ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A3′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη, Χρυσούλα Πλατιά, Ηλία Γιαρένη και Αικατερίνη Πατσιαρά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Μ. Σ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Θ., κατοίκου … Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Σανιδά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ι. Μ. του Γ. και 2.Σ. Σ. συζ.Ι. Μ., κατοίκων … Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο Γεωργία Τέλλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.08.2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4540/2018 μη οριστική και 334/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 424/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6.10.2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 6-10-2023 ένδικη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθ. 424/31-7-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικού Τμήματος), που, κατόπιν συνεκδίκασης των αντίθετων εφέσεών τους, δέχτηκε αμφότερες τυπικά, απέρριψε ως κατ’ουσίαν αβάσιμη την από 22-2-2022 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος-ενάγοντος και αφού δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 14-7-2021 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων-εναγομένων, εξαφάνισε την εκκληθείσα υπ’ αριθμ. 334/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και δικάζοντας κατ’ ουσία τη διαφορά, απέρριψε την από 18-8-2017 και με αριθμ. κατάθεσης 4448/21-8-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ως κατ’ουσίαν αβάσιμη, λόγω παραγραφής, κατ’άρθρ. 289 αρ. 6 ΚΙΝΔ (Ν. 3816/1958), της αξίωσής του για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και ικανοποίησης της ηθικής βλάβης που υπέστη από θαλάσσιο ατύχημα λόγω πρόσκρουσης του ταχύπλοου σκάφους, συνιδιοκτησίας των ήδη αναιρεσιβλήτων-εναγομένων, που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών, στην ιστιοσανίδα που χειριζόταν ο ίδιος (ενάγων). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Τούτο δε, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 8-9-2023, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της απόφασης αυτής που επιδόθηκε στον τελευταίο, το οποίο αυτός προσκομίζει και επικαλείται, στην πρώτη σελίδα της οποίας υφίσταται η επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Η. Σ., για την επίδοση της ως άνω απόφασης στον αναιρεσείοντα την 8-9-2023, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την 6-10-2023, δηλαδή μέσα στην τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκησή της, με αφετηρία την επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων και, ως εκ τούτου, ήταν ήδη από τον χρόνο της έκδοσής της τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 του Ν. 3816/1958 [όπως ο νόμος ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (2-6-2022) και μέχρι την 1-5-2023, οπότε καταργήθηκε δυνάμει των άρθρων 292 περ. α’και 293 παρ. 1 του Ν. 5020/2023 “Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου και άλλες επείγουσες διατάξεις του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής”] “Πλοίον, κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, είναι παν σκάφος, χωρητικότητος καθαράς τουλάχιστον δέκα κόρων προωρισμένον όπως κινήται αυτοδυνάμως εν θαλάσση. Αι διατάξεις των τρίτου, τετάρτου, έκτου, εβδόμου, δωδεκάτου, δεκάτου τρίτου και δεκάτου τετάρτου τίτλων του παρόντος νόμου εφαρμόζονται αναλόγως και επί παντός άλλου πλωτού ναυπηγήματος”.
Περαιτέρω, στον τίτλο δέκατο πέμπτο του ιδίου νόμου, στο άρθρο 289 ορίζεται: “Εις ετησίαν παραγραφήν υπόκεινται αι αξιώσεις: 1…6. Εκ συγκρούσεως πλοίων δια τας προξενηθείσας εις πρόσωπα ή πράγματα βλάβας ή ζημίας”, ενώ στο εδάφιο α’του άρθρου 291 αυτού, ορίζεται: “Η παραγραφή των εις τα προηγούμενα άρθρα αξιώσεων αρχίζει άμα τη λήξει του έτους καθ` ο συμπίπτει η αφετηρία αυτής…”. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 289 αρ. 6 και 291 του Κ.Ι.Ν.Δ. (Ν.3816/1958) συνάγεται ότι σε ετήσια παραγραφή υπόκεινται, μεταξύ άλλων, οι αξιώσεις που προέρχονται από τη σύγκρουση πλοίων για τις προξενηθείσες σε πρόσωπα βλάβες ή ζημίες, η δε παραγραφή των αξιώσεων αυτών αρχίζει μόλις λήξει το έτος κατά το οποίο συμπίπτει η αφετηρία αυτής, δηλ. από 1ης Ιανουαρίου του επομένου έτους. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 27 και 28/ 1998).
ΙΙΙ. Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος αδικοπρακτική ευθύνη των πρώτου και δεύτερης εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων (των λοιπών εναγομένων, μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη), ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτών να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 161.815,60 ευρώ, ως αποζημίωση, για περιουσιακές ζημίες και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη, την 21-8-2015, σε ατύχημα στη θαλάσσια περιοχή του κόλπου της Αναβύσσου όταν στην ιστιοσανίδα που ο ίδιος χειριζόταν, επέπεσε το ταχύπλοο σκάφος “Ι.”, που ανήκε στη συγκυριότητα των εναγομένων, από υπαιτιότητα του πρώτου εξ αυτών, που ήταν και ο κυβερνήτης του, συνιστάμενη στην παραβίαση των άρθρων 18 a (iv) ΔΚΑΣ και 225 παρ. 3 ΚΔΝΔ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ’αυτήν (αγωγή). Προς απόκρουση της στηριζόμενης στις περί αδικοπραξιών διατάξεις αγωγής, οι ήδη αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι, πρότειναν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφεραν με σχετικό λόγο έφεσης μετά την απόρριψή της ως μη νόμιμης, την, κατά την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 289 αρ. 6 του ΚΙΝΔ, ένσταση ετήσιας παραγραφής, την οποία το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ως νόμιμη και βάσιμη από ουσιαστική άποψη και απέρριψε την αγωγή ως κατ’ουσίαν αβάσιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: “[…] Με τον έκτο λόγο της Α’ έφεσής τους οι εναγόμενοι επαναφέρουν τον, όπως βεβαιώνεται στην εκκαλουμένη αλλά και συνομολογείται, προταθέντα κατά την κατ’επανάληψη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισμό τους περί εφαρμογής εν προκειμένω της διατάξεως του άρθρου 289 αρ. 6 ΚΙΝΔ και, συνεπώς, περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων ήδη πριν την άσκηση της αγωγής, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση “πέραν του παραδεκτού ή μη της προβολής του” απέρριψε ως νομικά αβάσιμο με την αιτιολογία ότι “αναφέρεται σε αξιώσεις που απορρέουν από τη σύγκρουση πλοίων, προϋπόθεση που εν προκειμένω δεν πληρούται”. […] ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, δεδομένου ότι επί συγκρούσεως πλωτών ναυπηγημάτων, όπως εν προκειμένω, εφαρμόζονται οι σύντομες παραγραφές του ΚΙΝΔ […]”.
Έτσι όμως που έκρινε το Δικαστήριο, δεχόμενο ότι και στα πλωτά ναυπηγήματα τυγχάνουν εφαρμογής οι περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 289 του ΚΙΝΔ, παρότι στο άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου νόμου ρητά ορίζεται ότι στα πλωτά ναυπηγήματα εφαρμόζονται αναλόγως μόνο οι διατάξεις των τρίτου, τέταρτου, έκτου, έβδομου, δωδέκατου, δέκατου τρίτου και δέκατου τετάρτου τίτλων του ως άνω νόμου και όχι του δέκατου πέμπτου, που περιλαμβάνει τις περί ενιαύσιας παραγραφής διατάξεις και δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμη την ένσταση της ετήσιας παραγραφής, απορρίπτοντας την αγωγή, εσφαλμένα εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 289 αριθ.6 ΚΙΝΔ, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ και να απορρίψει την ένσταση λόγω μη συμπλήρωσης της προβλεπόμενης από την τελευταία διάταξη πενταετούς παραγραφής των από αδικοπραξία αξιώσεων, κατά το βάσιμο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης. Συνακόλουθα, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του έτερου εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστή άλλο, από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 εδ.β’ ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
IV. Σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης (ΑΠ 228/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 698/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το από 28-11-2024 υπόμνημά του, που κατατέθηκε αυθημερόν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 434/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και συγκεκριμένα ζητεί να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν το ποσό των 6.286,40 ευρώ που κατέβαλε σ’ αυτούς, για επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα, (έξοδα) σύνταξης επιταγής προς πληρωμή, επίδοσης και έξοδα αντιγράφου, προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της από 7-9-2023 επιταγής προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο εκτελεστό της υπ’αριθμ. 434/2023 απόφασης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Η ως άνω αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Και τούτο διότι υποβλήθηκε με το έγγραφο υπόμνημα του αναιρεσείοντος, την 28-11-2024, ήτοι μετά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (25-11-2024) και όχι έως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’αριθμ. 424/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υποβληθείσα με το από 28-11-2024 υπόμνημα αίτηση του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και του αρχαιότερου μέλους αποχωρησάντων, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου
