Η αρμόδια φορολογική αρχή οφείλει να ενημερώσει άμεσα όλες τις εμπλεκόμενες δημόσιες υπηρεσίες, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς να απαιτείται η τήρηση εκ μέρους του φορολογουμένου καμίας άλλης διαδικασίας ή διατύπωσης
Με πρόσφατη απόφασή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι αίρονται υποχρεωτικά και αυτοδικαίως τα διασφαλιστικά των συμφερόντων του Δημοσίου μέτρα – και ειδικότερα το μέτρο της δέσμευσης του πενήντα τοις εκατό των τραπεζικών καταθέσεων και λογαριασμών – τα οποία επιβάλλονται από τη Φορολογική Διοίκηση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 46 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΣτΕ 553/2026).
Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, το άρθρο 46 του Κ.Φ.Δ., όπως αυτό ίσχυε κατά το επίδικο διάστημα, προέβλεπε ότι εφόσον η Φορολογική Διοίκηση διαπιστώνει μη απόδοση παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών άνω των 150.000 ευρώ, δύναται, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, να επιβάλλει άμεσα και επείγοντος χαρακτήρα προληπτικά ή διασφαλιστικά μέτρα, όπως τη δέσμευση του 50% των καταθέσεων, λογαριασμών και παρακαταθηκών, καθώς και του περιεχομένου των θυρίδων του υπόχρεου παραβάτη. Τα μέτρα αυτά επιβάλλονται σωρευτικά και σε βάρος κάθε προσώπου εντεταλμένου στη διοίκηση, διαχείριση ή εκπροσώπηση του νομικού προσώπου.
Κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης εκδόθηκαν οι κανονιστικές αποφάσεις ΠΟΛ. 1282/2013 και ΠΟΛ. 1038/2015 της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, με τις οποίες ορίστηκε ότι τα μέτρα διασφάλισης αίρονται υποχρεωτικά στο σύνολό τους, μεταξύ άλλων, μετά την πάροδο πέντε ετών από την έκδοση των οικείων πράξεων προσδιορισμού των φόρων ή τελών.
Από το συνδυασμό των εφαρμοστέων διατάξεων συνάγεται, συνεπώς, ότι επί επιβολής διασφαλιστικών μέτρων λόγω μη απόδοσης φόρων ή τελών στοιχειοθετείται λόγος υποχρεωτικής άρσης αυτών από τη Διοίκηση εάν παρέλθει πενταετία από την έκδοση της καταλογιστικής του φόρου ή του τέλους πράξης. Προκειμένου δε η αρμόδια φορολογική αρχή να προβεί υποχρεωτικώς στην άρση των μέτρων, οφείλει να ενημερώσει άμεσα όλες τις εμπλεκόμενες δημόσιες υπηρεσίες, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την Τράπεζα της Ελλάδος, ώστε να παύσουν να εφαρμόζονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα μέτρα αυτά, χωρίς να απαιτείται η τήρηση εκ μέρους του φορολογουμένου καμίας άλλης διαδικασίας ή διατύπωσης.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι επίδικες πράξεις καταλογισμού τελών χαρτοσήμου και ΟΓΑ χαρτοσήμου εκδόθηκαν εντός του έτους 2016, με αποτέλεσμα εντός του έτους 2021 να συμπληρωθεί πενταετία από την έκδοσή τους. Συνεπώς, η αρμόδια φορολογική αρχή υπείχε υποχρέωση να προβεί στην άρση των επιβληθέντων μέτρων διασφάλισης, χωρίς να απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης από την αναιρεσείουσα. Περαιτέρω, εφόσον από τον χρόνο έκδοσης των πράξεων αυτών έως την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ΣτΕ παρήλθαν πλείονα των πέντε ετών, τα επίδικα μέτρα σε βάρος της αναιρεσείουσας ήρθησαν αυτοδικαίως.
Κατόπιν τούτων, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι πρέπει να αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης προκειμένου το Ελληνικό Δημόσιο να εκδώσει πράξη περί άρσης των επίδικων μέτρων, ώστε σε νέα δικάσιμο το Δικαστήριο να κρίνει αν η εξέταση της αίτησης αναίρεσης εξακολουθεί να είναι λυσιτελής.
Απόσπασμα απόφασης
3. Επειδή, στο άρθρο 46 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 47 παρ. 9 του ν. 4223/2013 (Α ́ 287) και στην τροποποίησή του με το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 4337/2015 (Α ́ 129) και, πάντως, προ της εκ νέου τροποποιήσεώς του με το άρθρο 33 του ν. 4646/2019 (Α ́ 201), ορίζεται ότι: «1. … 5. Εφόσον η Φορολογική Διοίκηση διαπιστώνει μη απόδοση […] παρακρατούμενων, επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών με σκοπό τη μη πληρωμή συνολικά στο Δημόσιο ποσού πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, […] μπορεί, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, να επιβάλλει σε βάρος του υπόχρεου παραβάτη προληπτικά ή διασφαλιστικά του δημοσίου συμφέροντος μέτρα άμεσου και επείγοντος χαρακτήρα. Ειδικότερα η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να μην παραλαμβάνει και να μην χορηγεί έγγραφα που απαιτούνται για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) των καταθέσεων, των πάσης φύσεως λογαριασμών και παρακαταθηκών και του περιεχομένου των θυρίδων του υπόχρεου παραβάτη. Το μη χρηματικό περιεχόμενο θυρίδων και οι μη χρηματικές παρακαταθήκες δεσμεύονται στο σύνολό τους. 6. Τα μέτρα της παραγράφου 5 επιβάλλονται σωρευτικά σε βάρος των ομορρύθμων εταίρων προσωπικών εταιριών, καθώς και σε βάρος κάθε προσώπου εντεταλμένου από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση οποιουδήποτε νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας από τη γένεση της υποχρέωσης απόδοσης ή από το χρόνο της διάπραξης, κατά περίπτωση, και μέχρι την ενεργοποίηση των μέτρων, ανεξάρτητα αν έχουν αποβάλει την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα εξειδικεύονται τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου, καθορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες τα μέτρα αίρονται εν όλω ή εν μέρει και οι περιπτώσεις μη εφαρμογής τους, προσδιορίζεται ο χρόνος διατήρησης αυτών και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα …». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως εκδόθηκε η ΠΟΛ. 1282/2013 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (Β ́ 54/16.1.2014), με την οποία ορίσθηκε, στο άρθρο 6 (“Περιπτώσεις ολικής ή μερικής άρσης των μέτρων”), ότι «1. … 2. Τα μέτρα της παραγράφου 5 του άρθρου 46 του Ν. 4174/2013 αίρονται υποχρεωτικά στο σύνολό τους: α) […] β) εφόσον παύουν να υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, λόγω έκδοσης απόφασης από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης που ακυρώνει για λόγους ουσίας ή τροποποιεί τις οικείες των μέτρων πράξεις προσδιορισμού [των φόρων], ή κατόπιν οριστικής απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου που ακυρώνει για λόγους ουσίας ή τροποποιεί τις οικείες αποφάσεις της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης [επί των ως άνω πράξεων], γ) μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από την έκδοση των οικείων πράξεων προσδιορισμού των φόρων […] 6. Σε κάθε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου η φορολογική Αρχή που εξέδωσε την πράξη διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου ενημερώνει τον παραβάτη, τα πρόσωπα της παραγράφου 6 του άρθρου 46 του ν. 4174/2013, τις υπηρεσίες και τους φορείς, κατά περίπτωση […]». Ακολούθως, με το άρθρο μόνο (παραγρ. 7) της εκδοθείσης κατά την αυτή εξουσιοδοτική διάταξη, ΠΟΛ 1038/30-1-2015 αποφάσεως της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων (Β ́ 239/17-2-2015) επανελήφθη η ρύθμιση τόσο του άρθρου 6 παρ. 2 περ. β ́ και γ ́ όσο και του άρθρου 6 παρ. 6 της προγενέστερης κανονιστικής αποφάσεως και ορίσθηκε, περαιτέρω, ότι «8. Ειδικά, τα μέτρα διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής, που εφαρμόστηκαν με προϊσχύουσες του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, διατάξεις, αίρονται υποχρεωτικά στο σύνολό τους μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από την έναρξη ισχύος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας […], ήτοι από 1-1-2014. Η ανωτέρω προθεσμία δεν αφετηριάζεται πριν καταστούν ληξιπρόθεσμες οι οικείες των μέτρων φορολογικές οφειλές, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις».
4. Επειδή, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι επί επιβολής των οριζομένων σε αυτές διασφαλιστικών των συμφερόντων του Δημοσίου μέτρων λόγω μη αποδόσεως φόρων, τελών κ.λπ. στοιχειοθετείται λόγος υποχρεωτικής άρσεως των μέτρων αυτών από την Διοίκηση, μεταξύ άλλων, α) εάν ακολουθήσει ακύρωση, με οριστική δικαστική απόφαση, της καταλογιστικής του φόρου, των τελών κ.λπ. πράξεως της φορολογικής Αρχής, β) εάν παρέλθει πενταετία από την έκδοση της εν λόγω καταλογιστικής πράξεως, και γ) εάν, ειδικώς για μέτρα ληφθέντα υπό το καθεστώς του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, παρήλθε πενταετία από την έναρξη ισχύος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ήτοι από 1-1-2014, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η πενταετία εκκινεί από το χρονικό σημείο κατά το οποίο κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι οικείες των μέτρων φορολογικές οφειλές. Προκειμένου δε να προβεί η αρμόδια Αρχή “υποχρεωτικώς” στην άρση των εν λόγω μέτρων, αλλά η εν λόγω Αρχή υποχρεούται, όπως και κατά την επιβολή των μέτρων, να ενημερώσει σχετικώς, και δη “άμεσα”, όλες τις εμπλεκόμενες δημόσιες υπηρεσίες, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την Τράπεζα της Ελλάδος (για να ενημερώσει αμέσως τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα), προκειμένου να παύσουν, τελικώς, να εφαρμόζονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα μέτρα αυτά, «χωρίς να απαιτείται η τήρηση εκ μέρους του φορολογουμένου καμμίας άλλης διαδικασίας ή διατυπώσεως» (πρβλ. ΣτΕ 402/2020).
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο dsanet.gr.
