ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου – Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Σ. Χ. του Σ., κατοίκου … Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξία Πάντη, για αναίρεση της υπ’αριθ. 3327/2024 απόφασης του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Α. Ρ. του Α., κάτοικο … Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο.
Το Α’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 7 Οκτωβρίου 2024 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 07.10.2024, έλαβε αριθμό 6954/2024, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 938/2024.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και την πληρεξούσια δικηγόρο του, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση από 7/10/2024 αίτηση του Σ. Χ. του Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3327/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος του αδικήματος της βίας κατά υπαλλήλων και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα για τρία (3) έτη έχει ασκηθεί: α] νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στις 7/10/2024 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [άρθρο 474 παρ.2 Α’ ΚΠΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 141 Ν. 4855/2021], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 17/9/2024 και η δήλωση αναίρεσης ασκήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1,2,3 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 140 Ν. 4855/2021] και γ] παραδεκτά, αφού έγινε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ.1 εδ. α’ και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Ε’ και ΣΤ’ ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 1 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ., “Όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργειά του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. (…)”, ενώ κατά την ταυτάριθμη διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ., που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019, τεύχος πρώτο), “Όποιος με βία ή απειλή βίας επιχειρεί να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσει πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή να παραλείψει νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί εναντίον του ή κατά προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει κατά τη διάρκεια της νόμιμης ενέργειάς του (αντίσταση), τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.”. Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η νομοτυπική μορφή της αξιόποινης πράξης της αντίστασης (ήδη βίας κατά υπαλλήλων και δικαστικών προσώπων), που προβλέπεται σ’ αυτές στη βασική της μορφή, δεν έχει μεταβληθεί, εφαρμοστέα όμως στην κρινόμενη υπόθεση είναι η διάταξη του ήδη ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ., ως επιεικέστερη για τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο, έναντι του προϊσχύσαντος, κατά τον χρόνο τέλεσης της ανωτέρω αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται (4/4/2018 ), αφού απειλείται πλέον για το εν λόγω πλημμέλημα, στη βασική του μορφή, ποινή φυλάκισης από δέκα (10) ημέρες έως τρία (3) έτη, επιπλέον δε απειλείται διαζευκτικά χρηματική ποινή, έναντι της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, που απειλούταν υπό τον προϊσχύσαντα μέχρι 30-6-2019 ΠΚ. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της αντίστασης στην περίπτωση που η ενέργεια του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξης της αρχής ή του υπαλλήλου, απαιτείται η πράξη, σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός, να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται εντός του κύκλου της κατά νόμο αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδεις τύποι που τάσσονται γι’ αυτήν, περαιτέρω δε προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλή βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου. Στην έννοια της βίας περιλαμβάνεται τόσο η σωματική όσο και η ψυχολογική, αλλά και η κάθε είδους ενέργεια, που να μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση υπηρεσιακής πράξης.
Συνεπώς, στην έννοια της βίας εμπίπτει και η βίαιη απώθηση του υπαλλήλου, η οποία είναι τρόπος άσκησης σωματικής βίας (ΑΠ 558/2024 ΑΠ 46/2018, ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 2/2017), κατά τη διάταξη δε του άρθρου 13 στοιχ. α’ του Π.Κ., υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, κατά την ανωτέρω δε έννοια υπάλληλοι είναι και οι δικαστικοί επιμελητές (ΑΠ 760/2015, ΑΠ 808/2010, ΑΠ 2366/2008) οι οποίοι αποτελούν άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί το καθεστώς των οποίων διέπεται από τον ισχύοντα Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών (ν.2318/1995), ενεργούν ως όργανα της πολιτείας και η κύρια αποστολή τους συνίσταται στην επίδοση δικογράφων και εξώδικων εγγράφων, σύμφωνα με τα άρθρα 122 επ. ΚΠολΔ, καθώς και η κοινοποίηση, γνωστοποίηση, διαβίβαση ή άλλη συναφής διαδικαστική πράξη με φυσικό τρόπο ή με ηλεκτρονικά μέσα, η εκτέλεση των εκτελεστών τίτλων που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η σύνταξη διαπιστωτικών εκθέσεων για πραγματικά περιστατικά, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, με βάση νόμο ή δικαστική απόφαση και η εκτέλεση κάθε άλλου καθήκοντος, που τους ανατίθεται με νόμο.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή. Η συνδρομή του δόλου, κατ’ αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 3/2019 ΟλΑΠ 2/2011).
IV. Στη προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Αθηνών που δίκασε κατ’ έφεση, με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της βίας κατά υπαλλήλων και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Εφετείο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα,), δέχθηκε ανελέγκτως κατά λέξη τα εξής: ” … Ο κατηγορούμενος στην Καλλιθέα Αττικής στις 04/04/2018, επιχείρησε να εξαναγκάσει υπάλληλο προκειμένου να παραλείψει νόμιμη πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά του. Συγκεκριμένα, όταν ο δικαστικός επιμελητής Εφετείου Αθηνών έφτασε στην πολυκατοικία της οδού …, προκειμένου να επιδώσει δικόγραφο στον Γ. Γ. -ιδιοκτήτη και διαχειριστή του site “…”, έκλεισε με το σώμα του την είσοδο στα γραφεία του “…” και απέκλεισε στον ανωτέρο δικαστικό επιμελητή την πρόσβαση οπότε και την επαφή με τον νόμιμο παραλήπτη του δικογράφου. Ειδικότερα σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Α. Ρ., δικαστικού επιμελητή στο ακροατήριο ο τελευταίος στα πλαίσια των καθηκόντων του προσήλθε στις 04/04/2018 και περί ώρα 17:30 στα γραφεία της εφημερίδας …” προκειμένου να επιδώσει κλήση από αναβολή, που αφορούσε αγωγή από την Μ. Κ. Υπουργό Εθνικής Άμυνας της Αλβανίας κατά της εφημερίδας …” καθώς και του site “…”. Αφού κτύπησε το κουδούνι της κεντρικής εισόδου και άνοιξε η πόρτα, εισήλθε και ανέβηκε στο δεύτερο όροφο, που ήταν τα γραφεία της εταιρείας που εκδίδει …”. Ήταν η τρίτη φορά που πήγαινε για να επιδώσει έγγραφα στην εν λόγω εταιρεία και γνώριζε ότι οι αρμόδιος προς παραλαβή του δικογράφου ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Γ. Κ. και εφόσον απουσίαζε ο νόμιμος εκπρόσωπος, αρμόδιος για να παραλάβει εξ ονόματος αυτού ήταν ο Α. Γ.. Χτυπώντας το κουδούνι στην πόρτα των γραφείων του άνοιξε πρόσωπο, το οποίο του ήταν άγνωστο που κρατούσε ένα όπλο. Πριν προλάβει να του μιλήσει, το άτομο αυτό που ήταν ο κατηγορούμενος, άρχισε να ουρλιάζει “ποιος είσαι εσύ ρε αλήτη, φύγε από εδώ ρε αλήτη”. Στη συνέχεια ο μάρτυρας προσπαθώντας να του δώσει να καταλάβει το σκοπό της εισόδου του στο χώρο των γραφείων και να ηρεμήσει, του είπε ότι πήγε για να του επιδώσει ένα έγγραφο, ενώ ο κατηγορούμενος τον έπιασε από τον ώμο προσπαθώντας να τον παρεμποδίσει να εισέλθει στα γραφεία. Ο κατηγορούμενος του είπε ” δεν με νοιάζει ποιος είσαι ρε αλήτη, φύγε από εδώ ρε αλήτη” και όπλισε το όπλο του, το οποίο έστρεψε προς αυτόν δίνοντας την εντύπωση ότι θα τον πυροβολήσει, στη συνέχεια όμως γύρισε και πυροβόλησε δίπλα του. Η σφαίρα εξοστρακίστηκε, επέστρεψε προς αυτούς και “έσκασε” στην κουπαστή, τρύπησε το κάγκελο, το οποίο έσπασε σε 3 κομμάτια, από τα οποία το ένα ήταν πίσω του, το δεύτερο ανάμεσά τους και το τρίτο στα σκαλιά του κλιμακοστασίου, με αποτέλεσμα να κινδυνέψουν και οι δύο. Ο μάρτυρας φοβήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πυροβολήσει εκ νέου και αποχώρησε. Στη συνέχεια κάλεσε την αστυνομία και συνάδελφό του δικαστική επιμελήτρια ως μάρτυρα και προέβη σε θυροκόλληση του εγγράφου. Σύμφωνα με όσα αναλυτικά κατέθεσε ο δικαστικός επιμελητής-μάρτυρας, στα πλαίσια των καθηκόντων του αρχικά έπρεπε να αναζητήσει τον νόμιμο εκπρόσωπο και εφόσον αυτός απουσίαζε, έπρεπε να εισέλθει στο χώρο των γραφείων προκειμένου να γίνει η επίδοση, αφού η επίδοση δεν μπορούσε να γίνει στον κοινόχρηστο χώρο και σε περίπτωση άρνησης παραλαβής του εγγράφου από τους παρευρισκόμενους υπαλλήλους να προχωρήσει σε θυροκόλληση αυτούς παρουσία μάρτυρα. Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προκειμένου να εξαναγκάσει υπάλληλο και συγκεκριμένα τον ανωτέρο δικαστικό επιμελητή να παραλείψει νόμιμη πράξη, που ανάγεται στα καθήκοντα του , που ήταν η επίδοση του εγγράφου στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας, που εκδίδει την ανωτέρω εφημερίδα και διαχειρίζεται το site, “…” απέκλεισε στην είσοδο στο δικαστικό επιμελητή, παρεμπόδισε με το σώμα του αυτόν, αφού τον έπιασε από τον ώμο φωνάζοντας, εξυβρίζονται και τρομοκρατώντας αυτόν με απειλές και χρήση σωματικής βίας με σκοπό να τον εμποδίσει να έρθει σε επαφή με τον νόμιμο παραλήπτη του δικογράφου. Από τη συμπεριφορά του αυτή στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της βίας κατά υπαλλήλων και δικαστικών προσώπων (άρθρο 167 παρ. 1 του νέου ΠΚ) και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος..”. Ακολούθως το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του ότι “στην Καλλιθέα Αττικής, στις 04/04/2018, επιχείρησε να εξαναγκάσει υπάλληλο προκειμένου να παραλείψει νόμιμη πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά του. Συγκεκριμένα, όταν ο δικαστικός επιμελητής Εφετείου Αθηνών έφτασε στην πολυκατοικία της οδού …, προκειμένου να επιδώσει δικόγραφο στον Γ. Γ. – ιδιοκτήτη και διαχειριστή του site “…”, έκλεισε με το σώμα του την είσοδο στα γραφεία του “…” και απέκλεισε στον ανώτερο δικαστικό επιμελητή την πρόσβαση οπότε και την επαφή με τον νόμιμο παραλήπτη του δικογράφου”.
V. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της βίας κατά υπαλλήλων (αρ.167 παρ. 1 ΝΠΚ) για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 167 παρ. 1 νΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Εκτίθενται δε στην απόφαση όλα τα αναγκαία στοιχεία που αιτιολογούν και θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 167 παρ. 1 ΠΚ, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, για το εν λόγω έγκλημα προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλή βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου, στην έννοια δε της βίας περιλαμβάνεται τόσον η σωματική όσο και η ψυχολογική αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που μπορεί να προκαλέσει στον υπάλληλο φόβο και να τον εμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής του ενέργειας, στην έννοια δε αυτή της βίας, εμπίπτει και η βίαιη απώθηση και το σπρώξιμο του δικαστικού επιμελητή και η βιαιοπραγία κατ’ αυτού, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα με σαφήνεια στην απόφαση. Στο άνω αιτιολογικό προσδιορίζεται επαρκώς η νομιμότητα της ενέργειας του δικαστικού επιμελητή, ο οποίος, κατά τις παραδοχές της απόφασης, επιχείρησε πράξη αναγόμενη στα καθήκοντά του και ειδικότερα αφού εισήλθε στο κοινόχρηστο χώρο (σκάλα) που οδηγούσε στα γραφεία όπου θα επέδιδε έγγραφο – δικόγραφο στο νόμιμο εκπρόσωπο – ιδιοκτήτη και διαχειριστή του site “…”, πράξη που ανάγεται στα καθήκοντα του, και γνωστοποίησε στον κατηγορούμενο, η νόμιμη αυτή πράξη παραλήφθηκε λόγω της βίας που άσκησε κατ’ αυτού ο αναιρεσείων . Έτι, αιτιολογήθηκε πλήρως η κρίση του δικαστηρίου ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, με το να αποκλείσει με το σώμα του την είσοδο στα γραφεία της ως άνω ιστοσελίδας και να χρησιμοποιήσει σωματική βία, αποτελεί χρήση βίας και κατά αντικειμενική αντίληψη ήταν επόμενο να προκαλέσει τρόμο στο δικαστικό επιμελητή για τη σωματική του ακεραιότητα και εκ τούτου να τον οδηγήσει σε παράλειψη της νόμιμης πράξης της επίδοσης δικογράφου. Τέλος, αιτιολογείται επαρκώς η υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, ήτοι η γνώση του κατηγορουμένου της ιδιότητας του δικαστικού επιμελητή και ο σκοπός του να τον εξαναγκάσει στην παράλειψη της προαναφερόμενης νόμιμης πράξη.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’Ε’ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
VI. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 παρ.1 του ισχύοντος από 01.07.2019 ΚΠΔ “Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός” και σύμφωνα με την παρ.2 εδ.β’ του ως άνω άρθρου “Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου”. Έτσι, καταρχήν, κηρύσσεται απαράδεκτη η δεύτερη (ήτοι η μεταγενεστέρως, ασκηθείσα) ποινική δίωξη, εφόσον η πρώτη ποινική δίωξη έχει κριθεί αμετάκλητα. Διαφορετικά, αν δεν κηρυχτεί απαράδεκτη η δεύτερη ποινική δίωξη και εκδικαστεί η σχετική κατηγορία, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ’ ΚΠΔ, για παραβίαση του δεδικασμένου. Επίσης, για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση δεδικασμένου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, με τρόπο σαφή και ορισμένο, ότι είναι αμετάκλητη η προγενέστερη απόφαση, που εκδόθηκε, για την ίδια αξιόποινη πράξη, κατά του ίδιου κατηγορουμένου, τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να διακριβωθεί η ταυτότητα της πράξης και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες (εσφαλμένα) αποκρούστηκε η ύπαρξη δεδικασμένου. Όπως δε γίνεται δεκτό, αν η αξιόποινη πράξη, που καταγγέλλεται, με την ερευνώμενη μήνυση ή έγκληση, έχει και προηγουμένως, καταγγελθεί και έχει κριθεί αμετάκλητα, τότε, το συντρέχον στην περίπτωση αυτή δεδικασμένο αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, που καθιστά, απορριπτέα, ως νομικά αβάσιμη, εν ευρεία εννοία, την ερευνώμενη έγκληση, για την ίδια πράξη του ιδίου προσώπου. Κατά την εφαρμογή της αρχής του ποινικού δεδικασμένου (άρθρο 57 παρ.1 ΚΠΔ), ανακύπτει σοβαρό ζήτημα για το πότε υφίσταται η ίδια, με την εκδικασθείσα, πράξη, για την οποία δεν δύναται ο δράστης να υποβληθεί εκ νέου σε ποινική δίωξη. Για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής, ενδιαφέρει η “πράξη”, δεδομένου ότι, αυτή, αποτελεί το αντικείμενο της ποινικής δίκης, μια και η συγκεκριμένη “πράξη”, είναι αυτή, που κρίνεται με τη δικαστική απόφαση, αν στοιχειοθετεί ή όχι το έγκλημα (ΑΠ 628/2000). Η κρίσιμη, λοιπόν, για την εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου, προϋπόθεση της ταυτότητας της πράξης, συντρέχει, όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται, εξ αντικειμένου, από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, δηλαδή, τα ίδια – κατά χρόνο και τόπο τέλεσης – ιστορικά γεγονότα, από τα οποία απαρτίζεται, κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία αυτής και η προηγούμενη πράξη, που ήδη έχει κριθεί αμετάκλητα. Περαιτέρω, όταν από την εγκληματική δραστηριότητα ενός προσώπου προσβάλλονται διαφορετικά έννομα αγαθά, που προστατεύονται από διαφορετικούς νόμους, τότε υπάρχει αληθινή συρροή (ΑΠ 180/2018, ΑΠ 415/2016, ΑΠ 1218/2010, ΑΠ 1045/2010). Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 και 2 ΠΚ, πραγματική συρροή υπάρχει όταν με περισσότερες υλικές πράξεις του υπαιτίου τελούνται ισάριθμα αυτοτελή εγκλήματα, για τα οποία επιβάλλονται αντίστοιχες αυτοτελείς ποινές και τελικά επιβάλλεται μία συνολική εκτιτέα ποινή, με τον προβλεπόμενο τρόπο επαύξησης της βαρύτερης από αυτές, ενώ κατ’ ιδέα αληθινή συρροή υπάρχει όταν με μία υλική πράξη του υπαιτίου τελούνται περισσότερα αυτοτελή εγκλήματα, για τα οποία επιβάλλονται αντίστοιχες ποινές και τελικά επαυξάνεται ελεύθερα η βαρύτερη από αυτές μέχρι το ανώτατο όριο του είδους της ποινής βάσης. Αντίθετα, φαινομενική συρροή ή συρροή νόμων, στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για τη συρροή εγκλημάτων του άρθρου 94 ΠΚ, υπάρχει όταν η εγκληματική δράση του υπαιτίου φαίνεται να εμπίπτει στο πραγματικό περισσότερων ποινικών νόμων, αλλά από τη λογική και αξιολογική συσχέτιση αυτών και με βάση τις αρχές της ειδικότητας, της επικουρικότητας και της απορρόφησης, συνάγεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση μόνο ένας έχει εφαρμογή και αποκλείονται οι λοιποί, ώστε να τελείται μία μόνο αξιόποινη πράξη για την οποία επιβάλλεται μια ποινή (ΑΠ 589/2022, ΑΠ 887/2020, ΑΠ 415/2016, ΑΠ 180/2018). Από όλα τα προεκτιθέμενα προκύπτει ότι στην περίπτωση της αληθινής κατ’ ιδέα συρροής, οπότε με την ίδια ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, τελούνται περισσότερα εγκλήματα, το δεδικασμένο (ή η εκκρεμοδικία) εξαντλείται στην αξιόποινη πράξη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν κωλύεται νέα ποινική δίωξη για την άλλη πράξη, που συρρέει με την πρώτη και δεν έχει κριθεί, έστω και αν ένα ή περισσότερα στοιχεία της τελευταίας αυτής πράξης αποτέλεσαν συγχρόνως στοιχείο και της άλλης πράξης, που έχει ήδη κριθεί (Ολ. ΑΠ 1110/1982, ΑΠ 589/2022, ΑΠ 887/2020, ΑΠ 180/2018). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 333παρ. 1 εδ α’ ΠΚ “1. Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας αυτόν με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή” και τέλος κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2168/1993, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ.1,β άρθρου 1 Ν.3944/2011 όπως ισχύει, πυροβόλο όπλο θεωρείται οποιοδήποτε φορητό όπλο με κάννη, το οποίο εκτοξεύει, είναι σχεδιασμένο να εκτοξεύει ή μπορεί να μετατραπεί ώστε να εκτοξεύει σφαιρίδια, βολίδες ή βλήματα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης. Προσέτι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του ιδίου ως άνω νόμου, απαγορεύεται να φέρονται όπλα ή άλλα είδη που προβλέπονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού. Ειδικά η οπλοφορία περιστρόφων ή πιστολιών, επιτρέπεται, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του πιο πάνω νόμου, μετά από άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του αιτούντος. Κατά δε την παρ.13 α’ του άρθρου 10 του ίδιου ως άνω νόμου, όποιος φέρει παράνομα όπλα ή άλλα είδη που διαλαμβάνονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1, πλην των αναφερομένων στην επόμενη περίπτωση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον εξακοσίων (600) ευρώ.”. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της παράνομης οπλοφορίας, απαιτείται ο δράστης να φέρει παράνομα απαγορευμένο κατά τα παραπάνω όπλο, δηλαδή να το κρατά ή να το έχει πλησίον του για άμεση λήψη και χρήση του, στη σφαίρα κατοχής του και σε διάθεσή του, όπλο που είναι πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα, όπως είναι και τα πιστόλια (ΑΠ 199/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ίδιου ως άνω νόμου 2168/1993 “Όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερομένου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι’ αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών”. (ΑΠ 470/2023). Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων με αυτήν του άρθρου 167 παρ. 1 ΠΚ (αντίστασης και ήδη βίας κατά υπαλλήλων και δικαστικών προσώπων) όπως η έννοια και το περιεχόμενο αυτής προεκτέθηκε στην αρχή της παρούσας, προκύπτει ότι τα θεσπιζόμενα με αυτές εγκλήματα αποσκοπούν στον ποινικό κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών και συρρέουν αληθώς και όχι φαινομενικά, καθόσον με αυτές προσβάλλονται διαφορετικά έννομα αγαθά (ΑΠ 100/2024, ΑΠ 815/2017) και, συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, μεταξύ αυτών, δεν υπάρχει ταυτότητα πράξης. Ειδικότερα, το προστατευόμενο έννομο αγαθό του άρθρου 167ΠΚ είναι η πολιτειακή εξουσία. Με τις διατάξεις του άρθρου 333 ΠΚ προστατεύεται το αίσθημα ασφάλειας δικαίου των προσώπων. Τέλος προστατευόμενο έννομο αγαθό από τις διατάξεις της περί όπλων νομοθεσίας είναι κυρίως η δημόσια τάξη . Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ’ του ισχύοντος ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης, αποτελεί και η παραβίαση του δεδικασμένου και της εκκρεμοδικίας. Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται, ότι η μη κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής δίωξης, παρά την ύπαρξη δεδικασμένου, ελέγχεται, αναιρετικά, ως παραβίαση του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ’ του ΚΠΔ. Η επίκληση ύπαρξης δεδικασμένου αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο ο επικαλούμενος οφείλει να αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή πλήρους αντιγράφου της απόφασης από την οποία απορρέει και επιπροσθέτως βεβαιώσεως του αρμοδίου γραμματέως περί του αμετακλήτου αυτής (ΑΠ 426/2023, ΑΠ 129/2022). Για τον έλεγχο της παραβιάσεως του δεδικασμένου εξετάζονται και αντιπαραβάλλονται οι δύο αποφάσεις, η δε ταυτότητα της πράξεως προκύπτει μόνο από το διατακτικό και όχι από τις αιτιολογίες των αποφάσεων αυτών (ΑΠ 1649/2018). Η παραβίαση του δεδικασμένου μπορεί να προταθεί το πρώτον και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως από το άρθρο 510 παρ.1 στ. ΣΤ’ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 900/2024) κατ’ αποφάσεως, εξεταζόμενος κατ’άρθρο 511 ΚΠΔ και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 611/2024, ΑΠ 420/2023, ΑΠ 721/2022). VII. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο κατηγορούμενος αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για τον λόγο ότι παραβίασε το δεδικασμένο καθόσον κηρύχθηκε ένοχος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά για τα οποία είχε ήδη απαλλαγεί αμετάκλητα με την υπ’ αριθμ. ΓΜ 4633/2019 απόφαση του Γ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι με την υπ’ αρ. ΓΜ 4633/2019 αμετάκλητη απόφαση του Γ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος της τέλεσης των αξιόποινων πράξεων της παράνομης οπλοφορίας, της οπλοχρησίας και της απειλής, πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 333 ΠΚ και 10 παρ. 1, 13 α’ και 14 του νόμου 2168/1993 και οι οποίες φέρεται ότι έλαβαν χώρα στην Καλλιθέα Αττικής στις 04/04/2018 σε βάρος του ίδιου προσώπου ή του δικαστικού επιμελητή Α. Ρ.. Όπως όμως ανωτέρω αναπτύχθηκε οι ως άνω πράξεις της παράνομης οπλοφορίας, της οπλοχρησίας και της απειλής είναι διαφορετικές από την πράξη της βίας κατά υπαλλήλου, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη απόφαση και συρρέουν αληθινά μεταξύ τους.
Συνεπώς το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών δεν παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δεδικασμένο που απορρέει από την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα προαναφερόμενη αμετάκλητη αθωωτική απόφαση.
Συνεπώς ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ’, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του δεδικασμένου, είναι αβάσιμος.
VIIΙ. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση είναι αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (587 ΚΠΔ) της παρούσης διαδικασίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την επιδοθείσα την 7/10/2024 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπ’ αριθμ. πρωτ : 6954 δήλωση του Σ. Χ. του Σ. κατοίκου … Αττικής, οδός … για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3327/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών .
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των οκτακόσια (800) ευρώ για καθένα από αυτούς .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
