Αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας σε συμμόρφωση προς την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ. Εκ νέου εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως με βάση την απόφαση 1501/2014 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το σφάλμα της 1143/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου δεν συνιστά πρόδηλο σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ.
ΣτΕ Ολομ. 1279/2026
Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Πρόεδρος
Εισηγητής: Π. Μπραΐμη, Σύμβουλος Επικρατείας
1. Η 1279/2026 απόφαση της Ολομελείας εκδόθηκε επί αίτησης επανάληψης της διαδικασίας του άρθρου 69Α του π.δ. 18/1989, κατόπιν εκδόσεως της αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) της 4.6.2024 (αρ. προσφυγής 57246/21), που εκδόθηκε στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας (Νο. 3). Με την απόφαση αυτή διαπιστώθηκε από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κατά την εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως του ιδίου κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκδόθηκε η 800/2021 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
2. Με τη ΣτΕ 800/2021 Ολομ., το Δικαστήριο, κατά μεταστροφή της νομολογίας του σε σχέση με τις προϋποθέσεις θεμελιώσεως της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που είναι ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία (βλ. ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.), έκρινε ότι, ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα της δικαστικής λειτουργίας, καθώς και της αρμόδιας δικαιοδοσίας για την επίλυση των σχετικών διαφορών, η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί, οι δε σχετικές αξιώσεις δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες. Με την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου κρίθηκε επίσης ότι, ενόψει του προβλεπόμενου από το Σύνταγμα οργανωτικού σχήματος των χωριστών δικαιοδοσιών (άρθρα 93 και 94 του Συντάγματος), ο έλεγχος των αποφάσεων και λοιπών διαδικαστικών πράξεων ενεργείται υποχρεωτικά από όργανα που ανήκουν στον ίδιο δικαιοδοτικό κλάδο. Με τις σκέψεις αυτές, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του διοικητικού εφετείου, για τον αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο λόγο της υπερβάσεως της δικαιοδοσίας του δικάσαντος την αγωγή του αιτούντος πρωτόδικου δικαστηρίου, και, αφού έγινε δεκτή η έφεση του αιτούντος για τον ίδιο λόγο, δικάστηκε και απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη. Με την εν λόγω αγωγή, ο αιτών είχε ζητήσει, κατόπιν της από 14.12.2006 καταδικαστικής απόφασης του ΕΔΔΑ (Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος, αρ. προσφ. 77574/01), αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την έκδοση της 1143/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου.
3. Κατόπιν προσφυγής του αιτούντος ενώπιον του ΕΔΔΑ, με την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ κρίθηκε ότι η νέα ερμηνεία που διατυπώθηκε στη ΣτΕ 800/2021 Ολομ., η οποία είχε ως αποτέλεσμα να κριθεί η αγωγή του αιτούντος απαράδεκτη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν είχε θεσπιστεί σχετική νομοθεσία για περισσότερα από επτά έτη, περιόρισε το δικαίωμα του αιτούντος να προσφύγει σε δικαστήριο για αόριστο χρονικό διάστημα, γεγονός που πρέπει τουλάχιστον να θεωρηθεί ότι δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου στον αιτούντα. Επιπλέον, δεν διαπιστώθηκε από το ΕΔΔΑ καμία ενέργεια του αιτούντος που να δικαιολογεί ότι πρέπει να φέρει ο ίδιος το βάρος των συνεπειών αυτής της ανασφάλειας. Με τις ανωτέρω σκέψεις, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι επιβλήθηκε δυσανάλογο βάρος στον αιτούντα, στερώντας του κάθε σαφή και πρακτική δυνατότητα να αποφανθεί το δικαστήριο επί της αγωγής του και, συνεπώς, επλήγη στην ουσία του το δικαίωμα προσβάσεώς του σε δικαστήριο, κατά παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
4. Με την 1279/2026 απόφαση της Ολομελείας έγινε δεκτό ότι συντρέχουν οι (Α΄ έως Ζ΄) προϋποθέσεις αποδοχής της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, εφόσον: H ΣτΕ 800/2021 Ολομ. έθεσε τον δυσανάλογο περιορισμό προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο που διαπιστώθηκε με την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ (Α΄ προϋπόθεση). H επανάκριση της υποθέσεως του αιτούντος σε συμμόρφωση προς την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ, δεν προσκρούει σε καμία διάταξη του Συντάγματος (Β΄ προϋπόθεση, με μειοψηφία ενός μέλους), ούτε σε κάποιον επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος (Δ΄ προϋπόθεση). H συμμόρφωση προς την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ δεν οδηγεί σε παραβίαση άλλης υποχρεώσεως της χώρας από το διεθνές δίκαιο, ούτε παραβιάζει το ευρωπαϊκό δίκαιο (Γ΄ προϋπόθεση). Η από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη, όσον αφορά τη νόμιμη και πραγματική βάση της, και δικαιολογημένη ως προς την κρίση της περί παραβιάσεως εν προκειμένω του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (Ε΄ προϋπόθεση). Δεν προκύπτουν οψιγενή στοιχεία (αποφάσεις ΕΔΔΑ, ΔΕΕ ή ανωτάτου εθνικού δικαστηρίου), από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι το ΕΔΔΑ δεν θα ενέμενε, εν προκειμένω, στην κρίση του για την αποδοθείσα στην πληττόμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (Στ΄ προϋπόθεση). Δεν έχει μεσολαβήσει πράξη κρατικού οργάνου, ούτε έχει εκδοθεί νόμος που να θεσπίζει το νομοθετικό πλαίσιο για την αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας -την ανάγκη του οποίου είχαν επισημάνει τόσο η πληττόμενη ΣτΕ 800/2021 Ολομ. όσο και η ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.-, ώστε να θεραπεύεται κατ’ ουσίαν η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (Ζ΄ προϋπόθεση). Κατόπιν των ανωτέρω, έγινε δεκτή η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, εξαφανίστηκε η 800/2021 απόφαση της Ολομελείας και εκδικάστηκε εκ νέου η αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας είχε εκδοθεί η ως άνω απόφαση (με μειοψηφία ενός μέλους).
5. Με την 1279/2026 απόφαση της Ολομελείας έγινε δεκτό ότι κατά την έννοια της από 4.6.2024 αποφάσεως του ΕΔΔΑ, προκειμένου να αρθεί η παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που διαγνώστηκε με αυτήν, σύμφωνα και με την υποχρέωση συμμορφώσεως προς οριστική απόφαση του ΕΔΔΑ, η υπόθεση του αναιρεσείοντος πρέπει να κριθεί με βάση την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 του Συντάγματος και 105 του ΕισΝΑΚ, καθώς και τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων που δέχθηκε το Δικαστήριο στη ΣτΕ 1501/2014 Ολομ., την ερμηνεία δηλαδή των ως άνω διατάξεων και τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων πριν από τη μεταστροφή της νομολογίας με τη ΣτΕ 800/2021 Ολομ., η οποία (μεταστροφή) κρίθηκε από το ΕΔΔΑ ότι απέκλειε την πρόσβαση του αναιρεσείοντος σε δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (με μειοψηφία ενός μέλους).
6. Επί των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Α. Η κρίση του διοικητικού εφετείου ότι «θα πρέπει να αποδεικνύεται ο πρόδηλος χαρακτήρας του σφάλματος» δεν συνιστά προσθήκη ενός επιπλέον όρου θεμελιώσεως της ευθύνης του Δημοσίου, αλλά επανάληψη της ερμηνείας του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Β. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο της έρευνας των προϋποθέσεων του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση από σφάλμα δικαστικής αποφάσεως, να κρίνει εάν το σφάλμα που διαπιστώθηκε με την απόφαση του ΕΔΔΑ συνιστά και πρόδηλο σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Νομίμως το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ο χαρακτηρισμός της κρίσεως της 1143/2001 αποφάσεως του ΑΠ ως εξαιρετικά φορμαλιστικής με την από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ δεν ισοδυναμεί, άνευ ετέρου, με προσδιορισμό του σχετικού σφάλματος ως προδήλου κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Γ. Το διοικητικό εφετείο νομίμως έλαβε υπόψη τα στοιχεία της συγκεκριμένης περιπτώσεως (νομοθεσία, νομολογία, πάγια δικονομική πρακτική συντάξεως δικογράφων, ασφάλεια δικαίου) για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ότι δεν συνέτρεχε εν προκειμένω πρόδηλο σφάλμα της 1143/2001 αποφάσεως του ΑΠ, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος και, περαιτέρω, νομίμως έκρινε ότι αυτά δεν συγκροτούν τη νομική έννοια του πρόδηλου σφάλματος κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Ενόψει και των παραδοχών της από 14.12.2006 αποφάσεως του ΕΔΔΑ, ο ΑΠ δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, διότι παρέλειψε να εξετάσει την υπόθεση (και) σύμφωνα με τις αρχές της δίκαιης δίκης κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Δεν προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στην από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ ότι είχε διαπιστωθεί (σε χρόνο προγενέστερο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του ΑΠ – έτος 2001) παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ως προς την ερμηνεία της διατάξεως που εφήρμοσε ο ΑΠ (άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), γεγονός που θα υποχρέωνε τον ΑΠ να αποστεί από την προηγούμενη νομολογία του. Μόνη η κρίση της από 14.12.2006 αποφάσεως του ΕΔΔΑ ότι η απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως συνιστά μία προσέγγιση «εξαιρετικά φορμαλιστική» των προϋποθέσεων παραδεκτού, δεν συνιστά πρόδηλο σφάλμα της 1143/2001 αποφάσεως του ΑΠ για τη θεμελίωση της ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Κατόπιν των ανωτέρω, απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως (με μειοψηφία τριών μελών).
ΠΗΓΗ adjustice.gr
