην όμως, λαμβανομένου υπόψη ότι η τελευταία αυτή απόφαση συνέπεσε χρονικά με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009, δεν είναι βέβαιο ότι το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) μπόρεσε να λάβει γνώση αυτής πριν από την έκδοση της ως άνω αποφάσεώς του.
67 Συνεπώς, πρέπει να παρατεθεί η προ της αποφάσεως της 12ης Φεβρουαρίου 2009, Klarenberg (C‑466/07, EU:C:2009:85), νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου να προσδιοριστεί αν η ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 που έγινε δεκτή με την απόφαση Ferreira da Silva e Brito I μπορούσε να συναχθεί ευχερώς από τη νομολογία αυτή.
68 Συναφώς, προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης της αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 2009, το Δικαστήριο είχε ήδη αναπτύξει, με τη νομολογία του, μια κοινή μεθοδολογία εκτιμήσεως για τις διάφορες περιπτώσεις μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης. Πράγματι, ήδη με την απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers (24/85, EU:C:1986:127), το Δικαστήριο προσδιόρισε σαφώς τις πραγματικές περιστάσεις που πρέπει να χαρακτηρίζουν την επίμαχη πράξη προκειμένου να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «μεταβίβαση επιχείρησης ή εγκατάστασης», οι οποίες στη συνέχεια συστηματοποιήθηκαν, ιδίως με τις αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1992, Redmond Stichting (C‑29/91, EU:C:1992:220), και της 11ης Μαρτίου 1997, Süzen (C‑13/95, EU:C:1997:141).
69 Ειδικότερα, από τη νομολογία προέκυπτε ήδη ότι, αφενός, για να διαπιστωθεί η διατήρηση της ταυτότητας της οικείας οικονομικής οντότητας μετά την αλλαγή του υπεύθυνου για την εκμετάλλευση της επιχείρησης ή της εγκατάστασης προσώπου, η οντότητα αυτή πρέπει να είναι οργανωμένη κατά τρόπο σταθερό και η δραστηριότητά της να μην περιορίζεται στην εκτέλεση συγκεκριμένου έργου. Η έννοια της οντότητας αναφέρεται επομένως σε οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστά δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και επιδιώκει ίδιο σκοπό (πρβλ. αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 1995, Rygaard, C‑48/94, EU:C:1995:290 σκέψη 20, και της 11ης Μαρτίου 1997, Süzen, C‑13/95, EU:C:1997:141, σκέψη 13).
70 Αφετέρου, το αποφασιστικό κριτήριο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη μεταβίβασης κατά την έννοια της οδηγίας 77/187 καθώς και της οδηγίας 2001/23 είναι το αν η εν λόγω οντότητα διατηρεί την ταυτότητά της, όπερ προκύπτει ιδίως από την πραγματική συνέχιση της εκμετάλλευσης ή την επανάληψή της (αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers, 24/85, EU:C:1986:127, σκέψη 11· της 19ης Μαΐου 1992, Redmond Stichting, C‑29/91, EU:C:1992:220, σκέψη 23, και της 11ης Μαρτίου 1997, Süzen, C‑13/95, EU:C:1997:141, σκέψη 10).
71 Απεναντίας, δεδομένου ότι από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 1 της οδηγίας 77/187 και του άρθρου 1 της οδηγίας 2001/23 προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών αυτών καλύπτει όλες τις περιπτώσεις αλλαγής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, του φυσικού ή νομικού προσώπου το οποίο είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχείρησης ή της εγκατάστασης και το οποίο, ως εκ τούτου, αναλαμβάνει συμβατικώς τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργαζομένων της επιχείρησης, είναι άνευ σημασίας αν έχει μεταβιβαστεί η κυριότητα των ενσώματων στοιχείων (πρβλ. αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1987, Ny Mølle Kro, 287/86, EU:C:1987:573, σκέψη 12· της 12ης Νοεμβρίου 1992, Watson Rask και Christensen, C‑209/91, EU:C:1992:436, σκέψη 15· της 20ής Νοεμβρίου 2003, Abler κ.λπ., C‑340/01, EU:C:2003:629, σκέψη 41, και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, Güney‑Görres και Demir, C‑232/04 και C‑233/04, EU:C:2005:778, σκέψη 37).
72 Για να κριθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί η διατήρηση της ταυτότητας της οικείας οντότητας, πρέπει να συνεκτιμηθούν όλες οι πραγματικές περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την επίμαχη πράξη, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται, ιδίως, το είδος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης για την οποία πρόκειται, η μεταβίβαση ή μη των ενσώματων στοιχείων, όπως τα κτίρια και τα κινητά αγαθά, η αξία των άυλων στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, η ανάληψη ή μη του κύριου μέρους του εργατικού δυναμικού από τον νέο επιχειρηματικό φορέα, η μεταβίβαση ή μη της πελατείας καθώς και ο βαθμός ταυτότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν, πάντως, επιμέρους μόνον πτυχές της γενικής αξιολόγησης που επιβάλλεται να γίνει και δεν μπορούν, ως εκ τούτου, να εκτιμώνται μεμονωμένα (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers, 24/85, EU:C:1986:127, σκέψη 13· της 19ης Μαΐου 1992, Redmond Stichting, C‑29/91, EU:C:1992:220, σκέψη 24, και της 11ης Μαρτίου 1997, Süzen, C‑13/95, EU:C:1997:141, σκέψη 14).
73 Εξάλλου, από τη νομολογία, για την οποία ευλόγως μπορούσε να αναμένεται ότι είχε περιέλθει σε γνώση του Supremo Tribunal de Justiça (Ανωτάτου Δικαστηρίου) κατά τον χρόνο έκδοσης της αποφάσεώς του της 25ης Φεβρουαρίου 2009, ήδη προέκυπτε ότι κατά την εκτίμηση αυτή πρέπει ιδίως να λαμβάνεται υπόψη το είδος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης για την οποία πρόκειται. Πράγματι, η σημασία που πρέπει να δοθεί, αντιστοίχως, στα διάφορα κριτήρια προσδιορισμού της «μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης», κατά την έννοια των οδηγιών 77/187 και 2001/23, ποικίλλει κατ’ ανάγκην ανάλογα με την ασκούμενη δραστηριότητα ή και με τις μεθόδους παραγωγής ή εκμετάλλευσης που χρησιμοποιούνται στην εν λόγω επιχείρηση, εγκατάσταση ή τμήμα εγκατάστασης (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1997, Süzen, C‑13/95, EU:C:1997:141, σκέψη 18· της 10ης Δεκεμβρίου 1998, Hidalgo κ.λπ., C‑173/96 και C‑247/96, EU:C:1998:595, σκέψη 31· της 2ας Δεκεμβρίου 1999, Allen κ.λπ., C‑234/98, EU:C:1999:594, σκέψη 28, και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, Güney‑Görres και Demir, C‑232/04 και C‑233/04, EU:C:2005:778, σκέψη 35).
74 Επομένως, σε τομείς όπου η δραστηριότητα στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό και όπου ένα σύνολο εργαζομένων τους οποίους ενώνει σταθερά μια κοινή δραστηριότητα μπορεί να αντιστοιχεί σε μια οικονομική οντότητα, πρέπει να δίδεται έμφαση στην επαναπρόσληψη του προσωπικού. Πράγματι, μια τέτοια οντότητα μπορεί να διατηρεί την ταυτότητά της και μετά τη μεταβίβασή της όταν ο νέος επιχειρηματικός φορέας δεν αρκείται στη συνέχιση της εν λόγω δραστηριότητας, αλλά, επιπλέον, προσλαμβάνει σημαντικό τμήμα, από απόψεως αριθμού και ικανοτήτων, του προσωπικού στο οποίο ο προκάτοχός του είχε αναθέσει ειδικά το έργο αυτό. Στην περίπτωση αυτή, ο νέος επιχειρηματικός φορέας αποκτά το οργανωμένο σύνολο στοιχείων το οποίο θα του παράσχει τη δυνατότητα να συνεχίσει επί σταθερής βάσης τις δραστηριότητες ή ορισμένες δραστηριότητες της μεταβιβάζουσας επιχείρησης (αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1997, Süzen, C‑13/95, EU:C:1997:141, σκέψη 21· της 10ης Δεκεμβρίου 1998, Hidalgo κ.λπ., C‑173/96 και C‑247/96, EU:C:1998:595, σκέψη 32, και της 2ας Δεκεμβρίου 1999, Allen κ.λπ., C‑234/98, EU:C:1999:594, σκέψη 29).
75 Αντιθέτως, σε έναν τομέα στον οποίο τα ενσώματα στοιχεία συμβάλλουν σημαντικά στην άσκηση της δραστηριότητας, όπως η τακτική δημόσια συγκοινωνία με λεωφορείο, η μη μεταβίβαση από τον παλαιό στον νέο ανάδοχο της σύμβασης μεγάλου μέρους τέτοιων στοιχείων, απαραίτητων για την εύρυθμη λειτουργία της οντότητας, επιτρέπει να συναχθεί ότι η οντότητα αυτή δεν διατηρεί την ταυτότητά της (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, Liikenne, C‑172/99, EU:C:2001:59, σκέψη 42).
76 Αρκετά έτη πριν από την έκδοση της αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 2009, το Δικαστήριο είχε διευκρινίσει συναφώς ότι, όταν η δραστηριότητα δεν στηρίζεται κατά κύριο λόγο στο εργατικό δυναμικό, στο μέτρο που απαιτεί σημαντικό εξοπλισμό, η ανάληψη των απαραίτητων για την άσκηση της δραστηριότητας ενσώματων στοιχείων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για τον χαρακτηρισμό της μεταβίβασης μιας οικονομικής οντότητας (πρβλ. απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2003, Abler κ.λπ., C‑340/01, EU:C:2003:629, σκέψη 36), τούτο δε ακόμη και αν η ανάληψη αυτή δεν συνοδεύεται από μεταβίβαση της κυριότητας των εν λόγω ενσώματων στοιχείων (πρβλ. απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1999, Allen κ.λπ., C‑234/98, EU:C:1999:594, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
77 Εξ αντιδιαστολής, σε έναν τέτοιο τομέα δραστηριότητας η μη ανάληψη, από τον νέο επιχειρηματικό φορέα, σημαντικού, από άποψη αριθμού και ικανοτήτων, μέρους του προσωπικού που ο προκάτοχός του απασχολούσε για την άσκηση της ίδιας δραστηριότητας δεν αρκεί για να αποκλειστεί η ύπαρξη μεταβίβασης μιας οντότητας που διατήρησε την ταυτότητά της κατά την έννοια των οδηγιών 77/187 και 2001/23. Αντίθετη συλλογιστική θα αντιστρατευόταν τον κύριο σκοπό των οδηγιών αυτών, ο οποίος έγκειται στο να διατηρηθούν, ακόμη και παρά τη θέληση του διαδόχου, οι συμβάσεις εργασίας των μισθωτών του μεταβιβάζοντος (πρβλ. απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2003, Abler κ.λπ., C‑340/01, EU:C:2003:629, σκέψη 37).
78 Επομένως, από τις σκέψεις 68 έως 77 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι, πολύ πριν από την έκδοση της αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 2009, το Δικαστήριο είχε διαμορφώσει μεθοδολογία για την εκτίμηση της έννοιας της «μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης», η οποία διέκρινε αναλόγως του αν, στον οικείο τομέα, η δραστηριότητα στηριζόταν κατά κύριο λόγο στο εργατικό δυναμικό ή, αντιστρόφως, σε σημαντικό εξοπλισμό.
79 Πλην όμως, η εν λόγω απόφαση δεν αναφέρει ρητώς ούτε τη μεθοδολογία αυτή ούτε στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) την εφάρμοσε σιωπηρώς στη συγκεκριμένη απόφαση. Δεδομένου ότι ο επίμαχος στη διαφορά της κύριας δίκης τομέας της πολιτικής αεροπορίας εμπίπτει προδήλως στους τομείς που δεν στηρίζονται κατά κύριο λόγο στο εργατικό δυναμικό καθότι απαιτούν σημαντικό εξοπλισμό, τούτο συνιστά παράβαση της νομολογίας του Δικαστηρίου που υπομνήσθηκε ειδικότερα στις σκέψεις 75 έως 77 της παρούσας αποφάσεως.
80 Επιπλέον, η εν λόγω μεθοδολογία δεν τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2009, Klarenberg (C‑466/07, EU:C:2009:85), της 29ης Ιουλίου 2010, UGT-FSP (C‑151/09, EU:C:2010:452), και της 6ης Μαρτίου 2014, Amatori κ.λπ. (C‑458/12, EU:C:2014:124), στις οποίες παρέπεμψε το Δικαστήριο με την απόφαση Ferreira da Silva e Brito Ι.
81 Πρώτον, στη σκέψη 24 της αποφάσεως Ferreira da Silva e Brito Ι, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε ήδη «κρίνει ότι η οδηγία 77/187, όπως κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2001/23, εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει την ευθύνη της εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως και το οποίο συνομολογεί τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών της επιχειρήσεως (βλ. αποφάσεις [της 7ης Μαρτίου 1996,] Merckx και Neuhuys, C‑171/94 και C‑172/94, EU:C:1996:87, σκέψη 28· [της 10ης Δεκεμβρίου 1998,] Hernández Vidal κ.λπ., C‑127/96, C‑229/96 και C‑74/97, EU:C:1998:594, σκέψη 23, καθώς και [της 6ης Μαρτίου 2014,] Amatori κ.λπ., C‑458/12, EU:C:2014:124, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)». Η δε σκέψη 29 της αποφάσεως της 6ης Μαρτίου 2014, Amatori κ.λπ. (C‑458/12, EU:C:2014:124), επαναλαμβάνει, κατά γράμμα, τη σκέψη 28 της αποφάσεως της 7ης Μαρτίου 1996, Merckx και Neuhuys (C‑171/94 και C‑172/94, EU:C:1996:87).
82 Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στη σκέψη 24 της αποφάσεως Ferreira da Silva e Brito Ι, το Δικαστήριο απλώς επιβεβαίωσε μια πολύ προγενέστερη διατύπωση, η οποία ανάγεται στην απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, Ny Mølle Kro (287/86, EU:C:1987:573, σκέψη 12), και την οποία επανέλαβε πολλαπλώς στη συνέχεια, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1988, Bork International κ.λπ. (101/87, EU:C:1988:308, σκέψη 13), και της 19ης Μαΐου 1992, Redmond Stichting (C‑29/91, EU:C:1992:220, σκέψη 11).
83 Εξάλλου, η σκέψη 25 της αποφάσεως Ferreira da Silva e Brito Ι παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στη σκέψη 30 της αποφάσεως της 6ης Μαρτίου 2014, Amatori κ.λπ. (C‑458/12, EU:C:2014:124), για να επισημάνει ότι το αποφασιστικό κριτήριο για τη διαπίστωση της ύπαρξης μεταβίβασης, κατά την έννοια της οδηγίας 2001/23, είναι το εάν η εν λόγω οντότητα διατηρεί την ταυτότητά της, πράγμα που προκύπτει ιδίως από την πραγματική συνέχιση της εκμετάλλευσης ή την ανάληψη αυτής. Η δε ως άνω σκέψη 30 στηρίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στις σκέψεις 11 και 12 της αποφάσεως της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers (24/85, EU:C:1986:127), οι οποίες μνημονεύονται επίσης στην εν λόγω σκέψη 25 της αποφάσεως Ferreira da Silva e Brito Ι.
84 Τέλος, η σκέψη 28 της αποφάσεως της 29ης Ιουλίου 2010, UGT-FSP (C‑151/09, EU:C:2010:452), στην οποία παραπέμπει η σκέψη 27 της αποφάσεως Ferreira da Silva e Brito Ι, επαναλαμβάνει την πάγια νομολογία κατά την οποία, όπως υπογραμμίστηκε στη σκέψη 73 της παρούσας αποφάσεως, η σημασία που πρέπει να δοθεί, αντιστοίχως, στα διάφορα κριτήρια της ύπαρξης μεταβίβασης κατά την έννοια των οδηγιών 77/187 και 2001/23 ποικίλλει κατ’ ανάγκην ανάλογα με την ασκούμενη δραστηριότητα.
85 Δεύτερον, στις σκέψεις 33 και 34 της αποφάσεως Ferreira da Silva e Brito Ι, το Δικαστήριο επισήμανε βεβαίως ότι από τις σκέψεις 46 έως 48 της αποφάσεως της 12ης Φεβρουαρίου 2009, Klarenberg (C‑466/07, EU:C:2009:85), η οποία εκδόθηκε λίγες μόλις ημέρες πριν από την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009, προκύπτει ότι «για τη διατήρηση της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης οντότητας κρίσιμη είναι η διατήρηση όχι της ειδικής οργανώσεως που επιβάλλει ο επιχειρηματίας στους διάφορους μεταβιβαζόμενους συντελεστές παραγωγής, αλλά του λειτουργικού συνδέσμου αλληλεξαρτήσεως και συμπληρωματικότητας που υφίσταται μεταξύ των εν λόγω συντελεστών παραγωγής» και, κατά συνέπεια, «η διατήρηση του συνδέσμου αυτού μεταξύ των διαφόρων μεταβιβαζομένων συντελεστών παρέχει στον νέο εργοδότη τη δυνατότητα να τους χρησιμοποιήσει για την άσκηση της ίδιας ή παρεμφερούς οικονομικής δραστηριότητας, έστω και αν, μετά τη μεταβίβαση, εντάσσονται σε νέα και διαφορετική οργανωτική δομή».
86 Εντούτοις, στη σκέψη 44 της αποφάσεως της 12ης Φεβρουαρίου 2009, Klarenberg (C‑466/07, EU:C:2009:85), το Δικαστήριο, παραπέμποντας σε παλαιότερες αποφάσεις, επισήμανε ότι είχε μεν κρίνει προηγουμένως ότι το στοιχείο που αφορά την οργάνωση της εργασίας συμβάλλει στον προσδιορισμό της ταυτότητας της οικονομικής οντότητας, πλην όμως είχε επίσης αποφανθεί ότι η τροποποίηση της οργανωτικής δομής της μεταβιβασθείσας οικονομικής οντότητας δεν συνιστά λόγο αποκλεισμού της εφαρμογής της οδηγίας 2001/23.
87 Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο, παραγνωρίζοντας την ευρεία ερμηνεία της έννοιας της «μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης», όπως αυτή προέκυπτε από την προγενέστερη της αποφάσεως της 12ης Φεβρουαρίου 2009, Klarenberg (C‑466/07, EU:C:2009:85), νομολογία, έκρινε, με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009, ότι ήταν αναγκαίο να εξακριβωθεί αν η δραστηριότητα ναυλωμένων πτήσεων της AIA είχε αναπτυχθεί αυτοτελώς στο πλαίσιο της TAP προκειμένου να εκτιμηθεί αν η μεταβίβαση της οντότητας που μεταβιβάστηκε στην τελευταία αυτή αεροπορική εταιρία έπρεπε να θεωρηθεί ως «μεταβίβαση επιχείρησης ή εγκατάστασης» κατά την έννοια της οδηγίας 77/187.
88 Πράγματι, το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο), εξαρτώντας τη διαπίστωση μιας τέτοιας μεταβίβασης από την προϋπόθεση, την οποία το Δικαστήριο ουδέποτε είχε δεχθεί στη νομολογία του, ότι η μεταβιβαζόμενη οντότητα διατηρεί την οργανωτική αυτονομία της εντός της οντότητας που την απορροφά, έθεσε μια απαίτηση η οποία δεν βρίσκει έρεισμα στις ανωτέρω οδηγίες και αποκλίνει από τη μεθοδολογία που προκρίθηκε στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, νομολογία που ευλόγως αναμενόταν να ληφθεί υπόψη από το αιτούν δικαστήριο κατά την έκδοση της αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 2009.
89 Κατά τα λοιπά, τονίζεται ότι το αιτούν δικαστήριο, με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009, έκρινε ότι «[η] συμπεριφορά της TAP υπήρξε συνεπής από οικονομικής απόψεως», στο μέτρο που συνίστατο στο να «[προτείνει] τη λύση της AIA λόγω του ότι η οικονομική εκμετάλλευσή της δεν ήταν βιώσιμη και, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης, [να αναλάβει] την πραγματοποίηση πτήσεων για την εκτέλεση των οποίων η ΑΙΑ είχε συνάψει συμβάσεις προηγουμένως, προς αποφυγή της υποχρέωσης καταβολής υψηλών αποζημιώσεων».
90 Το αιτούν δικαστήριο, δεχόμενο τα ανωτέρω προκειμένου να δικαιολογήσει την ερμηνεία που προέκρινε για την έννοια της «μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης», υιοθέτησε υποκειμενική θεώρηση της πράξης αυτής, εντάσσοντάς την, από συστηματικής απόψεως, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης της ΑΙΑ και του στόχου της TAP για μείωση των ζημιών που προκλήθηκαν από την εκκαθάριση αυτή. Πλην όμως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η συνεκτίμηση της οποίας μπορούσε ευλόγως να αναμένεται από το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) κατά την έκδοση της αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 2009, προέκυπτε σαφώς ότι η ανωτέρω έννοια στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια. Όπως υπογραμμίστηκε στη σκέψη 69 της παρούσας αποφάσεως, το αποφασιστικό κριτήριο για τη διαπίστωση της ύπαρξης μεταβίβασης επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος εγκατάστασης, κατά την έννοια των οδηγιών 77/187 και 2001/23, είναι το αν η εν λόγω οντότητα διατηρεί την ταυτότητά της, όπερ προκύπτει ιδίως από την πραγματική συνέχιση της εκμετάλλευσης ή την ανάληψή της.
91 Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο όφειλε να μη λάβει υπόψη το πλαίσιο της εκκαθάρισης της AIA ούτε τον στόχο της TAP για μείωση των ζημιών που προκλήθηκαν από την εκκαθάριση αυτή και να συνεκτιμήσει πλείονες αντικειμενικές ενδείξεις που αποδείκνυαν την εκ μέρους της TAP πραγματική συνέχιση της δραστηριότητας ναυλωμένων πτήσεων που ασκούσε μέχρι τότε η ΑΙΑ. Σημαντικότερος δείκτης υπό το πρίσμα αυτό είναι η εκμετάλλευση από την TAP τεσσάρων από τα οκτώ αεροσκάφη που μίσθωνε η AIA, και δη για σημαντικό χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι διήρκεσε από το 1993 έως την επιστροφή των αεροσκαφών κατά τη λήξη των συμβάσεων μίσθωσης μεταξύ 1998 και 2000.
92 Υπό το πρίσμα της νομολογίας την οποία όφειλε να λάβει υπόψη το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο), από τον συνδυασμό σφαλμάτων ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, στα οποία υπέπεσε το εν λόγω δικαστήριο με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009, όπως τα σφάλματα αυτά προσδιορίστηκαν στις σκέψεις 79, 87, 88 και 90 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι η ως άνω απόφαση ενέχει κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης.
Επί της παράβασης από το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) της υποχρέωσης προδικαστικής παραπομπής που προβλέπεται στο άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ
93 Κατά δεύτερον, περαιτέρω σχετική ένδειξη συνιστά η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου μη τήρηση της υποχρέωσής του για προδικαστική παραπομπή, κατά παράβαση του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Πράγματι, όπως προκύπτει από το σημείο 2 του διατακτικού της αποφάσεως Ferreira da Silva e Brito I, το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) παρέβη την υποχρέωση αυτή με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009.
94 Με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 33 της παρούσας αποφάσεως, ότι παρείλκε η υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Το αιτούν δικαστήριο προσέθεσε ότι, εν προκειμένω, «λαμβανομένων υπόψη του περιεχομένου των κανόνων των οδηγιών [77/187 και 2001/23], της ερμηνείας τους από το Δικαστήριο και των κρίσιμων περιστάσεων της [διαφοράς της κύριας δίκης] […], δεν υπάρχει καμία αμφιβολία όσον αφορά τον τρόπο ερμηνείας η οποία να καθιστά αναγκαία την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, εξυπακουομένου ότι είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι δεν υφίσταται πλήρης σύμπτωση μεταξύ των ζητημάτων που ανέκυψαν στην υπό κρίση υπόθεση και των καταστάσεων που έχουν υποβληθεί στην κρίση του Δικαστηρίου». Το αιτούν δικαστήριο προσέθεσε ότι «το Δικαστήριο έχει ήδη αναπτύξει ευρεία και πάγια νομολογία σχετικά με την ερμηνεία των κοινοτικών κανόνων περί “μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως”» και ότι «η [οδηγία 2001/23] αντανακλά την παγίωση, δυνάμει της νομολογίας που διαμορφώθηκε στον συγκεκριμένο τομέα, των διαλαμβανόμενων στη νομολογία αυτήν εννοιών, οι οποίες διατυπώνονται πλέον με τέτοια σαφήνεια όσον αφορά την (κοινοτική και εθνική) νομολογιακή ερμηνεία τους, ώστε παρέλκει εν προκειμένω η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο».
95 Το αιτούν δικαστήριο, παραπέμποντας, κατ’ αρχάς, στην ερμηνεία των οδηγιών 77/187 και 2001/23 από το Δικαστήριο, εν συνεχεία, στο γεγονός ότι «δεν υφίσταται πλήρης σύμπτωση των ζητημάτων που ανέκυψαν στην υπό κρίση υπόθεση και των περιπτώσεων που έχουν υποβληθεί στην κρίση του Δικαστηρίου» και, τέλος, στην εκ μέρους του Δικαστηρίου ανάπτυξη «ευρεί[ας] και παγιωθείσ[ας] νομολογί[ας] σχετικά με την ερμηνεία των κοινοτικών κανόνων περί “μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως”», έκρινε εμφανώς ότι, εν προκειμένω, είχε απαλλαγεί από την προβλεπόμενη στο άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής που υπείχε, με το σκεπτικό ότι η απάντηση στο ανακύψαν ζήτημα απορρέει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου η οποία επιλύει το επίμαχο νομικό ζήτημα, ακόμη και ελλείψει πλήρους σύμπτωσης των επίδικων ζητημάτων.
96 Πλην όμως, εφόσον δεν χωρεί κανένα ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου κατά της αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου, το δικαστήριο αυτό υποχρεούται, κατ’ αρχήν, όταν ανακύπτει ενώπιόν του ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης ή κύρους πράξης του παράγωγου δικαίου, να το παραπέμψει στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit, 283/81, EU:C:1982:335, σκέψη 11· της 4ης Νοεμβρίου 1997, Parfums Christian Dior, C‑337/95, EU:C:1997:517, σκέψη 26· της 18ης Ιουλίου 2013, Consiglio Nazionale dei Geologi, C‑136/12, EU:C:2013:489, σκέψη 25, και της 24ης Μαρτίου 2026, Remling, C‑767/23, EU:C:2026:243, σκέψη 20).
97 Κατά συνέπεια, το εν λόγω εθνικό δικαστήριο μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση αυτή μόνον αν εμπίπτει σε μία από τις τρεις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit (283/81, EU:C:1982:335, σκέψη 21), με άλλα λόγια, αν το ανακύψαν ενώπιόν του ζήτημα του δικαίου της Ένωσης δεν είναι κρίσιμο, αν η επίμαχη διάταξη του δικαίου της Ένωσης έχει ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο ή αν η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης είναι τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπει περιθώριο εύλογης αμφιβολίας.
98 Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, τα εθνικά δικαστήρια, κατά μείζονα δε λόγο εκείνα των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, και το Δικαστήριο καλούνται, στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας την οποία καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η οποία συνεπάγεται κοινή ευθύνη, και τηρουμένων των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους, να συμβάλουν απευθείας και αμοιβαίως στην κατάρτιση αποφάσεως ώστε να διασφαλίζεται η ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών μελών.
99 Εντούτοις, η ευθύνη αυτή, σε συνδυασμό με την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο που υπέχουν κατ’ αρχήν τα δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, συνεπάγεται ότι το εν λόγω εθνικό δικαστήριο, εφόσον εκτιμά ότι η απάντηση στο ανακύψαν ενώπιόν του ζήτημα του δικαίου της Ένωσης προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, διαθέτει μειωμένο μόνον περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο περιορίζεται στην εναλλακτική δυνατότητα είτε να ακολουθήσει την ερμηνεία που έχει δοθεί προηγουμένως από το Δικαστήριο είτε να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να ζητήσει πρόσθετες διευκρινίσεις ή να προτείνει μεταβολή της νομολογίας.
100 Πράγματι, προκειμένου να μην τίθεται υπό αμφισβήτηση ούτε ο δεσμευτικός χαρακτήρας που έχουν για τα εθνικά δικαστήρια οι αποφάσεις του Δικαστηρίου επί προδικαστικής υπόθεσης ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης τις οποίες αφορούν [πρβλ. αποφάσεις της 3ης Φεβρουαρίου 1977, Benedetti, 52/76, EU:C:1977:16, σκέψη 26· της 11ης Ιουνίου 1987, X, 14/86, EU:C:1987:275, σκέψη 12, καθώς και της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C‑430/21, EU:C:2022:99, σκέψη 74] ούτε η λογική της δικαστικής συνεργασίας που είναι εγγενής στη διαδικασία προδικαστικής παραπομπής, δεν δύναται εθνικό δικαστήριο, χωρίς να έχει υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, να αποκλίνει αυτοβούλως από ερμηνεία που έχει δοθεί προηγουμένως από το Δικαστήριο για διάταξη του δικαίου της Ένωσης έχουσα εφαρμογή στην ενώπιον του εν λόγω εθνικού δικαστηρίου εκκρεμή διαφορά.
101 Επομένως, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης, υπό τις οποίες το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) ερμήνευσε την έννοια της «μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης» αποκλίνοντας από τη μεθοδολογία που προκρίθηκε στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, η απόφαση την οποία έλαβε μονομερώς το ως άνω εθνικό δικαστήριο ασκεί σημαντική επιρροή στην εκτίμηση ως προς την ύπαρξη κατάφωρης παραβίασης του δικαίου της Ένωσης.
Επί του συγγνωστού ή ασύγγνωστου της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης εκ μέρους του Supremo Tribunal de Justiça (Ανωτάτου Δικαστηρίου)
102 Τέλος, κατά τρίτον, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 52 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 55 της αποφάσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler (C‑224/01, EU:C:2003:513), ότι ο συγγνωστός ή ασύγγνωστος χαρακτήρας ενδεχόμενης πλάνης περί το δίκαιο περιλαμβάνεται μεταξύ των κρίσιμων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση που έχει υποβληθεί στην κρίση εθνικού δικαστηρίου επιληφθέντος αγωγής αποζημίωσης, προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη κατάφωρης παραβίασης του δικαίου της Ένωσης.
103 Εν προκειμένω, όπως υπογραμμίστηκε στη σκέψη 88 της παρούσας αποφάσεως, η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009 στηριζόταν στην παραδοχή ότι η διαπίστωση μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης κατά την έννοια των οδηγιών 77/187 και 2001/23 εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η μεταβιβασθείσα οντότητα διατηρεί την οργανωτική αυτονομία της εντός της οντότητας που την απορρόφησε.
104 Διαπιστώνεται, όμως, ότι το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) δεν μπορούσε να αγνοεί, κατά τον χρόνο εκείνο, ότι η συμβατότητα μιας τέτοιας παραδοχής με την έννοια της «μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης», κατά τις ανωτέρω οδηγίες, αποτελούσε ακριβώς αντικείμενο διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi είχε αναπτύξει τις προτάσεις του επί της υπόθεσης Klarenberg (C‑466/07, EU:C:2008:614) στις 6 Νοεμβρίου 2008.
105 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όταν η επίλυση διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου εξαρτάται από την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης η οποία αποτελεί αντικείμενο διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής διεξαγόμενης ταυτόχρονα ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορώσας τις ίδιες πτυχές του δικαίου της Ένωσης, από την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας που θεσπίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να μην εκδώσει απόφαση που ενδέχεται να αντιβαίνει προς εκείνη του Δικαστηρίου, θα πρέπει να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για να διασφαλισθεί ότι θα ληφθεί υπόψη η απόφαση επί της εν λόγω διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, στο πλαίσιο της οποίας είναι διαθέσιμες αρκετούς μήνες πριν από την έκδοση της αποφάσεως οι προτάσεις γενικού εισαγγελέα του Δικαστηρίου.
106 Συνακόλουθα, εν προκειμένω, οι περιστάσεις που εκτίθενται στη σκέψη 104 της παρούσας αποφάσεως θα έπρεπε να έχουν εγείρει υπόνοιες στο Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) όσον αφορά τον κίνδυνο να απορριφθεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο η παραδοχή που υπομνήσθηκε στη σκέψη 103 της παρούσας αποφάσεως. Επομένως, οι περιστάσεις αυτές είναι ικανές να μειώσουν την πιθανότητα να θεωρηθεί συγγνωστή η εσφαλμένη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης στην οποία προέβη το εν λόγω δικαστήριο με την ως άνω απόφαση.
Συμπέρασμα επί των τριών πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων
107 Λαμβανομένων δεόντως υπόψη των εκτιμήσεων που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 65 έως 106 της παρούσας αποφάσεως, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει, στο πλαίσιο ανάλυσης όλων των στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί, κατά την έννοια των σκέψεων 54 και 55 της αποφάσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler (C‑224/01, EU:C:2003:513), αν, με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009, το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) παραβίασε κατάφωρα το δίκαιο της Ένωσης.
108 Το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει επίσης να εξακριβώσει αν, όπως φαίνεται να προκύπτει από την υποβληθείσα στο Δικαστήριο δικογραφία, υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 και του συνόλου ή μέρους των ζημιών που υπέστησαν οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης κατόπιν της διαδικασίας ομαδικής απόλυσης με την οποία απολύθηκαν (πρβλ. αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 59, και της 4ης Οκτωβρίου 2018, Kantarev, C‑571/16, EU:C:2018:807, σκέψη 116).
109 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο, στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο), με την απόφασή του της 25ης Φεβρουαρίου 2009, παρέβη κατάφωρα το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, όπως αποδεικνύεται, πρώτον, από την περίσταση ότι η απόφαση αυτή ενέχει συνδυασμό σφαλμάτων ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, εκτιμώμενων υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου η οποία ήταν ευλόγως αναμενόμενο να ληφθεί υπόψη από το εν λόγω δικαστήριο κατά την έκδοση της συγκεκριμένης αποφάσεως, δεύτερον, από την περίσταση ότι η ως άνω απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009 εκδόθηκε κατά παράβαση της υποχρέωσης προδικαστικής παραπομπής την οποία υπείχε το ίδιο δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και, τρίτον, από την περίσταση ότι το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) δεν μπορούσε να αγνοεί ότι το ζήτημα αν συμβιβάζεται με το δίκαιο της Ένωσης η προκριθείσα στην εν λόγω απόφαση μεθοδολογική προσέγγιση αποτελούσε, συγκεκριμένα, αντικείμενο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου.
Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
110 Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 και το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η είσπραξη από εργαζόμενο της νόμιμης αποζημίωσης που οφείλεται κατόπιν ομαδικής απόλυσης ισοδυναμεί με την εκ μέρους του αποδοχή της απόλυσής του, με αποτέλεσμα αυτός να στερείται τη δυνατότητα να προσβάλει την απόλυση και να αξιώσει τη διατήρηση των δικαιωμάτων του δυνάμει των ως άνω οδηγιών.
111 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι η προστασία την οποία οι οδηγίες 77/187 και 2001/23 επιδιώκουν να διασφαλίσουν στους εργαζομένους τους οποίους αφορά η μεταβίβαση επιχείρησης ή εγκατάστασης είναι δημοσίας τάξεως και, ως εκ τούτου, εξαιρείται από το πεδίο της δικαιοπρακτικής ελευθερίας των μερών στη σύμβαση εργασίας. Οι κανόνες των ως άνω οδηγιών, ιδίως δε οι σχετικοί με την προστασία των εργαζομένων από απολύσεις συνεπεία της μεταβίβασης, πρέπει να θεωρηθούν ως επιτακτικού χαρακτήρα υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται δυσμενής για τους εργαζομένους παρέκκλιση από τους κανόνες αυτούς. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι δεν έχουν την ευχέρεια να παραιτηθούν από τα δικαιώματα που τους παρέχουν οι ως άνω οδηγίες και ότι ο περιορισμός των δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται, έστω και αν υπάρχει συναίνεση των εργαζομένων (απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1988, Foreningen af Arbejdsledere i Danmark, 324/86, EU:C:1988:72, σκέψεις 14 και 15).
112 Συνεπώς, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 και το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η είσπραξη από τον εργαζόμενο της νόμιμης αποζημίωσης που οφείλεται κατόπιν ομαδικής απόλυσης ισοδυναμεί με την εκ μέρους του αποδοχή της απόλυσής του, με αποτέλεσμα αυτός να στερείται τη δυνατότητα να προσβάλει την απόλυση και να αξιώσει τη διατήρηση των δικαιωμάτων του δυνάμει των οδηγιών αυτών.
Επί των δικαστικών εξόδων
113 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
1) Το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο, Πορτογαλία), με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009, παρέβη κατάφωρα το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, όπως αποδεικνύεται, πρώτον, από την περίσταση ότι η απόφαση αυτή ενέχει συνδυασμό σφαλμάτων ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, εκτιμώμενων υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου η οποία ήταν ευλόγως αναμενόμενο να ληφθεί υπόψη από το εν λόγω δικαστήριο κατά την έκδοση της συγκεκριμένης αποφάσεως, δεύτερον, από την περίσταση ότι η ως άνω απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009 εκδόθηκε κατά παράβαση της υποχρέωσης προδικαστικής παραπομπής την οποία υπείχε το ίδιο δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και, τρίτον, από την περίσταση ότι το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) δεν μπορούσε να αγνοεί ότι το ζήτημα αν συμβιβάζεται με το δίκαιο της Ένωσης η προκριθείσα στην εν λόγω απόφαση μεθοδολογική προσέγγιση αποτελούσε, συγκεκριμένα, αντικείμενο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου.
2) Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 και το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων,
έχουν την έννοια ότι:
αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η είσπραξη από τον εργαζόμενο της νόμιμης αποζημίωσης που οφείλεται κατόπιν ομαδικής απόλυσης ισοδυναμεί με την εκ μέρους του αποδοχή της απόλυσής του, με αποτέλεσμα αυτός να στερείται τη δυνατότητα να προσβάλει την απόλυση και να αξιώσει τη διατήρηση των δικαιωμάτων του δυνάμει των οδηγιών αυτών.
(υπογραφές)
