Περισσότερες ώρες στη δουλειά, αλλά πολύ χαμηλότερες αμοιβές και παραγωγικότητα: οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα λαμβάνουν 9,3 ευρώ την ώρα, έναντι 24,9 ευρώ στην ΕΕ, με το παραγωγικό μοντέλο, τις περιορισμένες επενδύσεις και την τεχνολογική υστέρηση να διευρύνουν το χάσμα
Ένας υπάλληλος σε λογιστικό γραφείο, μία εργαζόμενη στη ρεσεψιόν ξενοδοχείου και ένας υπάλληλος επιχείρησης χονδρικού εμπορίου αντιπροσωπεύουν τρεις συνηθισμένες θέσεις εργασίας σε κλάδους με σημαντικό αποτύπωμα στην ελληνική οικονομία. Εφόσον εργάζονται οκτώ ώρες ημερησίως στην Ελλάδα, συμπληρώνουν περίπου 256 εργάσιμες ημέρες τον χρόνο.
Ωστόσο, οι πολλές ώρες εργασίας δεν οδηγούν αυτομάτως σε ανάλογη παραγωγή. Το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα διαμορφώνεται περίπου στα 23-24 ευρώ, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξεπερνά τα 50 ευρώ, ανάλογα με τη μέθοδο υπολογισμού.
Το χάσμα είναι ιδιαίτερα μεγάλο και δείχνει ότι το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν βρίσκεται τόσο στον αριθμό των ωρών εργασίας, όσο στην αξία που παράγεται μέσα σε κάθε ώρα. Οι Έλληνες εργάζονται περισσότερο από τους περισσότερους Ευρωπαίους, αλλά η οικονομική αξία που δημιουργούν ανά ώρα παραμένει αισθητά χαμηλότερη.
Σύμφωνα με στοιχεία του 2025 από την πλατφόρμα Greece in Figures, η οποία επεξεργάζεται δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ, της Eurostat και άλλων επίσημων φορέων, οι εργαζόμενοι στους συγκεκριμένους κλάδους στην Ελλάδα απασχολούνται κατά μέσο όρο 2.047,7 ώρες ετησίως.
Περισσότερη δουλειά, μικρότερη αξία ανά ώρα
Οι εργαζόμενοι αυτοί παράγουν περίπου 23 ευρώ ανά ώρα και λαμβάνουν μέση ωριαία αμοιβή 12,1 ευρώ. Εάν εργάζονταν στη Γερμανία, θα συμπλήρωναν κατά μέσο όρο 1.302,7 ώρες τον χρόνο, παράγοντας οικονομική αξία 72,91 ευρώ ανά ώρα, ενώ η αμοιβή τους θα έφτανε τουλάχιστον τα 44,9 ευρώ την ώρα.
Στην Ισπανία, η ετήσια απασχόληση στους ίδιους κλάδους ανέρχεται σε 1.703,8 ώρες, στη Γαλλία σε 1.561,9 ώρες και στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά μέσο όρο σε 1.642,9 ώρες. Έτσι, ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα δουλεύει περίπου 445 ώρες περισσότερο τον χρόνο από έναν εργαζόμενο στη Γερμανία – σχεδόν 56 επιπλέον οκτάωρα.
Η εικόνα αντιστρέφεται πλήρως όταν εξετάζεται η παραγωγή ανά ώρα. Στην Ελλάδα, το ΑΕΠ που αντιστοιχεί σε κάθε ώρα εργασίας είναι περίπου 24,3 ευρώ, έναντι 45,71 ευρώ στην Ισπανία, 65,9 ευρώ στη Γαλλία, 72,91 ευρώ στη Γερμανία και 53,15 ευρώ κατά μέσο όρο στην ΕΕ.
Αντίστοιχη είναι η απόσταση και στις αποδοχές. Η μέση ωριαία αμοιβή στους συγκεκριμένους κλάδους περιορίζεται στα 9,3 ευρώ στην Ελλάδα, όταν φτάνει τα 23,6 ευρώ στην Ισπανία, τα 33,7 ευρώ στη Γαλλία, τα 36,1 ευρώ στη Γερμανία και τα 24,9 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Γιατί η παραγωγικότητα μένει χαμηλά
Η παραγωγικότητα δεν αποτυπώνει πόσο κουράζεται ή πόσο εντατικά εργάζεται κάποιος, αλλά την οικονομική αξία που μπορεί να δημιουργήσει στη διάρκεια του ωραρίου του. Οι επιδόσεις αυτές εξαρτώνται πλέον όλο και λιγότερο αποκλειστικά από τον εργαζόμενο και περισσότερο από τα μέσα, την τεχνολογία και την οργάνωση που διαθέτει.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο εργαζόμενος στην Ελλάδα παραμένει περισσότερες ώρες στη δουλειά, αλλά παράγει μικρότερη αξία μέσα σε καθεμία από αυτές. Όταν μια οικονομία δημιουργεί λιγότερο πλούτο ανά ώρα, περιορίζεται αντίστοιχα και η δυνατότητά της να προσφέρει υψηλότερους μισθούς.
Σύμφωνα με ειδικούς, οι αιτίες εντοπίζονται στον πυρήνα του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου: στο μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, στις περιορισμένες επενδύσεις, στην υστέρηση στην τεχνολογία, στην οργάνωση της εργασίας, στις δεξιότητες, στη δυσκολότερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση και στη μεγάλη παρουσία κλάδων με χαμηλή προστιθέμενη αξία.
Εκπρόσωποι τόσο των εργοδοτικών οργανώσεων όσο και της ΓΣΕΕ αναγνωρίζουν ότι επί σειρά ετών –και ιδιαίτερα μετά τη δεκαετή οικονομική κρίση– η Ελλάδα επένδυσε λιγότερα από όσα απαιτούνταν σε παραγωγικό εξοπλισμό, λογισμικό, έρευνα, ανάπτυξη και νέες τεχνολογίες.
Το επενδυτικό κενό
Παρά την πρόοδο που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια, το επενδυτικό κενό εξακολουθεί να υφίσταται. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές εάν εξεταστεί το μέγεθος των επιχειρήσεων, καθώς η ελληνική οικονομία στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε μικρές και πολύ μικρές μονάδες, οι οποίες εμφανίζουν σημαντική απόσταση παραγωγικότητας από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις.
Καθοριστική θεωρείται και η αξιοποίηση της τεχνολογίας. Ένας εργαζόμενος που διαθέτει σύγχρονα μηχανήματα, αυτοματισμούς, εξειδικευμένο λογισμικό και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να παράγει μέσα σε μία ώρα πολύ μεγαλύτερη αξία από κάποιον που εκτελεί την ίδια εργασία χειροκίνητα. Παρά τη βελτίωση της χώρας στον τομέα της ψηφιοποίησης, οι επιδόσεις παραμένουν άνισες.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει, τέλος, και η ίδια η διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Ο τουρισμός, το εμπόριο, η εστίαση και οι υπόλοιπες υπηρεσίες συνεισφέρουν καθοριστικά στην απασχόληση και στις εξαγωγές, ωστόσο συνήθως παράγουν χαμηλότερη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο.
