ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο – Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Ελένη Θεοδωρακοπούλου – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Μ. Λ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, για αναίρεση της αποφάσεως 668/2022 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την εταιρία “ΕΥΔΑΠ ΑΕ”, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ψαλίδα.
Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18-12-2022 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η κρινόμενη από 18-12-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 668/2022 απόφασης του Γ’ Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 7-12-2022 και με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου αξίας άνω των 120.000 ευρώ, έχει ασκηθεί, με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21-12-2022, συνταχθείσας της υπ’ αριθ. 405/2022 έκθεσης, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Περιέχει δε ορισμένους και παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Ε’ ΚΠοινΔ (απόλυτη ακυρότητα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 3, 474 , 504 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
2.Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 εδ. α` του άρθρου 375 του προϊσχύσαντος ΠΚ: “Παρ. 1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Παρ. 2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών”, ενώ με το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ: “Παρ. 1. Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. Παρ. 2. Αν η αξία του αντικειμένου στην παράγραφο 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή”.
Συνεπώς, η τελευταία αυτή διάταξη είναι ευμενέστερη της προγενέστερης και εφαρμοστέα κατ` άρθρ. 2 παρ. 1 νέου ΠΚ, καθόσον με αυτήν η υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τιμωρείται όχι όπως πριν σε βαθμό κακουργήματος, αλλά σε βαθμό πλημμελήματος με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή και μόνο αν η αξία του αντικειμένου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή, δηλ. σε βαθμό κακουργήματος . Μάλιστα η ανωτέρω τελευταία διάταξη είναι ευμενέστερη, όχι μόνο γιατί προβλέπει επιεικέστερη ποινή, αλλά και γιατί ενώ πριν το αδίκημα της υπεξαίρεσης διωκόταν αυτεπαγγέλτως, τώρα πλέον διώκεται κατ` έγκληση σύμφωνα με το άρθρ. 381 παρ. 1 νέου ΠΚ (ΑΠ 101/2023, ΑΠ 1287/2022). Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως της υπεξαιρέσεως απαιτείται: (α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι, ολικά ή μερικά, ξένο, υπό την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, (β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, (γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του ή χωρίς να υφίσταται άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της και γι` αυτό σε περίπτωση μη αποδόσεώς τους στον εντολέα διαπράττει υπεξαίρεση (ΑΠ 161/2020). Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ` άρθρ. 719 ΑΚ, εκτελώντας την εντολή (ΑΠ 1291/2017). Προϋπόθεση είναι να ενεργεί ο εντολοδόχος, κατά τη συμφωνία ή της φύση της συναλλαγής, ως άμεσος αντιπρόσωπος του εντολέα (ΑΠ 1175/2013), οπότε ο εντολέας γίνεται κύριος ή δικαιούχος (και συνακόλουθα παθών του αδικήματος της υπεξαίρεσης) των πραγμάτων που αποκτήθηκαν από την εκτέλεση της εντολής, τα οποία μπορεί να είναι και χρήματα (ΑΠ 212/2024).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 379 του Π.Κ., που, μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 14 παρ. 1.3 του ν.2721/1999 (ΦΕΚ Α` 1 12/3.6.1999), ίσχυσαν από 3.6.1999 μέχρι την κατάργησή τους (23-12-2010) με το άρθρο 34 περ. β` του ν. 3904/2010 (ΦΕΚ Α` 218/23.12.2010) οριζόταν ότι “1.Το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος. 2. Ο υπαίτιος της πράξης της υπεξαίρεσης εφόσον η πράξη αυτή δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα με τη θέλησή του, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την καταβολή του κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαριστεί και δηλώσει τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του”. Στη συνέχεια, μετά την κατά τα άνω κατάργηση των προαναφερθέντων διατάξεων του άρθρου αυτού, (379 ΠΚ), με το άρθρο 6 του ίδιου ως άνω νόμου 3904/2010, αντικαταστάθηκε το άρθρο 384 του προϊσχύσαντος Π.Κ. και με την παράγραφο 1 αυτού οριζόταν ότι “Το αξιόποινο των εγκλημάτων των άρθρων 372 – 374, 375 – 377, 381 και 382 εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές αποδώσει χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα…” Και το άρθρο αυτό καταργήθηκε μεταγενέστερα, δυνάμει των άρθρων 460 και 461 του νέου Π.Κ., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.4619/2019 (ΦΕΚ Α` 95/1 1.6.2019) και ισχύει από 1.7.2019, η περίπτωση δε αυτή ρυθμίσθηκε με το άρθρο 381 παρ. 2, 3 και 4 του νέου Π.Κ. (ΑΠ 1380/2020). Ειδικότερα , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 2 ΠΚ ”Το αξιόποινο των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν από την πρώτη εξέτασή του ως υπόπτου ή κατηγορούμενου για την πράξη, αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος….” Για την εφαρμογή της προαναφερθείσας παραγράφου απαιτείται : α) τέλεση από το δράστη μιας από τις αναφερόμενες σ` αυτό πράξεις κάθε μορφής, β) απόδοση του πράγματος ή εντελής ικανοποίηση του ζημιωθέντος, γ) η απόδοση ή ικανοποίηση να έγινε με τη θέληση του δράστη και πριν εξετασθεί οπωσδήποτε για την πράξη του από τις αρχές και δ) η απόδοση του πράγματος ή η ικανοποίηση του δράστη να έγινε χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λπ.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α` και 171 παρ. 1 περ. δ` ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 596/2023, ΑΠ 534/2023, ΑΠ 154/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 1475/2022 ΑΠ 501/2020).
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 753/2023, ΑΠ 1568/2022).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008, ΑΠ 753/2023, ΑΠ 1662/2022).
3.Στην προκειμένη περίπτωση το Γ’ Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων όπως προσδιορίζονται κατ` είδος, με την ως άνω ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ” Ο κατηγορούμενος διατηρούσε το με αριθμό … πρακτορείο ”ΠΡΟΠΟ” στο …, επί της οδού … Δυνάμει της από 29-11-2007 σύμβασης μίσθωσης έργου, που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ του ίδιου εργολάβου, και της εγκαλούσας εταιρίας ΕΥΔΑΠ ΑΕ, ως εργοδότη, η τελευταία του ανέθεσε και αυτός ανέλαβε την είσπραξη και εξόφληση λογαριασμών κατανάλωσης ύδατος των υδροληπτών της γύρωθεν του πρακτορείου του περιοχής, οι οποίοι προσέρχονταν στο πρακτορείο του για το σκοπό αυτό, αντί αμοιβής ανερχόμενης σε 0,60 ευρώ για κάθε εξοφλούμενο λογαριασμό. Με σχετικό όρο της ως άνω μεταξύ τους σύμβασης, ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να αποδίδει στην ΕΥΔΑΠ ΑΕ και συγκεκριμένα στο κατάστημά της επί της οδού … ή με κατάθεση στους αναφερόμενους στη σύμβαση τραπεζικούς λογαριασμούς της, το αντίτιμο των εξοφληθέντων στο πρακτορείο του λογαριασμών: α) κάθε τρίτη εργάσιμη ημέρα, β) την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής, εφόσον είχαν εισπραχθεί λογαριασμοί κατά την ημέρα ή την προηγούμενη της λήξης της προθεσμίας πληρωμής τους και γ) την επομένη εργάσιμη ημέρα, εφόσον οι εισπράξεις υπερέβαιναν το ποσό των 1.500 ευρώ. Ωστόσο, κατά τη λειτουργία της σύμβασης αυτής, η εγκαλούσα, μετά από διαμαρτυρίες καταναλωτών – πελατών της για υπερχρεώσεις των λογαριασμών τους με την προσθήκη προηγούμενων ανεξόφλητων λογαριασμών, διαπίστωσε ότι οι προηγούμενοι αυτοί λογαριασμοί είχαν εξοφληθεί στο πρακτορείο του κατηγορουμένου. Ακολούθησε έρευνα κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος, αν και εισέπραξε για λογαριασμό της εγκαλούσας από καταναλωτές – πελάτες της, μέχρι τις 4-10-2008, το συνολικό ποσό των 129.777,10 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο συνολικό αντίτιμο χιλίων εξακοσίων εξήντα επτά (1667) λογαριασμών υδρεύσεως καταναλωτών, εντούτοις, δεν το απέδωσε στην εγκαλούσα, όπως όφειλε, αλλά το παρακράτησε χωρίς δικαίωμα και το ενσωμάτωσε στην ατομική του περιουσία, ιδιοποιούμενος αυτό παρανόμως. Για τη συμπεριφορά του αυτή η εγκαλούσα διαμαρτυρήθηκε με την από 4-10-2008 εξώδικη δήλωση που επιδόθηκε σ’ αυτόν στις 6-10-2008, με την οποία τον κάλεσε συγχρόνως να απέχει από την είσπραξη οποιουδήποτε λογαριασμού πελάτη της και να της καταβάλει εντός προθεσμίας 10 ημερών από τη λήψη της εξωδίκου, τα εισπραχθέντα για λογαριασμό της ποσά, πλην, όμως, χωρίς αποτέλεσμα, εξωτερικεύοντας έκτοτε ο κατηγορούμενος τη βούληση του να ιδιοποιηθεί το παραπάνω ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 129.777,10 ευρώ. Από το πιο πάνω ποσό ο κατηγορούμενος επέστρεψε τον Ιανουάριο του 2012, πριν την απολογία του στον Ανακριτή (17-2-2012), το ποσό των 20.000 ευρώ. Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος της πράξης του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ, όπως ισχύει από 1-7-2019”.
Ακολούθως το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και του επέβαλε, με την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2δ του ΠΚ, για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το κάτωθι διατακτικό:
” ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο με πρόθεση ενεργώντας, τέλεσε έγκλημα που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και συγκεκριμένα στο …, στις 16 Οκτωβρίου 2008, από πρόθεση ενεργώντας, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή του, με οποιονδήποτε τρόπο, το δε συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, διατηρώντας το υπ’ … πρακτορείο ΠΡΟΠΟ επί της οδού … στο …, κατόπιν συμφωνίας του με την εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία “ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ (ΕΥΔΑΠ ΑΕ) και υπογραφής του από 29-11-2007 συμβάσεως μισθώσεως έργου μεταξύ τους, ανέλαβε την είσπραξη και εξόφληση, επ’ ονόματι και για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας, των λογαριασμών κατανάλωσης ύδατος των υδροληπτών της γύρωθεν περιοχής, οι οποίοι προέρχονταν με δική τους πρωτοβουλία στο κατάστημα του, καθώς και την υποχρέωση να καταθέτει τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά που εισέπραττε για λογαριασμό της εγκαλούσας, όπως ειδικότερα προβλεπόταν στον όρο 4 της μεταξύ τους σύμβασης, χωρίς ωστόσο, αν και είχε εισπράξει λογαριασμούς πελατών της εγκαλούσας, ήτοι συνολικά χίλιους εξακόσιους εξήντα επτά (1.667) λογαριασμούς υδρεύσεως καταναλωτών, αξίας 129.777.10 ευρώ. συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων που οι αντίστοιχοι λογαριασμοί έφεραν και οι οποίοι λογαριασμοί αναφέρονται αναλυτικώς στην από 14-6-2010 έγκληση της εγκαλούσας, καθώς και στην από 18-1-2011 και με αρ. κατάθεσης 8488/449.2011 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος του, να της αποδώσει το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, το οποίο αντίθετα παρακράτησε χωρίς δικαίωμα και το ενσωμάτωσε στην ατομική του περιουσία, ιδιοποιούμενος αυτό παράνομα. Τη βούληση του δε αυτή περί παράνομης ιδιοποίησης, εξωτερίκευσε στις 16 Οκτωβρίου 2008, οπότε παρήλθε άπρακτη η δεκαήμερη προθεσμία που του τάχθηκε με το από 4-10-2008 εξώδικο της εγκαλούσας, το οποίο του επιδόθηκε με την υπ’ αριθμό …-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Δ. Α. Α., για την επιστροφή κάθε ποσού – προϊόντος της υπεξαίρεσης. Το δε προϊόν της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των 120.000 Ευρώ, ανερχόμενο στο ποσό των 129.77,7,10 Ευρώ”.Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ’ αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαίρεσης για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν, τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, ενόψει και των οριζομένων στη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 2 του νέου Π.Κ. Οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, αφού σ’ αυτό δεν διαλαμβάνονται επί πλέον σκέψεις και παραδοχές, ώστε να αλληλοσυμπληρώνεται η αιτιολογία της προσβαλλομένης. Ειδικότερα : α) Δεν εκτίθεται παντελώς η θέση του Δικαστηρίου επί του ουσιώδους αρνητικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, περί μη στοιχειοθέτησης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, σε βαθμό κακουργήματος, λόγω ελλείψεως του αναγκαίου ποσοτικού κριτηρίου, ήτοι της αξίας του αντικειμένου της υπεξαίρεσης, άνω των 120.000 ευρώ, αφού κατά τους σαφείς ισχυρισμούς του (σελ. 5-7 των πρακτικών της προσβαλλομένης) από το αρχικά υπεξαιρεθέν ποσό των 129.777,10 ευρώ είχε επιστρέψει, ήδη από τον Ιανουάριο έτους 2012, το ποσό των 20.000 ευρώ στην εγκαλούσα ΕΥΔΑΠ, με την οποία είχε συνάψει την από 29-11-2007 σύμβαση μίσθωσης έργου, κατά τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης. Μετά ταύτα όφειλε το ποσό των 106.139,10 ευρώ, στοιχείο που καθιστούσε την πράξη του πλημμέλημα. Το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό, που προτάθηκε και αναπτύχθηκε στο ακροατήριο, καταχωρήσθηκε δε και στα πρακτικά της δίκης, καίτοι όφειλε να απαντήσει, λόγω και του τεκμηρίου αθωότητας, β) Το Δικαστήριο δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραγραφής του αδικήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό πλημμελήματος, που διατυπώθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (σελ. 7 των πρακτικών της προσβαλλομένης), λόγος για τον οποίο ζήτησε να παύσει οριστικά η εναντίον του ποινική δίωξη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 3, 112 και 113 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η πράξη τελέσθηκε στις 16-10-2008, κατά δε την εκδίκαση της υπόθεσης, την 1-4-2022, είχε παρέλθει η οκταετής προθεσμία παραγραφής των πλημμελημάτων και γ) η προσβαλλόμενη απόφαση, καίτοι δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων επέστρεψε στην εγκαλούσα το ποσό των 20.000 ευρώ, τον Ιανουάριο του έτους 2012, δηλαδή πριν την απολογία του στον Ανακριτή, που έλαβε χώρα στις 17-2-2012, στη συνέχεια τον καταδίκασε για κακουργηματική υπεξαίρεση, ποσού 129.777,10 ευρώ, ήτοι του αρχικώς οφειλομένου ποσού, χωρίς να διαλαμβάνει οποιαδήποτε αιτιολογία στην προσβαλλομένη, για τη μη συνδρομή των όρων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης του άρθρου 381 παρ. 2 του Π.Κ. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, είναι βάσιμοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ , Ε’ και Δ’ (κατ’ εκτίμηση) του Κ.Π.Δ., για απόλυτη ακυρότητα, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (375 παρ. 1 και 2 ΠΚ σε συνδ. με 381 παρ. 2 ΠΚ) και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Αναιρεί την υπ` αριθμ. 668/2022 απόφαση του Γ’ Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
-Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
