Μια ουσιαστική παράλειψη της τράπεζας να αποδείξει τη νόμιμη εκπροσώπησή της στάθηκε αρκετή για να «παγώσει» τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και να σώσει προσωρινά την οικογενειακή στέγη δανειολήπτριας
Στον «πάγο» έβαλε το Μονομελές Εφετείο Αθηνών τη διαδικασία πλειστηριασμού μιας οικογενειακής κατοικίας, δικαιώνοντας την οφειλέτρια που προσέφυγε στη Δικαιοσύνη. Η απόφαση έκρινε άκυρη την καταγγελία της δανειακής σύμβασης, καθώς το πιστωτικό ίδρυμα δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι οι υπάλληλοι που την υπέγραψαν είχαν τη νόμιμη εξουσιοδότηση.
Η υπόθεση πήρε απρόσμενη τροπή όταν διαπιστώθηκε μια ουσιαστική παράλειψη από την πλευρά της τράπεζας και της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων (fund). Αν και στα υπομνήματά τους υποστήριζαν ότι υπήρχε συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο που παρείχε δικαίωμα υπογραφής στους συγκεκριμένους υπαλλήλους, το έγγραφο αυτό δεν προσκομίστηκε στο δικαστήριο, ούτε πρωτοδίκως ούτε στο Εφετείο.
Η αναφορά στο πληρεξούσιο παρέμεινε εντελώς αόριστη στους καταλόγους των σχετικών εγγράφων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαπιστωθεί αν οι υπάλληλοι ενεργούσαν νόμιμα.
Δικαστικό φρένο σε πλειστηριασμό: Η ακυρότητα
Από τη στιγμή που δεν αποδείχθηκε η παροχή πληρεξουσιότητας, το δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία του δανείου ήταν άκυρη. Η εξέλιξη αυτή συμπαρέσυρε ολόκληρη τη διαδικασία, καθώς δεν ενεργοποιήθηκε ο συμβατικός όρος που έδινε το δικαίωμα στην τράπεζα να απαιτήσει την άμεση εξόφληση του οφειλόμενου κεφαλαίου.
Παράλληλα, το χρέος δεν κατέστη ληξιπρόθεσμο στο σύνολό του, καθιστώντας μετέωρη τη διαταγή πληρωμής που είχε εκδοθεί. Επιπλέον, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υφίσταται ισχύς δεδικασμένου, καθώς εκκρεμεί η κύρια ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, η συζήτηση της οποίας έχει προσδιοριστεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για τον Μάρτιο του 2029.
Πέρα από το νομικό σκέλος, το Μονομελές Εφετείο συνεκτίμησε την κοινωνική διάσταση της υπόθεσης. Το ακίνητο αποτελεί τη μοναδική οικογενειακή στέγη της οφειλέτριας και της οικογένειάς της, όπως επιβεβαιώθηκε και από τη σχετική κατάθεση.
Το δικαστήριο έκρινε ότι αν η αναγκαστική εκτέλεση συνεχιζόταν, θα προκαλούσε στην οικογένεια ανεπανόρθωτη βλάβη, η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί ακόμη κι αν η δανειολήπτρια δικαιωνόταν οριστικά στο μέλλον. Έτσι, έκανε δεκτή την αίτηση αναστολής, «παγώνοντας» κάθε πράξη εκτέλεσης μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης.
