ΑΠΟΦΑΣΗ
Paniușchin κατά Μολδαβίας της 16.07.2026 (προσφ. αριθ. 23668/18)
Βλ. εδώ
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Σχηματισμός: Τριμελής Επιτροπή του Πέμπτου Τμήματος
Κρίσιμες διατάξεις: Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ (δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο), άρθρο 41 ΕΣΔΑ
Αντικείμενο: Άρνηση των εθνικών δικαστηρίων να εξετάσουν την αγωγή του προσφεύγοντος λόγω μη ολοσχερούς καταβολής των δικαστικών τελών, κατόπιν απόρριψης του αιτήματός του για μερική απαλλαγή χωρίς εξατομικευμένη εκτίμηση της οικονομικής του κατάστασης.
Διατακτικό: Παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ
Δίκαιη ικανοποίηση: 3.600 ευρώ για ηθική βλάβη, πλέον κάθε τυχόν επιβαλλόμενου φόρου. Δεν προβλήθηκαν αξιώσεις για υλική ζημία ή δικαστικά έξοδα και δαπάνες.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων, Μολδαβός υπήκοος, άσκησε το 2017 αγωγή κατά ιδιώτη για την αποπληρωμή δανείου, κατέβαλε το 1/5 των οφειλόμενων δικαστικών τελών και ζήτησε απαλλαγή από το υπόλοιπο, επικαλούμενος την οικονομική δυσχέρεια της τετραμελούς οικογένειάς του. Προσκόμισε στοιχεία για τον μηνιαίο μισθό του, την ανεργία της συζύγου του, τα δύο ανήλικα τέκνα του και το γεγονός ότι το οικογενειακό εισόδημα υπολειπόταν του ελάχιστου ορίου διαβίωσης.
Τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν το αίτημα, κρίνοντας ότι δεν είχε αποδείξει επαρκώς την αδυναμία καταβολής με στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών και περιουσίας. Ερμήνευσαν, επίσης, σε βάρος του το γεγονός ότι εκπροσωπούνταν από δικηγόρο της επιλογής του.
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η άρνηση χορήγησης μερικής απαλλαγής, χωρίς εξατομικευμένη εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης βάσει των στοιχείων που είχαν προσκομισθεί, επέβαλε στον προσφεύγοντα υπέρμετρο βάρος απόδειξης και προσέβαλε τον ίδιο τον πυρήνα του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο. Υπογράμμισε ακόμη ότι η άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων, όπως η εκπροσώπηση από δικηγόρο, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως βάση για την εξαγωγή δυσμενών συμπερασμάτων.
Διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ και επιδίκασε 3.600 ευρώ για ηθική βλάβη.
Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η απόφαση δεν θεσπίζει νέα γενική αρχή. Εφαρμόζει, όμως, με ιδιαίτερη σαφήνεια την πάγια απαίτηση εξατομικευμένης εκτίμησης της πραγματικής ικανότητας του διαδίκου να καταβάλει τα δικαστικά τέλη. Η ιδιαίτερη συμβολή της εντοπίζεται στην κατηγορηματική απόρριψη της αντίληψης ότι η επιλογή δικηγόρου αποδεικνύει, αφ’ εαυτής, οικονομική δυνατότητα και μπορεί να λειτουργήσει ως δυσμενές τεκμήριο.
Η κρίση αφορά ιδίως περιπτώσεις στις οποίες ο διάδικος έχει προσκομίσει συγκεκριμένα και μη αμφισβητούμενα στοιχεία για το εισόδημα και τις οικογενειακές του υποχρεώσεις, αλλά το αίτημά του απορρίπτεται επειδή δεν ανταποκρίθηκε σε πρόσθετες, δυσανάλογα αυστηρές αποδεικτικές απαιτήσεις.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Στις 3 Μαΐου 2017 ο προσφεύγων άσκησε αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου του Κισινάου κατά ιδιώτη, του S.L., ζητώντας την αποπληρωμή δανείου ύψους 19.062 ευρώ και επιπλέον τόκων ύψους 22.644 ευρώ.
Κατέβαλε το ένα πέμπτο των οφειλόμενων δικαστικών τελών, ήτοι 5.000 Μολδαβικά λέι, ποσό που αντιστοιχούσε τότε σε 235 ευρώ, και ζήτησε να απαλλαγεί από την καταβολή του υπολοίπου. Υποστήριξε ότι το μοναδικό εισόδημα της τετραμελούς οικογένειάς του ήταν ο μηνιαίος μισθός του, ύψους 4.613 λέι ή 217 ευρώ, καθώς η σύζυγός του ήταν άνεργη και δεν είχε εισόδημα κατά το 2016. Προσκόμισε τα πιστοποιητικά γέννησης των ανήλικων τέκνων του και εκκαθαριστικά μισθοδοσίας.
Στις 10 Μαΐου 2017 το Πρωτοδικείο του Κισινάου του έταξε προθεσμία 15 ημερών για την καταβολή του υπολοίπου των τελών, ύψους 20.000 λέι ή 942 ευρώ. Ο προσφεύγων επανέλαβε το αίτημα απαλλαγής και προσκόμισε βεβαίωση της φορολογικής αρχής ότι η σύζυγός του δεν είχε εισόδημα το 2016. Επισήμανε ότι το νεότερο τέκνο του ήταν μόλις ενός έτους και ότι το ελάχιστο όριο διαβίωσης για τετραμελή οικογένεια, ύψους 7.888 λέι, υπερέβαινε σημαντικά το μηνιαίο εισόδημά του.
Στις 5 Ιουνίου 2017 το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα και αρνήθηκε να εξετάσει την αγωγή λόγω μη ολοσχερούς καταβολής των δικαστικών τελών. Έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν είχε αποδείξει την αδυναμία καταβολής με στοιχεία όπως τα υπόλοιπα των τραπεζικών λογαριασμών του ή πληροφορίες για την περιουσία του. Θεώρησε, επιπλέον, ότι η εκπροσώπησή του από δικηγόρο της επιλογής του υποδήλωνε οικονομική δυνατότητα κάλυψης των τελών.
Ο προσφεύγων άσκησε έφεση. Στις 26 Οκτωβρίου 2017 το Εφετείο του Κισινάου επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση, δεχόμενο ότι δεν είχε αποδείξει την επισφαλή οικονομική του κατάσταση. Η απόφαση ήταν τελεσίδικη.
Στις 25 Απριλίου 2018 ο προσφεύγων προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, προβάλλοντας ότι η άρνηση εξέτασης της αγωγής του λόγω μη καταβολής του συνόλου των τελών περιόρισε κατά παράβαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ το δικαίωμά του πρόσβασης σε δικαστήριο.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ. Δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο. Απόρριψη αιτήματος μερικής απαλλαγής από τα δικαστικά τέλη. Παραβίαση
Παραδεκτό
Η Κυβέρνηση προέβαλε ένσταση μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Υποστήριξε ότι ο προσφεύγων όφειλε είτε να ασκήσει νέα αγωγή με την ίδια βάση είτε να ζητήσει, δυνάμει του άρθρου 86 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αναβολή της καταβολής ή καταβολή των δικαστικών τελών σε δόσεις.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να απαιτηθεί από τον προσφεύγοντα να ασκήσει εκ νέου την ίδια αγωγή. Μια νέα αγωγή δεν θα θεράπευε την αιτίασή του σχετικά με τη στέρηση πρόσβασης στη συγκεκριμένη διαδικασία, στην οποία το αίτημα απαλλαγής είχε απορριφθεί τελεσίδικα. Επιπλέον, η επανάληψη της διαδικασίας δεν θα ήταν αποτελεσματική χωρίς μεταβολή της οικονομικής ή οικογενειακής του κατάστασης.
Το Δικαστήριο απέρριψε συνολικά την ένσταση της Κυβέρνησης.
Επί της ουσίας
Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις γενικές αρχές για την πρόσβαση σε δικαστήριο και, ειδικότερα, για την υποχρέωση καταβολής δικαστικών τελών, όπως αυτές συνοψίσθηκαν στις Kreuz κατά Πολωνίας και Malahov κατά Μολδαβίας.
Η ύπαρξη δικαστικών τελών δεν παραβιάζει αυτομάτως το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο. Η άρνηση, όμως, απαλλαγής από αυτά πρέπει να στηρίζεται σε λυσιτελείς και επαρκείς λόγους, ώστε να διαφυλάσσεται ο θεμελιώδης χαρακτήρας του δικαιώματος. Υπέρμετρα τέλη ή αδικαιολόγητες αρνήσεις απαλλαγής μπορούν, ενόψει της ατομικής κατάστασης του διαδίκου, να του επιβάλουν δυσανάλογο βάρος και να αποκλείσουν στην πράξη την πρόσβασή του στη δικαιοσύνη.
Το κρίσιμο ερώτημα ήταν αν τα εθνικά δικαστήρια, απορρίπτοντας το αίτημα μερικής απαλλαγής, είχαν συνεκτιμήσει όλες τις ιδιαίτερες περιστάσεις που αφορούσαν την ικανότητα του προσφεύγοντος να καταβάλει τα τέλη.
Ο προσφεύγων είχε προσκομίσει στοιχεία για το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα, τη σύνθεση της οικογένειας και τα τρία εξαρτώμενα μέλη της. Τα εθνικά δικαστήρια δεν αμφισβήτησαν τα στοιχεία αυτά. Απέρριψαν, εντούτοις, το αίτημα επειδή δεν είχαν προσκομισθεί πληροφορίες για τους τραπεζικούς λογαριασμούς και την περιουσία του. Ερμήνευσαν, επίσης, σε βάρος του την εκπροσώπησή του από δικηγόρο και δεν αξιολόγησαν καθόλου τον ισχυρισμό ότι η οικογένεια ζούσε κάτω από το ελάχιστο όριο διαβίωσης.
«Η άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την εξαγωγή δυσμενών συμπερασμάτων σε βάρος του διαδίκου» (§ 19).
Το ΕΔΔΑ διευκρίνισε ότι δεν ήταν έργο του να προσδιορίσει το ίδιο αν ο προσφεύγων μπορούσε να καλύψει τα τέλη, καθώς η εκτίμηση αυτή ανήκει πρωτίστως στα εθνικά δικαστήρια. Έκρινε, όμως, ότι τα δικαστήρια επέβαλαν στον προσφεύγοντα υπέρμετρο βάρος απόδειξης. Η εκπροσώπηση από δικηγόρο της επιλογής του δεν αποδείκνυε ότι διέθετε οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τα δικαστικά τέλη.
Η άρνηση χορήγησης μερικής απαλλαγής, χωρίς εξατομικευμένη εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης βάσει των προσκομισθέντων στοιχείων, προσέβαλε τον ίδιο τον πυρήνα του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο. Διαπιστώθηκε, συνεπώς, παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ
Το Δικαστήριο, συνεδριάζοντας ως τριμελής Επιτροπή,: κήρυξε την προσφυγή παραδεκτή, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ και επιδίκασε στον προσφεύγοντα 3.600 ευρώ για ηθική βλάβη.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Η άρνηση μερικής απαλλαγής, ελλείψει εξατομικευμένης οικονομικής εκτίμησης, προσέβαλε τον ίδιο τον πυρήνα του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο» (§ 20).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η Paniușchin κατά Μολδαβίας, αν και περιορισμένης έκτασης ως απόφαση Επιτροπής, αποτυπώνει με σαφήνεια τη μεθοδολογία ελέγχου των οικονομικών εμποδίων στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Το ισχυρό της σημείο είναι η απαίτηση πραγματικής και εξατομικευμένης εξέτασης της οικονομικής κατάστασης, καθώς και η ρητή απόρριψη δυσμενών συμπερασμάτων που στηρίζονται στην άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων. Η απόφαση δεν κρίνει ότι κάθε απαίτηση προσκόμισης τραπεζικών ή περιουσιακών στοιχείων είναι απαγορευμένη. Κρίνει ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τα εθνικά δικαστήρια επέβαλαν υπέρμετρο βάρος απόδειξης, επειδή δεν αξιολόγησαν τα ήδη προσκομισθέντα και μη αμφισβητούμενα στοιχεία ούτε εξήγησαν γιατί αυτά ήταν ανεπαρκή.
Πρώτον. Τα δικαστικά τέλη είναι θεμιτά, αλλά η άρνηση απαλλαγής απαιτεί εξατομικευμένη στάθμιση. Η επιβολή δικαστικών τελών δεν παραβιάζει αφ’ εαυτής το άρθρο 6 § 1. Το κράτος μπορεί να ρυθμίζει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και να επιβάλλει εύλογες οικονομικές προϋποθέσεις. Η συμβατότητα, όμως, της ρύθμισης εξαρτάται από το ύψος των τελών, την οικονομική κατάσταση του διαδίκου, το στάδιο της διαδικασίας και την ποιότητα της αιτιολογίας με την οποία απορρίπτεται το αίτημα απαλλαγής. Δεν αρκεί η γενική διαπίστωση ότι το δικαίωμα πρόσβασης δεν είναι απόλυτο. Απαιτείται συγκεκριμένη εξέταση των πραγματικών οικονομικών δυνατοτήτων και των οικογενειακών υποχρεώσεων του ενδιαφερομένου.
Δεύτερον. Η εκπροσώπηση από δικηγόρο δεν αποτελεί απόδειξη οικονομικής επιφάνειας. Το πλέον αξιοσημείωτο σημείο της απόφασης αφορά την άρνηση του ΕΔΔΑ να δεχθεί ότι η επιλογή δικηγόρου αποδεικνύει δυνατότητα καταβολής των δικαστικών τελών. Η ύπαρξη δικηγόρου δεν αποκαλύπτει κατ’ ανάγκην ούτε το ύψος της αμοιβής ούτε τον τρόπο κάλυψής της. Η εκπροσώπηση μπορεί να παρέχεται δωρεάν, με μειωμένη αμοιβή, επί πιστώσει ή με οικονομική υποστήριξη τρίτου προσώπου. Το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί, χωρίς ειδικά αποδεικτικά στοιχεία, να μετατρέπει την επιλογή νομικής εκπροσώπησης σε τεκμήριο οικονομικής ευχέρειας.
Τρίτον. Το υπέρμετρο βάρος απόδειξης μπορεί να αναιρέσει την ουσία του δικαιώματος. Τα εθνικά δικαστήρια δεν αμφισβήτησαν τον μισθό του προσφεύγοντος, την ανεργία της συζύγου, τη σύνθεση της οικογένειας ή το ελάχιστο όριο διαβίωσης. Απαίτησαν, όμως, πρόσθετα στοιχεία για τραπεζικούς λογαριασμούς και περιουσία, χωρίς να αποτιμήσουν τα ήδη προσκομισθέντα δεδομένα. Η παραβίαση δεν συνίστατο απλώς στην απαίτηση περισσότερων αποδεικτικών στοιχείων, αλλά στον συνδυασμό τριών παραγόντων: της παράλειψης αξιολόγησης των μη αμφισβητούμενων στοιχείων, της εξαγωγής αβάσιμου συμπεράσματος από την ύπαρξη δικηγόρου και της μη εξέτασης του ισχυρισμού περί διαβίωσης κάτω από το ελάχιστο όριο.
Τέταρτον. Η απόφαση εφαρμόζει πάγια νομολογία, αλλά αφήνει ανοικτά ζητήματα. Η εκδίκαση από τριμελή Επιτροπή συνάδει με την εφαρμογή καλώς εδραιωμένης νομολογίας. Η αξία της απόφασης βρίσκεται στην εφαρμογή του ήδη διαμορφωμένου προτύπου της εξατομικευμένης εκτίμησης και όχι στην εισαγωγή νέου κανόνα. Παραμένει, ωστόσο, αναπάντητο ποιο ποσό δικαστικών τελών θα ήταν, καθαυτό, δυσανάλογο υπό τις συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες. Το Δικαστήριο δεν προέβη σε αυτοτελή αριθμητική αξιολόγηση της αναλογίας μεταξύ του υπολοίπου των τελών και του μηνιαίου εισοδήματος, αλλά επικέντρωσε την κρίση του στην πλημμελή διαδικασία εκτίμησης της οικονομικής κατάστασης. Επιπλέον, η αιτιολογία του παραδεκτού είναι ελλιπής ως προς το κατά πόσον η αναβολή ή η καταβολή σε δόσεις αποτελούσε αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα, καθώς η απόφαση απέρριψε την ένσταση συνολικά, αλλά αιτιολόγησε ρητώς μόνο γιατί δεν μπορούσε να απαιτηθεί η άσκηση νέας αγωγής.
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Α) Kreuz κατά Πολωνίας. Αποτελεί τη βασική απόφαση του ΕΔΔΑ για τη σχέση μεταξύ δικαστικών τελών και πρόσβασης σε δικαστήριο. Το ύψος των τελών πρέπει να αξιολογείται υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης, της ικανότητας καταβολής και του σταδίου της διαδικασίας. Η Paniușchin παραπέμπει στην Kreuz για τη διατύπωση των γενικών αρχών και όχι για το συγκεκριμένο αποτέλεσμα εκείνης της υπόθεσης. Πηγή: HUDOC, Kreuz v. Poland, no. 28249/95, 19.06.2001, ECHR 2001-VI, §§ 52-57.
Β) Malahov κατά Μολδαβίας. Εφαρμόζει τις αρχές περί δικαστικών τελών στη μολδαβική έννομη τάξη και συνοψίζει τόσο τις κρίσιμες γενικές αρχές όσο και το εφαρμοστέο εσωτερικό δίκαιο. Και στις δύο υποθέσεις τα εθνικά δικαστήρια παρέλειψαν να συνδέσουν τις απαιτήσεις καταβολής με τα συγκεκριμένα και μη αμφισβητούμενα οικονομικά στοιχεία του διαδίκου, γεγονός που καθιστά τη Malahov το πλησιέστερο εθνικό προηγούμενο. Πηγή: HUDOC, Malahov v. Moldova, no. 32268/02, 07.06.2007, §§ 25-30 (και § 16 για το εσωτερικό δίκαιο).
Γ) Clionov κατά Μολδαβίας. Το ανώτατο δικαστήριο αρνήθηκε να εξετάσει αναίρεση λόγω μη καταβολής δικαστικών τελών, χωρίς γνώση του φακέλου και της οικονομικής κατάστασης του προσφεύγοντος. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι έπρεπε να εξεταστούν οι ιδιαίτερες περιστάσεις και, πρωτίστως, η ικανότητα καταβολής. Η Paniușchin εφαρμόζει το κριτήριο σε διαφορετικό αποδεικτικό πλαίσιο, όπου ο προσφεύγων είχε ήδη προσκομίσει συγκεκριμένα στοιχεία που δεν αμφισβητήθηκαν αλλά ούτε αξιολογήθηκαν επαρκώς. Πηγή: HUDOC, Clionov v. Moldova, no. 13229/04, 09.10.2007, § 40.
Δ) Συγκριτικό πλαίσιο – ΔΕΕ, DEB Deutsche Energiehandels- und Beratungsgesellschaft mbH, C-279/09. Σε επίπεδο συγκριτικής αναφοράς και μόνον, χωρίς τα ακόλουθα να αποτελούν έρεισμα της κρίσης, το ΔΕΕ, ερμηνεύοντας το άρθρο 47 του Χάρτη, δέχθηκε ότι η αποτελεσματική δικαστική προστασία μπορεί να καλύπτει την απαλλαγή από την προκαταβολή των δικαστικών εξόδων και τη συνδρομή δικηγόρου. Το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εξετάζει αν οι προϋποθέσεις θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος, αν επιδιώκουν θεμιτό σκοπό και αν είναι αναλογικές, λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, το ύψος της απαιτούμενης προκαταβολής και το αν αυτή αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο. Πρόκειται για μεθοδολογική σύγκλιση, όχι για παρατιθέμενο έρεισμα. Πηγή: ΔΕΕ, DEB, C-279/09, 22.12.2010, ECLI:EU:C:2010:811, §§ 59-62.
Ε) Συγκριτικό πλαίσιο – Διαμερικανικό Δικαστήριο, Cantos κατά Αργεντινής. Ομοίως ως συγκριτική αναφορά και μόνον, το Διαμερικανικό Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβολή εξαιρετικά υψηλού δικαστικού τέλους, προστίμου και συναφών δαπανών παρεμπόδισε την πραγματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη και παραβίασε τα άρθρα 8 § 1 και 25 της Αμερικανικής Σύμβασης, διατάσσοντας, μεταξύ άλλων, τη μη είσπραξη του τέλους και τον καθορισμό των αμοιβών σε εύλογο ύψος. Η υπόθεση συγκλίνει με την Paniușchin ως προς τη βασική αρχή ότι οι οικονομικές απαιτήσεις της δίκης δεν επιτρέπεται να μετατρέπονται σε πραγματικό αποκλεισμό από τη δικαιοσύνη. Πηγή: Διαμερικανικό Δικαστήριο, Cantos v. Argentina, 28.11.2002, Series C No. 97, §§ 54-56.
ΣΤ) Συγκριτικό πλαίσιο – Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ. Το άρθρο 14 § 1 ΔΣΑΠΔ κατοχυρώνει την ισότητα ενώπιον των δικαστηρίων και την αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Κατά τη § 11 του Γενικού Σχολίου αρ. 32, η επιβολή τελών που εμποδίζουν de facto την πρόσβαση μπορεί να εγείρει ζήτημα υπό το άρθρο 14 § 1, ενώ ο άκαμπτος κανόνας επιδίκασης εξόδων στον νικητή, χωρίς στάθμιση των συνεπειών ή χωρίς πρόβλεψη νομικής βοήθειας, ενέχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Παράλληλη κανονιστική σύγκλιση, όχι έρεισμα της κρίσης. Πηγή: UN HRC, General Comment No. 32, CCPR/C/GC/32, 23.08.2007, § 11.
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
- Ο διάδικος που ζητεί πλήρη ή μερική απαλλαγή από δικαστικά τέλη πρέπει να προσκομίζει εγκαίρως στοιχεία για το εισόδημα, την οικογενειακή σύνθεση, τα εξαρτώμενα μέλη και, στο μέτρο που είναι διαθέσιμα και ευλόγως απαιτητά, την περιουσιακή και τραπεζική του κατάσταση.
- Η προηγούμενη καταβολή μέρους των τελών είναι σχετικό στοιχείο που μπορεί να ενισχύει την αξιοπιστία του αιτήματος. Η απόφαση, όμως, δεν καθιερώνει αυτοτελές τεκμήριο υπέρ του διαδίκου μόνο και μόνο επειδή κατέβαλε ένα μέρος του ποσού.
- Η εκπροσώπηση από δικηγόρο της επιλογής του διαδίκου δεν αποδεικνύει, χωρίς πρόσθετα στοιχεία, οικονομική δυνατότητα καταβολής των δικαστικών τελών.
- Ο εθνικός δικαστής οφείλει να αξιολογεί ρητώς τους κρίσιμους και μη αμφισβητούμενους ισχυρισμούς και να αιτιολογεί γιατί τα προσκομισθέντα στοιχεία είναι ανεπαρκή.
- Δεν συνιστά κάθε ελλιπής αιτιολογία αυτομάτως προσβολή της ουσίας του δικαιώματος. Παραβίαση ανακύπτει όταν οι πλημμέλειες στην αιτιολογία και στην απόδειξη οδηγούν σε πραγματικό και δυσανάλογο αποκλεισμό από τη δικαστική διαδικασία.
- Ως προς την εξάντληση, η απόφαση δεν θεσπίζει γενικό κανόνα ότι ουδέποτε απαιτείται νέα αγωγή. Κρίνει ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν ήταν αποτελεσματική η επανάληψη της ίδιας αγωγής μετά την τελεσίδικη απόρριψη του αιτήματος απαλλαγής και χωρίς μεταβολή της οικονομικής ή οικογενειακής κατάστασης.
Σχετική νομολογία
- Kreuz v. Poland, προσφ. αριθ. 28249/95, 19.06.2001, ECHR 2001-VI, §§ 52-57 • Malahov v. Moldova, προσφ. αριθ. 32268/02, 07.06.2007, §§ 25-30, § 16 • Clionov v. Moldova, προσφ. αριθ. 13229/04, 09.10.2007, § 40 • ΔΕΕ, DEB Deutsche Energiehandels- und Beratungsgesellschaft mbH, C-279/09, 22.12.2010, ECLI:EU:C:2010:811, §§ 59-62 (μη παρατιθέμενη, συγκριτικό πλαίσιο) • Διαμερικανικό Δικαστήριο, Cantos v. Argentina, 28.11.2002, Series C No. 97, §§ 54-56 (μη παρατιθέμενη, συγκριτικό πλαίσιο) • Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ, Γενικό Σχόλιο αρ. 32, CCPR/C/GC/32, 23.08.2007, § 11 (μη παρατιθέμενη, συγκριτικό πλαίσιο)
