ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου – Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Ν. του Θ. , κατοίκου … , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ισαάκ-Γεώργιο Γεροντίδη.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Δ. του Κ. , κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Ζαφείρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι, με τις προτάσεις του, προβαίνει στις παρακάτω διορθώσεις προφανών παραδρομών του δικογράφου της από 16-11-2023 αίτησης αναίρεσης. “α) Στη σελ. 55 στον & στίχο η φράση “σελ. 11-12” διορθώνεται στο ορθό “σελ. 6-9”, β) Στη σελ. 73 στην ενότητα 2.Β.3. στον 40 στίχο η φράση “ενότητα 2.1 .” διορθώνεται στο ορθό “ενότητα 2.Α.” και γ) Στη σελ. 75 στους 40 και 30 στίχο από το τέλος η φράση “ενότητα 2.1.” διορθώνεται στο ορθό “ενότητα 2.Α.”.”
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-02-2022 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 17-05-2022 αίτηση, κύρια παρέμβαση διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2828/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 3591/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-11-2023 αίτησή του και τους από 23-09-2025 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 16.11.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εκδοθείσα, με αριθμό 3591/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η από 24.10.2022 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 2828/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 17.5.2022 αίτηση του αναιρεσείοντος και έγινε δεκτή η συνεκδικασθείσα από 21.2.2022 αντίθετη αίτηση του αναιρεσιβλήτου και διατάχθηκε ο αποκλεισμός του αναιρεσείοντος ως ομορρύθμου εταίρου της εταιρείας με την επωνυμία “… ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” για σπουδαίο λόγο συντρέχοντα στο πρόσωπο του τελευταίου. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς αυτή παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Παραδεκτοί εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021 ως προς την έννοια της συζήτησης της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 ΚΠολΔ και ισχύει από 1.1.2022, είναι και οι από 23.9.2025 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο (σχετ. προσκ. με αριθμό …2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, Γ. Β. Λ.).
Πρέπει, συνεπώς, η παραπάνω αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της να συνεκδικασθούν, διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 497/2021, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017).
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 259 του Ν. 4072/2012 ” Περί βελτιώσεως επιχειρηματικού περιβάλλοντος – Νέας εταιρικής μορφής – Σημάτων – Μεσιτών ακινήτων – Ρυθμίσεως θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ Α’ 86/11-4-2012), με τον τίτλο “Λύση της (ομόρρυθμης) εταιρείας”, η ομόρρυθμη εταιρεία λύνεται: α) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της, β) με απόφαση των εταίρων, γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση και δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Με βάση τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου 259 παρ. 2 του Ν. 4072/2012, η αίτηση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, η απόφαση δε που εκδίδεται, είναι διαπλαστική, υπόκειται σε ένδικα μέσα (761 ΚΠολΔ), δεν ανακαλείται, ούτε μεταρρυθμίζεται κατά την διάταξη του άρθρου 758 του ΚΠολΔ, και τούτο διότι ο αποκλεισμός εταίρου είναι μη γνήσια υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία συντελείται δεσμευτική διάγνωση του δικαιώματος, δηλαδή πρόκειται για υπόθεση, στην οποία ενυπάρχει το στοιχείο της διαφοράς και η οποία, έχει υπαχθεί από λόγους σκοπιμότητας στην εκούσια δικαιοδοσία, καίτοι κατά τη φύση της ανήκει στην αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, ώστε η διαδικασία διεξάγεται κατ` αντιδικία.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου αυτού με εκείνες των άρθρων 249 και 294, όπως ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 330 του Ν. 4072/2012, συνάγεται, ότι η ομόρρυθμη εταιρεία λύεται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Η δικαστική λύση της εταιρείας για σπουδαίο λόγο αφορά, τόσο την εταιρία αορίστου, όσο και την ορισμένου χρόνου. Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται κατά τις περιστάσεις και σε συνάρτηση με τη γενικότερη οργάνωση της συγκεκριμένης εταιρείας, η οποία θα αποτελεί τον κύριο οδηγό για την εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης, που δημιούργησε ο επικαλούμενος σπουδαίος λόγος και είναι αόριστη νομική έννοια και ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 617/2021, ΑΠ 1085/2018). Οι λόγοι λύσης των προσωπικών εταιρειών, υπό το ισχύον δίκαιο του Ν. 4072/2012, διαφέρουν από αυτούς που γίνονταν δεκτοί, κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, και καθορίζονται πλέον με κεντρικούς άξονες τη γενική αρχή της διατήρησης της εμπορικής επιχείρησης και το επιβεβλημένο της απομάκρυνσης από τον απόλυτα προσωποπαγή χαρακτήρα των προσωπικών εταιρειών. Μάλιστα, η εκ μέρους εταίρου καταγγελία της εταιρίας έχει πλέον απαλειφθεί ως προβλεπόμενος από το νόμο λόγος λύσης της προσωπικής εταιρείας, ισχύει όμως ως τέτοιος λόγος, εφόσον προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση. Με βάση το σκοπό της διατήρησης της επιχείρησης που διακατέχει το Ν. 4072/2012 και δεδομένου ότι προβλέπεται και δικαίωμα εξόδου του εταίρου, σύμφωνα με το άρθρο 261 του ως άνω νόμου, το δικαίωμα δικαστικής λύσης της εταιρείας συνιστά έσχατο μέσο αντιμετώπισης της κατάστασης, που ανέκυψε με τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου και εγείρεται, επομένως, μόνο σε περίπτωση που δεν ανευρέθηκε άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου. Η ύπαρξη του σπουδαίου λόγου θα πρέπει να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της εταιρείας. Ο σπουδαίος λόγος πρέπει, κατά βάση, να αναφέρεται στις σχέσεις της εταιρείας και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα προσωπικά στοιχεία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο, ιδίως όταν οι κακές, διαταραγμένες και με μόνιμο και εξακολουθητικό χαρακτήρα προσωπικές σχέσεις των εταίρων, είναι τέτοιας ποιότητας και έντασης, που καθιστούν αδύνατη την οργάνωση, οικονομική πορεία και λειτουργία της εταιρείας και οδηγούν σε αδυναμία εκπλήρωσης του σκοπού της, ώστε, κατ` αποτέλεσμα, να συνιστούν και αυτές οικονομικό λόγο. Περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο είναι, υπό το πρίσμα των νέων διατάξεων, που επικεντρώνουν στην οπτική της εμπορικής επιχείρησης, φορέας της οποίας είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, παρά στον προσωποπαγή συμβατικό εταιρικό δεσμό, η κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων και η έλλειψη κερδών, η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων και η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, οι διαρκείς διαφωνίες, η έλλειψη συνεργασίας, κατανόησης, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης κλπ, και πάντα σε συνάρτηση με αποχρώντες οικονομικούς λόγους, που έχουν ως επακόλουθο, είτε την παράλυση της λειτουργίας, είτε την αδυναμία της εκπλήρωσης του σκοπού της (ΑΠ 552/2025, ΑΠ 1313/2024, ΑΠ 1157/2022, ΑΠ 225/2022, ΑΠ 671/2020, ΑΠ 473/2019, ΑΠ 37/2019, ΑΠ 207/2019, ΑΠ 1085/2018), ενώ επιπλέον, η συνέχιση της εταιρείας, με τον υπό αποκλεισμό εταίρο, λόγω της (υπαίτιας ή μη) συμπεριφοράς του θα πρέπει να είναι δυσβάστακτη για τους άλλους εταίρους, έτσι ώστε να κινδυνεύει η ομαλή λειτουργία ή η υπόστασή της ( ΑΠ 552/2025, ΑΠ 225/2022, ΑΠ 671/2020). Ο σπουδαίος λόγος πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης, αλλά και κατά το χρόνο συζήτησής της (ΑΠ 552/2025, ΑΠ 210/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 263 του Ν. 4072/2012, με τον τίτλο “Αποκλεισμός εταίρου” “Αν συντρέχει στο πρόσωπο ενός εταίρου περιστατικό που θα δικαιολογούσε τη λύση της εταιρείας, σύμφωνα με την περίπτωση δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 259, το μονομελές πρωτοδικείο μπορεί, ύστερα από αίτηση των λοιπών εταίρων, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντί της λύσης της εταιρείας, να διατάξει τον αποκλεισμό του εταίρου”. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η προστασία των λοιπών εταίρων και η διατήρηση της επιχείρησης. Ο αποκλεισμός του εταίρου συνίσταται στην ακούσια έξοδό του από την εταιρεία και αποτελεί αναγκαστική αποχώρησή του από αυτήν παρά τη θέλησή του. Επομένως, ουσιαστική προϋπόθεση για τον αποκλεισμό ενός εταίρου από την εταιρία είναι να συντρέχει στο πρόσωπό του σπουδαίος λόγος αποκλεισμού του, χωρίς να απαιτείται πλέον, υπό το πρίσμα του νέου νομοθετικού πλαισίου και υπαιτιότητα του εν λόγω εταίρου στη συνδρομή του ως άνω σπουδαίου λόγου (ΑΠ 552/2025, ΑΠ 1313/2024). Ο αποκλεισμός εταίρου είναι δυνατός και στις διμελείς εταιρείες, εφόσον ο σπουδαίος λόγος, που καθιστά αδύνατη τη συνέχιση της εταιρείας με τον αιτούντα, αφορά το πρόσωπο του καθ` ου η αίτηση, αφού, μετά τον αποκλεισμό και μέσα στο τετράμηνο, που ακολουθεί, ο εναπομείνας εταίρος μπορεί να συνεχίσει την εταιρεία με νέο εταίρο, σύμφωνα με το άρθρο 267 του ίδιου ως άνω Νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 4403/2016, που ορίζει ότι “Αν αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ένας ή περισσότεροι εταίροι και παραμείνει μόνο ένας εταίρος, η εταιρεία λύνεται, εφόσον μέσα σε τέσσερις μήνες δεν δημοσιευτεί στο Γ.Ε.ΜΗ. η είσοδος νέου εταίρου”. Η άποψη ότι δεν είναι δυνατός ο αποκλεισμός εταίρου σε διμελή εταιρία, διότι, ενώ το δικαστήριο αποφασίζει τον αποκλεισμό του ενός εταίρου, για να συνεχισθεί η εταιρική επιχείρηση, η συνέπεια αυτή εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του αιτούντος τον αποκλεισμό, έρχεται σε αντίθεση με την παραπάνω ρύθμιση του νόμου. Οι παραπάνω διατάξεις των άρθρων 267 και 281 παρ. 1 βρίσκονται σε συστηματική ενότητα μέσα στον Ν. 4072/2012, επιτρέποντας την προσωρινή διατήρηση της εταιρείας, με σκοπό την εξομάλυνσή της, με την είσοδο νέου εταίρου.
Συνεπώς, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 267 που, κατά το γράμμα του, ρυθμίζει τις περιπτώσεις “αποχώρησης” “για οποιονδήποτε λόγο”, χωρίς να διακρίνει ειδικότερα, εντάσσεται και ο αποκλεισμός εταίρου διμελούς εταιρείας.
Άλλωστε, η ερμηνευτική συστολή του πεδίου των άρθρων 263 και 267, ώστε να μην είναι δυνατός ο αποκλεισμός εταίρου στις διμελείς εταιρίες, οδηγεί κατ` αποτέλεσμα στη δυνατότητα περιέλευσης της εταιρικής επιχείρησης σε έναν από τους δύο εταίρους, με βάση την “ΚΠολΔ 483” (Διανομή επιχειρήσεων που αποτελούν οικονομικό σύνολο), η οποία προβλέπει τη διανομή της επιχείρησης με τη δυνατότητα του δικαστηρίου, κατόπιν αίτησης κάποιου από τους κοινωνούς, να επιδικάσει την επιχείρηση, που πρέπει να διανεμηθεί, σε εκείνον που το ζητεί έναντι καταβολής χρηματικού ποσού, ίσου προς την αξία της επιχείρησης, η οποία όμως τελεί υπό προϋποθέσεις, που είναι διαφορετικές από αυτές, με τις οποίες κρίνεται ο αποκλεισμός εταίρου. Με βάση τον σκοπό της διατήρησης της επιχείρησης, που διακατέχει τον Ν. 4072/2012, δεν πρέπει να αποκλείεται ο δικαστικός αποκλεισμός εταίρου διμελούς εταιρείας, όταν αυτός δεν έχει τη δυνατότητα συμμετοχής στην εταιρεία, επειδή π.χ. αδυνατεί να εισφέρει την εργασία του, όπως προβλέπει η εταιρική σύμβαση για όλους τους εταίρους (διότι έχει απωλέσει την επαγγελματική ιδιότητα, που είναι απαραίτητη ή για άλλο λόγο) ή ενεργεί κατ` εξακολούθηση πράξεις εις βάρος του συμφέροντος της εταιρείας, π.χ. πράξεις ανταγωνισμού. Η θέση ότι δεν είναι δυνατός ο αποκλεισμός εταίρου διμελούς εταιρείας οδηγεί σε αδιέξοδο, όταν ζητείται ο αποκλεισμός εταίρου για παράβαση των υποχρεώσεών του, ενώ ο καθ` ου η αίτηση αποκλεισμού υποβάλλει αίτηση λύσης της εταιρείας ασκώντας καταχρηστικά το σχετικό δικαίωμα (ΑΠ 552/2025, ΑΠ 1313/2024, ΑΠ 617/2021, ΑΠ 473/2019, ΑΠ 37/2019).
Εξάλλου, είναι ισχυρή η πρόβλεψη στην εταιρική σύμβαση της υποχρεωτικής εξόδου του εταίρου διμελούς εταιρείας, αν επέλθει γεγονός ή κατάσταση, που ορίζεται στην εταιρική σύμβαση, ότι συνιστά απόλυτο λόγο υποχρεωτικής εξόδου από την εταιρεία (ΑΠ 552/2025, ΑΠ 37/2019, ΑΠ 1085/2018). Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 686/2024, ΑΠ 564/2021, ΑΠ 1297/2019). Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015, ΑΠ 411/2012).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ` του ΚΠοΛΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε, ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ και ήδη από τα άρθρα 421 – 424 του ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με το ν. 4335/2015, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νομίμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 του ΚΠολΔ και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον δεν προκύπτει, ότι για τη λήψη της προηγήθηκε εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου ή παράσταση του τελευταίου (ΑΠ 1831/2023, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1730/2022, ΑΠ 1173/2021), παρεκτός και αν πρόκειται για υπόθεση που εκδικάζεται με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, οπότε το δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ακόμη και αν αυτό είναι άκυρο ή ανυπόστατο (ΑΠ 125/2017, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 784/2015).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένως, ενόψει της τηρηθείσας διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας, δεν έλαβε υπόψη του τις με αριθμούς ….2022 και ….2022 ένορκες, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, βεβαιώσεις, των Γ. Β. και Σ. Β. , αντιστοίχως, τις οποίες θεώρησε εσφαλμένως ως ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, εξ αιτίας της μη κλήτευσης του αντιδίκου αυτού που τις προσεκόμισε. Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο διέλαβε συναφώς τα εξής: ” Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν νομότυπα ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, των λαμβανομένων υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εγγράφων και ενόρκων βεβαιώσεων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (αρθ. 336 παρ. 4 και 741 ΚΠολΔ), εκτός από τις με αριθμούς … , … , … , … , …2012 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν στα πλαίσια της δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως νέα αποδεικτικά μέσα, πλην όμως δεν λαμβάνονται υπόψη, καθόσον δεν προηγήθηκε εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου του εξετάζοντος, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά…”.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αρ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον στη προκειμένη περίπτωση της εκδίκασης υπόθεσης με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, το δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ακόμη και αν αυτό είναι άκυρο, ανεπίτρεπτο ή ακόμη και ανυπόστατο, και συνεπώς, έδει να λάβει υπόψη του τις παραλειφθείσες επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία κατάρτισής τους. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος, λόγω δε, της αναιρετικής του εμβέλειας, παρέλκει η εξέταση των λοιπών διατυπούμενων λόγων (κυρίων και προσθέτων) από τους αριθμούς 1,8 και 19 του ΚΠολΔ. Πρέπει συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση (αρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, να διαταχθεί η απόδοση του προκαταβληθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (αρθ. 176,183,189 παρ.1,191 παρ. 2 και 746 εδ.β’ ΚΠολΔ) καθόσον πρόκειται περί μη γνήσιας υπόθεσης εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία υπάρχει αντιδικία και το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης ρυθμίζεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 173-193 του ΚΠολΔ (ΑΠ 163/2023, ΑΠ 798/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 3591/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου την πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
– ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΠΗΓΗ www.areiospagos.gr
