ΑΠΟΦΑΣΗ
Günana κατά Βουλγαρίας της 07.07.2026 (προσφ. αριθ. 54549/22)
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων, Τούρκος υπήκοος, συνελήφθη στις 24 Αυγούστου 2019 στη Βουλγαρία ως φερόμενος συνεργός σε υπόθεση διακίνησης ναρκωτικών και κρατήθηκε επί εικοσιτετράωρο σε αστυνομικό τμήμα. Κατά την εισαγωγή του στο κατάστημα προσωρινής κράτησης, οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι διαπίστωσαν και κατέγραψαν σε έντυπο, με σχεδιάγραμμα του ανθρώπινου σώματος, εννέα εκχυμώσεις σε διάφορα σημεία του σώματός του. Ο διευθυντής του καταστήματος διαβίβασε αμελλητί τα έγγραφα στην περιφερειακή εισαγγελία, η οποία όμως δεν προέβη σε καμία ενέργεια. Ο προσφεύγων διατύπωσε τους ισχυρισμούς του περί κακομεταχείρισης κατά την πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση της ποινικής του υπόθεσης, ενάμιση περίπου έτος αργότερα, και μόλις κατόπιν αναφοράς του νέου συνηγόρου του κινήθηκε προκαταρκτική εξέταση, η οποία κατέληξε δις σε άρνηση άσκησης ποινικής δίωξης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρατεταμένη αδράνεια της εισαγγελίας υπονόμευσε εξαρχής την αποτελεσματικότητα της έρευνας, καθιστώντας αδύνατη την ιατροδικαστική διερεύνηση της προέλευσης των κακώσεων, και ότι η προκαταρκτική εξέταση δεν υπήρξε επαρκώς άμεση ούτε ενδελεχής (διαδικαστικό σκέλος). Ως προς το ουσιαστικό σκέλος, τα ίχνη βίας καταγράφηκαν την επομένη της σύλληψης και κατά το πέρας της αστυνομικής κράτησης· συνεπώς, η Κυβέρνηση όφειλε να παράσχει ικανοποιητική και πειστική εξήγηση για την προέλευσή τους, πράγμα που δεν έπραξε. Λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό και τη θέση των εκχυμώσεων, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων υπέστη απάνθρωπη μεταχείριση. Το ΕΔΔΑ, συνεδριάζον ως Τμήμα, διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ και υπό τα δύο σκέλη του και επιδίκασε 7.500 ευρώ για ηθική βλάβη.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Στις 18 Αυγούστου 2019, κατά τη διάρκεια ελέγχου στο τουρκοβουλγαρικό συνοριακό σημείο «Kapitan Andreevo», οι βουλγαρικές τελωνειακές αρχές εντόπισαν 38 δέματα ηρωίνης κρυμμένα στο όχημα Γερμανού υπηκόου, του W.R. Ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του W.R., ο οποίος, ανακρινόμενος, κατονόμασε τον προσφεύγοντα ως συνεργό του. Με πρωτοβουλία των ανακριτικών οργάνων, ο W.R. επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον προσφεύγοντα και, επικαλούμενος αιφνίδιο πρόβλημα υγείας, τον κάλεσε να παραλάβει το όχημά του από το Haskovo. Ο προσφεύγων, ο οποίος βρισκόταν στη Γερμανία, μετέβη αεροπορικώς στο Βουκουρέστι και από εκεί αναχώρησε με ταξί για το Haskovo.
Στις 24 Αυγούστου 2019, περί ώρα 14.00, το ταξί που μετέφερε τον προσφεύγοντα ακινητοποιήθηκε από αστυνομική περίπολο στην είσοδο του Haskovo. Ο προσφεύγων συνελήφθη και οδηγήθηκε στο αστυνομικό τμήμα, όπου κρατήθηκε επί εικοσιτετράωρο. Την ίδια ημέρα, στις 15.00, με τη συνδρομή διερμηνέα, συμπλήρωσε το τυποποιημένο έντυπο δήλωσης κρατουμένου, στο οποίο δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι δεν επιθυμούσε συνήγορο και ότι δεν αντιμετώπιζε ιατρικά προβλήματα, ζήτησε ωστόσο να εξεταστεί από ιατρό. Μεταξύ 15.35 και 15.45 εξετάστηκε από ιατρό, ο οποίος διενήργησε ακρόαση, μέτρηση αρτηριακής πίεσης και σφυγμού και ηλεκτροκαρδιογράφημα, σημειώνοντας ότι ο προσφεύγων δεν διατύπωνε κανένα παράπονο και ότι μπορούσε να κρατηθεί.
Στις 25 Αυγούστου 2019, στις 13.35, παρουσία διερμηνέα και αυτεπαγγέλτως διορισθέντος συνηγόρου, ο προσφεύγων κατηγορήθηκε για συνέργεια σε διακίνηση ναρκωτικών. Από τις 13.50 εισαγγελέας της Περιφερειακής Εισαγγελίας Haskovo παρέτεινε την κράτησή του και διέταξε τη μεταγωγή του στο κατάστημα προσωρινής κράτησης, εν αναμονή της προσαγωγής του ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου για την επιβολή προσωρινής κράτησης. Κατά την πρώτη του ανάκριση, μεταξύ 14.00 και 14.43, ο προσφεύγων αρνήθηκε κάθε εμπλοκή. Μεταξύ 15.30 και 15.40 εξετάστηκε από δεύτερο ιατρό, ο οποίος βεβαίωσε ότι μπορούσε να κρατηθεί.
Στις 15.50 ο προσφεύγων οδηγήθηκε στο κατάστημα προσωρινής κράτησης. Κατά τη σωματική έρευνα, οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι διαπίστωσαν πλείονες εκχυμώσεις στο σώμα του, τις οποίες κατέγραψαν σε έντυπο συνοδευόμενο από σχεδιάγραμμα του ανθρώπινου σώματος, όπου οι θέσεις τους σημειώνονταν με κύκλους. Το έντυπο απαριθμούσε εκχυμώσεις στην πρόσθια επιφάνεια (αριστερός βραχίονας, δεξιά πλευρά των πλευρών, λεκάνη αμφοτερόπλευρα) και στην οπίσθια επιφάνεια (αριστερό αυτί, κρανίο, αυχένας, δεξιός βραχίονας, πλευρά αμφοτερόπλευρα). Σημειωνόταν ότι ο προσφεύγων δεν προσδιόρισε ποιος τον χτύπησε και πότε.
Στις 26 Αυγούστου 2019, δυνάμει απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Δικαιοσύνης, ο διευθυντής του καταστήματος απέστειλε στην περιφερειακή εισαγγελία επιστολή με την οποία επισήμαινε τις κακώσεις, επισυνάπτοντας το έντυπο και το σχεδιάγραμμα. Η επιστολή παρελήφθη στις 27 Αυγούστου 2019. Η περιφερειακή εισαγγελία δεν προέβη σε καμία ενέργεια.
Στις 28 Αυγούστου 2019 ο προσφεύγων τέθηκε σε προσωρινή κράτηση με απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Haskovo. Κατά την πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση της ποινικής υπόθεσης, στις 26 Φεβρουαρίου 2021, εκπροσωπούμενος πλέον για πρώτη φορά από συνήγορο της επιλογής του, τον Me Ibriyamov, ο προσφεύγων κατήγγειλε ότι στις 24 Αυγούστου 2019 είχε ξυλοκοπηθεί από αστυνομικούς, μεταξύ άλλων και με ηλεκτρική αστυνομική ράβδο (matraque électrique / electric baton). Ο παριστάμενος εισαγγελέας παραδέχθηκε ότι κατά την εισαγωγή του προσφεύγοντος στο κατάστημα κράτησης είχαν διαπιστωθεί ίχνη βίας στο σώμα του και προσκόμισε τα σχετικά έγγραφα, παρατηρώντας ότι ο προσφεύγων δεν είχε εξηγήσει πώς προκλήθηκαν οι κακώσεις.
Στις 19 Μαρτίου 2021 ο συνήγορος ζήτησε από τη Γενική Εισαγγελία να ασκήσει τις εξουσίες εποπτείας της και να διαταχθεί η διενέργεια έρευνας. Στις 28 Απριλίου 2021 η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Haskovo κίνησε προκαταρκτική εξέταση (предварителна проверка), η οποία στις 11 Μαΐου 2021 ανατέθηκε σε αστυνομικό επιθεωρητή του ιδίου αστυνομικού τμήματος όπου υπηρετούσαν οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί. Οι δύο αστυνομικοί που τον συνέλαβαν κατέθεσαν εγγράφως ότι δεν είχε ασκηθεί σωματική βία, ενώ η διερμηνέας δήλωσε ότι δεν είχε καμία ανάμνηση της υπόθεσης, προσθέτοντας πάντως ότι δεν είχε γίνει μάρτυρας αστυνομικής βίας κατά την άσκηση των καθηκόντων της ως διερμηνέως. Στην κατάθεσή του ο προσφεύγων εξέθεσε ότι είχε ξυλοκοπηθεί από τέσσερις άνδρες και μία γυναίκα με πολιτική περιβολή, σε δωμάτιο του πρώτου ορόφου του αστυνομικού τμήματος, επί περίπου πενήντα λεπτά, ότι είχε δεχθεί γροθιές, κλωτσιές και ηλεκτροσόκ, ότι ο αστυνομικός που τον υπέβαλε σε ηλεκτροσόκ είχε καταθέσει στη δίκη του και ότι μπορούσε να αναγνωρίσει τους υπόλοιπους. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι ο ιατρός στον οποίο οδηγήθηκε δεν τον εξέτασε, αλλά παρέδωσε στους αστυνομικούς προεκτυπωμένα έγγραφα.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 2021 η εισαγγελία αρνήθηκε την άσκηση δίωξης. Στις 11 Νοεμβρίου 2021 η ανώτερη εισαγγελία ακύρωσε την άρνηση, διέταξε συμπληρωματική έρευνα με διορισμό ιατροδικαστή και επισήμανε ότι, χάριν αμεροληψίας, η έρευνα έπρεπε να ανατεθεί όχι στην αστυνομία του Haskovo αλλά στη Διεύθυνση Εσωτερικής Ασφάλειας του Υπουργείου Εσωτερικών. Ο ιατροδικαστής, εξετάζοντας τα έγγραφα, κατέληξε ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επέτρεπαν να απαντηθούν τα τεθέντα ερωτήματα, καθώς το έντυπο δεν περιείχε ιατρικές παρατηρήσεις ούτε είχε υπογραφεί από ιατρό, το δε σχεδιάγραμμα δεν περιέγραφε τις εκχυμώσεις. Στις 21 Μαρτίου 2022 η εισαγγελία αρνήθηκε εκ νέου την άσκηση δίωξης. Η άρνηση επικυρώθηκε στις 6 Ιουνίου 2022 από την Περιφερειακή Εισαγγελία Haskovo και στις 19 Ιουλίου 2022 από την Εισαγγελία παρά το Εφετείο Plovdiv. Οι εισαγγελικές αρχές έκριναν ότι, ελλείψει αξιόπιστων και νομοτύπως εκδοθέντων ιατρικών εγγράφων, δεν μπορούσαν να καθοριστούν η προέλευση και ο χρόνος εμφάνισης των εκχυμώσεων, ενώ θεώρησαν την προκαταρκτική εξέταση ανεξάρτητη και εξαντλητική.
Στο μεταξύ, με απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2021, ο προσφεύγων καταδικάστηκε σε 13 ετών κάθειρξη, πλην όμως στις 23 Ιουνίου 2022 το Εφετείο Plovdiv τον αθώωσε, με την αθώωση να επικυρώνεται από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο στις 2 Μαρτίου 2023. Κατόπιν της αθώωσής του, ο προσφεύγων άσκησε αγωγή αποζημίωσης κατά της εισαγγελίας για παράνομη ποινική δίωξη. Το Πρωτοδικείο Σόφιας του επιδίκασε, στις 19 Ιουνίου 2024, 150.000 βουλγαρικά λέβα (περίπου 76.694 ευρώ), ποσό το οποίο το Εφετείο Σόφιας μείωσε, στις 30 Απριλίου 2025, σε 90.000 λέβα (περίπου 46.016 ευρώ). Τον Απρίλιο του 2026 εκκρεμούσε αναίρεση ενώπιον του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου. Η αγωγή αυτή αφορούσε την παράνομη ποινική δίωξη και όχι ειδικώς την προβαλλόμενη κακομεταχείριση.
Ο προσφεύγων υπέβαλε την προσφυγή στο ΕΔΔΑ στις 18 Νοεμβρίου 2022, επικαλούμενος παραβίαση των άρθρων 3 και 13 ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο εξέτασε τις αιτιάσεις αποκλειστικά υπό το άρθρο 3, στο πλαίσιο του ουσιαστικού και του διαδικαστικού του σκέλους. Το ΕΔΔΑ, συνεδριάζον ως επταμελές Τμήμα του Τρίτου Τμήματος (Third Section), διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 3 και υπό τα δύο σκέλη του.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 3 ΕΣΔΑ. Απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Κακομεταχείριση κατά την κράτηση και αναποτελεσματική έρευνα. Παραβίαση (διαδικαστικό και ουσιαστικό σκέλος)
Προκαταρκτικά, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αιτιάσεις έπρεπε να εξεταστούν αποκλειστικά υπό το πρίσμα του άρθρου 3, υπό το ουσιαστικό και το διαδικαστικό του σκέλος (Pedev κατά Βουλγαρίας, αριθ. 27165/21, §§ 48-49, 27.05.2025).
Παραδεκτό: Η Κυβέρνηση προέβαλε τέσσερις ενστάσεις, ήτοι έλλειψη ιδιότητας θύματος, ασυμβατότητα ratione loci (απουσία αποδείξεων ότι η κακομεταχείριση έλαβε χώρα σε βουλγαρικό έδαφος), μη εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων και πρόδηλη αβασιμότητα της προσφυγής.
Το Δικαστήριο εξέτασε κατά προτεραιότητα την ένσταση περί μη εξάντλησης. Υπενθυμίζοντας τις αρχές των αποφάσεων Vučković κ.α. κατά Σερβίας [GC] και Communauté genevoise d’action syndicale (CGAS) κατά Ελβετίας [GC], κατά τις οποίες ο προσφεύγων οφείλει να κάνει κανονική χρήση των διαθέσιμων και επαρκών ενδίκων μέσων, χωρίς να υποχρεούται να προσφύγει σε μέσα μη πρόσφορα ή μη αποτελεσματικά, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, κατά το βουλγαρικό δίκαιο, το κατά κανόνα διαθέσιμο ένδικο μέσο σε περίπτωση ισχυρισμών αστυνομικής βίας είναι η καταγγελία στην εισαγγελία (Assenov κ.α. κατά Βουλγαρίας). Ο προσφεύγων άσκησε τέτοια καταγγελία στις 19 Μαρτίου 2021 και προσέβαλε όλες τις διαδοχικές αρνήσεις των εισαγγελέων. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε κάνει χρήση του κανονικώς διαθέσιμου και αποτελεσματικού μέσου και ότι δεν μπορούσε να του προσαφθεί η μη χρήση των λοιπών, αλυσιτελών εν προκειμένω, μέσων που πρότεινε η Κυβέρνηση. Απέρριψε συνεπώς την ένσταση.
Ως προς τις υπόλοιπες τρεις ενστάσεις, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι όλες συνίσταντο, κατ’ ουσίαν, στην αμφισβήτηση των ισχυρισμών του προσφεύγοντος για έλλειψη επαρκών αποδείξεων και, ως εκ τούτου, συνδέονταν στενά με την ουσία της αιτίασης υπό το διαδικαστικό σκέλος του άρθρου 3. Τις συνένωσε επομένως με την ουσία και κήρυξε την προσφυγή παραδεκτή. Μετά την εξέταση της ουσίας του διαδικαστικού σκέλους, τις απέρριψε ρητώς (§ 74 και σημείο 2 του διατακτικού).
Επί της ουσίας. Διαδικαστικό σκέλος (εξετασθέν κατά προτεραιότητα): Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις πάγιες αρχές: όταν ένα άτομο προβάλλει βάσιμο ισχυρισμό ότι υπέστη, εκ μέρους της αστυνομίας, σοβαρή κακομεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3, η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, επιβάλλει τη διενέργεια αποτελεσματικής επίσημης έρευνας (effective official investigation) ικανής να οδηγήσει στην ταυτοποίηση και, κατά περίπτωση, στην τιμωρία των υπευθύνων (Assenov κ.α., Giuliani και Gaggio κατά Ιταλίας [GC]). Ουσιώδης πτυχή της αποτελεσματικότητας είναι η αμεσότητα (promptness): οι αρχές οφείλουν να κινούν έρευνα μόλις υπάρξουν επαρκώς σαφείς ενδείξεις κακομεταχείρισης, ακόμη και ελλείψει τυπικής καταγγελίας (Μέλη της Κοινότητας των Μαρτύρων του Ιεχωβά της Gldani κ.α. κατά Γεωργίας), και να επιδεικνύουν ταχύτητα στη διενέργεια των ανακριτικών πράξεων (Bouyid κατά Βελγίου [GC], Labita κατά Ιταλίας [GC]). Η έρευνα πρέπει περαιτέρω να είναι ενδελεχής (thorough), με καλόπιστη διαπίστωση των περιστάσεων και διαφύλαξη και συλλογή των αναγκαίων αποδείξεων (Zelilof κατά Ελλάδος, Boicenco κατά Μολδαβίας), το δε θύμα πρέπει να δύναται να μετέχει αποτελεσματικά (Dedovski κ.α. κατά Ρωσίας, Denis Vassiliev κατά Ρωσίας).
Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος επιρρωννύονταν από το έντυπο και το σχεδιάγραμμα που συντάχθηκαν κατά την εισαγωγή του στο κατάστημα κράτησης, τα οποία, μολονότι μη συνταχθέντα από ιατρό, ανέφεραν σαφώς εννέα εκχυμώσεις. Δεδομένου ότι η διαπίστωση έγινε αφού ο προσφεύγων είχε παραμείνει άνω των 24 ωρών υπό τον έλεγχο της αστυνομίας, τα στοιχεία αυτά ήταν επαρκή για να γεννήσουν τουλάχιστον εύλογες υπόνοιες κακομεταχείρισης, οι οποίες απαιτούσαν έρευνα σύμφωνη προς το άρθρο 3 (El-Masri κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας [GC]).
Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, μολονότι η επισήμανση του καταστήματος κράτησης περιήλθε στην περιφερειακή εισαγγελία στις 27 Αυγούστου 2019, οι εισαγγελείς δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια για τη διαλεύκανση των γεγονότων. Ως προς την καθυστέρηση του προσφεύγοντος να καταγγείλει τα γεγονότα, το Δικαστήριο έκρινε την εξήγησή του πρόσφορη (κράτηση σε ξένη χώρα, βαριά κατηγορία, άγνοια της γλώσσας, αυτεπαγγέλτως διορισθείς συνήγορος που δεν ομιλούσε τουρκικά, επικοινωνία μόνο μέσω διερμηνέα) και υπογράμμισε ότι, εν πάση περιπτώσει, οι αρχές όφειλαν να είχαν κινήσει επίσημη έρευνα ήδη από την παραλαβή της επισήμανσης, χωρίς να απαιτείται τυπική καταγγελία.
Κρίσιμη υπήρξε η διαπίστωση ότι η παθητική στάση της εισαγγελίας επί παρατεταμένο διάστημα (27 Αυγούστου 2019 έως 28 Απριλίου 2021) υπονόμευσε εξαρχής την αποτελεσματικότητα της μεταγενέστερης προκαταρκτικής εξέτασης. Επειδή οι εκχυμώσεις είχαν προ πολλού εξαφανιστεί, ο ιατροδικαστής μπορούσε μόνον να συμβουλευθεί το έντυπο και το σχεδιάγραμμα, τα οποία ανέφεραν τον αριθμό, το είδος και τη θέση των κακώσεων, όχι όμως το σχήμα, τις διαστάσεις και το χρώμα τους, καθιστώντας αδύνατη κάθε γνωμοδότηση περί του μηχανισμού πρόκλησης ή της παλαιότητάς τους. Η έλλειψη αμεσότητας έβλαψε επίσης την ποιότητα των καταθέσεων, όπως κατέδειξε η αδυναμία της διερμηνέως να ανακαλέσει οτιδήποτε. Τέλος, τα ανακριτικά όργανα περιορίστηκαν κατ’ ουσίαν στη συλλογή εγγράφων και καταθέσεων, χωρίς να επιχειρήσουν να επαληθεύσουν την εκδοχή του προσφεύγοντος, παραδείγματος χάριν ταυτοποιώντας και εξετάζοντας τους λοιπούς αστυνομικούς που ήταν παρόντες στο τμήμα.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προκαταρκτική εξέταση δεν υπήρξε επαρκώς άμεση και ενδελεχής και, ως εκ τούτου, στερούνταν της απαιτούμενης αποτελεσματικότητας, διαπιστώνοντας παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 3. Στο ίδιο σημείο απέρριψε και τις τρεις ενστάσεις απαραδέκτου που είχαν συνενωθεί με την ουσία.
Επί της ουσίας. Ουσιαστικό σκέλος: Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι οι ισχυρισμοί κακομεταχείρισης πρέπει να αποδεικνύονται «πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας», απόδειξη που μπορεί ωστόσο να προκύψει από δέσμη επαρκώς σοβαρών, σαφών και συγκλινουσών ενδείξεων ή μη ανατραπέντων τεκμηρίων. Όταν τα κρίσιμα γεγονότα είναι γνωστά εξ ολοκλήρου ή κατά μέγα μέρος μόνο στις αρχές, όπως στην περίπτωση προσώπων υπό κράτηση, κάθε κάκωση επελθούσα κατά το διάστημα αυτό γεννά ισχυρά πραγματικά τεκμήρια και μετακυλίει το βάρος απόδειξης στην Κυβέρνηση, η οποία οφείλει να παράσχει ικανοποιητική και πειστική εξήγηση (Bouyid [GC]).
Δεδομένου ότι τα ίχνη βίας διαπιστώθηκαν την επομένη της σύλληψης και κατά το πέρας της αστυνομικής κράτησης, το βάρος εξήγησης της προέλευσής τους βάρυνε την Κυβέρνηση. Έχοντας ήδη διαπιστώσει ότι η έρευνα δεν υπήρξε επαρκώς ταχεία και αποτελεσματική και δεν κατέστησε δυνατή τη διαπίστωση της προέλευσης των πολλαπλών εκχυμώσεων, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Κυβέρνηση δεν παρέσχε ικανοποιητική και πειστική εξήγηση ούτε προσκόμισε στοιχεία ικανά να κλονίσουν την εκδοχή του προσφεύγοντος (πρβλ., mutatis mutandis, El-Asmar κατά Δανίας, Dokukiny κατά Ρωσίας). Λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό και τη θέση των εκχυμώσεων, έκρινε ότι ο προσφεύγων υπέστη απάνθρωπη μεταχείριση, κατά παράβαση του ουσιαστικού σκέλους του άρθρου 3.
Απόφαση: Παραβίαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ υπό το διαδικαστικό του σκέλος (ομόφωνα). Παραβίαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ υπό το ουσιαστικό του σκέλος (ομόφωνα). Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41, επιδίκαση 7.500 ευρώ για ηθική βλάβη, πλέον παντός επιβαρύνοντος φόρου. Ουδεμία επιδίκαση για δικαστικά έξοδα, ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η παθητική στάση της εισαγγελίας επί τόσο παρατεταμένο χρονικό διάστημα, μεταξύ της 27ης Αυγούστου 2019 και της 28ης Απριλίου 2021, είχε ως αποτέλεσμα να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα της μεταγενέστερης προκαταρκτικής εξέτασης ήδη από την έναρξή της. Ειδικότερα, δεδομένου ότι οι εκχυμώσεις που παρατηρήθηκαν στις 25 Αυγούστου 2019 είχαν προ πολλού εξαφανιστεί, ο ιατροδικαστής στον οποίο ανατέθηκε να γνωμοδοτήσει επί του μηχανισμού πρόκλησής τους δεν μπορούσε παρά να συμβουλευθεί τα έγγραφα της δικογραφίας, κατ’ ουσίαν το έντυπο και το σχεδιάγραμμα του ανθρώπινου σώματος. Τα δύο αυτά έγγραφα ανέφεραν τον αριθμό, το είδος και τη θέση των κακώσεων, αλλά δεν περιείχαν καμία ένδειξη ως προς το σχήμα, τις διαστάσεις και το χρώμα τους αντιστοίχως. Ούτως, ήταν αδύνατο για τον πραγματογνώμονα να διατυπώσει οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς τον μηχανισμό πρόκλησης ή την παλαιότητά τους, όπως ο ίδιος εξήγησε στην έκθεσή του» (παρ. 70).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η αυτεπάγγελτη υποχρέωση έρευνας ενεργοποιείται από αντικειμενικές ενδείξεις, ανεξαρτήτως καταγγελίας. Η απόφαση επιβεβαιώνει με ευκρίνεια ότι η διαδικαστική υποχρέωση του άρθρου 3 δεν εξαρτάται από την υποβολή τυπικής καταγγελίας εκ μέρους του θύματος. Η αυτεπάγγελτη διαβίβαση, από τον διευθυντή του καταστήματος κράτησης προς την εισαγγελία, εντύπου που κατέγραφε εννέα εκχυμώσεις σε πρόσωπο που μόλις είχε εξέλθει από εικοσιτετράωρη αστυνομική κράτηση, σε συνδυασμό με το χρονικό πλαίσιο της κράτησης, αρκούσε για να γεννήσει «εύλογες υπόνοιες» (plausible suspicions) κακομεταχείρισης και να ενεργοποιήσει την υποχρέωση έρευνας. Η μετέπειτα καθυστέρηση του προσφεύγοντος να καταγγείλει τα γεγονότα δεν αναιρεί την υποχρέωση αυτή ούτε δικαιολογεί την κρατική αδράνεια.
Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αδράνειας και αναποτελεσματικότητας. Η σημασία της απόφασης έγκειται στο ότι το Δικαστήριο δεν αρκέστηκε στη διαπίστωση της καθυστέρησης ως αφηρημένου ελαττώματος, αλλά κατέδειξε τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο η παρατεταμένη αδράνεια υπονόμευσε ουσιωδώς την αποδεικτική βάση της έρευνας. Η εξαφάνιση των εκχυμώσεων, η αδυναμία της διερμηνέως να ανακαλέσει τα γεγονότα και η αδυναμία του ιατροδικαστή να γνωμοδοτήσει για τον μηχανισμό και την παλαιότητα των κακώσεων ήταν συγκεκριμένες συνέπειες της καθυστέρησης, όπως τις αποτίμησε το Δικαστήριο. Η ανάλυση αυτή προσδίδει στην απαίτηση αμεσότητας ουσιαστικό και όχι απλώς τυπικό περιεχόμενο.
Η αλληλεπίδραση διαδικαστικού και ουσιαστικού σκέλους ως προς το βάρος απόδειξης. Η απόφαση εφαρμόζει την αρχή ότι, όταν ίχνη βίας διαπιστώνονται κατά το πέρας της αστυνομικής κράτησης, η Κυβέρνηση οφείλει να παράσχει ικανοποιητική και πειστική εξήγηση. Η προηγηθείσα διαπίστωση αναποτελεσματικής έρευνας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ουσιαστική παραβίαση του άρθρου 3. Εν προκειμένω, όμως, συνδυάστηκε με την καταγραφή πολλαπλών εκχυμώσεων, το χρονικό πλαίσιο της κράτησης και την απουσία αποδεικτικών στοιχείων ικανών να κλονίσουν την εκδοχή του προσφεύγοντος (§§ 77-80).
Η επιλογή του χαρακτηρισμού ως «απάνθρωπης μεταχείρισης». Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό και τη θέση των εννέα εκχυμώσεων, κατέληξε στον χαρακτηρισμό της μεταχείρισης ως απάνθρωπης. Η ειδικότερη αναφορά σε κακώσεις στο κρανίο, στον αυχένα και στο αυτί προκύπτει από την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών (§ 14), ενώ η νομική υπαγωγή της § 80 περιορίζεται συνοπτικά στον αριθμό και στη θέση των εκχυμώσεων. Η απόφαση δεν αναπτύσσει χωριστή ανάλυση του ελάχιστου ορίου σοβαρότητας ούτε εξηγεί αναλυτικά γιατί επιλέγεται ο χαρακτηρισμός «απάνθρωπη» αντί «εξευτελιστική μεταχείριση», πάντως δεν διαπιστώνει βασανιστήριο.
Η ένσταση ratione loci και η συνένωσή της με την ουσία. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν πειστικά στοιχεία ότι η κακομεταχείριση έλαβε χώρα σε βουλγαρικό έδαφος, δεδομένης της άφιξης του προσφεύγοντος από το εξωτερικό. Το Δικαστήριο δεν ανέπτυξε αυτοτελή ανάλυση δικαιοδοσίας. Έκρινε ότι η ένσταση, όπως και οι ενστάσεις περί έλλειψης ιδιότητας θύματος και πρόδηλης αβασιμότητας, αμφισβητούσε κατ’ ουσίαν την επάρκεια των αποδείξεων, τη συνέδεσε με το διαδικαστικό σκέλος και την απέρριψε μετά την εξέταση της ουσίας (§§ 51 και 74).
Η φύση της απόφασης ως Τμήματος επί πάγιας νομολογίας. Πρόκειται για πραγματολογικά ευαίσθητη εφαρμογή του παγιωμένου πλαισίου Assenov/Bouyid σε αλλοδαπό κρατούμενο με γλωσσικές δυσχέρειες. Η αξία της δεν είναι η εισαγωγή νέας αρχής, αλλά η συγκεκριμένη εφαρμογή των διαδικαστικών εγγυήσεων του άρθρου 3.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η απόφαση Günana κατά Βουλγαρίας, αν και εντάσσεται σε παγιωμένη νομολογιακή γραμμή, αποτυπώνει με σαφήνεια τη σχέση μεταξύ των δύο σκελών του άρθρου 3. Η διαδικαστική αδράνεια δεν «μετουσιώνεται» καθ’ εαυτήν σε ουσιαστική ευθύνη, μειώνει όμως, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τη δυνατότητα του κράτους να ανατρέψει τα ισχυρά πραγματικά τεκμήρια που γεννά η καταγραφή κακώσεων κατά το πέρας της κράτησης. Ισχυρό σημείο της απόφασης είναι η συγκεκριμενοποιημένη ανάλυση των αποδεικτικών συνεπειών της καθυστέρησης. Πιο αδύναμη είναι η εξαιρετικά σύντομη αιτιολογία του χαρακτηρισμού ως «απάνθρωπης μεταχείρισης» και η απουσία ρητής αξιολόγησης, από το ίδιο το Δικαστήριο, της ανεξαρτησίας της αρχικής έρευνας, της συμμετοχής του θύματος και των διεθνών προτύπων ιατροδικαστικής τεκμηρίωσης.
Η αμεσότητα ως ουσιαστική, όχι τυπική, εγγύηση. Η νομολογία του Δικαστηρίου αντιμετωπίζει σταθερά την αμεσότητα ως πυρήνα της αποτελεσματικότητας της έρευνας (Bouyid, Labita, Μέλη της Κοινότητας των Μαρτύρων του Ιεχωβά της Gldani). Η Günana δεν θεσπίζει αυστηρότερο ή νέο κριτήριο, αλλά εφαρμόζει το υφιστάμενο κριτήριο με ιδιαίτερα συγκεκριμένο τρόπο: η παρέλευση του χρόνου είχε ως αποτέλεσμα να έχουν εξαφανιστεί οι εκχυμώσεις πριν από την ιατροδικαστική αξιολόγηση, να μην μπορεί η διερμηνέας να ανακαλέσει την υπόθεση και να αδυνατεί ο πραγματογνώμονας να συναγάγει συμπέρασμα για τον μηχανισμό ή την παλαιότητα των κακώσεων. Πηγή: ΕΔΔΑ, Günana κατά Βουλγαρίας, §§ 63, 67, 70-71, Bouyid κατά Βελγίου [GC], § 121, HUDOC.
Το πρόβλημα της ανάθεσης στην ίδια αστυνομική αρχή. Η αρχική ανάθεση της προκαταρκτικής εξέτασης σε επιθεωρητή του ιδίου αστυνομικού τμήματος όπου υπηρετούσαν οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί εγείρει σοβαρό ζήτημα θεσμικής και πρακτικής ανεξαρτησίας (independence of the investigation). Το ζήτημα δεν αναγνωρίστηκε απλώς εμμέσως: η ίδια η ανώτερη εισαγγελία έκρινε ρητώς ότι, χάριν αμεροληψίας, η έρευνα έπρεπε να ανατεθεί στη Διεύθυνση Εσωτερικής Ασφάλειας. Εντούτοις, το ΕΔΔΑ δεν στήριξε τη διαπίστωση παραβίασης στην έλλειψη ανεξαρτησίας, αλλά αποκλειστικά στην ανεπαρκή αμεσότητα και ενδελέχεια (§ 73). Πηγή: ΕΔΔΑ, Günana κατά Βουλγαρίας, §§ 21, 26, 55, 72-73, HUDOC.
Η ανεπάρκεια της ιατρικής τεκμηρίωσης. Το έντυπο δεν είχε υπογραφεί από ιατρό, δεν περιείχε ιατρικές παρατηρήσεις και το σχεδιάγραμμα δεν περιέγραφε το σχήμα, τις διαστάσεις ή το χρώμα των εκχυμώσεων. Οι δύο προγενέστερες ιατρικές βεβαιώσεις, όπως συνοψίζονται στην απόφαση, κατέγραφαν ζωτικά σημεία, ακρόαση και ηλεκτροκαρδιογράφημα, αλλά δεν αναφέρεται ότι περιείχαν συστηματική περιγραφή τραυματικών ευρημάτων. Από αυτό δεν μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα ότι δεν έγινε καμία σχετική εξέταση ούτε ότι το ΕΔΔΑ διαπίστωσε αυτοτελή πλημμέλεια των δύο ιατρών. Η σύγκριση με το Πρωτόκολλο της Κωνσταντινούπολης είναι εξωτερικό κριτικό μέτρο και όχι μέρος της αιτιολογίας της απόφασης. Πηγή: ΕΔΔΑ, Günana κατά Βουλγαρίας, §§ 9, 13, 27, 70· OHCHR, Istanbul Protocol, αναθ. έκδ. 2022, κεφ. IV-VI.
Η μετακύλιση του βάρους απόδειξης και η αποδεικτική θέση του κράτους. Η μεθοδολογική συνέπεια της απόφασης έγκειται στη ρητή σύνδεση της αναποτελεσματικότητας της έρευνας με την αδυναμία της Κυβέρνησης να ανταποκριθεί στο βάρος απόδειξης του ουσιαστικού σκέλους. Δεν πρόκειται για κύρωση λόγω διαδικαστικής αδράνειας ούτε για αυτόματο τεκμήριο ουσιαστικής παραβίασης. Το Δικαστήριο συνεκτίμησε ότι τα ίχνη βίας καταγράφηκαν την επομένη της σύλληψης και στο τέλος της αστυνομικής κράτησης και ότι η Κυβέρνηση δεν προσκόμισε πειστική εξήγηση ή στοιχεία ικανά να κλονίσουν την εκδοχή του προσφεύγοντος. Πηγή: ΕΔΔΑ, Günana κατά Βουλγαρίας, §§ 77-80· Bouyid κατά Βελγίου [GC], §§ 82-83, HUDOC.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) Assenov κ.α. κατά Βουλγαρίας: Θεμελιώδης απόφαση που καθιέρωσε τη διαδικαστική υποχρέωση αποτελεσματικής έρευνας υπό το άρθρο 3. Στην Günana παρατίθεται επίσης για την ειδικότερη θέση ότι η καταγγελία στην εισαγγελία είναι το κατά κανόνα διαθέσιμο εσωτερικό ένδικο μέσο στη Βουλγαρία για ισχυρισμούς αστυνομικής βίας. Αποτελεί κύριο νομολογιακό άξονα τόσο ως προς την εξάντληση όσο και ως προς τα κριτήρια αποτελεσματικότητας. Πηγή: HUDOC, Assenov and Others v. Bulgaria, αρ. 24760/94, 28.10.1998, §§ 86, 102-105.
Β) Bouyid κατά Βελγίου [GC]: Απόφαση-σταθμός του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης για την κακομεταχείριση εν κρατήσει. Συστηματοποίησε και επανέλαβε τη μεταφορά του βάρους απόδειξης στο κράτος όταν κακώσεις επέρχονται σε πρόσωπο υπό τον έλεγχό του, καθώς και την απαίτηση ταχύτητας στις ανακριτικές πράξεις. Στηρίζει αμφότερα τα σκέλη της κρίσης στην Günana. Πηγή: HUDOC, Bouyid v. Belgium [GC], αρ. 23380/09, 28.09.2015, §§ 82-83, 120-121.
Γ) El-Masri κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας [GC]: Επιβεβαίωσε ότι εύλογες υπόνοιες κακομεταχείρισης ενεργοποιούν την υποχρέωση αυτεπάγγελτης έρευνας. Στην Günana η παραπομπή στηρίζει την ενεργοποίηση της υποχρέωσης από τον συνδυασμό του εντύπου και του σχεδιαγράμματος των εκχυμώσεων με το χρονικό πλαίσιο της αστυνομικής κράτησης, όχι από την τεκμηρίωση των εκχυμώσεων απομονωμένα. Πηγή: HUDOC, El-Masri v. the former Yugoslav Republic of Macedonia [GC], αρ. 39630/09, 13.12.2012, § 186.
Δ) Labita κατά Ιταλίας [GC]: Ανέδειξε τη σημασία της ταχύτητας και της εύλογης επιμέλειας κατά την έρευνα ισχυρισμών κακομεταχείρισης. Η Günana την παραθέτει ειδικώς για την ταχύτητα των ανακριτικών πράξεων (§ 63), ενώ το λεπτομερές εύρημα περί απώλειας αποδεικτικού υλικού αποτελεί εφαρμογή της αρχής στα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Πηγή: HUDOC, Labita v. Italy [GC], αρ. 26772/95, 06.04.2000, §§ 133-134.
Ε) Vučković κ.α. κατά Σερβίας [GC] και CGAS κατά Ελβετίας [GC]: Καθόρισαν τις γενικές αρχές περί εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, ήτοι την υποχρέωση κανονικής χρήσης των διαθέσιμων και επαρκών μέσων και τη μη υποχρέωση προσφυγής σε μη πρόσφορα μέσα. Η Günana τις εφαρμόζει απορρίπτοντας την ένσταση μη εξάντλησης. Πηγή: HUDOC, Vučković and Others v. Serbia (preliminary objection) [GC], αρ. 17153/11 κ.λπ., 25.03.2014, §§ 69-77, Communauté genevoise d’action syndicale (CGAS) v. Switzerland [GC], no. 21881/20, 27.11.2023, §§ 138-146.
ΣΤ) Zelilof κατά Ελλάδος: Προσδιόρισε ότι η αποτελεσματική έρευνα πρέπει να επιτρέπει τη διαπίστωση του δικαιολογημένου ή μη της χρήσης βίας και επιβάλλει τη διαφύλαξη και συλλογή των αποδείξεων. Πηγή: HUDOC, Zelilof v. Greece, no. 17060/03, 24.05.2007, §§ 55-56.
Ζ) Giuliani και Gaggio κατά Ιταλίας [GC]: Επιβεβαίωσε τον σκοπό της διαδικαστικής υποχρέωσης, ήτοι την ταυτοποίηση και, κατά περίπτωση, την τιμωρία των υπευθύνων. Χρησιμοποιείται στην Günana ως θεμέλιο της υποχρέωσης αποτελεσματικής επίσημης έρευνας. Πηγή: HUDOC, Giuliani and Gaggio v. Italy [GC], no. 23458/02, 24.03.2011, § 301.
Η) Σε επίπεδο συγκριτικής αναφοράς και μόνον, χωρίς τα ακόλουθα να αποτελούν βάση της κρίσης, διαπιστώνεται κανονιστική σύγκλιση ως προς την ανάγκη άμεσης, ανεξάρτητης και επιμελούς διερεύνησης. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Bueno Alves κατά Αργεντινής, απόφαση της 11.05.2007, Series C No. 164, §§ 108-113, προσδιόρισε ως εφαρμοστέες αρχές την ανεξαρτησία, αμεροληψία, επάρκεια, επιμέλεια και ενδελέχεια και τόνισε ότι η έγκαιρη ιατρική εξέταση είναι ουσιώδης όταν καταγγέλλονται βασανιστήρια ή κακομεταχείριση υπό αστυνομική κράτηση. Η σύγκριση είναι ισχυρή ως προς την αμεσότητα και την ιατροδικαστική τεκμηρίωση, όχι ως άμεση απόδειξη ότι το Διαμερικανικό Δικαστήριο εφαρμόζει σε κάθε υπόθεση τον ίδιο ακριβώς κανόνα μεταφοράς του βάρους απόδειξης με το ΕΔΔΑ. Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ απαιτεί στο Γενικό Σχόλιο αρ. 20, § 14, άμεση και αμερόληπτη διερεύνηση καταγγελιών κακομεταχείρισης υπό το άρθρο 7 ΔΣΑΠΔ. Τέλος, το Πρωτόκολλο της Κωνσταντινούπολης, αναθεωρημένη έκδοση 2022 (HR/P/PT/8/Rev.2), αποτελεί διεθνές εγχειρίδιο επαγγελματικών προτύπων για την αποτελεσματική διερεύνηση και τεκμηρίωση βασανιστηρίων και άλλης σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Πρόκειται για συγκριτικά και ερμηνευτικά βοηθήματα.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Assenov and Others v. Bulgaria, 28.10.1998, no. 24760/94 • Bouyid v. Belgium [GC], 28.09.2015, no. 23380/09 • El-Masri v. the former Yugoslav Republic of Macedonia [GC], 13.12.2012, no. 39630/09 • Labita v. Italy [GC], 06.04.2000, no. 26772/95 • Giuliani and Gaggio v. Italy [GC], 24.03.2011, no. 23458/02 • Zelilof v. Greece, 24.05.2007, no. 17060/03 • Membres de la Congrégation des témoins de Jéhovah de Gldani et autres v. Georgia, 03.05.2007, no. 71156/01 • Boicenco v. Moldova, 11.07.2006, no. 41088/05 • Dedovski and Others v. Russia, 15.05.2008, no. 7178/03 • Denis Vassiliev v. Russia, 17.12.2009, no. 32704/04 • Vučković and Others v. Serbia [GC], 25.03.2014, nos. 17153/11 και 29 λοιπές • Communauté genevoise d’action syndicale (CGAS) v. Switzerland [GC], 27.11.2023, no. 21881/20 • Pedev v. Bulgaria, 27.05.2025, no. 27165/21 • El-Asmar v. Denmark, 03.10.2023, no. 27753/19 • Dokukiny v. Russia, 24.05.2022, no. 1223/12. Συγκριτική διεθνής νομολογία: IACtHR, Bueno Alves v. Argentina, Merits, Reparations and Costs, Judgment of 11.05.2007, Series C No. 164, §§ 108-113.
Πηγή / Source: ΕΔΔΑ/HUDOC (Günana c. Bulgarie, no. 54549/22, 07.07.2026, HUDOC id 001-251028), echrcaselaw, Inter-American Court of Human Rights, Bueno Alves v. Argentina, Series C No. 164· UN Human Rights Committee, General Comment No. 20 (Article 7 ICCPR), 1992, § 14· OHCHR, Istanbul Protocol, HR/P/PT/8/Rev.2, 2022.
