ΑΠΟΦΑΣΗ
Sanchez-Sanchez κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 03.11.2022, προσφυγή αριθ. 22854/20
Βλ. εδώ
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Σχηματισμός: Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, δεκαεπτά δικαστές, με πρόεδρο τον Robert Spano.
Κρίσιμες διατάξεις: Άρθρο 3 ΕΣΔΑ, άρθρο 35 § 3 στοιχ. α΄ ΕΣΔΑ και άρθρο 37 § 1 στοιχ. α΄ ΕΣΔΑ.
Αντικείμενο: Το συμβατό με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ της έκδοσης Μεξικανού υπηκόου από το Ηνωμένο Βασίλειο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου, σε περίπτωση καταδίκης για σοβαρά ομοσπονδιακά αδικήματα διακίνησης ναρκωτικών, υποστήριζε ότι διέτρεχε πραγματικό κίνδυνο επιβολής ισόβιας κάθειρξης χωρίς δυνατότητα υφ’ όρον απόλυσης.
Διατακτικό: Ομοφώνως, παραδεκτή η αιτίαση για τον κίνδυνο ισόβιας κάθειρξης χωρίς υφ’ όρον απόλυση, μη παραβίαση του άρθρου 3 σε περίπτωση έκδοσης και διαγραφή της αιτίασης περί συνθηκών κράτησης και κινδύνου λόγω της πανδημίας COVID-19.
Κρίσιμη νομολογιακή μεταβολή: Στην αιτιολογία και όχι στο τυπικό διατακτικό, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης ανέτρεψε ρητώς την Trabelsi κατά Βελγίου (§ 98).
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων, Μεξικανός υπήκοος γεννηθείς το 1968, συνελήφθη στο Ηνωμένο Βασίλειο κατόπιν αιτήματος έκδοσης των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι αμερικανικές αρχές τον θεωρούσαν συναρχηγό οργάνωσης διακίνησης ναρκωτικών με έδρα το Μεξικό και τον δίωκαν για τέσσερα αδικήματα, καθένα από τα οποία είχε ως ανώτατη προβλεπόμενη ποινή την ισόβια κάθειρξη. Κατά το κατηγορητήριο, ένας από τους φερόμενους συνεργούς της οργάνωσης απεβίωσε συνεπεία χρήσης φαιντανύλης. Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η έκδοσή του θα παραβίαζε το άρθρο 3 ΕΣΔΑ, επειδή διέτρεχε πραγματικό κίνδυνο επιβολής ισόβιας ποινής χωρίς δυνατότητα υφ’ όρον απόλυσης, μη μειώσιμης de jure και de facto.
Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης έκρινε ότι οι αρχές της Vinter κ.α. δεν μεταφέρονται αυτούσιες στο πεδίο της έκδοσης προς μη Συμβαλλόμενο Κράτος. Διέκρινε την ουσιαστική εγγύηση της πραγματικής δυνατότητας επανεξέτασης από τις πλήρεις διαδικαστικές εγγυήσεις της Vinter και της Murray και διαμόρφωσε προσαρμοσμένο έλεγχο δύο σταδίων: πρώτον, αν ο προσφεύγων προσκόμισε στοιχεία ικανά να αποδείξουν σοβαρούς λόγους πραγματικού κινδύνου επιβολής ισοβίων χωρίς απόλυση και, δεύτερον, αν από τη στιγμή της επιβολής της ποινής υφίσταται μηχανισμός επανεξέτασης ικανός να συνεκτιμήσει την πρόοδο προς την επανένταξη ή άλλους λόγους απόλυσης συνδεόμενους με τη συμπεριφορά ή τις προσωπικές περιστάσεις του κρατουμένου. Ανέτρεψε ρητώς την Trabelsi. Επειδή ο προσφεύγων δεν απέδειξε το πρώτο στάδιο, δεν εξετάστηκε το δεύτερο και κρίθηκε ότι η έκδοση δεν θα παραβίαζε το άρθρο 3.
Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η απόφαση τερματίζει τη συγκεκριμένη νομολογιακή απόκλιση που είχε προκύψει μετά την Trabelsi μεταξύ του κανόνα εκείνης της απόφασης και της προσέγγισης των βρετανικών δικαστηρίων. Καθιερώνει σαφή έλεγχο δύο σταδίων και μετατρέπει σε αποφασιστικό προκριματικό φίλτρο την ήδη καθιερωμένη υποχρέωση του προσφεύγοντος να προσκομίσει συγκεκριμένα στοιχεία πραγματικού κινδύνου. Παράλληλα, περιορίζει τον έλεγχο του συστήματος του αιτούντος τρίτου κράτους στην ουσιαστική λειτουργία του μηχανισμού επανεξέτασης, χωρίς να απαιτεί όλες τις διαδικαστικές εγγυήσεις που ισχύουν για καταδικασμένους εντός του συμβατικού χώρου.
Η πρακτική σημασία της είναι άμεση για δικηγόρους και δικαστές που χειρίζονται εκδόσεις προς τρίτα κράτη: η αφηρημένη πρόβλεψη ισόβιας ποινής δεν αρκεί. Απαιτούνται εξατομικευμένα δεδομένα επιμέτρησης, συγκρίσιμες καταδίκες, στοιχεία για υποχρεωτικό ή δυνητικό χαρακτήρα της ποινής και, εφόσον περάσει το πρώτο στάδιο, τεκμηριωμένη αξιολόγηση του διαθέσιμου μηχανισμού επανεξέτασης.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1968 και κρατούνταν στη φυλακή Wandsworth. Στις 19 Απριλίου 2018 συνελήφθη στο Ηνωμένο Βασίλειο δυνάμει αιτήματος των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατά το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, θεωρούνταν συναρχηγός οργάνωσης διακίνησης ναρκωτικών με έδρα το Μεξικό, ο οποίος επέβλεπε τη δράση συνεργών εγκατεστημένων στις ΗΠΑ για τη διανομή ναρκωτικών στην Ατλάντα της Τζόρτζια.
Το αίτημα έκδοσης αφορούσε τέσσερα αδικήματα, καθένα από τα οποία είχε ανώτατη ποινή την ισόβια κάθειρξη και υποχρεωτικά ελάχιστα όρια δέκα έως είκοσι ετών. Οι κατηγορίες συνδέονταν με την κατάσχεση 2.613 κιλών κάνναβης σε αποθήκη στην Ατλάντα τον Ιανουάριο του 2017, δεκατεσσάρων κιλών ηρωίνης αναμεμειγμένης με φαιντανύλη και περίπου 430 γραμμαρίων φαιντανύλης σε διαμέρισμα στο Sandy Springs. Η πρώτη κατηγορία ανέφερε ότι ένας φερόμενος συνεργός στη συνωμοσία απεβίωσε συνεπεία χρήσης φαιντανύλης. Κατά τις αμερικανικές αρχές, ο προσφεύγων δεν είχε προηγούμενες καταδίκες.
Στις 24 Ιανουαρίου 2019 διεξήχθη η διαδικασία έκδοσης ενώπιον της District Judge. Ο προσφεύγων προέβαλε παραβίαση του άρθρου 3 λόγω των συνθηκών προσωρινής και κανονικής κράτησης και του κινδύνου ισοβίων χωρίς απόλυση, επικαλούμενος την Trabelsi. Η District Judge θεώρησε ότι δεσμευόταν από την εσωτερική νομολογία R (Harkins), κατά την οποία η ισόβια ποινή σε ενήλικο δεν αντίκειται καθαυτή στο άρθρο 3, εφόσον δεν είναι προδήλως δυσανάλογη, ενώ το κρίσιμο ερώτημα είναι αν είναι μη μειώσιμη. Δέχθηκε ότι το επίπεδο επιμέτρησης του προσφεύγοντος θα ήταν το επίπεδο 43 των US Sentencing Guidelines, με συνιστώμενο εύρος ισόβιας κάθειρξης, και ότι υπήρχε «πραγματική πιθανότητα» επιβολής ισοβίων λόγω του θανάτου από φαιντανύλη. Δεν έκρινε όμως ότι η ισόβια ποινή ήταν «πιθανή» ούτε ότι μπορούσε να προσδιοριστεί εκ των προτέρων η τελική ποινή. Θεώρησε επίσης ότι τυχόν ισόβια δεν θα ήταν απολύτως μη μειώσιμα, ενόψει της προεδρικής επιείκειας και της compassionate release.
Στις 25 Φεβρουαρίου 2019 η υπόθεση διαβιβάστηκε στον Υπουργό Εσωτερικών, ο οποίος στις 23 Απριλίου 2019 διέταξε την έκδοση. Στις 20 Φεβρουαρίου 2020 το High Court απέρριψε την έφεση. Θεώρησε εαυτό δεσμευόμενο από τη Wellington και ακολούθησε τις R (Harkins) και Hafeez, αρνούμενο να υιοθετήσει την Trabelsi, την οποία αντιμετώπισε ως ανεπαρκώς αιτιολογημένη απόκλιση από την Harkins and Edwards. Η περαιτέρω πιστοποίηση νομικού ζητήματος γενικού δημοσίου ενδιαφέροντος δεν έγινε δεκτή.
Ο προσφεύγων προσέφυγε στο ΕΔΔΑ στις 11 Ιουνίου 2020. Στις 12 Ιουνίου 2020 η προσφυγή γνωστοποιήθηκε στην Κυβέρνηση. Με τις παρατηρήσεις του ενώπιον του Τμήματος δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε πλέον να διατηρήσει τις αιτιάσεις περί συνθηκών κράτησης και πανδημίας. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης πραγματοποίησε δημόσια συνεδρίαση στις 23 Φεβρουαρίου 2022, διασκέφθηκε στις 24 Φεβρουαρίου και 21 Σεπτεμβρίου 2022 και δημοσίευσε την απόφαση στις 3 Νοεμβρίου 2022.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 3 ΕΣΔΑ — έκδοση και κίνδυνος ισόβιας κάθειρξης χωρίς υφ’ όρον απόλυση
Παραδεκτό: Η αιτίαση δεν ήταν προδήλως αβάσιμη κατά το άρθρο 35 § 3 στοιχ. α΄ ούτε απαράδεκτη για άλλον λόγο και κηρύχθηκε παραδεκτή (§ 68).
Οι γενικές αρχές στο εσωτερικό πλαίσιο: Η επιβολή ισόβιας ποινής σε ενήλικο δεν απαγορεύεται καθαυτή. Μη μειώσιμη ισόβια ποινή μπορεί, όμως, να εγείρει ζήτημα υπό το άρθρο 3. Στην Kafkaris το Δικαστήριο έκρινε επαρκή, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, τη de jure και de facto δυνατότητα μείωσης, ακόμη και μέσω διακριτικής απόφασης του αρχηγού του κράτους. Στην Iorgov αριθ. 2 έλαβε επίσης υπόψη τη δυνατότητα προεδρικής χάριτος ή μετατροπής. Η Vinter μετέθεσε την έμφαση στην ύπαρξη μηχανισμού επανεξέτασης που επιτρέπει να κριθεί αν η συνέχιση της κράτησης εξακολουθεί να δικαιολογείται από θεμιτούς σκοπούς της ποινής. Η Murray εξειδίκευσε τις διαδικαστικές εγγυήσεις που καθιστούν τον μηχανισμό αποτελεσματικό (§§ 78-82).
Οι γενικές αρχές στο πλαίσιο της έκδοσης: Η διεθνής συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις υποτάσσεται στον απόλυτο χαρακτήρα του άρθρου 3. Η ευθύνη αποδίδεται στο εκδίδον Συμβαλλόμενο Κράτος, επειδή η πράξη της έκδοσης έχει ως άμεση συνέπεια την έκθεση σε προβλέψιμο κίνδυνο απαγορευμένης μεταχείρισης. Η Σύμβαση, ωστόσο, δεν μετατρέπεται σε γενικό μέσο ρύθμισης της έννομης τάξης τρίτου κράτους. Ο προσφεύγων οφείλει κατ’ αρχήν να προσκομίσει στοιχεία ικανά να αποδείξουν σοβαρούς λόγους πραγματικού κινδύνου και, εφόσον το πράξει, η Κυβέρνηση οφείλει να άρει τις σχετικές αμφιβολίες. Όταν η έκδοση δεν έχει εκτελεστεί, η εκτίμηση είναι πλήρης και ex nunc (§§ 83-88).
Ο πυρήνας της κρίσης: Η Vinter αφορούσε ήδη καταδικασμένους κρατουμένους στο εσωτερικό ενός Συμβαλλόμενου Κράτους. Στην έκδοση, αντίθετα, το πρόσωπο δεν έχει ακόμη καταδικαστεί και η πιθανή ποινή αποτελεί αντικείμενο σύνθετης, αναγκαστικά αβέβαιης πρόγνωσης. Η διαφορά αυτή επέβαλε, κατά το Δικαστήριο, προσοχή στη μεταφορά του πλήρους προτύπου Vinter (§§ 91-92).
Το Δικαστήριο διέκρινε την ουσιαστική υποχρέωση — να μην εκτεθεί το πρόσωπο σε πραγματικό κίνδυνο ποινής που θα καταστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική — από τις διαδικαστικές εγγυήσεις που αναπτύχθηκαν για κρατουμένους εντός του συμβατικού χώρου. Έκρινε ότι το εκδίδον Κράτος δεν ευθύνεται για κάθε έλλειψη του συστήματος τρίτου κράτους όταν αυτό αξιολογείται με βάση το πλήρες πρότυπο Vinter και ότι η απαίτηση εξονυχιστικού ελέγχου όλων των σχετικών διαδικαστικών εγγυήσεων θα ήταν υπέρμετρα δυσχερής (§ 93).
Το Δικαστήριο επικαλέστηκε επίσης την ασυμμετρία των συνεπειών. Στο εσωτερικό πλαίσιο η διαπίστωση παραβίασης δεν συνεπάγεται αυτομάτως απόλυση. Στην έκδοση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να μη δικαστεί το πρόσωπο, εκτός αν είναι δυνατή δίωξη στο εκζητούμενο κράτος ή παρασχεθούν κατάλληλες διαβεβαιώσεις. Το στοιχείο αυτό συνδέθηκε με το γενικό συμφέρον απονομής της δικαιοσύνης και με την αποφυγή «ασφαλών καταφυγίων» (§ 94).
Ο προσαρμοσμένος έλεγχος δύο σταδίων
Πρώτο στάδιο: εξετάζεται αν ο προσφεύγων προσκόμισε στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι υφίστανται σοβαροί λόγοι να πιστεύεται πως, σε περίπτωση έκδοσης και καταδίκης, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να του επιβληθεί ισόβια ποινή χωρίς δυνατότητα υφ’ όρον απόλυσης. Ο κίνδυνος θεμελιώνεται ευχερέστερα όταν η ισόβια ποινή είναι υποχρεωτική (§ 95).
Δεύτερο στάδιο: μόνον αν αποδειχθεί ο πραγματικός κίνδυνος του πρώτου σταδίου, εξετάζεται αν από τη στιγμή της επιβολής της ποινής υφίσταται μηχανισμός επανεξέτασης που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να συνεκτιμήσουν ουσιώδη μεταβολή του κρατουμένου, πρόοδο προς την επανένταξη ή άλλον λόγο απόλυσης συνδεόμενο με τη συμπεριφορά ή κρίσιμες προσωπικές περιστάσεις. Οι πλήρεις διαδικαστικές εγγυήσεις των §§ 120-122 της Vinter δεν αποτελούν αυτοτελή προϋπόθεση για τη συμμόρφωση του εκδίδοντος Κράτους (§§ 96-97).
Η Trabelsi ανατράπηκε επειδή δεν εξέτασε προηγουμένως αν υφίστατο πραγματικός κίνδυνος επιβολής ισοβίων χωρίς απόλυση και επειδή αξιολόγησε, ήδη κατά τον χρόνο της έκδοσης, το πλήρες σύνολο των κριτηρίων Vinter (§ 98). Το Δικαστήριο υπογράμμισε πάντως ότι το άρθρο 3 παραμένει απόλυτο και ότι δεν υπάρχει διαφορετικό ελάχιστο όριο βαρύτητας μεταξύ εσωτερικού και εξωεδαφικού πλαισίου (§ 99).
Εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά
Ο προσφεύγων δεν προέβαλε ότι τυχόν ισόβια ποινή θα ήταν προδήλως δυσανάλογη. Υποστήριξε μόνον ότι θα ήταν μη μειώσιμη. Επειδή δεν αντιμετώπιζε υποχρεωτική ισόβια ποινή, όφειλε να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο επιβολής ισοβίων χωρίς απόλυση, χωρίς προσήκουσα συνεκτίμηση των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών παραγόντων (§ 100).
Το Δικαστήριο έλαβε ως αφετηρία την εκτίμηση των εθνικών δικαστηρίων, χωρίς να παραιτηθεί από τον ex nunc έλεγχό του. Διευκρίνισε ότι η District Judge είχε διαπιστώσει «πραγματική πιθανότητα», όχι «πιθανότητα» με την έννοια ότι η ισόβια ποινή ήταν το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Η κρίση της ήταν μη οριστική (§§ 101-103).
Κατά την έκθεση της US Sentencing Commission του 2015, ισόβια επιβλήθηκαν το 2013 σε λιγότερο από το ένα τρίτο του ενός τοις εκατό των υποθέσεων διακίνησης ναρκωτικών. Στη Βόρεια Δικαστική Περιφέρεια της Τζόρτζια περίπου το 65% των 507 ποινών του 2019 υπολειπόταν του συνιστώμενου εύρους. Οι κατευθυντήριες γραμμές προέβλεπαν ειδικά ισόβια για αδίκημα ναρκωτικών με θάνατο ή σοβαρή σωματική βλάβη όταν υπήρχε και προηγούμενη καταδίκη για διακίνηση, προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του προσφεύγοντος (§§ 104-105).
Τέσσερις συνεργοί είχαν λάβει ποινές από επτά έως είκοσι έτη. Οι δύο με τις βαρύτερες ποινές είχαν αντιμετωπίσει συνιστώμενο εύρος ισοβίων και επιπλέον κατηγορίες, αλλά είχαν ομολογήσει. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι δεν ήταν πλήρως συγκρίσιμοι με τον προσφεύγοντα, ο οποίος φερόταν ως συναρχηγός. Εντούτοις, ο προσφεύγων δεν προσκόμισε παραδείγματα κατηγορουμένων με παρόμοιο ιστορικό και συμπεριφορά που καταδικάστηκαν σε ισόβια χωρίς απόλυση. Συνεκτιμήθηκαν ακόμη η ευρεία δικαστική διακριτική ευχέρεια, η δυνατότητα προβολής ελαφρυντικών, η υποχρέωση αποφυγής αδικαιολόγητων αποκλίσεων από τις ποινές συγκρίσιμων συγκατηγορουμένων και το δικαίωμα έφεσης (§§ 106-108).
Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων δεν προσκόμισε στοιχεία ικανά να καταδείξουν πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης που να φθάνει το κατώφλι του άρθρου 3. Η μετάβαση στο δεύτερο στάδιο παρείλκε και η έκδοση δεν θα συνιστούσε παραβίαση (§§ 109-110).
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ
Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, ομοφώνως: α) κήρυξε παραδεκτή την αιτίαση υπό το άρθρο 3 σχετικά με τον κίνδυνο ισόβιας ποινής χωρίς υφ’ όρον απόλυση, β) έκρινε ότι η έκδοση στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα παραβίαζε το άρθρο 3 και γ) διέγραψε την αιτίαση περί συνθηκών κράτησης και κινδύνου λόγω COVID-19, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 37 § 1 στοιχ. α΄. Η ανατροπή της Trabelsi αποτελεί μέρος της αιτιολογίας και όχι τέταρτο σημείο του διατακτικού.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Ως προς την ουσιαστική υποχρέωση, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η έκθεση ενός προσώπου σε πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας θα αντέβαινε στο πνεύμα και τον σκοπό του άρθρου 3. Αντιθέτως, οι διαδικαστικές εγγυήσεις φαίνεται να προσιδιάζουν περισσότερο σε ένα αμιγώς εσωτερικό πλαίσιο και, κατά συνέπεια, δεν ανακύπτουν ως προς πρόσωπο του οποίου την έκδοση έχει ζητήσει τρίτο κράτος, καθόσον τούτο θα συνιστούσε υπερβολικά διασταλτική ερμηνεία της ευθύνης Συμβαλλόμενου Κράτους στο πλαίσιο αυτό. Συνεπώς, τα Συμβαλλόμενα Κράτη δεν ευθύνονται δυνάμει της Σύμβασης για ελλείψεις του συστήματος τρίτου κράτους όταν αυτό αξιολογείται με βάση το πλήρες πρότυπο Vinter κ.α.» (§ 93).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η Sanchez-Sanchez προσφέρει λειτουργικό κανόνα απόφασης για τις εκδόσεις, αλλά μειώνει την ένταση της προστασίας σε σχέση με το πλήρες εσωτερικό πρότυπο Vinter-Murray. Η βασική επιστημονική αμφισβήτηση αφορά το κατά πόσον είναι δογματικά πειστικός ο διαχωρισμός της ουσιαστικής εγγύησης από τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που την καθιστούν πρακτική και αποτελεσματική. Η κριτική αυτή έχει διατυπωθεί συστηματικά στη μεταγενέστερη βιβλιογραφία, ιδίως από τους van Zyl Smit και Seeds και τον Lewis Graham.
Πρώτον. Η ακριβής έκταση της ανατροπής της Trabelsi. Η ανατροπή είναι πρωτίστως μεθοδολογική. Το Δικαστήριο δεν μετέβαλε το εσωτερικό πρότυπο για τις ισόβιες ποινές ούτε έκρινε ότι μια πραγματικά μη μειώσιμη ισόβια ποινή είναι συμβατή με το άρθρο 3. Διόρθωσε δύο συγκεκριμένα στοιχεία της Trabelsi: την παράλειψη προκριματικής εξέτασης του πραγματικού κινδύνου επιβολής της ποινής και την εφαρμογή, κατά τον χρόνο της έκδοσης, όλων των διαδικαστικών κριτηρίων της Vinter (§ 98). Η απόφαση δικαιώνει περιορισμένα την κριτική των βρετανικών δικαστηρίων προς τη μεθοδολογία της Trabelsi, όχι όμως το σύνολο της βρετανικής προσέγγισης. Ιδίως, στην § 99 το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης απέρριψε τη διαφοροποίηση του ελάχιστου ορίου βαρύτητας μεταξύ εσωτερικού και εξωεδαφικού πλαισίου. Επίσης, η άρνηση των βρετανικών δικαστηρίων να ακολουθήσουν την Trabelsi δεν συνιστούσε παράβαση του άρθρου 46, επειδή εκείνη η απόφαση είχε εκδοθεί κατά του Βελγίου. Επρόκειτο για απόκλιση από νομολογιακό προηγούμενο και όχι για μη εκτέλεση δεσμευτικής απόφασης κατά του Ηνωμένου Βασιλείου. Πηγή: ΕΔΔΑ, Sanchez-Sanchez v. the United Kingdom [GC], §§ 20, 44-47, 54, 98-99, HUDOC.
Δεύτερον. Η διάκριση ουσιαστικής εγγύησης και διαδικαστικών εγγυήσεων. Η δογματική καινοτομία είναι η διάκριση ανάμεσα, αφενός, στην ουσιαστική απαίτηση ύπαρξης πραγματικού μηχανισμού επανεξέτασης και, αφετέρου, στο πλήρες σύνολο των διαδικαστικών εγγυήσεων της Vinter και της Murray. Μόνο η πρώτη μεταφέρεται πλήρως στο πεδίο της έκδοσης. Η διάκριση έχει πρακτική λογική, αλλά δεν είναι άμοιρη προβλημάτων. Η γνώση των κριτηρίων, η αιτιολόγηση και ο δικαστικός έλεγχος δεν αποτελούν απλώς τεχνικές λεπτομέρειες. Στην εσωτερική νομολογία λειτουργούν ως μέσα που εξασφαλίζουν ότι η προοπτική απόλυσης δεν είναι θεωρητική ή αυθαίρετη. Συνεπώς, η αφαίρεσή τους από τον έλεγχο έκδοσης μπορεί να δυσχεράνει την επαλήθευση της ουσιαστικής αποτελεσματικότητας του μηχανισμού. Πηγή: ΕΔΔΑ, Sanchez-Sanchez [GC], §§ 93, 96, Vinter and Others [GC], §§ 119-122, Murray v. the Netherlands [GC], §§ 99-104, HUDOC.
Τρίτον. Το πρώτο στάδιο ως αποφασιστικό αποδεικτικό φίλτρο. Η υπόθεση κρίθηκε στο πρώτο στάδιο. Δεν αρκούσαν η αφηρημένη δυνατότητα ισοβίων ούτε η υπαγωγή στο επίπεδο 43 των Sentencing Guidelines. Ο προσφεύγων έπρεπε να προσκομίσει στατιστικά και συγκριτικά δεδομένα για κατηγορουμένους με παρόμοιο ιστορικό και παρόμοια συμπεριφορά, καθώς και να αντιμετωπίσει τα στοιχεία για τους συγκατηγορουμένους, τη δικαστική διακριτική ευχέρεια και τις πιθανές μειώσεις. Η απαίτηση είναι ιδιαίτερα βαριά όταν τα δεδομένα επιμέτρησης του αιτούντος κράτους δεν είναι εύκολα προσβάσιμα. Η νομολογία, ωστόσο, δεν θέτει τυπικό κανόνα ότι μόνο στατιστικά στοιχεία μπορούν να αποδείξουν τον κίνδυνο. Οποιοδήποτε αξιόπιστο, συγκεκριμένο και εξατομικευμένο υλικό μπορεί καταρχήν να είναι κρίσιμο. Πηγή: ΕΔΔΑ, Sanchez-Sanchez [GC], §§ 95, 100-108, López Elorza v. Spain, §§ 107, 115-118, Findikoglu v. Germany (dec.), §§ 37-39, HUDOC.
Τέταρτον. Η ατιμωρησία, τα «ασφαλή καταφύγια» και ο απόλυτος χαρακτήρας του άρθρου 3. Η επίκληση του κινδύνου ατιμωρησίας και των ασφαλών καταφυγίων (§ 94) δημιουργεί εμφανή ένταση με την αρχή ότι η επικινδυνότητα του προσώπου και το συμφέρον δίωξης δεν σταθμίζονται έναντι αποδεδειγμένου πραγματικού κινδύνου κακομεταχείρισης (§ 86 και Saadi §§ 137-139). Η ευνοϊκότερη ανάγνωση είναι ότι το Δικαστήριο δεν στάθμισε έναν ήδη αποδεδειγμένο κίνδυνο, αλλά χρησιμοποίησε τις συνέπειες της έκδοσης για να προσδιορίσει την έκταση του ελέγχου που προηγείται της διαπίστωσης κινδύνου. Η κριτική ένσταση παραμένει: η πρακτική συνέπεια είναι διαφορετικό και ηπιότερο πρότυπο ελέγχου για πρόσωπα που δεν έχουν ακόμη καταδικαστεί, μολονότι η § 99 διακηρύσσει ενιαίο όριο βαρύτητας. Πηγή: ΕΔΔΑ, Sanchez-Sanchez [GC], §§ 86, 94, 99, Saadi v. Italy [GC], §§ 137-139, HUDOC — η αποτίμηση της έντασης αποτελεί σχολιασμό του συντάκτη.
Πέμπτον. Η μεταγενέστερη νομολογία: McCallum και Hayes and Others. Η McCallum κατά Ιταλίας (απόφαση απαραδέκτου [GC], 21.09.2022, δημοσιευθείσα 03.11.2022) ανέδειξε τον ρόλο διπλωματικών διαβεβαιώσεων και τροποποίησης των κατηγοριών. Μετά τις διπλωματικές νότες των ΗΠΑ, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπήρχε πραγματικός κίνδυνος μη μειώσιμης ισόβιας ποινής και απέρριψε την προσφυγή ως προδήλως αβάσιμη. Η υπόθεση δείχνει ότι συγκεκριμένες και θεσμικά αξιόπιστες διαβεβαιώσεις μπορούν να εξουδετερώσουν το πρώτο στάδιο.
Επισημαίνεται ότι στη Hayes and Others κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Τμήμα, 01.07.2025) υπήρχε πραγματικός κίνδυνος υποχρεωτικής ισόβιας ποινής, οπότε το Δικαστήριο προχώρησε στο δεύτερο στάδιο. Έκρινε ότι η compassionate release κατά το 18 U.S.C. § 3582(c)(1)(A), όπως λειτουργεί μετά τον First Step Act, αποτελεί επαρκή μηχανισμό επανεξέτασης. Μολονότι η επανένταξη δεν αρκεί μόνη της ως «extraordinary and compelling reason», λαμβάνεται ουσιωδώς υπόψη μαζί με άλλες προσωπικές περιστάσεις, οι αποφάσεις υπόκεινται σε έφεση και μπορούν να υποβληθούν νέες αιτήσεις. Το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε να αποφανθεί αν η executive clemency θα επαρκούσε αυτοτελώς (Hayes §§ 96-107).
Η Hayes επιβεβαιώνει ότι το δεύτερο στάδιο δεν είναι καθαρά τυπικό, αλλά ταυτόχρονα δείχνει πόσο πιο ελαστικό είναι από το πλήρες πρότυπο Vinter-Murray. Επίσης, έκρινε ότι η υποχρεωτική ισόβια ποινή δεν ήταν προδήλως δυσανάλογη λόγω της εξαιρετικής βαρύτητας των αποδιδόμενων πράξεων. Έτσι, η μεταγενέστερη νομολογία απαντά σε δύο από τα ζητήματα που η Sanchez-Sanchez άφηνε ανοικτά: τη λειτουργία του δεύτερου σταδίου και τη σχέση του με την προδήλως δυσανάλογη ποινή. Πηγή: ΕΔΔΑ, McCallum v. Italy (dec.) [GC], no. 20863/21, Hayes and Others v. the United Kingdom, nos. 56532/22, 56889/22 και 3739/23, 01.07.2025, HUDOC.
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Α. Soering κατά Ηνωμένου Βασιλείου και Khasanov και Rakhmanov κατά Ρωσίας: Η Soering θεμελίωσε την ευθύνη του εκδίδοντος Κράτους για τις προβλέψιμες συνέπειες της δικής του πράξης έκδοσης, χωρίς να καθιστά τη Σύμβαση γενικό μέσο ρύθμισης τρίτων κρατών. Η Sanchez-Sanchez αντλεί από τις §§ 86, 88 και 91, αλλά δίνει μεγαλύτερη έμφαση στο όριο της ευθύνης έναντι ελλείψεων αλλότριου συστήματος. Η Khasanov και Rakhmanov [GC] επαναλαμβάνει ότι η διεθνής συνεργασία υποτάσσεται στον απόλυτο χαρακτήρα του άρθρου 3. Πηγή: HUDOC, Soering v. the United Kingdom, 07.07.1989, Series A no. 161, no. 14038/88, §§ 86, 88, 91, Khasanov and Rakhmanov v. Russia [GC], nos. 28492/15 και 49975/15, 29.04.2022, § 94.
Β. Kafkaris κατά Κύπρου [GC] και Iorgov κατά Βουλγαρίας αριθ. 2: Η Kafkaris δέχθηκε ότι η ισόβια ποινή δεν απαγορεύεται καθαυτή και ότι, υπό τα συγκεκριμένα νομικά και πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, η διακριτική δυνατότητα του αρχηγού του κράτους αρκούσε για de jure και de facto μείωσή της. Η Iorgov αριθ. 2 έλαβε επίσης υπόψη την πραγματική δυνατότητα προεδρικής χάριτος ή μετατροπής. Δεν πρέπει όμως να γενικεύεται ότι οποιαδήποτε θεωρητική ελπίδα χάριτος αρκεί πάντοτε. Η μεταγενέστερη Vinter και ιδίως η Murray απαιτούν αποτελεσματική, πραγματική και προσανατολισμένη στους σκοπούς της ποινής επανεξέταση. Πηγή: HUDOC, Kafkaris v. Cyprus [GC], no. 21906/04, 12.02.2008, §§ 97-98, 103, Iorgov v. Bulgaria (no. 2), no. 36295/02, 02.09.2010, §§ 51-60.
Γ. Vinter κ.α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC]: Η Vinter καθιέρωσε ότι το άρθρο 3 απαιτεί δυνατότητα μείωσης της ποινής υπό την έννοια επανεξέτασης που επιτρέπει να κριθεί αν η συνέχιση της κράτησης δικαιολογείται πλέον από θεμιτούς σκοπούς της ποινής. Ο ισοβίτης πρέπει να γνωρίζει εξαρχής τι απαιτείται για να εξεταστεί η απόλυσή του και πότε μπορεί να ζητηθεί επανεξέταση. Το Δικαστήριο δεν προδιαγράφει τη μορφή της διαδικασίας, αλλά αναγνωρίζει σαφή διεθνή υποστήριξη για πρώτη επανεξέταση το αργότερο μετά από 25 έτη. Η Sanchez-Sanchez δεν καταργεί το κεκτημένο αυτό στο εσωτερικό πλαίσιο. Περιορίζει τη μεταφορά του στην έκδοση, διατηρώντας την ουσιαστική λειτουργία και όχι το πλήρες διαδικαστικό σύνολο. Πηγή: HUDOC, Vinter and Others v. the United Kingdom [GC], nos. 66069/09 και 2 άλλες, 09.07.2013, §§ 102, 107, 119-122.
Δ. Murray κατά Ολλανδίας [GC]: Η Murray εξειδικεύει την πραγματική αξιολόγηση των κρίσιμων στοιχείων, τις επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις, την αιτιολόγηση όπου απαιτείται, την πρόσβαση σε δικαστικό έλεγχο και τη σημασία στατιστικών δεδομένων για την προηγούμενη χρήση του μηχανισμού. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία δεν αποτελούν αυτοτελείς προϋποθέσεις στο πλαίσιο έκδοσης μετά τη Sanchez-Sanchez, χωρίς όμως να παύουν να είναι χρήσιμα αποδεικτικά δεδομένα για το αν ο μηχανισμός είναι πραγματικός και όχι καθαρά θεωρητικός. Πηγή: HUDOC, Murray v. the Netherlands [GC], no. 10511/10, 26.04.2016, §§ 99-104.
Ε. Harkins and Edwards κατά Ηνωμένου Βασιλείου: Πριν από τη Vinter, η Harkins and Edwards έκρινε ότι ζήτημα υπό το άρθρο 3 ανακύπτει αν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος προδήλως δυσανάλογης ποινής ή αν, όταν η κράτηση παύσει να δικαιολογείται από θεμιτούς σκοπούς, η ποινή θα είναι μη μειώσιμη de facto και de jure. Η Sanchez-Sanchez επανασυνδέεται εν μέρει με αυτή τη γραμμή ως προς την ανάγκη απόδειξης του κινδύνου, αλλά ρητώς δεν επαναφέρει διαφορετικό κατώφλι βαρύτητας για την έκδοση (§ 99). Πηγή: HUDOC, Harkins and Edwards v. the United Kingdom, nos. 9146/07 και 32650/07, 17.01.2012, §§ 124-131, 134, 137-140.
ΣΤ. Trabelsi κατά Βελγίου: Η Trabelsi μετέφερε το πλήρες πρότυπο Vinter στην έκδοση και έκρινε ότι οι διαθέσιμες διαδικασίες στις ΗΠΑ δεν αποτελούσαν μηχανισμό επανεξέτασης βάσει αντικειμενικών, προκαθορισμένων κριτηρίων γνωστών κατά την επιβολή της ποινής. Η § 98 της Sanchez-Sanchez την ανατρέπει ρητώς ως προς αυτή τη μεθοδολογία. Η Trabelsi παραμένει ιστορικά σημαντική και ορισμένα πραγματολογικά ή γενικά σημεία της μπορούν να αναφέρονται, αλλά δεν μπορεί πλέον να στηρίξει αυτούσια την απαίτηση εφαρμογής όλων των διαδικαστικών εγγυήσεων Vinter σε τρίτο κράτος. Πηγή: HUDOC, Trabelsi v. Belgium, no. 140/10, 04.09.2014, §§ 79-83, 136-139.
Ζ. López Elorza κατά Ισπανίας: Η López Elorza αφορούσε έκδοση στις ΗΠΑ για αδικήματα ναρκωτικών. Έδωσε βάρος στις ποινές συγκατηγορουμένων, στην ταυτότητα του δικαστή επιμέτρησης, στη δικαστική διακριτική ευχέρεια και στην αδυναμία πρόβλεψης κάθε πιθανού σεναρίου πριν από την έκδοση. Αποτελεί τον πλησιέστερο πραγματολογικό πρόδρομο του πρώτου σταδίου της Sanchez-Sanchez. Πηγή: HUDOC, López Elorza v. Spain, no. 30614/15, 12.12.2017, §§ 102, 107, 115-118.
Η. Findikoglu κατά Γερμανίας (απόφαση επί του παραδεκτού): Η Findikoglu επιβεβαιώνει ότι ο προσφεύγων πρέπει να θεμελιώσει τον πραγματικό κίνδυνο επιβολής της επίμαχης ποινής και ότι η τελική διάρκεια μπορεί να επηρεαστεί από προδικαστικούς παράγοντες, όπως η συνεργασία με τις αρχές. Η Sanchez-Sanchez την επικαλείται για την αβεβαιότητα της πρόγνωσης. Πηγή: HUDOC, Findikoglu v. Germany (dec.), no. 20672/15, 07.06.2016, §§ 37-39.
Θ. McCallum κατά Ιταλίας (απόφαση) [GC]: Η McCallum είναι κρίσιμη για τις διπλωματικές διαβεβαιώσεις. Οι αμερικανικές αρχές δεσμεύθηκαν, μέσω διπλωματικών νοτών, να μην ασκήσουν κατηγορία που επέσυρε υποχρεωτική ισόβια. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν υφίστατο πραγματικός κίνδυνος μη μειώσιμης ισόβιας ποινής και απέρριψε την προσφυγή. Η απόφαση καταδεικνύει ότι οι διαβεβαιώσεις πρέπει να αξιολογούνται ως προς τη σαφήνεια, τη θεσμική προέλευση, τη δεσμευτικότητά τους και το ιστορικό καλόπιστης συνεργασίας. Πηγή: HUDOC, McCallum v. Italy (dec.) [GC], no. 20863/21, 21.09.2022.
Ι. Hayes and Others κατά Ηνωμένου Βασιλείου: Η Hayes είναι η καθοριστική μεταγενέστερη εφαρμογή της Sanchez-Sanchez. Το Δικαστήριο δέχθηκε πραγματικό κίνδυνο υποχρεωτικής ισόβιας ποινής χωρίς δυνατότητα μείωσης, προχώρησε στο δεύτερο στάδιο και έκρινε επαρκή την compassionate release. Η απόφαση αποσαφηνίζει ότι η επανένταξη δεν χρειάζεται να αποτελεί αυτοτελή και αποκλειστική βάση απόλυσης, αρκεί να μπορεί να συνεκτιμηθεί ουσιωδώς στο πλαίσιο εξατομικευμένης επανεξέτασης. Επιβεβαιώνει επίσης ότι ο έλεγχος προδήλου δυσαναλογίας παραμένει χωριστός και εξαιρετικά αυστηρός. Πηγή: HUDOC, Hayes and Others v. the United Kingdom, nos. 56532/22, 56889/22 και 3739/23, 01.07.2025, ιδίως §§ 96-107.
ΙΑ. Saadi κατά Ιταλίας [GC] και F.G. κατά Σουηδίας [GC]: Οι αποφάσεις καθορίζουν το γενικό πλαίσιο κινδύνου: η επικινδυνότητα δεν σταθμίζεται έναντι του κινδύνου, ο προσφεύγων προσκομίζει αρχικά τα στοιχεία, η Κυβέρνηση οφείλει κατόπιν να άρει τις αμφιβολίες και η εκτίμηση είναι ex nunc όταν η απομάκρυνση δεν έχει ακόμη εκτελεστεί. Πηγή: HUDOC, Saadi v. Italy [GC], no. 37201/06, 28.02.2008, §§ 129-139, F.G. v. Sweden [GC], no. 43611/11, 23.03.2016, §§ 115, 120.
ΙΒ. ΔΕΕ — Aranyosi και Căldăraru: Στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το ΔΕΕ έχει αναπτύξει δύο βαθμών εξέταση υπό το άρθρο 4 του Χάρτη: πρώτα ελέγχεται, βάσει αντικειμενικών, αξιόπιστων, συγκεκριμένων και δεόντως επικαιροποιημένων στοιχείων, η ύπαρξη συστημικών ή γενικευμένων ελλείψεων ή ελλείψεων που αφορούν ορισμένες ομάδες ή καταστήματα κράτησης και, στη συνέχεια, ο πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος για το συγκεκριμένο πρόσωπο. Η ομοιότητα με τη Sanchez-Sanchez είναι μόνο μεθοδολογική. Τα δύο στάδια έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και το Aranyosi λειτουργεί εντός του ειδικού καθεστώτος αμοιβαίας αναγνώρισης και εμπιστοσύνης της Ένωσης. Το υλικό αυτό παρατίθεται συγκριτικά και δεν αποτελεί έρεισμα της κρίσης του ΕΔΔΑ. Πηγή: ΔΕΕ, Aranyosi και Căldăraru, C-404/15 και C-659/15 PPU, 05.04.2016, ECLI:EU:C:2016:198.
ΙΓ. Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ: Κατά το Γενικό Σχόλιο αριθ. 31, § 12, τα Κράτη μέρη του ΔΣΑΠΔ δεν πρέπει να εκδίδουν, απελαύνουν ή απομακρύνουν πρόσωπο όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύεται ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης, όπως εκείνη των άρθρων 6 και 7. Η νομολογία της Επιτροπής απαιτεί προσωπικό κίνδυνο και υψηλό επίπεδο τεκμηρίωσης. Η σύγκριση ενισχύει τη γενική αρχή μη επαναπροώθησης, αλλά δεν παρέχει ειδικό ισοδύναμο του διπλού βαθμού ελέγχου Sanchez-Sanchez για ισόβιες ποινές. Το υλικό αυτό παρατίθεται συγκριτικά και δεν αποτελεί έρεισμα της κρίσης. Πηγή: UN Human Rights Committee, General Comment No. 31 (2004), § 12.
ΙΔ. Διαμερικανικό Δικαστήριο — Mendoza y otros κατά Αργεντινής: Στη Mendoza y otros κατά Αργεντινής, απόφαση της 14ης Μαΐου 2013, Series C No. 260, το Διαμερικανικό Δικαστήριο έκρινε ζητήματα ισόβιων ποινών που είχαν επιβληθεί για πράξεις τελεσθείσες από ανηλίκους και τόνισε την ανάγκη περιοδικής επανεξέτασης και τον προσανατολισμό επανένταξης των στερητικών της ελευθερίας ποινών. Η υπόθεση αποτελεί περιορισμένη κανονιστική σύγκριση για την αξία της ελπίδας και της επανένταξης. Δεν είναι άμεσο προηγούμενο για έκδοση ενηλίκου ούτε για την αμερικανική ομοσπονδιακή ισόβια ποινή. Το υλικό αυτό παρατίθεται συγκριτικά και δεν αποτελεί έρεισμα της κρίσης. Πηγή: IACtHR, Mendoza et al. v. Argentina, Preliminary Objections, Merits and Reparations, 14.05.2013, Series C No. 260.
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
- Ο καθ’ ου το αίτημα έκδοσης δεν αρκεί να αποδείξει ότι η έννομη τάξη του αιτούντος κράτους επιτρέπει ισόβια χωρίς δυνατότητα μείωσης. Πρέπει να τεκμηριώσει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο επιβολής τους με το κείμενο των κατηγοριών, τους υποχρεωτικούς ελάχιστους κανόνες, τις κατευθυντήριες γραμμές, συγκρίσιμες ποινές, στατιστικά στοιχεία, δηλώσεις της εισαγγελίας και πραγματογνωμοσύνη στο δίκαιο του αιτούντος κράτους.
- Πρέπει να διακρίνεται εξαρχής αν η ποινή είναι υποχρεωτική ή δυνητική. Η υποχρεωτικότητα ενισχύει σημαντικά το πρώτο στάδιο, αλλά δεν εξαλείφει την ανάγκη εξέτασης τυχόν δεσμευτικών διαβεβαιώσεων, μεταβολής των κατηγοριών ή άλλων νομικών μηχανισμών που αποκλείουν την επιβολή της.
- Η Trabelsi δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιείται για να απαιτηθεί αυτούσιο το πλήρες διαδικαστικό πρότυπο Vinter-Murray από τρίτο κράτος. Μπορεί να διατηρεί ιστορική και επιχειρηματολογική αξία μόνο στο μέτρο που δεν συγκρούεται με την ανατροπή της § 98.
- Αν αποδειχθεί ο κίνδυνος του πρώτου σταδίου, ο δικαστής οφείλει να εξετάσει χωριστά και αιτιολογημένα αν ο μηχανισμός επανεξέτασης μπορεί πράγματι να συνεκτιμήσει επανένταξη, συμπεριφορά και προσωπικές περιστάσεις. Μετά τη Hayes, η compassionate release μπορεί να ικανοποιεί το στάδιο αυτό, αλλά η εκτίμηση παραμένει εξαρτώμενη από το εκάστοτε νομικό πλαίσιο και τα αποδεικτικά στοιχεία.
- Οι διπλωματικές διαβεβαιώσεις πρέπει να είναι συγκεκριμένες, σαφείς, να προέρχονται από αρμόδια αρχή και να αξιολογούνται ως προς τη δεσμευτικότητα και την πρακτική αξιοπιστία τους. Η McCallum δείχνει ότι μπορούν να είναι καθοριστικές για το πρώτο στάδιο.
- Στην ελληνική έκδοση προς τρίτο κράτος, κατά τα άρθρα 436 επ. ΚΠΔ, η Sanchez-Sanchez είναι άμεσα κρίσιμη υπό το άρθρο 3. Στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης του ν. 3251/2004, όμως, πρέπει να εφαρμοστεί πρωτίστως το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως το άρθρο 4 του Χάρτη και η νομολογία Aranyosi και Căldăraru. Η Sanchez-Sanchez έχει επικουρική ερμηνευτική σημασία και δεν αντικαθιστά τον ειδικό ενωσιακό έλεγχο. Το σημείο αυτό αποτελεί σχολιασμό του συντάκτη και όχι κρίση της απόφασης.
ΣΧΕΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΔΔΑ
- Soering v. the United Kingdom, 7.7.1989, Series A no. 161, προσφ. 14038/88 • Kafkaris v. Cyprus [GC], 12.2.2008, no. 21906/04 • Saadi v. Italy [GC], 28.2.2008, no. 37201/06 • Iorgov v. Bulgaria (no. 2), 2.9.2010, no. 36295/02 • Harkins and Edwards v. the United Kingdom, 17.1.2012, nos. 9146/07 και32650/07 • Vinter and Others v. the United Kingdom [GC], 9.7.2013, nos. 66069/09 καιδύο άλλες • Trabelsi v. Belgium, 4.9.2014, no. 140/10, ανατραπείσα ως προς τη μεθοδολογία από τη Sanchez-Sanchez • Murray v. the Netherlands [GC], 26.4.2016, no. 10511/10 • Findikoglu v. Germany (dec.), 7.6.2016, no. 20672/15 • López Elorza v. Spain, 12.12.2017, no. 30614/15 • Khasanov and Rakhmanov v. Russia [GC], 29.4.2022, nos. 28492/15 και 49975/15 • McCallum v. Italy (dec.) [GC], 21.9.2022, no. 20863/21 • Sanchez-Sanchez v. the United Kingdom [GC], 3.11.2022, no. 22854/20 • Hayes and Others v. the United Kingdom, 1.7.2025, nos. 56532/22, 56889/22 και 3739/23
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΠΗΓΕΣ
- ΔΕΕ, Aranyosi και Căldăraru, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-404/15 και C-659/15 PPU, απόφαση 5.4.2016, ECLI:EU:C:2016:198. • Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ, Γενικό Σχόλιο αριθ. 31 (2004), § 12. • Διαμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Mendoza y otros v. Argentina, Preliminary Objections, Merits and Reparations, judgment 14.5.2013, Series C No. 260.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Dirk van Zyl Smit and Christopher Seeds, “Extradition and Whole Life Sentences”, Criminal Law Forum, vol. 35(1) (2024), pp. 1-37. • Lewis Graham, “Life Sentences and Article 3 ECHR in the Extradition Context: Sanchez-Sanchez v United Kingdom”, European Human Rights Law Review, 2023, issue 1, p. 40 επ.
