ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 3ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Οδηγία 2001/29/ΕΚ – Εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας – Δικαίωμα αναπαραγωγής – Άρθρο 2, στοιχείο αʹ – Έννοια του “έργου” – Σύντομο κείμενο που αναρτήθηκε σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και αναπαρήχθη στον ηλεκτρονικό Τύπο – Άρθρο 5 – Εξαιρέσεις και περιορισμοί – Άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ – Παρουσίαση της επικαιρότητας – Βαθμός εναρμόνισης – Άρθρο 5, παράγραφος 5 – Έλεγχος τριών σταδίων »
Στην υπόθεση C‑598/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Înalta Curte de Casaţie şi Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Ρουμανία) με απόφαση της 14ης Μαΐου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Σεπτεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
CY
κατά
Gândul Media Network SRL,
HO,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Jürimäe, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του δευτέρου τμήματος, F. Schalin (εισηγητή), M. Gavalec και Z. Csehi, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η CY, εκπροσωπούμενη από την I. Nicolescu, avocată,
– η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις E. Gane, R. Antonie και M. Chicu,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις J. Samnadda και E. A. Stamate,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ 2001, L 167, σ. 10).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της CY, εκπαιδευτικού, και, αφετέρου, της Gândul Media Network SRL, διαχειρίστριας του ιστοτόπου της ηλεκτρονικής εφημερίδας Gândul, και του HO, δημοσιογράφου, όσον αφορά τη δημοσίευση στον εν λόγω ιστότοπο ενός κειμένου της CY, με συνέπεια την προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας της τελευταίας.
Το νομικό πλαίσιο
Το διεθνές δίκαιο
3 Το άρθρο 2 της Σύμβασης της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων, η οποία υπεγράφη στη Βέρνη στις 9 Σεπτεμβρίου 1886 (Πράξη των Παρισίων της 24ης Ιουλίου 1971), όπως τροποποιήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1979 (στο εξής: Σύμβαση της Βέρνης), ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Οι όροι “λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα” περιλαμβάνουν όλας τας παραγωγάς λογοτεχνικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής φύσεως, οιοσδήποτε είναι ο τρόπος και η μορφή εκφράσεως, ως: τα βιβλία, φυλλάδια και λοιπά γραπτά, τας διαλέξεις, τας προσφωνήσεις, τα κηρύγματα και άλλα έργα της αυτής φύσεως […]».
4 Στις 20 Δεκεμβρίου 1996, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ) συνήψε στη Γενεύη τη Συνθήκη του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 6 Μαρτίου 2002. Η Συνθήκη αυτή εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2000/278/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2000 (ΕΕ 2000, L 89, σ. 6). Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, της εν λόγω Συνθήκης:
«Τα συμβαλλόμενα μέρη συμμορφώνονται με τα άρθρα 1 έως 21 και με το παράρτημα της [Σ]ύμβασης της Βέρνης.»
Το δίκαιο της Ένωσης
5 Το άρθρο 2 της οδηγίας 2001/29, με τίτλο «Δικαίωμα αναπαραγωγής», ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν, την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει:
α) στους δημιουργούς, όσον αφορά τα έργα τους,
[…]».
6 Το άρθρο 5 της οδηγίας, το οποίο τιτλοφορείται «Εξαιρέσεις και περιορισμοί», προβλέπει στην παράγραφο 3, στοιχείο γʹ, και στην παράγραφο 5 τα ακόλουθα:
«3. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις ή περιορισμούς στα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
[…]
γ) αναπαραγωγή διά του τύπου, παρουσίαση στο κοινό ή διάθεση δημοσιευμένων άρθρων για οικονομικά, πολιτικά ή θρησκευτικά θέματα επικαιρότητας ή ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδομένων έργων ή άλλων αντικειμένων του ιδίου τύπου, όταν η χρήση αυτή δεν απαγορεύεται ρητά και εφόσον αναφέρεται η πηγή, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος του δημιουργού, ή χρήση έργων ή άλλων αντικειμένων κατά την παρουσίαση της επικαιρότητας, στο βαθμό που δικαιολογείται από τον ενημερωτικό σκοπό και εφόσον αναφέρεται η πηγή, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος του δημιουργού, εκτός εάν διαπιστωθεί ότι αυτό είναι αδύνατο,
[…]
5. Οι εξαιρέσεις και οι περιορισμοί που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2, 3 και 4, εφαρμόζονται μόνο σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις οι οποίες δεν αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση του έργου ή άλλου προστατευομένου αντικειμένου και δεν θίγουν αδικαιολογήτως τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου.»
Το ρουμανικό δίκαιο
7 Το άρθρο 35, παράγραφοι 1 και 2, του Legea nr. 8/1996 privind dreptul de autor și drepturile conexe (νόμου 8/1996 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων), της 14ης Μαρτίου 1996 (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 60 της 26ης Μαρτίου 1996), ορίζει τα εξής:
«1. Επιτρέπονται, χωρίς τη συγκατάθεση του δημιουργού και χωρίς την καταβολή αμοιβής, οι ακόλουθες χρήσεις έργου το οποίο έχει προηγουμένως γνωστοποιηθεί στο κοινό, υπό την προϋπόθεση ότι είναι σύμφωνες με τα χρηστά ήθη, δεν αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση του έργου και δεν βλάπτουν τον δημιουργό ή τους δικαιούχους των δικαιωμάτων χρήσης:
[…]
2. υπό τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1, επιτρέπεται η αναπαραγωγή, η διανομή, η ραδιοτηλεοπτική μετάδοση ή η παρουσίαση στο κοινό, χωρίς άμεσο ή έμμεσο εμπορικό ή οικονομικό όφελος:
[…]
γ) σύντομων αποσπασμάτων των έργων, στο πλαίσιο της ενημέρωσης σχετικά με την επικαιρότητα, αλλά μόνο στον βαθμό που δικαιολογείται από τον σκοπό της ενημέρωσης·
[…]».
8 Το άρθρο 35 του νόμου αυτού, προβλέπει στην παράγραφο 4, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις περιπτώσεις που παρατίθενται στην παράγραφο 2, στοιχείο c, του εν λόγω άρθρου, την υποχρέωση μνείας της πηγής και του ονόματος του δημιουργού του έργου που χρησιμοποιήθηκε, εκτός εάν διαπιστωθεί ότι αυτό είναι αδύνατο.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
9 Στις 8 Σεπτεμβρίου 2021 η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης CY, εκπαιδευτικός, ανάρτησε στη σελίδα της στο Facebook κείμενο 22 σειρών με τίτλο «Μικρός οδηγός για γονείς στην αρχή της σχολικής χρονιάς». Στο κείμενο αυτό εξέθετε, εν ολίγοις, ότι δεν επιθυμούσε να λαμβάνει δώρα εκ μέρους των γονέων των μαθητών της.
10 Στις 14 Σεπτεμβρίου 2021 ο δημοσιογράφος HO δημοσίευσε στον ιστότοπο της ηλεκτρονικής εφημερίδας Gândul άρθρο με τίτλο «Το πρωτοφανές μήνυμα μιας καθηγήτριας για τους γονείς που επιθυμούν να της προσφέρουν δώρα κατά την έναρξη του σχολικού έτους». Στο άρθρο αυτό αναπαραγόταν ολόκληρο το κείμενο που είχε αναρτήσει η CY, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή της. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το όνομα της αναιρεσείουσας της κύριας δίκης καθώς και η πηγή του κειμένου αυτού, υπό τη μορφή υπερσυνδέσμου που παραπέμπει στην εν λόγω σελίδα Facebook, προστέθηκαν μεταγενέστερα.
11 Η CY άσκησε αγωγή ενώπιον του Tribunalul București (πρωτοδικείου Βουκουρεστίου, Ρουμανία) ζητώντας, αφενός, τη διαπίστωση της προσβολής του δικαιώματός της πνευματικής ιδιοκτησίας και, αφετέρου, την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που αυτή υπέστη λόγω της ως άνω προσβολής. Με απόφαση της 26ης Απριλίου 2022, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, με το σκεπτικό ότι το επίμαχο κείμενο δεν μπορούσε να τύχει προστασίας βάσει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Με απόφαση της 3ης Μαΐου 2023, το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου, Ρουμανία) επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
12 Η CY άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης ενώπιον του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ρουμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο. Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ανακύπτει το ζήτημα αν το επίμαχο κείμενο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «έργο» κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/29.
13 Εφόσον το κείμενο χαρακτηρισθεί ως έργο, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επίσης ποιο είναι το περιεχόμενο της εξαίρεσης από το δικαίωμα αναπαραγωγής η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας, κατά το μέρος που αυτή αφορά τη «χρήση έργων ή άλλων αντικειμένων κατά την παρουσίαση της επικαιρότητας».
14 Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, αφενός, αν η αναπαραγωγή, στον ιστότοπο ηλεκτρονικής εφημερίδας, κειμένου το οποίο έχει αναρτηθεί σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και εκφράζει άποψη σχετικά με κοινωνικές πρακτικές που θεωρούνται μη ενδεδειγμένες στο σχολικό περιβάλλον μπορεί να συνιστά παρουσίαση «της επικαιρότητας», κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Διερωτάται, ιδίως, αν η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2001/29 έχει εφαρμογή όταν η αναπαραγωγή δεν συνοδεύεται από τη δυνατότητα για δημόσιο διάλογο.
15 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, αφετέρου, ως προς τους περιορισμούς που οριοθετούν την εξαίρεση αυτή, στο μέτρο που η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι μπορούν να αναπαραχθούν σύντομα αποσπάσματα έργων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αποκομίζεται άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή εμπορικό όφελος. Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνονται στο γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/29, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η εφαρμογή της εξαίρεσης αυτής με το άρθρο 35 του νόμου 8/1996 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων συμβιβάζεται με το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ.
16 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της [οδηγίας 2001/29] την έννοια ότι κείμενο το οποίο αναρτήθηκε σε μέσο κοινωνικής δικτυώσεως και το οποίο εκφράζει άποψη σχετικά με κοινωνικές πρακτικές οι οποίες θεωρούνται μη ενδεδειγμένες μπορεί να θεωρηθεί έργο το οποίο προστατεύεται βάσει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας;
2) Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/29 την έννοια ότι αντιτίθενται σε διάταξη του εθνικού δικαίου η οποία επιτρέπει τη χρήση, για σκοπούς ενημέρωσης σχετικά με ζητήματα της επικαιρότητας, μόνο σύντομων αποσπασμάτων ενός έργου, αλλά όχι του έργου στο σύνολό του, ιδίως όταν το έργο έχει περιορισμένη έκταση, και μόνον υπό την προϋπόθεση ότι δεν υφίσταται άμεσο ή έμμεσο εμπορικό ή οικονομικό όφελος;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτουπροδικαστικού ερωτήματος
17 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι κείμενο το οποίο έχει αναρτηθεί σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και εκφράζει άποψη σχετικά με κοινωνικές πρακτικές που θεωρούνται μη ενδεδειγμένες εμπίπτει στην έννοια του «έργου» κατά τη διάταξη αυτή.
18 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την άμεση ή έμμεση αναπαραγωγή των «έργων» τους, με οποιοδήποτε μέσο και μορφή. Επομένως, ένα αντικείμενο τυγχάνει προστασίας δυνάμει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, βάσει της οδηγίας, μόνο στον βαθμό που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «έργο», κατά την έννοια της διάταξης αυτής (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Funke Medien NRW, C‑469/17, EU:C:2019:623, σκέψη 18).
19 Η έννοια του «έργου» αποτελεί, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης η οποία πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ομοιόμορφα και η οποία προϋποθέτει τη συνδρομή δύο σωρευτικών προϋποθέσεων. Αφενός, το αντικείμενο πρέπει να είναι πρωτότυπο, υπό την έννοια ότι αποτελεί προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού του. Δεύτερον, ο χαρακτηρισμός ενός αντικειμένου ως «έργου», κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29, αποδίδεται μόνο στα στοιχεία που συνιστούν την έκφραση μιας τέτοιας πνευματικής δημιουργίας (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2009, Infopaq International, C‑5/08, EU:C:2009:465, σκέψεις 37 και 39, της 13ης Νοεμβρίου 2018, Levola Hengelo, C‑310/17, EU:C:2018:899, σκέψεις 35 έως 37, και της 24ης Οκτωβρίου 2024, Kwantum Nederland και Kwantum België, C‑227/23, EU:C:2024:914, σκέψη 48).
20 Όσον αφορά την πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές, διευκρινίζεται ότι, για να μπορεί ένα αντικείμενο να θεωρηθεί πρωτότυπο, είναι συγχρόνως αναγκαίο και επαρκές να αντανακλά την προσωπικότητα του δημιουργού του, εκφράζοντας τις ελεύθερες και δημιουργικές επιλογές του (απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, Cofemel, C‑683/17, EU:C:2019:721, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
21 Όσον αφορά τη δεύτερη από τις εν λόγω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η έννοια του «έργου» κατά την οδηγία 2001/29 προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την ύπαρξη αντικειμένου που να μπορεί να προσδιοριστεί με επαρκή ακρίβεια και αντικειμενικότητα (αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 2018, Levola Hengelo, C‑310/17, EU:C:2018:899, σκέψη 40, και της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, Cofemel, C‑683/17, EU:C:2019:721, σκέψη 32).
22 Επομένως, όταν ένα αντικείμενο έχει τα χαρακτηριστικά που υπομνήσθηκαν στην σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως και, συνεπώς, αποτελεί έργο, πρέπει, υπό την ιδιότητα αυτή, να τυγχάνει προστασίας βάσει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, σύμφωνα με την οδηγία (αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, Cofemel, C‑683/17, EU:C:2019:721, σκέψη 35, και της 24ης Οκτωβρίου 2024, Kwantum Nederland και Kwantum België, C‑227/23, EU:C:2024:914, σκέψη 49).
23 Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι η Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης της Βέρνης, εντούτοις υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 4, της Συνθήκης του ΠΟΔΙ, να συμμορφώνεται, μεταξύ άλλων, προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Σύμβασης αυτής Κατά την ως άνω διάταξη, στα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα περιλαμβάνονται όλες οι παραγωγές λογοτεχνικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής φύσεως, ανεξαρτήτως τρόπου ή μορφής έκφρασης, όπως τα βιβλία, τα φυλλάδια και «λοιπά γραπτά» (πρβλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2018, Levola Hengelo, C‑310/17, EU:C:2018:899, σκέψεις 38 και 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
24 Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτέρως ευρείας διατύπωσης της εν λόγω διάταξης, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι κείμενο το οποίο έχει αναρτηθεί σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και με το οποίο ο συντάκτης του εκφράζει την άποψή του επί κοινωνικών πρακτικών οι οποίες θεωρούνται μη ενδεδειγμένες συνιστά προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του συντάκτη του και, ως εκ τούτου, χαρακτηρίζεται ως «έργο», κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν ασκούν επιρροή, για τον χαρακτηρισμό ενός κειμένου ως «έργου», κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29, στοιχεία όπως η έκτασή του, η δημοσίευσή του στο διαδίκτυο, καθώς και το αν το κείμενο αυτό τυχόν ανήκει σε προκαθορισμένο λογοτεχνικό είδος, εκτός αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν αποτέλεσμα κανόνων, τεχνικών εκτιμήσεων ή δεσμεύσεων που δεν έχουν αφήσει περιθώριο για την άσκηση δημιουργικής ελευθερίας εκ μέρους του συντάκτη του. Στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το κείμενο αυτό έχει την αναγκαία πρωτοτυπία ώστε να αποτελεί έργο (πρβλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, Cofemel, C‑683/17, EU:C:2019:721, σκέψη 31).
26 Πράγματι, προκειμένου να προσδιοριστεί αν ένα κείμενο ή ορισμένα στοιχεία του μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «έργα» κατά την έννοια της οδηγίας και, επομένως, μπορούν να προστατευθούν βάσει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει αν, κατά την κατάρτιση του εν λόγω κειμένου, ο συντάκτης του είχε τη δυνατότητα να προβεί σε ελεύθερες και δημιουργικές επιλογές ικανές να μεταδώσουν στον αναγνώστη την πρωτοτυπία του επίμαχου αντικειμένου, πρωτοτυπία η οποία απορρέει από την επιλογή, τη διάταξη και τον συνδυασμό των λέξεων με τις οποίες ο συντάκτης εξέφρασε με πρωτότυπο τρόπο το δημιουργικό πνεύμα του, για να καταλήξει σε ένα αποτέλεσμα που αποτελεί πνευματικό δημιούργημα (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2009, Infopaq International, C‑5/08, EU:C:2009:465, σκέψεις 45 έως 48, και της 29ης Ιουλίου 2019, Funke Medien NRW, C‑469/17, EU:C:2019:623, σκέψεις 22 και 23).
27 Εν προκειμένω, υπό την επιφύλαξη της εκτίμησης στην οποία οφείλει να προβεί το εθνικό δικαστήριο, προκύπτει, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, ότι, κατά τη σύνταξη του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης κειμένου, η CY προέβη σε ελεύθερες και δημιουργικές επιλογές, οι οποίες συγκεκριμενοποιήθηκαν σε αντικείμενο που μπορεί να προσδιοριστεί με επαρκή ακρίβεια και αντικειμενικότητα.
28 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι κείμενο το οποίο έχει αναρτηθεί σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και εκφράζει άποψη σχετικά με κοινωνικές πρακτικές που θεωρούνται μη ενδεδειγμένες εμπίπτει στην έννοια του «έργου» κατά τη διάταξη αυτή, εφόσον το εν λόγω κείμενο αποτελεί την έκφραση πνευματικής δημιουργίας η οποία αντανακλά την προσωπικότητα του συντάκτη του.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
Επί του παραδεκτού
29 Η CY εκτιμά ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, δεδομένου ότι το σχετικό ζήτημα δεν τέθηκε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και ότι είναι, ως εκ τούτου, υποθετικό.
30 Στο σημείο αυτό, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο, εντός του κανονιστικού και πραγματικού πλαισίου το οποίο το ίδιο προσδιορίζει με δική του ευθύνη και του οποίου την ακρίβεια δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, είναι κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί πάντως να αρνηθεί να αποφανθεί επί αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης. Το ίδιο ισχύει όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, Bosman, C‑415/93, EU:C:1995:463, σκέψεις 59 και 61, και της 12ης Οκτωβρίου 2010, Rosenbladt, C‑45/09, EU:C:2010:601, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η ενδεχόμενη προστασία του κειμένου της CY βάσει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί να περιοριστεί από την εξαίρεση του άρθρου 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2001/29, η οποία μπορεί να έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης.
32 Υπό τις συνθήκες αυτές, η ερμηνεία την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο έχει σχέση με τα πραγματικά περιστατικά και το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης. Ως εκ τούτου, δεν είναι πρόδηλο ότι το ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο είναι υποθετικό. Επομένως, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.
Επί της ουσίας
33 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5 παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία η εξαίρεση ή ο περιορισμός που προβλέπει η διάταξη αυτή ισχύουν μόνον ως προς την αναπαραγωγή σύντομων αποσπασμάτων προστατευόμενου έργου και απαγορεύεται η άντληση άμεσου ή έμμεσου εμπορικού ή οικονομικού οφέλους από την εν λόγω αναπαραγωγή.
34 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, πρέπει, κατά πρώτον, να εξεταστεί αν η αναπαραγωγή από ηλεκτρονική εφημερίδα κειμένου το οποίο έχει δημοσιευθεί σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης από εκπαιδευτικό στην αρχή του σχολικού έτους και εκφράζει άποψη σχετικά με κοινωνικές πρακτικές που θεωρούνται μη ενδεδειγμένες στο σχολικό περιβάλλον μπορεί να συνιστά παρουσίαση της επικαιρότητας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
35 Συγκεκριμένα, κατά την εν λόγω διάταξη, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις ή περιορισμούς στα αποκλειστικά δικαιώματα αναπαραγωγής και παρουσίασης στο κοινό όταν πρόκειται για «χρήση έργων ή άλλων αντικειμένων κατά την παρουσίαση της επικαιρότητας, στο βαθμό που δικαιολογείται από τον ενημερωτικό σκοπό και εφόσον αναφέρεται η πηγή, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος του δημιουργού, εκτός εάν διαπιστωθεί ότι αυτό είναι αδύνατο».
36 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει, αφενός, ότι η ενέργεια της «παρουσίασης» κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/29 πρέπει να γίνεται αντιληπτή υπό την έννοια της παροχής πληροφοριών σχετικά με γεγονός της επικαιρότητας, χωρίς ωστόσο ο χρήστης να αναλύει λεπτομερώς το γεγονός αυτό. Αφετέρου, η παρουσίαση πρέπει να αφορά ένα γεγονός «της επικαιρότητας», ήτοι γεγονός το οποίο το κοινό ενδιαφέρεται να πληροφορηθεί κατά τον χρόνο της παρουσίασής του (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Spiegel Online, C‑516/17, EU:C:2019:625, σκέψεις 66 και 67).
37 Υπό το πρίσμα της ερμηνείας αυτής, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι η αναπαραγωγή από διαδικτυακή εφημερίδα του κειμένου το οποίο αναρτήθηκε από εκπαιδευτικό σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης στην αρχή του σχολικού έτους και εκφράζει άποψη σχετικά με κοινωνικές πρακτικές που θεωρούνται μη ενδεδειγμένες στο σχολικό περιβάλλον μπορεί να συνιστά παρουσίαση της επικαιρότητας, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/29.
38 Πράγματι, αφενός, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 32 και 34 των προτάσεών του, η λειτουργία του σχολικού συστήματος αποτελεί ενημερωτικό θέμα το οποίο μπορεί να έχει ενδιαφέρον για το κοινό κατά τον χρόνο της παρουσίασής του. Αφετέρου, όπως η συνήθης έννοια του όρου «παρουσίαση» γεγονότος δεν απαιτεί να αναλύει ο χρήστης λεπτομερώς το γεγονός αυτό, κατά τον ίδιο τρόπο η εν λόγω συνήθης έννοια δεν προϋποθέτει να καλούνται οπωσδήποτε να αντιδράσουν οι αποδέκτες της παρουσίασης του ως άνω ενημερωτικού θέματος.
39 Εναπόκειται πάντως στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν, υπό τις συνθήκες της υπόθεσης της κύριας δίκης, το κείμενο το οποίο δημοσίευσε η CY παρουσιάζει την επικαιρότητα, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως.
40 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, τα όρια που μπορεί να επιβάλει ένα κράτος μέλος στις εξαιρέσεις ή στους περιορισμούς που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/29, υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι το εύρος του περιθωρίου εκτίμησης που έχουν στη διάθεσή τους τα κράτη μέλη για τη μεταφορά στο εθνικό τους δίκαιο μιας συγκεκριμένης εξαίρεσης ή ενός συγκεκριμένου περιορισμού που παρατίθεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/29 πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση, ιδίως βάσει του γράμματος της εν λόγω διάταξης, δεδομένου ότι ο επιδιωκόμενος από τον νομοθέτη της Ένωσης βαθμός εναρμόνισης των εξαιρέσεων και των περιορισμών αποτελεί πράγματι συνάρτηση του αντίκτυπού τους στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Spiegel Online, C‑516/17, EU:C:2019:625, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
41 Ειδικότερα, ως προς το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν εναρμονίζει πλήρως το περιεχόμενο των εξαιρέσεων και των περιορισμών που προβλέπει. Πράγματι, τα κράτη μέλη έχουν στη διάθεσή τους, κατά τη μεταφορά της διάταξης αυτής στο εσωτερικό δίκαιο και κατά την εφαρμογή των σχετικών με τη μεταφορά της διατάξεων του εθνικού δικαίου, σημαντικό περιθώριο εκτίμησης, το οποίο τους επιτρέπει να σταθμίζουν τα εμπλεκόμενα συμφέροντα (αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2019, Funke Medien NRW, C‑469/17, EU:C:2019:623, σκέψεις 42 και 43, και της 29ης Ιουλίου 2019, Spiegel Online, C‑516/17, EU:C:2019:625, σκέψεις 27 και 28).
42 Παρά ταύτα, το περιθώριο εκτίμησης των κρατών μελών κατά την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/29 οριοθετείται πολλαπλώς (αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2019, Funke Medien NRW, C‑469/17, EU:C:2019:623, σκέψη 45, και της 29ης Ιουλίου 2019, Spiegel Online, C‑516/17, EU:C:2019:625, σκέψη 30).
43 Πρώτον, το περιθώριο εκτίμησης το οποίο έχουν στη διάθεσή τους τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή των εξαιρέσεων και περιορισμών που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2001/29 πρέπει να ασκείται εντός των ορίων που επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης, όπερ σημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν είναι ελεύθερα, σε όλες τις περιπτώσεις, να καθορίζουν, με μη εναρμονισμένο τρόπο, το σύνολο των παραμέτρων των εν λόγω εξαιρέσεων και περιορισμών (αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2019, Funke Medien NRW, C‑469/17, EU:C:2019:623, σκέψη 46, και της 29ης Ιουλίου 2019, Spiegel Online, C‑516/17, EU:C:2019:625, σκέψη 31).
44 Ειδικότερα, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν στη νομοθεσία τους εξαίρεση ή περιορισμό εκ των παρατιθέμενων στο άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2001/29 μόνον εφόσον τηρούν όλες τις προϋποθέσεις της διάταξης αυτής. Τα κράτη μέλη έχουν επίσης την υποχρέωση, στο πλαίσιο αυτό, να τηρούν τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβανομένης της αρχής της αναλογικότητας, από την οποία απορρέει ότι τα μέτρα που λαμβάνονται πρέπει να είναι κατάλληλα για την υλοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξή του (αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2019, Funke Medien NRW, C‑469/17, EU:C:2019:623, σκέψεις 48 και 49, και της 29ης Ιουλίου 2019, Spiegel Online, C‑516/17, EU:C:2019:625, σκέψεις 33 και 34).
45 Δεύτερον, το περιθώριο εκτίμησης το οποίο έχουν στη διάθεσή τους τα κράτη μέλη για την εφαρμογή των εξαιρέσεων και των περιορισμών που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2001/29 δεν μπορεί βεβαίως να χρησιμοποιείται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να διακυβεύονται οι σκοποί της οδηγίας που αφορούν την καθιέρωση υψηλού επιπέδου προστασίας υπέρ των δημιουργών και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Πάντως, τα κράτη μέλη οφείλουν επίσης, στο πλαίσιο της εφαρμογής αυτής, να διαφυλάσσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των εξαιρέσεων και των περιορισμών που θεσπίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο και να σέβονται τον σκοπό τους, τούτο δε προκειμένου να διατηρείται, ως προς τα δικαιώματα και τα συμφέροντα, δίκαιη ισορροπία μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών δικαιούχων καθώς και μεταξύ αυτών και των χρηστών προστατευόμενων αντικειμένων (αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2019, Funke Medien NRW, C‑469/17, EU:C:2019:623, σκέψεις 50 και 51, και της 29ης Ιουλίου 2019, Spiegel Online, C‑516/17, EU:C:2019:625, σκέψεις 35 και 36).
46 Τρίτον, το περιθώριο εκτίμησης του οποίου τυγχάνουν τα κράτη μέλη για την εφαρμογή των εξαιρέσεων και των περιορισμών που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2001/29 περιορίζεται επίσης από το άρθρο 5, παράγραφος 5, της εν λόγω οδηγίας. Το εν λόγω άρθρο εξαρτά τις εν λόγω εξαιρέσεις και τους εν λόγω περιορισμούς από τριπλή προϋπόθεση, ήτοι ότι πρέπει να έχουν εφαρμογή μόνο σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, να μην αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση του έργου και να μη θίγουν αδικαιολογήτως τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2019, Funke Medien NRW, C‑469/17, EU:C:2019:623, σκέψη 52, και της 29ης Ιουλίου 2019, Spiegel Online, C‑516/17, EU:C:2019:625, σκέψη 37).
47 Τέλος, τέταρτον, οι αρχές οι οποίες κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεσμεύουν τα κράτη μέλη όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Εναπόκειται επομένως στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε, όταν μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο τις εξαιρέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2001/29, να στηρίζονται σε μια ερμηνεία των εξαιρέσεων και των περιορισμών αυτών η οποία να εξασφαλίζει δίκαιη ισορροπία μεταξύ των διαφόρων θεμελιωδών δικαιωμάτων που προστατεύει η έννομη τάξη της Ένωσης (αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2019, Funke Medien NRW, C‑469/17, EU:C:2019:623, σκέψη 53, και της 29ης Ιουλίου 2019, Spiegel Online, C‑516/17, EU:C:2019:625, σκέψη 38).
48 Υπό το πρίσμα των διαφόρων αυτών στοιχείων πρέπει να εξετασθεί, πρώτον, το ζήτημα αν το γεγονός ότι εθνική ρύθμιση επιτρέπει την αναπαραγωγή σύντομων μόνον αποσπασμάτων προστατευόμενου έργου συμβιβάζεται με την εξαίρεση ή τον περιορισμό που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/29.
49 Συναφώς, διαπιστώνεται κατ’ αρχάς ότι το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 3 στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/29 δεν προβλέπει τυπικό όριο ως προς την έκταση του έργου που χρησιμοποιείται για την παρουσίαση της επικαιρότητας. Εντούτοις, η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι η επίμαχη χρήση πρέπει να πραγματοποιείται μόνο «στο βαθμό που δικαιολογείται από τον ενημερωτικό σκοπό» και, ως εκ τούτου, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας. Επομένως, η χρήση του προστατευόμενου έργου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου ενημερωτικού σκοπού (απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Spiegel Online, C‑516/17, EU:C:2019:625, σκέψη 68).
50 Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 44 και 45 της παρούσας αποφάσεως, η εφαρμογή της εξαίρεσης που προβλέπεται στην ως άνω διάταξη πρέπει να είναι αναλογική και να εξασφαλίζει τη διαφύλαξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η εν λόγω εξαίρεση, ο οποίος έγκειται στη συμβολή στην άσκηση της ελευθερίας πληροφόρησης και της ελευθερίας του Τύπου, τις οποίες εγγυάται το άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
51 Διευκρινίζεται όμως ότι τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που κατοχυρώνονται στη διάταξη αυτή δεν αποτελούν απόλυτα προνόμια, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία τους εντός της κοινωνίας. Εντούτοις, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή συνιστά ένα από τα βασικά θεμέλια μιας δημοκρατικής και πλουραλιστικής κοινωνίας, οι επεμβάσεις στα εν λόγω δικαιώματα και στις εν λόγω ελευθερίες πρέπει να περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Real Madrid Club de Fútbol, C‑633/22, EU:C:2024:843, σκέψεις 47 και 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
52 Συναφώς, προστίθεται ότι η άσκηση της ελευθερίας πληροφόρησης και της ελευθερίας του Τύπου δεν απαιτεί σε όλες τις περιπτώσεις τη δημοσίευση έργων στο σύνολό τους. Πράγματι, εφόσον η επιτρεπόμενη χρήση περιορίζεται σε αποσπάσματα επαρκούς έκτασης για την επίτευξη του σκοπού αυτού δεν διακυβεύεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της εξαίρεσης και συγχρόνως διασφαλίζεται η προστασία των δικαιούχων του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.
53 Αντιθέτως, η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/29 πρέπει να πληροί την τριπλή προϋπόθεση του άρθρου 5, παράγραφος 5, της οδηγίας, η οποία υπομνήσθηκε στη σκέψη 46 της παρούσας αποφάσεως. Εξαιρουμένης της περίπτωσης ενός πολύ σύντομου κειμένου, από το οποίο είναι αδύνατον να ληφθούν αποσπάσματα, η πλήρης αναπαραγωγή ενός έργου μπορεί, όπως εξήγησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 43 των προτάσεών του, να θίγει την κανονική εκμετάλλευσή του και να προξενεί αδικαιολόγητη ζημία στα θεμιτά συμφέροντα του δημιουργού του. Πράγματι, μια τέτοια αναπαραγωγή του έργου υποκαθιστά την αρχική παρουσίασή του, όπερ απαλλάσσει τους αποδέκτες από την υποχρέωση να καταφύγουν στην παρουσίαση αυτή, θίγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την κανονική εκμετάλλευση του έργου από τον δημιουργό του.
54 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στο να επιτρέπει ένα κράτος μέλος τη χρήση μόνο σύντομων αποσπασμάτων ενός έργου εφόσον εκτιμά ότι ο ενημερωτικός σκοπός τον οποίο επιδιώκει η διάταξη αυτή δεν δικαιολογεί πιο εκτεταμένη χρήση του εν λόγω έργου, υπό την προϋπόθεση ότι ο περιορισμός αυτός είναι αναλογικός, διαφυλάσσει την πρακτική αποτελεσματικότητα της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/29 και συνάδει προς τον σκοπό της.
55 Αντιθέτως, όσον αφορά, δεύτερον, τη διατυπωμένη με γενικούς όρους απαγόρευση άντλησης άμεσου ή έμμεσου εμπορικού ή οικονομικού οφέλους από τη χρήση ενός έργου για την παρουσίαση της επικαιρότητας, διαπιστώνεται ότι η απαγόρευση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στο γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/29. Η φράση «στο βαθμό που δικαιολογείται από τον ενημερωτικό σκοπό» αναφέρεται αποκλειστικώς και μόνον στην έκταση της χρήσης των προστατευόμενων έργων.
56 Επιπλέον, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 53 και 54 των προτάσεών του, τα μέσα ενημέρωσης έχουν μεν θεμελιώδη λειτουργία σε μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία συνίσταται στην ενημέρωση του κοινού και στην άσκηση ελέγχου στους παράγοντες της δημόσιας ζωής, αλλά συγχρόνως ασκούν κατά κανόνα και οικονομική δραστηριότητα αναγκαία για τη λειτουργία τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απαγόρευση άντλησης άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ή εμπορικού οφέλους από τη χρήση ενός έργου με σκοπό την παρουσίαση της επικαιρότητας θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα της εξαίρεσης ή του περιορισμού που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2001/29. Εξάλλου, η απαγόρευση αυτή, η οποία δεν προσδιορίζεται ούτε περιορίζεται κατ’ άλλον τρόπο, ανατρέπει την ισορροπία μεταξύ των διαφόρων θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία σκοπεί να συμβιβάσει η εξαίρεση που προβλέπεται στη διάταξη αυτή, και συγκεκριμένα μεταξύ, αφενός, της διανοητικής ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και, αφετέρου, της ελευθερίας έκφρασης και της ελευθερίας του Τύπου, οι οποίες προστατεύονται βάσει του άρθρου 11 του Χάρτη.
57 Κατόπιν των ανωτέρω, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία η εξαίρεση ή ο περιορισμός που προβλέπεται στη διάταξη αυτή ισχύει μόνο σε περίπτωση αναπαραγωγής σύντομων αποσπασμάτων προστατευόμενου έργου, αλλά ότι αντιτίθεται στην απαγόρευση άντλησης άμεσου ή έμμεσου εμπορικού ή οικονομικού οφέλους από την εν λόγω αναπαραγωγή.
Επί των δικαστικών εξόδων
58 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας,
έχει την έννοια ότι:
κείμενο το οποίο έχει αναρτηθεί σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και εκφράζει άποψη σχετικά με κοινωνικές πρακτικές που θεωρούνται μη ενδεδειγμένες εμπίπτει στην έννοια του «έργου» κατά τη διάταξη αυτή, εφόσον το εν λόγω κείμενο αποτελεί την έκφραση πνευματικής δημιουργίας η οποία αντανακλά την προσωπικότητα του συντάκτη του.
2) Το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2001/29
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία η εξαίρεση ή ο περιορισμός που προβλέπεται στη διάταξη αυτή ισχύει μόνο σε περίπτωση αναπαραγωγής σύντομων αποσπασμάτων προστατευόμενου έργου, αλλά ότι αντιτίθεται στην απαγόρευση άντλησης άμεσου ή έμμεσου εμπορικού ή οικονομικού οφέλους από την εν λόγω αναπαραγωγή.
