ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή-Εισηγήτρια Ελένη Μπερτσιά Παναγιώτα Πασσίση και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νίκης-Αναστασίας Μουζάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Α., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1. E. K. του M., κατοίκου … Αττικής, που παρέστη με τον δικηγόρο Δημήτριο Βαλάση, ο οποίος διορίστηκε δικηγόρος του με την υπ’ αριθμ. 626/2023 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών και 2. E. A. του S., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κίμωνα Ευαγγελάτο, για αναίρεση της υπ’αριθ. 3351/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ο. Κ. του Α., κάτοικο … Αττικής, που δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και oι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις υπ’αριθ.πρωτ. …2023 και …2023 αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 847/2023.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των 1ου και 2ου αναιρεσειόντων οι οποίοι ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες: α) από 1-9-2023 και με αριθμό Γενικού Πρωτόκολλου της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου …2023 και β) από 12-9-2023 και με αριθμό Γενικού Πρωτόκολλου της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου …2023, αιτήσεις των: 1) E. K. του M. ή M. και της L., κατοίκου … Αττικής και 2) A. E. του S. και της S., κατοίκου …, αντίστοιχα, οι οποίες ασκήθηκαν, του πρώτου με δήλωση του ιδίου του αναιρεσείοντος, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του δεύτερου με δήλωση για λογαριασμό του, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από το νόμιμα εξουσιοδοτημένο προς τούτο, δυνάμει της από 28-7-2023 εξουσιοδότησης, πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος είχε παρασταθεί και ως συνήγορος υπεράσπισής του κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3351/2023 απόφασης του Ε’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, [το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και κήρυξε: α) τον πρώτο αναιρεσείοντα ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της απλής συνέργειας σε ληστεία από κοινού, της κλοπής από κοινού, της πλαστογραφίας με χρήση και της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 ν. 1599/1986 και τον καταδίκασε, μετά από αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ του Π.Κ., σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και δώδεκα (12) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως και β) το δεύτερο αναιρεσείοντα ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της ληστείας από κοινού, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και της κλοπής από κοινού και τον καταδίκασε, μετά από αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ του Π.Κ., σε συνολική ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και δεκαεννέα (19) μηνών], έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε στο Ειδικό Βιβλίο στις 24-07-2023 και οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν στις 12-9-2023 (άρθρα 462, 464, 466 παρ. 1 και 2, 473 παρ. 2, 3 και 4, 474 παρ. 2Α και 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ.1 περ. α’ ΚΠοινΔ). Επομένως, είναι παραδεκτές και πρέπει, αφού διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκασή τους, λόγω της προφανούς συνάφειας μεταξύ τους, να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτές αναιρετικών λόγων και ειδικότερα του πρώτου αναιρεσείοντος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ’ ΚΠοινΔ (υπέρβαση εξουσίας) και του δεύτερου αναιρεσείοντος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ και Δ’ ΚΠοινΔ (απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας). Σημειώνεται ότι η υποστηρίζουσα την κατηγορία Ο. Κ. του Α., αν και είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το από 16-10-2023 αποδεικτικό επίδοσης, που συντάχθηκε από τον επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ. και έχει επισυναφθεί στο φάκελο της δικογραφίας, για να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 12-12-2023, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης, με την υπ’ αριθ. 1565/12-12-2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, κατά την προκειμένη μετ’ αναβολή δικάσιμο της 19-3-2024, κατά την οποία δεν απαιτείτο νέα κλήτευσή της (άρθρο 515 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.), ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο έκθεμα.
Α) Όσον αφορά την αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος E. K. του M. ή M. και της L., πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ του Κ.Ποιν.Δ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον, από τη διάταξη αυτή, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή έχει μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι` αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ. ΑΠ 1/2008, Ολ. ΑΠ 3/2005, ΑΠ 95/2022, ΑΠ 138/2021). Η ως άνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Θ` του Κ.Ποιν.Δ. ενδεικτικά αναφέρει μόνο μερικές περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας, όπως, όταν α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται, σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου, στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και γ) καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση, ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης, ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση (ΑΠ 420/2023, ΑΠ 25/2021, ΑΠ 784/2020). Περαιτέρω, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 465 του νέου Π.Κ. “Οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος…”. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 100 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που τυγχάνει εφαρμογής κατά το προεκτεθέν άρθρο 465 του ισχύοντος ΠΚ, “Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ. 1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι επί επιβολής ποινής φυλάκισης μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, το δικαστήριο, εφ’ όσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ, υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, ενώ εάν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς να αποφασίσει προηγουμένως επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, από την οποία ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ του ΚΠοινΔ (ΑΠ 1524/2022, ΑΠ 368/2022, ΑΠ 1337/2020, ΑΠ 1191/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι μετά την κήρυξη του πρώτου αναιρεσείοντος – κατηγορούμενου (E. K.), ως ενόχου και την επιβολή συνολικής ποινής φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και δώδεκα (12) μηνών, το Δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν συνέτρεχαν οι όροι της κατά τα ανωτέρω αναστολής της ποινής, η οποία ήταν μεγαλύτερη από τρία και όχι ανώτερη από πέντε έτη, ούτε αιτιολόγησε την κρίση του περί της μη αναστολής αυτής υπό όρους, ανεξαρτήτως αν δεν υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο σχετικό αίτημα και προέβη στη μετατροπή της ποινής φυλάκισης των τεσσάρων (4) ετών και δώδεκα (12) μηνών, που επέβαλε στον άνω αναιρεσείοντα, σε χρηματική και καθόρισε το ποσό της μετατροπής προς δέκα (10) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Με αυτά που δέχθηκε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, που θεμελιώνει τον κατ’ άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ’ ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης. Κατόπιν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού σχετικού λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ’ ΚΠοινΔ, ως βάσιμου, να αναιρεθεί, ως προς τον ανωτέρω πρώτο αναιρεσείοντα η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όμως ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, κατά το εν λόγω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠοινΔ 519).
Β) Όσον αφορά την αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος A. E. του S. και της S., πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, η οποία διατηρήθηκε με το ίδιο περιεχόμενο και με την ταυτάριθμη διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΚΠοινΔ, “αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κατ’ εξαίρεση της αρχής της ηθικής απόδειξης, που καθιερώνει η διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, θεσπίζεται η απαγόρευση της αξιοποίησης αποδεικτικού μέσου, που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών και, επομένως, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, αποδεικτικό μέσο, που έχει αποκτηθεί με τέτοιες πράξεις. Η χρησιμοποίηση δε στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ’ Κ.Ποιν.Δ., η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 254/2021, ΑΠ 787/2020, ΑΠ 1014/2020). Οι ανωτέρω διατάξεις θεσπίστηκαν στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στο άτομο από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 9 παρ.1 εδ. β’, 9Α, 19 παρ. 1 και 3 και 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος, σύμφωνα με τις οποίες “ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει … Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων … Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9 Α. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας”, καθώς και του έχοντος (σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), υπερνομοθετική ισχύ, άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), στο οποίο ορίζεται ότι “κάθε πρόσωπο δικαιούται στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται επέμβαση δημοσίας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού παρά μόνο στο μέτρο που αυτή η επέμβαση προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρο το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο δια την εθνική ασφάλεια, την δημοσία ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξεως και την πρόληψη ποινικών αδικημάτων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων”. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι με την αναφερόμενη Συνταγματική αρχή “του απορρήτου της επικοινωνίας”, προστατεύεται το περιεχόμενο της κάθε μορφής επικοινωνίας, ήτοι και εκείνης που γίνεται μέσω τηλεφωνικής σύνδεσης και αφορά την προσωπική και ιδιωτική ζωή και, ως απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού. Δεν αποτελεί όμως απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο η αποκάλυψη των εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας, αφού σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, με την από το άρθρο 19 του Συντάγματος αναφερόμενη αρχή “του απορρήτου της επικοινωνίας”, προστατεύεται το περιεχόμενο της επικοινωνίας και όχι η ύπαρξη αυτής και τα εξωτερικά της στοιχεία, όπως είναι ο αριθμός σύνδεσης καλούντος και καλουμένου συνδρομητή – χρήστη, τα ονοματεπώνυμα αυτών και ο χρόνος και ο τόπος των συνδιαλέξεων, η αποκάλυψη των οποίων προς βεβαίωση εγκλήματος δεν είναι ανεπίτρεπτη, δεδομένου ότι δεν εμπίπτει στην έννοια των προσωπικών δεδομένων, ούτε καλύπτεται από αυτή, ούτε αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας. Εκ των ανωτέρω παρέπεται, ότι θέμα άρσης του απορρήτου μιας επικοινωνίας, ως προς τα εξωτερικά της στοιχεία, με την υπό του Ν. 2225/1994 προβλεπομένη διαδικασία, δεν δύναται να τεθεί, αφού αυτά δεν καλύπτονται από τη διάταξη του άρθρου 19 του Συντάγματος (ΑΠ 78/2021, ΑΠ 2120/2018). Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του Νόμου 2225/1994 παρ. 1, 2, 3, και 4, ορίζεται: “1. Η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των κακουργημάτων που προβλέπονται από: α) τα άρθρα 134, 135 παράγραφοι 1, 2, 135Α, 137Α, 137Β, 138, 139, 140, 143, 144, 146, 148 παρ. 2, 150, 151, 157 παρ. 1, 159, 159Α, 168 παρ. 1, 187 παράγραφοι 1, 2, 187Α παράγραφοι 1 και 4, 207, 208 παρ. 1, 235 παρ. 2, 236 παρ. 2, 237 παράγραφοι 2 και 3β`, 264 περιπτώσεις β` και γ`, 270, 272, 275 περίπτωση β`, 291 παρ. 1 περιπτώσεις β` και γ`, 292Α παρ. 4 εδάφιο β` και παρ. 5, 299, 322, 323A παράγραφοι 1, 2, 4, 5 και 6, 324 παράγραφοι 2 και 3, 336 σε βάρος ανηλίκου, 338 παρ. 1 σε βάρος ανηλίκου, 339 παράγραφοι 1 περιπτώσεις α` και β`, 342 παράγραφοι 1 και 2, 348Α παρ. 4, 348Γ παρ. 1 περιπτώσεις α` και β`, 349 παρ. 1 και 2, 351 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5, 351Α παράγραφοι 1 περιπτώσεις α` και β` και 3, 370Α, 370Δ, 374, 380, 385 παρ. 1 περιπτώσεις α` και β` του Ποινικού Κώδικα … 2. Η άρση στις περιπτώσεις αυτές είναι επιτρεπτή μόνο αν αιτιολογημένα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο διαπιστώσει ότι η διερεύνηση της υπόθεσης ή η εξακρίβωση του τόπου διαμονής του κατηγορουμένου είναι αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής χωρίς αυτήν. 3. Η άρση στρέφεται μόνο κατά συγκεκριμένου προσώπου ή προσώπων που έχουν σχέση με την υπόθεση που ερευνάται ή για τα οποία, βάσει συγκεκριμένων περιστατικών, προκύπτει ότι λαμβάνουν ή μεταφέρουν συγκεκριμένα μηνύματα που αφορούν ή προέρχονται από τον κατηγορούμενο ή χρησιμοποιούνται ως σύνδεσμοί του. 4. Η άρση του απορρήτου στις περιπτώσεις του παρόντος άρθρου επιβάλλεται με διάταξη του Συμβουλίου Εφετών ή Πλημμελειοδικών στην καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται η διακρίβωση του συγκεκριμένου εγκλήματος με το οποίο σχετίζεται η άρση. Ακολούθως, στο άρθρο 5 παρ. 10 του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι: “10. Το περιεχόμενο της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, το οποίο έγινε γνωστό λόγω της άρσης του απορρήτου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με αυτή στοιχείο απαγορεύεται, με ποινή ακυρότητας, να χρησιμοποιηθεί και να ληφθεί υπόψη ως άμεση ή έμμεση απόδειξη σε άλλη ποινική, πολιτική, διοικητική και πειθαρχική δίκη και διοικητική διαδικασία, για σκοπό διαφορετικό από εκείνον που είχε καθορισθεί με τη διάταξη. Κατ’ εξαίρεση η αρχή που εξέδωσε τη διάταξη μπορεί, κατά την αιτιολογημένη κρίση της, να επιτρέψει με νεότερη διάταξή της, να χρησιμοποιηθούν και να ληφθούν υπόψη τα παραπάνω στοιχεία, αν χρησιμεύουν για τη διακρίβωση άλλου ιδιαιτέρως σοβαρού εγκλήματος από αυτά που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, καθώς και για υπεράσπιση κατηγορουμένου σε ποινική δίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα”. Με τις διατάξεις αυτές ο νομοθέτης θέτοντας ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις για τη νόμιμη κτήση αποδεικτικών μέσων, που ανάγονται στη σφαίρα του απορρήτου επικοινωνιών και θεσπίζοντας απαγορεύσεις αξιοποίησης νομίμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, προβαίνει σε στάθμιση ήδη σε νομοθετικό επίπεδο δύο συγκρουόμενων και δυσχερώς συμβιβάσιμων συμφερόντων στο πεδίο της ποινικής δίκης. Αφενός του δικαιώματος απορρήτου των επικοινωνιών του ατόμου, αφετέρου δε της αρχής της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, που συνιστά έναν από τους πυλώνες και βασικό ενδιάμεσο σκοπό της ποινικής δίκης, ως αναγκαίος όρος της πραγμάτωσης του δικαιώματος έννομης προστασίας των πολιτών και της αντίστοιχης υποχρέωσης του κράτους για αποτελεσματική λειτουργία της ποινικής δικαιοσύνης. Ειδικότερα, με τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις ο νομοθέτης ρυθμίζει τις περιπτώσεις νόμιμης κτήσης και νόμιμης αξιοποίησης νομίμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, με κάμψη του δικαιώματος του απορρήτου των επικοινωνιών και ταυτόχρονα, με τις ίδιες διατάξεις, υπό την αντίστροφη όψη τους, προβλέπονται αποδεικτικές απαγορεύσεις δύο ειδών. Απαγορεύσεις κτήσης και απαγορεύσεις αξιοποίησης ήδη κτηθέντων αποδεικτικών μέσων. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 4 του Ν. 2225/94 προβλέπονται περιοριστικά οι προϋποθέσεις νόμιμης κτήσης αποδεικτικών μέσων, που εμπίπτουν στο πεδίο του απορρήτου των επικοινωνιών. Εξ αντιδιαστολής, προκύπτει ότι η κτήση τέτοιων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις, που οι διατάξεις του άρθρου αυτού προβλέπουν, απαγορεύεται, και η κτήση τους κατά παράβαση αυτών τα καθιστά παράνομα αποδεικτικά μέσα. Στην περίπτωση, όμως, που το αποδεικτικό μέσο αποκτηθεί υπό της προϋποθέσεις, που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 4 Ν. 2225/1994, τότε αυτό έχει το χαρακτήρα του νομίμως κτηθέντος αποδεικτικού μέσου και μπορεί κατ’ αρχήν ελεύθερα να αξιοποιηθεί σε κάθε ποινική διαδικασία, εκτός αν από το νόμο προβλέπεται κάποια ρητή απαγόρευση αξιοποίησής του. Εξάλλου, στο άρθρο 5 παρ. 10 του Ν. 2225/1994 προβλέπεται τέτοια ρητή απαγόρευση αξιοποίησης νομίμως κτηθέντος αποδεικτικού μέσου. Από τη διατύπωση της τελευταίας διάταξης προκύπτει ότι η απαγόρευση αξιοποίησης θεμελιώνεται όταν συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) το αποδεικτικό μέσο πρόκειται να αξιοποιηθεί σε άλλη ποινική δίκη και β) το αποδεικτικό μέσο πρόκειται να αξιοποιηθεί για σκοπό διαφορετικό από εκείνον που είχε καθορισθεί με τη διάταξη. Ως άλλη ποινική δίκη νοείται στην ως άνω διάταξη η ποινική δίκη, η οποία δεν ταυτίζεται με τη δίκη στο πλαίσιο της οποίας αποκτήθηκε νομίμως το αποδεικτικό μέσο. Για να πληρούται δηλαδή η προϋπόθεση του νόμου περί άλλης δίκης, πρέπει οι δύο διαδικασίες, ήτοι αυτή κατά την οποία αποκτήθηκε νομίμως το αποδεικτικό μέσο και εκείνη στην οποία αξιοποιείται, να είναι διακριτές, ήδη, κατά την άσκηση ποινικής δίωξης ή κατά την παραγγελία της προκαταρκτικής εξέτασης κλπ, διότι διαφορετικά ιδρύεται μία ποινική δίκη, η οποία διατηρεί το χαρακτήρα της ως τέτοια μέχρι το τέλος της, παρά τις όποιες διαδικαστικές διασπάσεις ήθελαν λάβουν χώρα κατά την εξέλιξή της. Δεν θέλησε δηλαδή ο νομοθέτης να αποκλείσει τη χρήση των ήδη νομίμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων για τις περιπτώσεις εκείνες, που αποκαλύφθηκαν ήδη στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας για την οποία διατάχθηκε η άρση του απορρήτου, και μάλιστα όταν οι αξιόποινες συμπεριφορές που αποκαλύφθηκαν εκδηλώθηκαν στο πλαίσιο του ίδιου συνεκτικού ιστού βιοτικών εκδηλώσεων και συμβάντων, παρουσιάζοντας έτσι φυσική συνεκτικότητα ως αντικοινωνικές και αξιόποινες συμπεριφορές, συγκροτώντας ένα ενιαίο εγκληματικό φαινόμενο, ανεξαρτήτως της δικονομικής τους σχέσης ως συναφή εγκλήματα ή μη. Η ως άνω ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 10 του Ν. 2225/1994 ευθυγραμμίζεται πλήρως με το σκοπό του νόμου για στάθμιση μεταξύ του δικαιώματος του απορρήτου των επικοινωνιών, αφενός και της αρχής αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, αφετέρου. Και τούτο διότι ο νομοθέτης με τη συστηματική διάρθρωση των αποδεικτικών απαγορεύσεων στο Ν. 2225/1994, επιδεικνύει διάθεση διαβάθμισης της στάθμισης των ως άνω μεγεθών ανάλογα με τις περιστάσεις, υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα η σύγκρουση των ως άνω συμφερόντων (ΑΠ 254/2021, ΑΠ 1014/2020). Εξάλλου, τα στοιχεία της επικοινωνίας, τα οποία έγιναν γνωστά από την προηγουμένως διαταχθείσα άρση του απορρήτου, καθώς και οποιοδήποτε άλλο σχετικό με αυτή στοιχείο, δεν επιτρέπεται μεν να αξιοποιηθούν αποδεικτικά σε άλλη ποινική, πολιτική, διοικητική και πειθαρχική δίκη για σκοπό διαφορετικό από εκείνον που καθορίσθηκε με τη σχετική διάταξη, όμως, τα αποκαλούμενα στην περίπτωση αυτή “τυχαία ευρήματα” είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη και να τύχουν της προσήκουσας αποδεικτικής αξιοποίησης, όχι μόνο και σε άλλη ποινική δίκη, αλλά, ενόψει της διατύπωσης της συγκεκριμένης διάταξης και σε διοικητική ή πειθαρχική δίκη και διοικητική εν γένει διαδικασία, ιδίως όταν ο σκοπός δεν είναι διαφορετικός από αυτόν για τον οποίο διατάχθηκε η άρση του απορρήτου, με την προϋπόθεση βέβαια ότι έχει προηγηθεί σχετική επαρκώς αιτιολογημένη κρίση της δικαστικής αρχής που εξέδωσε την αρχική διάταξη (ΑΠ 1105/2022, ΑΠ 1014/2020, ΑΠ 1982/2018). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 εδ. α’ και β’ του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ. όριζε ότι: “Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Η τέλεση της πράξης του προηγουμένου εδαφίου με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη συνιστά επιβαρυντική περίσταση”. Με την όμοια, ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος, διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Π.Κ., από την οποία, όμως, απαλείφθηκε η επιβαρυντική περίσταση “της τέλεσης της πράξης με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη”, η ληστεία τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή. Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του Π.Κ. προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι αφενός μεν η κλοπή, αφετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντίστασης του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνειά του. Έτσι η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (άρθρο 372 του Π.Κ.) και της παράνομης βίας (άρθρο 330 του Π.Κ.). Το δεύτερο αυτό έγκλημα (παράνομη βία) είναι υπαλλακτικώς μικτό, οι τρόποι πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του οποίου μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή, στην περίπτωση της ληστείας η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος, είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής. Ως σωματική βία νοείται εκείνη που επιδρά κατά τρόπο άμεσο στο σώμα του εξαναγκαζομένου και υπερνικά την προβαλλόμενη ή αναμενόμενη αντίστασή του. Αν η ληστεία τελείται με την άσκηση σωματικής βίας, δεν απαιτείται να προκαλείται επικείμενος κίνδυνος σώματος ή ζωής. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεσή του να το παραδώσει, τη θέληση να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή του άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή στην κατοχή τρίτου, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση, καθώς και τη θέληση χρήσης σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεση του πράγματος (ΑΠ 1073/2022, ΑΠ 722/2022, ΑΠ 1392/2020). Εξάλλου κατά τη διάταξη του αυτού ως άνω άρθρου 308 Π.Κ., όπως ίσχυε από 1-7-2019 (Ν. 4619, ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019), “Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή” και κατά το άρθρο 309 Π.Κ., όπως ίσχυε επίσης από 1-7-2019, “Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή”, ενώ κατά τη διάταξη του ως άνω άρθρου 308 Π.Κ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 64 του Ν. 4855/2021, “Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή” και κατά το άρθρο 309 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του ως προς την απειλούμενη ποινή, από το άρθρο 65 του προαναφερθέντος Ν. 4855/2021 “Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη”. Η διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, όπως ίσχυε από 1-7-2019 σε σχέση με την προϊσχύσασα μέχρι τις 30-6-2019, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, δεν διαφέρει ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, (όπως ακριβώς συμβαίνει και με την τροποποιηθείσα διάταξη με τον ως άνω Ν. 4855/2021), είναι όμως ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή, αφού αντί της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών (δηλαδή έως πέντε ετών), που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, η προβλεπόμενη από αυτήν ποινή είναι φυλάκιση έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή και ήδη μετά τον Ν. 4855/2021, προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως τρία έτη (ΑΠ 857/2023, ΑΠ 974/2023). Απαιτούμενα στοιχεία για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι: α) σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 του Π.Κ., β) η πράξη να τελέσθηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη και γ) απλός (κοινός) δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 982/2023, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 812/2020, ΑΠ 824/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του Π.Κ., “αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στο νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός”. Με τον όρο “από κοινού”, με τον οποίο εκφράζεται η έννοια της συναυτουργίας, νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθενται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους υλικές ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς, ενώ, για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ., αρκεί να αναφέρονται σ` αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχτηκε, ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος, ως συναυτουργός (ΑΠ 982/2023 ΑΠ 98/2022, ΑΠ 1417/2022, 94/2020, ΑΠ 199/2020). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 982/2023, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 910/2022). Η συνδρομή του δόλου, κατ’ αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (ΑΠ 433/2023, ΑΠ 958/2023, ΑΠ 1041/2022, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 867/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων A. E. του S., δια του συνηγόρου του, υπέβαλε παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, με γραπτό κείμενο που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε προφορικά, τον ισχυρισμό περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας λόγω μη νόμιμης αποδεικτικής αξιοποίησης του υλικού των άρσεων απορρήτου για την υπ’ αριθμ. … τηλεφωνική σύνδεση, που χρησιμοποιούσε ο ίδιος. Ειδικότερα, ο άνω αναιρεσείων ανέφερε σχετικά με τον ισχυρισμό του αυτό τα εξής: ” … Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 18.10.2016 Διαβιβαστικό του Τ.Α. Αγίας Παρασκευής προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, στο πλαίσιο της υπό ABM … ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε προς διερεύνηση των υπό κρίση αξιόποινων πράξεων εξεδόθησαν Διατάξεις και Βουλεύματα για την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου των τηλεφωνικών συνδέσεων των συγκατηγορούμενών μου, προκειμένου να εντοπιστούν οι κεραίες που εξέπεμπαν σήμα οι εν λόγω τηλεφωνικές συνδέσεις κατά τη διάρκεια που έλαβαν χώρα οι αποδιδόμενες κατηγορίες. Ουδέποτε εξεδόθη Διάταξη ή Βούλευμα για την άρση απορρήτου της υπ’ αριθμ.. … τηλεφωνικής σύνδεσης που μου ανήκει, προφανώς γιατί η εν λόγω σύνδεση δεν κρίθηκε ως ύποπτη. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η αξιοποίηση του αποδεικτικού υλικού της άρσης απορρήτου άλλων τηλεφωνικών συνδέσεων, προκειμένου να εντοπιστούν οι κεραίες που εξέπεμπαν σήμα οι εν λόγω τηλεφωνικές συνδέσεις κατά τη διάρκεια που έλαβαν χώρα οι αποδιδόμενες κατηγορίες, δυνάμει των οποίων προέκυψε και η κεραία σήματος που εξέπεμπε και η δική μου τηλεφωνική σύνδεση (…) προκαλεί απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρθρον 171 παρ. 1 περ. δ’, 177 παρ. 2 ΚΠΔ, καθότι πραγματοποιήθηκε χωρίς τις προϋποθέσεις και εγγυήσεις των άρθρων 4 και 5 του Ν. 2225/1994 και ως εκ τούτου αντίκειται σε κάθε έννοια συνταγματικής νομιμότητας και συνιστά παράνομο και απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, η δε χρήση του είναι απολύτως άκυρη, διότι θίγει τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται και το κατοχυρωμένο στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ “δικαίωμα σε δίκαιη δίκη”…
Συνεπώς, η όποια τοποθεσία προέκυψε από την άρση απορρήτου των έτερων τηλεφωνικών συνδέσεων και αφορά την υπ’ αριθμ. … τηλεφωνική σύνδεση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο Σας”. Το Ε’ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 3351/2023 απόφασή του, απάντησε ειδικά επί του ισχυρισμού αυτού του αναιρεσείοντος, με αιτιολογία που διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του, για την ενοχή. Ειδικότερα, το Ε’ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία του 1ου κατηγορουμένου), δέχθηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ’ είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, όπως αναφέρονται επακριβώς, πραγματικά περιστατικά και δη : “Στην προκειμένη περίπτωση, από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, από την απολογία του 1ου κατηγορουμένου και γενικά από όλη την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ.1 ΚΠΔ, αρχή της ηθικής απόδειξης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 3/11/2015 και περί ώρα 04.16 δύο άτομα φορώντας κουκούλες και γάντια αφού πρώτα σκαρφάλωσαν στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου οικίας που βρίσκεται επί της οδού … στην Αγία Παρασκευή Αττικής, Σ. Π., μεταπήδησαν στην οροφή της συνορεύουσας μονοκατοικίας επί του αριθμού 52Α ιδιοκτησίας Κ. Ο.. Στη συνέχεια κατέβηκαν από εξωτερική σκάλα που βρίσκεται στο πίσω μέρος της οικίας αυτής και συνδέει την ταράτσα με την αυλή, αφού παραβίασαν την εξωτερική πόρτα εισόδου της επιχείρησης επισκευής τεντών που διατηρεί η προαναφερόμενη στο οπίσθιο τμήμα της οικίας της, κατάφεραν να εισέλθουν εντός της οικίας της, μέσω μίας εσωτερικής ανασφάλιστης πόρτας που συνδέει την επιχείρηση με το υπόλοιπο σπίτι. Ακολούθως, προχώρησαν στην κρεβατοκάμαρα όπου κοιμόταν η Ο. Κ. και επιτέθηκαν σ’ αυτήν με ιδιαίτερη βία, χτυπώντας την επίμονα με δύναμη στο κεφάλι και στο σώμα, ενώ παράλληλα την ακινητοποίησαν σε πρόσθια θέση στο κρεβάτι. Ένας εκ των δραστών απευθύνθηκε στην ως άνω παθούσα με την φράση “πες μας που είναι τα λεφτά μωρή γιατί θα σε θάψω, θα δεις τι θα πάθεις, φέρε το μαχαίρι να αρχίσουμε να κόβουμε δάχτυλα”, αφενός μεν για να της δώσουν να καταλάβει ότι δεν αστειεύονται και ότι είναι αποφασισμένοι να εντοπίσουν τιμαλφή και χρήματα, αφετέρου δε για να την τρομοκρατήσουν, ασκώντας της ιδιαίτερη ψυχολογική βία προκαλώντας της τρόμο. Ο δράστης που ακινητοποίησε την παθούσα, τον οποίο η παθούσα κατάφερε να δει στιγμιαία, ήταν μετρίου αναστήματος κανονικής σωματικής διάπλασης, και φορούσε γκρι μπλούζα τύπου φούτερ και πλεκτά γάντια σκούρου χρώματος. Το πρόσωπο του ήταν καθαρό, σχετικά ανοιχτόχρωμο και δεν είχε γένια, χωρίς όμως η παθούσα να διακρίνει και να συγκρατήσει περαιτέρω χαρακτηριστικά του. Ο ένας εξ αυτών μιλούσε καλά ελληνικά, αλλά είχε αλβανική προφορά. Τον έτερο δράστη η παθούσα δεν τον είδε και δεν τον άκουσε καθόλου. Οι δράστες παρέμειναν εντός της παραπάνω οικίας, έχοντας ακινητοποιημένη την παθούσα, περίπου μια ώρα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους εντόπισαν και αφαίρεσαν, από διάφορα σημεία του σπιτιού, το χρηματικό ποσό των (26.100) ευρώ, ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας IPHONE 4S χρώματος άσπρου αξίας (450) ευρώ με την υπ’ αριθ. … τηλεφωνική σύνδεση και αριθμό …, έναν (1) φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας MACBOOK χρώματος άσπρου με S/N … αξίας (1.450), (5) δαχτυλίδια συνολικής αξίας ευρώ και διάφορα άλλα κοσμήματα και σταυρούς, τα οποία η παρούσα δεν μπόρεσε να προσδιορίσει επακριβώς λόγω του πλήθους των κοσμημάτων που κατείχε. Η συνολική αξία όλων των κλοπιμαίων, υπολογίζεται στο ύψος των (100.000) ευρώ, Μετά την αποχώρηση των δραστών και αφού πέρασαν περίπου 15 λεπτά, η παθούσα περί ώρα 05:30, τηλεφώνησε στην κόρη της Ν. Π., η οποία ενημέρωσε το Κέντρο Άμεσης Δράσης και αμέσως μετέφερε την μητέρα της στο ΚΑΤ όπου διαγνώσθηκαν κακώσεις σε σημεία του σώματος της καθώς και κατά τη γενόμενη ιατροδικαστική εξέταση και συγκεκριμένα εκτεταμένη εκχύμωση με έντονο συνοδό οίδημα σε όλο το δεξιό ημιμόριο του προσώπου, εκδορά στην αριστερή πλευρά της ρινός, εκδορά κατά τη μεσότητα της βλεννογονικής επιφάνειας του κάτω χείλους, εκχύμωση στη δεξιά πρόσθια θωρακική χώρα εκχύμωση στο κάτω τριτημόριο της δεξιάς οπίσθιας θωρακικής χώρας, εκτεταμένη εκχύμωση στη ραχιαία επιφάνεια αμφοτέρων των άκρων χειρών, ιδίως της δεξιάς, οίδημα δακτύλων σε αμφότερα τα άνω άκρα, ιδίως της αριστερής άκρας χειρός (βλ.3/11/2015 ιατρική γνωμάτευση, 9.11.2015 ιατροδικαστική έκθεση Χ.. Σ.). Προκειμένου να βρεθούν οι ως άνω δράστες αξιωματικοί του ΤΑ Αγίας Παρασκευής εξερεύνησαν την ίδια ημέρα πρωινές ώρες την πέριξ περιοχή για εντοπισμό τυχόν καμερών, ικανών για χορήγηση αξιοποιήσιμου βιντεοληπτικού υλικού. Αποτέλεσμα των ερευνών ήταν ο εντοπισμός κάμερας ασφαλείας στο μπαλκόνι διαμερίσματος 1ου ορόφου της επί της οδού … αρ. 54, παρακείμενης πολυκατοικίας, ιδιοκτησίας Σ. Π., ο οποίος χορήγησε στου αστυνομικούς, σε ψηφιακή συσκευή αποθήκευσης τύπου usb stick, βιντεοληπτικό υλικό, που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 01:00 έως 05:30 ώρα της 03/11/2015. Από αυτό το βιντεοληπτικό υλικό προκύπτει ότι δύο άντρες μεταπήδησαν στην οικοδομή της Ο. Κ. και εισήλθαν εντός αυτής. Στις 10/11/2015, η παθούσα μετέβη εκ νέου στο ως άνω Α. Τ, καταθέτοντας ότι μέσω εφαρμογής του κινητού της τηλεφώνου, έλαβε στίγμα σχετικά με την τοποθεσία που είχε ενεργοποιηθεί η συσκευή. Πιο συγκεκριμένα, περί ώρα 16:32 της 09/11/2015 το κινητό τηλέφωνο βρισκόταν βορειοδυτικά της στο δρόμο SH71 με κατεύθυνση το Έλμπασαν Αλβανίας. Επίσης χορήγησε φωτογραφίες που απεικόνιζαν το ακριβές σημείο, φωτογραφίες που είχαν ληφθεί από τον χρήστη του κινητού τηλεφώνου που απεικόνιζαν στιγμιότυπα από εργοτάξιο στη περιοχή της Αλβανίας, πλην όμως οι Αλβανικές Αρχές δεν κατάφεραν να εντοπίσουν τον χρήστη του παραπάνω κινητού. Προκειμένου να διακριβωθούν τα στοιχεία της ταυτότητας των παραπάνω δραστών αστυνομικοί του ως άνω Α.Τ διενήργησαν δοκιμαστικές κλήσεις (σάρωση κεραιών κινητής τηλεφωνίας), ώστε να προσδιορισθούν ποια ή ποιες κεραίες των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας εξυπηρετούν την επίδικη οδό (…). Ακολούθως, εκδόθηκε η από 7/12/2015 υπ’ αριθμ. Β274α/ 15 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με το υπ’ αριθ. 4750/2015 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο ζητήθηκαν από τις εταιρίες κινητής τηλεφωνίας να αναφέρουν ποια ή ποιες κεραίες εξυπηρετούν την ως άνω οδό. Από τις κεραίες που θα προκύψουν να χορηγηθεί λίστα δεδομένων σχετικά με τις κλήσεις που εξυπηρετήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από τις 2.30 της 3/11/2015 έως τις 5.30 της 3/11/2015 και συγκεκριμένα τους αριθμούς καλούντων και καλουμένων, την ακριβή ώρα και τη διάρκεια των μεταξύ τους τηλεφωνικών συνομιλιών. Σε εκτέλεση του εν λόγω βουλεύματος και κατόπιν σχετικού αιτήματος του Α.Τ. προς τις εταιρείες υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας για την παροχή στοιχείων, οι εταιρείες WIND, COSMOTE, VODAFONE, παρείχαν τα αιτούμενα στοιχεία τα οποία υποβλήθηκαν στις 02/02/2016 στην ΔΙ.Δ.Α.Π του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. προκειμένου να αναλυθούν. Από την ανάλυση των στοιχείων αυτών προέκυψε ότι: στις 03:59:35 της 03/11/2015, ο χρήστης του αριθμού κλήσης …, μέσω τηλεφωνικής συσκευής μάρκας SONY ERICSSON Κ77701 με αριθμό ΙΜΕΙ …, ενεργοποιώντας την κεραία με ονομασία T., πλησίον δηλαδή του σημείου που έλαβε χώρα το παραπάνω συμβάν, πραγματοποιεί μία επικοινωνία διάρκειας δέκα δευτερολέπτων προς τον χρήστη του αριθμού κλήσης …. Αυτός ο αριθμός είχε ως συνδρομητή τον Β. S. και ενεργοποιήθηκε για πρώτη φορά στις 5-10-2015. Στις 05:12:35 ο χρήστης του αριθμού κλήσης … πραγματοποιεί μία επικοινωνία διάρκειας είκοσι επτά δευτερολέπτων προς τον χρήστη του αριθμού κλήσης … ενεργοποιώντας και πάλι την κεραία με ονομασία T. ανωτέρω επικοινωνίες είναι συμβατές με τις ώρες εισόδου και εξόδου των δραστών στην οικία της παθούσας.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμ.Δ162α/16 από 27-5-2016 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με το με αριθμ. 1806/2016 βούλευμα ΣυμβΠλημ/κών Αθηνών, με το οποίο ζητήθηκε η άρση απορρήτου των τηλεφωνικών αυτών αριθμών και συγκεκριμένα οι κλήσεις από και προς …, … τηλεφωνική σύνδεση για το χρονικό διάστημα από 5-10-2015 έως 5-12-2015 και οι κεραίες που ενεργοποιήθηκαν, οι ακριβείς ώρες που έγιναν αυτές, διάρκεια, τα στοιχεία των συνδρομητών (καλούντων και καλουμένων), κωδικούς ΙΜΕΙ ενεργοποιουμένων συσκευών κλπ). Από τα στοιχεία που χορηγήθηκαν από τις εταιρίες αυτές, προκύπτει αφενός μεν ότι υπήρχε πληθώρα επικοινωνιών σε καθημερινή βάση μεταξύ των υπ’ … και … τηλεφωνικών συνδέσεων καθώς και ότι την 3/11/2015 (που διαπράχθηκε η ληστεία σε βάρος της Κ., ο χρήστης υπ’ αριθμ. … την 05:34 ώρα της ημέρας αυτής δέχεται κλήση την … και αμφότερες οι εν λόγω συνδέσεις ενεργοποιούν την κεραία κινητής τηλεφωνία … 6, που βρίσκεται στην περιοχή της παρούσας. Επίσης αποδείχθηκε ότι δύο ημέρες πριν από την ως άνω ληστεία σε βάρος της Κ. και συγκεκριμένα 1/2015, μεταξύ των ωρών 05:30 έως 14:00, άγνωστοι εισήλθαν στην επί της οδού … στον κατοικία του ΝΙΚΟΛΑΡΟΠΟΥΛOΥ Περικλή και αφαίρεσαν 5.000 ευρώ και πληθώρα τιμαλφών και κοσμημάτων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και. συγκεκριμένα επτά (7) χρυσούς σταυρούς με πολύτιμους λίθους και τις καδένες αυτών, έναν (1) ασημένιο σταυρό με ημιπολύτιμους λίθους, δώδεκα (12) βιβλία με χρυσά εξώφυλλα, οκτώ (8) μικρούς πορσελάνινους αμφορείς, είκοσι (20) χρυσές πένες. Ο προαναφερόμενος Π. Νικολαρόπουλος ήταν πρώην κουνιάδος της Ο. Κ., ιερωμένος, ευκατάστατος και ζούσε μόνος του, η δε κατοικία του (… Χολαργός) βρίσκεται σε μικρή απόσταση από την οδό … που έλαβε χώρα η ληστεία σε βάρος της Κ.. Στα πλαίσια της διερεύνησης της πράξης αυτής κατόπιν της προαναφερθείσας νόμιμης άρσης απορρήτου τηλεφωνικών επικοινωνιών, οπότε προέκυψε ότι οι υπ’ αριθμ…. ,… συνδέσεις, την 01/11/2015 και από ώρα 04:27′ έως και ώρα 07:59, ενεργοποιούν, εκ περιτροπής, τις κεραίες δικτύου κινητής τηλεφωνίας με τις ονομασίες … 2, … 3. … S, HOLARGOS ElDAP I, ΗOLARGOS EIDAP 3 HOLARGOS EIDAΡ 4, υποδηλώνοντας επομένως την παρουσία τους στην περιοχή κατά τις ώρες που πραγματοποιήθηκε η κλοπή στην οικία του Ν., απορριπτόμενου του ισχυρισμού του 3ου κατηγορουμένου περί ακυρότητας των ως άνω αποδεικτικών μέσων, αφού όπως προαναφέρθηκε έγινε νόμιμα η άρση απορρήτου των ως άνω τηλεφωνικών συνδέσεων. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι χρήστες των παραπάνω τηλεφωνικών συνδέσεων είναι οι κατηγορούμενοι. Ειδικότερα: α) ο αριθμός … αντιστοιχεί σε συνδρομητή με στοιχεία Β. S., κάτοικος Αθηνών Αττικής (…), που όμως είναι ανύπαρκτος αλλοδαπός (“αχυράνθρωπος”), ενώ πραγματικός χρήστης της σύνδεσης αυτής είναι ο 2ος κατ/νος Φ. Β.. αφού, όταν αυτός συνελήφθη, στις 29/02/2016, στη Χίο, κατείχε κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA με κάρτα SIM που στην εν λόγω τηλεφωνική σύνδεση, β) χρήστης της υπ’αριθμ. … τηλεφωνικής σύνδεσης είναι ο 3ος κατηγορούμενος A. E., αφού όταν αυτός συνελήφθη από κοινού με τον 2° κατηγορούμενο στη Χίο, στις 29/02/2016 κατείχε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA χρώματος μαύρου, με αριθμό κάρτας SIM … που αντιστοιχεί σ’ αυτή την τηλεφωνική σύνδεση. Το τηλέφωνο αυτό ανήκε στον Καλλιακούδα Γεώργιο, κάτοικο Πατρών, υπάλληλο της WIND και το πώλησε στη σύζυγο του 2ου κατηγορουμένου H. V. ,γ) η με αριθμ. … τηλεφωνική σύνδεση αντιστοιχεί σε συνδρομητή με στοιχεία MR ILTAF AHMAD, ο οποίος όμως είναι ανύπαρκτος αλλοδαπός, ενώ ο πραγματικός χρήστης της σύνδεσης αυτής είναι ο 1ος κατηγορούμενος K. E., αφού με την εν λόγω σύνδεση, επικοινωνεί συχνά η με αριθμ.6989282737, η οποία ανήκει στη σύζυγό του …. Η τελευταία κατά το χρονικό διάστημα από 10/10/2015 έως 1/11/2015 κάλεσε και μίλησε με το χρήστη της εν λόγω τηλεφωνικής σύνδεσης 5 φορές. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν κατείχε ούτε χρησιμοποιούσε την σύνδεση αυτή, ότι δεν είχε επαφές και συνομιλίες με τους λοιπούς κατηγορουμένου, οι οποίοι όμως αναιρούνται από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και θα πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, από την εργαστηριακή εξέταση του κινητού τηλεφώνου της με αριθμ…. τηλεφωνικής σύνδεσης, που διενεργήθηκε κατόπιν εκδόσεως του με αριθμ. 2049/14.6.2016 βουλεύματος, προέκυψαν 310 επαφές, 10 αναπάντητες κλήσεις και 10 ληφθείσες κλήσεις, 19 εξερχόμενες κλήσεις, 152 εισερχόμενα μηνύματα SMS και 8 εξερχόμενα μηνύματα SMS. Μεταξύ των επαφών του παραπάνω τηλεφώνου ανευρέθηκε και η με αριθμ…. με το όνομα Ε. που παραπέμπει στο μικρό όνομα του 30U κατηγορουμένου καθώς επίσης και μία με το όνομα V. (προσωνύμιο κατά την αλβανική διάλεκτο -υποκοριστικό του E.), η οποία είναι αντιστοιχισμένη με την με αριθμ. … τηλεφωνική σύνδεση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι 1ος κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος της παθούσας κατά το διάστημα από Νοέμβριο 2005 έως 31-8-2006. Σε αυτό το διάστημα που εργαζόταν στην παθούσα, λόγω του ότι η οικογενειακή επιχείρηση που διατηρούσε η ανωτέρω μαζί με τον εν ζωή σύζυγο της συστεγαζόταν με την οικία της, ο 1ος κατ/νος σε καθημερινή βάση είχε πρόσβαση και περνούσε πολλές ώρες της ημέρας στο σπίτι της παθούσας στην οδό … στην Αγία Παρασκευή, γνωρίζοντας την πρόσβαση στην οικοδομή της, τη διαρρύθμιση αυτής και ότι αν κάποιος παραβίαζε απλώς την πίσω πόρτα της οικίας της περνώντας μέσα από το χώρο της επιχείρησης, καταλήγει μέσω μιας εσωτερικής ανασφάλιστης πόρτας, στην κουζίνα. Επίσης, γνώριζε για την εξωτερική σκάλα πού συνδέει την πίσω αυλή με την ταράτσα του σπιτιού της, και εν συνεχεία με το μπαλκόνι του διαμερίσματος 1ου ορόφου στον αριθμό 5 Β της οδού …. Η παθούσα τον απέλυσε την 31/08/2006, γιατί ήταν επιθετικός απέναντι της και την απείλησε ότι θα της κάνει κακό, θα την εκδικηθεί και θα την καταστρέψει. Ο 1ος κατ/νος γνώριζε επίσης τον πρώην κουνιάδο της παθούσας, Ν. Π. και την κατοικία αυτού επί οδού … στο Χολαργό που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τη οδό … που έλαβε χώρα η ληστεία σε βάρος της Κ. και επίσης ότι ο ανωτέρω είναι ευκατάστατος και ότι ζούσε μόνος του, είχε δε επισκεφθεί την οικία του με την θυγατέρα της παθούσας. Ο 1ος αξιοποίησε όλες ως άνω πληροφορίες τις οποίες γνωστοποίησε στους λοιπούς (2° και 3°) κατ/νους με τους οποίους σχεδίασαν λεπτομερώς τον τρόπο και τον χρόνο της εγκληματικής δράσης ο ίδιος δε στην περίπτωση της ληστείας σε βάρος της Κ. έμεινε εκτός της οικίας προκειμένου να μην γίνει αντιληπτός από την παθούσα, καθώς η τελευταία τον γνώριζε. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο1ος κατ/νος στην Αθήνα, μεταξύ της 31/12/2005 και της 8/11/2016 κατάρτισε την με αριθμό … πινακίδα κυκλοφορίας, η οποία ήταν πλαστή εξ υπαρχής, καθόσον η γνήσια είχε ήδη κατατεθεί στην Ε’ ΔΟΥ Πειραιά με την υπ’ αριθμ. …2015 δήλωση ακινησίας του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ οχήματος ιδιοκτησίας του. Είχε κατασκευάσει την πλαστή αυτή πινακίδα που δεν είχε εκδοθεί από το αρμόδιο προς τούτο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, από φύλλο αλουμινίου, με περιμετρική γραμμή πλαισίου (νεύρωση), γράμματα και αριθμούς κυκλοφορίας ανάγλυφα και εκτυπωμένα με τη χρήση μεταλλικών ή πλαστικών μητρών, η οποία (πινακίδα κυκλοφορίας) στερείτο της γνήσιας ανάγλυφης στρογγυλής σφραγίδας του κράτους με τις ενδείξεις “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ”, του ειδικού αντανακλαστικού δαπέδου αργυρόλευκου χρώματος και των γνησίων ενδείξεων “GR” και το έμβλημα της EE. Προέβη δε στην εν λόγω πράξη προκειμένου να δημιουργήσει την εντύπωση ότι το όχημα του, μάρκας VW POLO, με αριθμό πλαισίου …, έφερε πράγματι το συγκεκριμένο αριθμό κυκλοφορίας που δήθεν είχε νομίμως εκδοθεί από το αρμόδιο προς τούτο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών και ακολούθως προέβη σε χρήση του εν λόγω εγγράφου επιθέτοντας το σε αυτό προβαίνοντας σε παράνομη κυκλοφορία του ανωτέρω οχήματος, καθόσον κατόπιν της προαναφερόμενης Δήλωσης Ακινησίας και κατάθεσης των γνησίων πινακίδων κυκλοφορίας στην αρμόδια ΔΟΥ, όφειλε να το έχει σταθμεύσει και να μην το θέτει σε κυκλοφορία. Επίσης ο ίδιος ως άνω κατηγορούμενος στη Δραπετσώνα, στις 31-12-2015, κατά την κατάθεση των γνησίων πινακίδων με αριθμό κυκλοφορίας … στη Δ.Ο.Υ. Πειραιά με την υπ’ αριθ. 3681/31-12-2015 δήλωση ακινησίας αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, εν γνώσει του δήλωσε σε έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986 ενώπιον της ανωτέρω αρχής ότι το εν λόγω όχημα βρίσκεται σε κλειστό ιδιόκτητο χώρο επί της οδού … στο Πέραμα, ιδιοκτησίας του Ι. Κ., ενώ αυτό ήταν ψευδές, καθόσον ουδέποτε το έθεσε σε ακινησία, αλλά το διατηρούσε σε κυκλοφορία. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν πλήρως το δικαστήριο πείστηκε χωρίς να καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τις κατωτέρω πράξεις : α) Κλοπής από κοινού: υπό την πλημμεληματική της μορφή (όλοι), ως πρωτοδίκως, β) ληστείας από κοινού (οι 2ος και 3ος), γ) επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού (οι 2ος και 3ος), δ) απλής συνέργειας σε ληστεία από κοινού (ο 1ος), κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από άμεση συνεργεία από κοινού κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου, πράξη για την οποία προβλέπεται ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση”. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της ληστείας από κοινού, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και της κλοπής από κοινού και τον καταδίκασε, μετά από αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ του Π.Κ., σε συνολική ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και δεκαεννέα (19) μηνών, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά διατακτικό: “ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους 2° και 3° (αναιρεσείοντα) κατηγορουμένους ενόχους του ότι: Α) Στην Αγία Παρασκευή Αττικής, στις 3-11-2015 και ώρα 02:30, με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής καθώς και με σωματική βία εναντίον προσώπου, ενεργώντας από κοινού, με κατανομή έργου κατά τρόπο ώστε να πράττουν κάθε φορά ό,τι απαιτείτο για να επιτευχθεί ο σκοπός τους, ήτοι τόσο να ασκούν τη βία όσο και να αφαιρούν χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, αφαίρεσαν από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθούν από κοινού παράνομα. Συγκεκριμένα, από κοινού και με κοινό δόλο, αφού μετέβησαν στην οδό … αρ. 52, εισήλθαν στην κείμενη επί της ανωτέρω οδού μονοκατοικία, όπου διαμένει η παθούσα Ο. Κ. του Α. και ακολούθως με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής καθώς και με την άσκηση σωματικής βίας σε βάρος της, την ακινητοποίησαν πρόσθια στο κρεβάτι της, δένοντας τους αστραγάλους της καθώς και τα χέρια της πίσω από την πλάτη. Στη συνέχεια, προκειμένου να υπερνικήσουν την αντίσταση που ανέμεναν να προτάξει, της επέφεραν επανειλημμένως χτυπήματα με τα χέρια τους στο κεφάλι, στον θώρακα, στην κοιλιακή χώρα, στην πλάτη, στα χέρια, στα δάκτυλα, καθώς και σε όλο της το σώμα, με αποτέλεσμα να αφαιρέσουν ανεμπόδιστα από την κατοχή της τα επιμέρους χρηματικά ποσά των 15.000 ευρώ, 6.000 ευρώ, 1.500 ευρώ και 3.000 ευρώ, την τσάντα της που περιείχε, μεταξύ άλλων, το χρηματικό ποσό των 600 ευρώ, δύο κάρτες ανάληψης από την Τράπεζα EUROBANK και Τράπεζα ΠΕΙΡΑΙΩΣ και μια αίτηση από το ΚΕΠ Χολαργού για την επανέκδοση της άδειας κυκλοφορίας του υπ’ αριθ. … οχήματος, λόγω απώλειάς της, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Ι-ΡΗΟΝΕ 4S, χρώματος άσπρου, αξίας 450 ευρώ με αριθμό σύνδεσης … και ΙΜΕΙ: …, ένα φορητό Η/Υ μάρκας MACBOOK με αριθμό S/N: …, χρώματος άσπρου, αξίας 1.450 ευρώ, έναν αφυγραντήρα, μάρκας ROHNSON αξίας 250 ευρώ, καθώς και κοσμήματα και τιμαλφή συνολικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται πέντε (5) δακτυλίδια συνολικής αξίας 5.000 ευρώ και σταυροί. Εν συνεχεία, διέφυγαν συναποκομίζοντας τα ανωτέρω αφαιρεθέντα. Β) Στην Αγία Παρασκευή Αττικής, στις 3-11-2015 και ώρα 02.30, ενεργώντας από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, με πρόθεση προξένησαν σε άλλον σωματική κάκωση κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα, από κοινού και με κοινό δόλο ενεργώντας μαζί, επέφεραν επανειλημμένως με τα χέρια τους χτυπήματα στο κεφάλι, στον θώρακα, στην κοιλιακή χώρα, στην πλάτη, στα χέρια, στα δάχτυλα, καθώς και σε όλο της το σώμα, της παθούσας Ο. Κ.. του Α.. Με τον τρόπο δε αυτό, προξένησαν σωματικές βλάβες σε ευπαθή σημεία του σώματος της παθούσας, ήτοι κακώσεις κρανίου, θώρακος, άκρας χειρός (άμφω) και κοιλίας, ενώ από το μέσο που χρησιμοποίησαν και τα ευπαθή σημεία του σώματος της που έπληξαν θα μπορούσε να προκληθεί σε αυτήν κίνδυνος για τη ζωή της ή βαριά σωματική της βλάβη. Γ ) Κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού, αφαίρεσαν ξένα ολικά κινητά πράγματα από την κατοχή άλλου με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν από κοινού παράνομα, τούτο δε έπραξαν με κατανομή έργου κατά τρόπο ώστε να πράττουν κάθε φορά ό,τι απαιτείτο για να επιτευχθεί ο σκοπός τους. Ειδικότερα, στον Χολαργό Αττικής, την 1-10-2015 μεταξύ των ωρών 05.30 και 14.00, από κοινού και με κοινό δόλο με τον πρώτο κατηγορούμενο E.. K. , με πρόθεση αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένα ολικά κινητά πράγματα, για να τα ιδιοποιηθούν από κοινού παράνομα. Συγκεκριμένα, αφού παραβίασαν το παντζούρι του παραθύρου της κρεβατοκάμαρας της ισόγειας μονοκατοικίας, επί της οδού …, όπου διαμένει ο παθών Π. Ν. του Α.., εισήλθαν στην ανωτέρω μονοκατοικία, ερεύνησαν το εσωτερικό της και αφαίρεσαν από την κατοχή του το χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, καθώς κοσμήματα και τιμαλφή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται επτά (7) χρυσοί σταυροί με πολύτιμους λίθους μαζί με τις καδένες, ένας(1) ασημένιος σταυρός με ημιπολύτιμους λίθους, δώδεκα (12) βιβλία με χρυσά εξώφυλλα, οκτώ (8) μικροί πορσελάνινοι αμφορείς και είκοσι (20) χρυσές πένες, που ιδιοποιήθηκαν από κοινού παρανόμως”. Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠοινΔ, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω μη νόμιμης αποδεικτικής αξιοποίησης του υλικού των άρσεων απορρήτου, όσον αφορά την υπ’ αριθμ. … τηλεφωνική σύνδεση, που χρησιμοποιούσε ο ίδιος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον παραδεκτά προταθέντα προαναφερόμενο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί μη νόμιμης αποδεικτικής αξιοποίησης του αποδεικτικού υλικού της άρσης απορρήτου άλλων τηλεφωνικών συνδέσεων, προκειμένου να εντοπιστούν οι κεραίες που εξέπεμπαν σήμα οι εν λόγω τηλεφωνικές συνδέσεις κατά τη διάρκεια που έλαβαν χώρα οι αποδιδόμενες κατηγορίες, δυνάμει των οποίων προέκυψε και η κεραία σήματος που εξέπεμπε η τηλεφωνική σύνδεση του αναιρεσείοντος (…), με την προεκτεθείσα ειδική αιτιολογία που διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του για την ενοχή και ειδικότερα δεχόμενο ότι δεν υφίσταται ακυρότητα από την αξιοποίηση του υλικού της άρσης απορρήτου, διότι αυτή είχε διαταχθεί νόμιμα. Με την απορριπτική, του ως άνω ισχυρισμού του κατηγορουμένου – αναιρεσείοντος, κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και την αποδεικτική αξιοποίηση του υλικού της άρσης απορρήτου των άλλων τηλεφωνικών συνδέσεων με αριθμούς … και …, για τις οποίες είχε λάβει χώρα νόμιμη, δυνάμει των υπ’ αριθμ. 4750/2015 και 1806/2016 βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και τούτο διότι το ως άνω υλικό δεν αποτελούσε παράνομο, αλλά νόμιμο αποδεικτικό μέσο, που αφορούσε τα στοιχεία των άνω τηλεφωνικών συνδέσεων και είχε ληφθεί σύμφωνα με το νόμο και αφού είχε προηγηθεί η έκδοση των προαναφερθέντων βουλευμάτων, ενώ το τυχαίο εύρημα της υπ’ αριθμ. … τηλεφωνικής σύνδεσης, που χρησιμοποιούσε ο αναιρεσείων, νομίμως αξιοποιήθηκε αποδεικτικά, καθόσον πρόκειται για την ίδια ακριβώς ποινική δίκη, ενώ και ο σκοπός δεν είναι διαφορετικός από αυτόν για τον οποίο διατάχθηκε η κατά τα άνω νόμιμη, αρχική άρση του απορρήτου των άλλων τηλεφωνικών συνδέσεων και δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, που προηγήθηκε, ο νομοθέτης δεν θέλησε να αποκλείσει τη χρήση των αποδεικτικών μέσων για τις περιπτώσεις εκείνες, που αποκαλύφθηκαν στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας, για την οποία διατάχθηκε νόμιμα η άρση του απορρήτου, και μάλιστα όταν οι αξιόποινες συμπεριφορές που αποκαλύφθηκαν εκδηλώθηκαν στο πλαίσιο του ίδιου συνεκτικού ιστού βιοτικών συμβάντων, παρουσιάζοντας έτσι φυσική συνεκτικότητα ως αντικοινωνικές και αξιόποινες συμπεριφορές, συγκροτώντας ένα ενιαίο εγκληματικό φαινόμενο, όπως στην ένδικη υπόθεση, ενώ περαιτέρω, σύμφωνα και με όσα επίσης προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν είναι ανεπίτρεπτη η αποκάλυψη και αναφορά του αριθμού και των στοιχείων του κατόχου των τηλεφωνικών συνδέσεων που κλήθηκαν από ορισμένη τηλεφωνική σύνδεση, ή του αριθμού και των στοιχείων του κατόχου των τηλεφωνικών συνδέσεων από τις οποίες ο τελευταίος, δέχθηκε τηλεφωνικές κλήσεις, και του χρόνου και του τόπου των συνδιαλέξεων, αφού με την προαναφερόμενη συνταγματική αρχή, προστατεύεται το περιεχόμενο της επικοινωνίας και όχι η ύπαρξη αυτής και τα εξωτερικά της στοιχεία. Περαιτέρω, με τις προεκτιθέμενες παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με όσα αναγράφονται στο διατακτικό αυτής, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη, από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις της ληστείας από κοινού, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και της κλοπής από κοινού, καθόσον αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, α) τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή τους, β) τα αποδεικτικά μέσα αναλυτικά κατά το είδος τους, επί των οποίων στηρίχθηκε για να μορφώσει την περί αυτού κρίση του και γ) οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδαφ. α’, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 308 παρ. 1 – 309, 372 παρ. 1 και 380 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις της ληστείας από κοινού και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού, προσδιορίζονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού και διατακτικού της συνάγεται, τα πραγματικά περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών, διαλαμβάνονται ειδικές σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος – κατηγορούμενου για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, με αναλυτική παράθεση των περιστατικών, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και με την προσήκουσα κατά τούτο αιτιολογική επάρκεια και σαφήνεια, θεμελιώνονται οι παραδοχές της απόφασης και η στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς και υποκειμενικώς των άνω εγκλημάτων. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται κατ’ ορθή εφαρμογή του νόμου και με αιτιολογική επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τόπος, ο χρόνος, ο τρόπος και οι συνθήκες, υπό τις οποίες ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, με κοινό δόλο και ενεργώντας από κοινού με τον αναφερόμενο συναυτουργό του, Β. Φ., διέπραξαν την εν λόγω αξιόποινη πράξη και δη αναφέρεται ότι επέφεραν επανειλημμένως με τα χέρια τους χτυπήματα στο κεφάλι, στο θώρακα, στην κοιλιακή χώρα, στην πλάτη, στα χέρια, στα δάχτυλα, καθώς και σε όλο της το σώμα, της παθούσας Ο. Κ.. και με τον τρόπο αυτό, προξένησαν σωματικές βλάβες σε ευπαθή σημεία του σώματος της παθούσας, ήτοι κακώσεις κρανίου, θώρακος, άκρας χειρός (άμφω) και κοιλίας, ενώ από το μέσο που χρησιμοποίησαν και τα ευπαθή σημεία του σώματός της που έπληξαν, θα μπορούσε να προκληθεί σε αυτήν κίνδυνος και για τη ζωή της. Από τις προεκτιθέμενες δε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται με σαφήνεια και επάρκεια η σύμπραξη και ο κοινός δόλος του αναιρεσείοντος και του ανωτέρω αναφερόμενου συναυτουργού, στην εκτέλεση της εν λόγω αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού, χωρίς να είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να εξειδικεύονται οι επιμέρους υλικές ενέργειες καθενός συναυτουργού. Δεν υφίσταται ασάφεια, ούτε αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι “προχώρησαν στην κρεβατοκάμαρα όπου κοιμόταν η Ο. Κ. και επιτέθηκαν σ’ αυτήν με ιδιαίτερη βία, χτυπώντας την επίμονα με δύναμη στο κεφάλι και στο σώμα, ενώ παράλληλα την ακινητοποίησαν σε πρόσθια θέση στο κρεβάτι” και της μετέπειτα παραδοχής ότι “Ο δράστης που ακινητοποίησε την παθούσα, τον οποίο η παθούσα κατάφερε να δει στιγμιαία … Τον έτερο δράστη η παθούσα δεν τον είδε και δεν τον άκουσε καθόλου”, καθόσον η πρώτη ως άνω παραδοχή αναφέρεται στην επίθεση και στα κτυπήματα στο κεφάλι και στο σώμα, που δέχεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι της κατάφεραν και οι δύο δράστες, ήτοι και ο αναιρεσείων, ενώ η μετέπειτα παραδοχή αφορά στην ακινητοποίηση της παθούσας από ένα εκ των δύο δραστών, η δε περαιτέρω παραδοχή ότι τον έτερο δράστη η παθούσα δεν τον είδε και δεν τον άκουσε καθόλου, ουδόλως αναιρεί τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά ότι και οι δύο δράστες, ήτοι και ο αναιρεσείων, την κτύπησαν επίμονα με δύναμη στο κεφάλι και στο σώμα, διαπράττοντας σε βάρος της από κοινού επικίνδυνη σωματική βλάβη, ενόψει και του γενόμενου δεκτού με την προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικού ότι η παθούσα είχε ακινητοποιηθεί σε πρόσθια θέση, με περιορισμένη συνεπώς λογικά οπτική δυνατότητα. Επίσης, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση για όλες τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα και αυτή της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, λαμβάνοντας υπόψη και συναξιολογώντας όλα τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά και να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ ουδόλως προκύπτει ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, η αναφορά δε σε ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Ειδικότερα, στο προεκτεθέν προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται μνεία στα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων αναφέρονται και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, ενώ από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει με σαφήνεια ποια έγγραφα αναγνώστηκαν. Μεταξύ των εγγράφων αυτών, που αναγνώστηκαν, είναι και η υπ’ αριθμ. …2021 εκκαλούμενη απόφαση του Δ’ Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με τα πρακτικά της (που φέρει αριθμό αναγνωστέου εγγράφου 1 στη σελίδα 36 της προσβαλλόμενης απόφασης), όπου εμπεριέχεται η κατάθεση της παθούσας και η απολογία του αναιρεσείοντος. Από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται βέβαιο ότι και αυτά λήφθηκαν υπόψη, συνεκτιμήθηκαν και συναξιολογήθηκαν μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο κατά νόμο, όπως προαναφέρθηκε, να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ, παράλληλα, από τις παραδοχές της απόφασης αυτής ουδόλως προκύπτει ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτού, κατ’ εφαρμογή της αρχής “in dubio pro reo”. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον οποίο ο δεύτερος αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Οι λοιπές δε αιτιάσεις, που περιέχονται στο αναιρετήριο για τη θεμελίωση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, με τις οποίες διατυπώνονται επιχειρήματα και συμπεράσματα του άνω αναιρεσείοντος περί μη συνεκτίμησης από το Εφετείο όλων των αποδεικτικών μέσων και οι οποίες αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των μέσων απόδειξης, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος A. E. του S. και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα αυτό τα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας, κατ’ άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Συνεκδικάζει : 1) την από 1-9-2023 και με αριθμό Γενικού Πρωτόκολλου της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου …2023 αίτηση του E. K. του M. ή M. και της L., κατοίκου … Αττικής και 2) την από 12-9-2023 και με αριθμό Γενικού Πρωτόκολλου της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου …2023, αίτηση του A. E. του S. και της S., κατοίκου …, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3351/2023 απόφασης του Ε’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
– Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 3351/2023 απόφαση του Ε’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και δη μόνο ως προς τη διάταξή της για τη μετατροπή της ποινής του αναιρεσείοντος E. K. του M. ή M. και της L., κατοίκου … Αττικής.
-Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αμέσως παραπάνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. –
Απορρίπτει την από 12-9-2023 και με αριθμό Γενικού Πρωτόκολλου της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου …2023, αίτηση του A. E. του S. και της S., κατοίκου …, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3351/2023 απόφασης του Ε’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
-Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος A. E. του S. και της S., τα έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
