Προδικαστική παραπομπή – Σύμβαση για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές – Άρθρο 3 – Επιλογή εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών – Άρθρο 6 – Σύμβαση εργασίας – Αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου που θα ήταν εφαρμοστέο ελλείψει επιλογής – Καθορισμός του ως άνω δικαίου – Σύμβαση εργασίας η οποία συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα – Κριτήρια εκτιμήσεως – Στοιχεία περί στενότερης συνδέσεως τα οποία απορρέουν, κατά την εκτέλεση της συμβάσεως εργασίας, από την εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου στην εν λόγω σύμβαση
Στην υπόθεση C‑768/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Γαλλία) με απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Νοεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
Hortis GRC SA,
κατά
JA,
France Travail Île-de-France, πρώην Pôle emploi Île-de-France,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Schalin, πρόεδρο τμήματος, M. Gavalec και Z. Csehi (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ν. Αιμιλίου
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Hortis GRC SA, εκπροσωπούμενη από τους J.-J. Gatineau και V. Rebeyrol, avocats,
– ο JA, εκπροσωπούμενος από την I. Goulet και τον F. Rocheteau, avocats,
– η France Travail Île-de-France, εκπροσωπούμενη από τον N. Boullez, avocat,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις B. Dourthe, F. du Couëdic και T. Lechevallier,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Pagáčová, τον M. Smolek και τον J. Vláčil,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την J. Hottiaux και τον S. Noë,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 2, της Συμβάσεως για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, η οποία άνοιξε προς υπογραφή στη Ρώμη στις 19 Ιουνίου 1980 (ΕΕ 1984, L 146, σ. 7, στο εξής: Σύμβαση της Ρώμης).
2 Η ως άνω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Hortis GRC SA, ανώνυμης εταιρίας ελβετικού δικαίου εδρεύουσας στην Ελβετία, αφενός, και του JA, ενός εκ των υπαλλήλων της, καθώς και της France Travail Île-de-France (δημόσιας υπηρεσίας εργασίας περιφέρειας Île-de-France), πρώην Pôle emploi Île-de-France, αφετέρου, σχετικά με την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας που είχε συναφθεί μεταξύ της εν λόγω εταιρίας και του JA.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η Σύμβαση της Ρώμης
3 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Ρώμης ορίζει τα εξής:
«Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης. Με την επιλογή αυτή, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να ορίσουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος μόνο της σύμβασής τους.»
4 Το άρθρο 6 της Συμβάσεως, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ατομική σύμβαση εργασίας», προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Παρά τις διατάξεις του άρθρου 3, στη σύμβαση εργασίας η επιλογή από τους συμβαλλόμενους του εφαρμοστέου δικαίου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει τον εργαζόμενο από την προστασία που του εξασφαλίζουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου που θα ήταν εφαρμοστέο σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που δεν είχε γίνει επιλογή.
2. Παρά τις διατάξεις του άρθρου 4 και εφόσον δεν έχει γίνει επιλογή σύμφωνα με το άρθρο 3, η σύμβαση εργασίας διέπεται:
α) από το δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης, ακόμη κι αν έχει αποσπασθεί προσωρινά σε άλλη χώρα,
ή
β) αν ο εργαζόμενος δεν παρέχει συνήθως την εργασία του σε μία μόνο χώρα, από το δίκαιο της χώρας όπου βρίσκεται η εγκατάσταση που τον προσέλαβε,
εκτός αν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα, οπότε εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας.»
Ο κανονισμός Ρώμη Ι
5 Ο κανονισμός (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ 2008, L 177, σ. 6, και διορθωτικό ΕΕ 2009, L 309, σ. 87, στο εξής: κανονισμός Ρώμη Ι), αντικατέστησε τη Σύμβαση της Ρώμης. Κατά το άρθρο 28 του κανονισμού Ρώμη Ι, ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται στις συμβάσεις που συνάπτονται από τις 17 Δεκεμβρίου 2009.
6 Το άρθρο 8 του κανονισμού Ρώμη Ι, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ατομικές συμβάσεις εργασίας», ορίζει τα εξής:
«1. Η ατομική σύμβαση εργασίας διέπεται από το δίκαιο που επιλέγουν τα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 3. Ωστόσο, η επιλογή αυτή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει τον εργαζόμενο από την προστασία που του εξασφαλίζουν οι διατάξεις από τις οποίες δεν μπορεί να γίνει παρέκκλιση με συμφωνία κατά το δίκαιο που θα ήταν εφαρμοστέο βάσει των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, ελλείψει επιλογής.
2. Στο μέτρο που το εφαρμοστέο στην ατομική σύμβαση εργασίας δίκαιο δεν έχει επιλεγεί από τα μέρη, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ή, ελλείψει αυτού, από την οποία, ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του κατ’ εκτέλεση της σύμβασης. Η χώρα της συνήθους εκτέλεσης εργασίας δεν θεωρείται ότι μεταβάλλεται όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του σε μια άλλη χώρα προσωρινά.
3. Όταν δεν μπορεί να καθορισθεί το εφαρμοστέο δίκαιο σύμφωνα με την παράγραφο 2, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας όπου ευρίσκεται η εγκατάσταση της επιχείρησης που προσέλαβε τον εργαζόμενο.
4. Όταν προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με χώρα άλλη από την προβλεπόμενη στις παραγράφους 2 ή 3, εφαρμόζεται το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας.»
Το γαλλικό δίκαιο
7 Το άρθρο L1232-1 του code du travail (εργατικού κώδικα) ορίζει τα εξής:
«Οποιαδήποτε απόλυση για λόγο που αφορά το πρόσωπο του εργαζομένου αιτιολογείται υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με το παρόν κεφάλαιο.
Δικαιολογείται για πραγματικό και σοβαρό λόγο.»
8 Το άρθρο L1232-2 του ως άνω κώδικα ορίζει τα ακόλουθα:
«Ο εργοδότης που προτίθεται να απολύσει εργαζόμενο τον καλεί, πριν να λάβει οποιαδήποτε απόφαση, σε προηγούμενη ακρόαση.
Ο εργαζόμενος προσκαλείται με συστημένη επιστολή ή με επιστολή η οποία του παραδίδεται ιδιοχείρως έναντι αποδεικτικού παραλαβής. Στην επιστολή επισημαίνεται ο λόγος της προσκλήσεως.
Η προηγούμενη ακρόαση δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί εντός χρονικού διαστήματος μικρότερου των πέντε εργάσιμων ημερών από την παράδοση της συστημένης επιστολής ή από την παράδοση της επιστολής προσκλήσεως ιδιοχείρως.»
9 Το άρθρο L1232-3 του προμνημονευθέντος κώδικα προβλέπει τα εξής:
«Κατά την προηγούμενη ακρόαση, ο εργοδότης επισημαίνει τους λόγους της σχεδιαζόμενης αποφάσεως και καταγράφει τις εξηγήσεις του εργαζομένου.»
10 Το άρθρο L1232-6 του ίδιου κώδικα ορίζει τα ακόλουθα:
«Σε περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης αποφασίζει να απολύσει εργαζόμενο, του κοινοποιεί την απόφασή του με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής.
Στην εν λόγω επιστολή μνημονεύονται ο λόγος ή οι λόγοι τους οποίους προβάλλει ο εργοδότης.
Η επιστολή δεν είναι δυνατόν να αποσταλεί εντός χρονικού διαστήματος μικρότερου των δύο εργάσιμων ημερών από την προβλεφθείσα ημερομηνία της ακροάσεως η οποία προηγείται της απολύσεως και στην οποία προσκλήθηκε ο εργαζόμενος.
[…]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Η Hortis, της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών πληροφορικής σε επιχειρήσεις, προσέλαβε τον JA, κάτοικο Γαλλίας, ως διευθυντή, από 1ης Σεπτεμβρίου 2007.
12 Κατά το χρονικό διάστημα εκτελέσεως της διεπόμενης από το ελβετικό δίκαιο συμβάσεως εργασίας μεταξύ της Hortis και του JA, ο δεύτερος διέμενε και ασκούσε τις επαγγελματικές δραστηριότητές του στη Γαλλία. Με επιστολή της 25ης Ιανουαρίου 2012 ο JA απολύθηκε τηρουμένων των διατυπώσεων περί καταγγελίας που καθορίζονται από το ελβετικό δίκαιο, κατά το οποίο δεν προβλέπονται ούτε προηγούμενη της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ακρόαση ούτε υποχρέωση αιτιολογήσεως της επιστολής περί καταγγελίας και απολύσεως.
13 Ο JA προσέβαλε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και το βάσιμο της απολύσεως ασκώντας αγωγή ενώπιον του conseil de prud’hommes de Paris (εργατοδικείο Παρισίων, Γαλλία), το οποίο, αφού έκρινε ότι διέθετε διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της διαφοράς, απέρριψε τα αιτήματα του ενάγοντος με απόφαση της 7ης Ιουνίου 2016.
14 Επιληφθέν εφέσεως την οποία είχε ασκήσει ο JA, το cour d’appel de Paris (εφετείο Παρισίων, Γαλλία), με απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2020, έκρινε, μεταξύ άλλων, το γαλλικό δίκαιο ως αποκλειστικώς εφαρμοστέο στη διαφορά, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6 της Συμβάσεως της Ρώμης, χαρακτήρισε την απόλυση ως άνευ πραγματικού και σοβαρού λόγου και υποχρέωσε την Hortis να καταβάλει στον JA ποσά αποζημιώσεως.
15 Προκειμένου να κρίνει το γαλλικό δίκαιο ως εφαρμοστέο στην επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης καταγγελία συμβάσεως εργασίας, το cour d’appel de Paris (εφετείο Παρισίων) έλαβε υπόψη ότι δεν χωρεί συμβατικώς παρέκκλιση από τις διατάξεις του εν λόγω δικαίου περί ακροάσεως πριν από την απόλυση και περί υποχρεώσεως αιτιολογήσεως της επιστολής απολύσεως, στο μέτρο που, κατ’ ουσίαν, ο τόπος εκτελέσεως της συμβάσεως εργασίας βρισκόταν στη Γαλλία. Συγκεκριμένα, καθόσον το ελβετικό δίκαιο δεν προβλέπει ακρόαση πριν από την απόλυση ούτε επιβάλλει υποχρέωση αιτιολογήσεως της επιστολής απολύσεως, ο JA έπρεπε να τύχει της προστασίας που παρέχεται βάσει των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του γαλλικού δικαίου, οι οποίες είναι ευνοϊκότερες σε θέματα απολύσεως λαμβανομένων υπόψη των παρεχόμενων διαδικαστικών εγγυήσεων.
16 Η Hortis άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του cour d’appel de Paris (εφετείου Παρισίων) της 29ης Ιανουαρίου 2020 ενώπιον του Cour de cassation (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Γαλλία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. Στο ως άνω πλαίσιο, υποστηρίζει ότι κακώς παρέλειψε το cour d’appel de Paris (εφετείο Παρισίων) να διερευνήσει αν το ελβετικό δίκαιο ήταν εφαρμοστέο εν προκειμένω δεδομένου ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση εργασίας συνδεόταν στενότερα με την Ελβετία, λαμβανομένων ιδίως υπόψη της καταβολής στον JA συμφέρουσας αμοιβής σε ελβετικά φράγκα (CHF) και σε ελβετικό τραπεζικό λογαριασμό, της υπαγωγής του JA στα ελβετικά ταμεία κοινωνικής ασφαλίσεως, της υπαγωγής του στο ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς που ισχύει για τους εργαζομένους στην Ελβετία και την κατοχή από τον JA ελβετικής διευθύνσεως ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και ελβετικού αριθμού κινητού τηλεφώνου.
17 Η Hortis επικαλείται συναφώς νομολογία του Cour de cassation (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) κατά την οποία, όταν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν καθορίσει το εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση εργασίας, τα δε δικαστήρια της ουσίας αποφασίζουν να μην το εφαρμόσουν, τα δεύτερα οφείλουν να διαπιστώνουν, αφενός, ότι το δίκαιο που εκτιμούν ότι είναι εφαρμοστέο είναι εκείνο του τόπου εκτελέσεως της εν λόγω συμβάσεως εργασίας και, αφετέρου, ότι η σύμβαση εργασίας δεν συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα, διαφορετική από εκείνη της συνήθους παροχής της εργασίας.
18 Στο πλαίσιο της ανωτέρω αναιρετικής διαδικασίας, ο JA υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι ο οικείος εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του εντός της ίδιας χώρας αποτελεί ιδιαιτέρως ουσιώδη σύνδεσμο της συμβάσεως με τη συγκεκριμένη χώρα, ο οποίος μπορεί να αποκλεισθεί μόνον εάν υφίστανται κατά πολύ σημαντικότερα στοιχεία συνδέσεως με άλλη χώρα. Κατά τον JA, η νομολογία του Cour de cassation (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) την οποία επικαλείται η Hortis πρέπει να ερμηνευθεί ως έχουσα την έννοια ότι τα δικαστήρια της ουσίας οφείλουν επίσης να διερευνούν το ζήτημα αν η σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα, εκτός της Γαλλίας, σε περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως εργασία εντός πλειόνων χωρών.
19 Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά την εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του γαλλικού δικαίου, οι οποίες παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον εργαζόμενο από ό,τι εκείνες του ελβετικού δικαίου, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, καθόσον, αφενός, η Hortis και ο JA επέλεξαν ρητώς το ελβετικό δίκαιο ως εφαρμοστέο στην επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση εργασίας και, αφετέρου, ο JA παρείχε συνήθως την εργασία του εντός της Γαλλίας. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί συναφώς αν οφείλει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 2, τελευταίο σκέλος της περιόδου, της Συμβάσεως της Ρώμης, να διερευνήσει αν η συγκεκριμένη σύμβαση συνδέεται στενότερα με την Ελβετία, λαμβανομένων επίσης υπόψη των στοιχείων συνδέσεως που απορρέουν, κατά την εκτέλεση της συμβάσεως, από την εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών επιλογή του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ζητεί να διευκρινισθεί αν πρέπει να αφήσει ανεφάρμοστες τις διατάξεις του γαλλικού δικαίου.
20 Υπό τις ως άνω συνθήκες, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, της [Συμβάσεως της Ρώμης] την έννοια ότι, σε περίπτωση επιλογής από τα συμβαλλόμενα μέρη του δικαίου που διέπει τη σύμβαση εργασίας, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόσει, βάσει του τελευταίου σκέλους της περιόδου της ανωτέρω διάταξης, τις, παρέχουσες μεγαλύτερη προστασία από εκείνες του δικαίου της αυτονομίας των συμβαλλομένων, αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου του οποίου την εφαρμογή ζητεί ο εργαζόμενος και το οποίο θα ήταν εφαρμοστέο ελλείψει επιλογής, βάσει της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, σε περίπτωση που από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η εν λόγω σύμβαση συνδέεται στενότερα με τη χώρα της οποίας το δίκαιο επελέγη από τα συμβαλλόμενα μέρη ως εφαρμοστέο στη σύμβαση εργασίας;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, υποχρεούται το εθνικό δικαστήριο να λάβει υπόψη τα στοιχεία περί στενότερης συνδέσεως που απορρέουν, κατά την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας, από την εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου ή πρέπει να τα αγνοήσει προκειμένου να κρίνει αν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου άλλης χώρας, την εφαρμογή των οποίων ζητεί ο εργαζόμενος, έχουν εφαρμογή βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της Σύμβασης της Ρώμης;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
21 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 2, τελευταίο σκέλος της περιόδου, της Συμβάσεως της Ρώμης έχει την έννοια ότι, όταν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν επιλέξει το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση εργασίας, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει το συγκεκριμένο δίκαιο αφήνοντας ανεφάρμοστες τις παρέχουσες μεγαλύτερη προστασία αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου του οποίου την εφαρμογή ζητεί ο εργαζόμενος, μολονότι το δεύτερο αυτό δίκαιο θα ήταν εφαρμοστέο ελλείψει επιλογής, βάσει του ως άνω άρθρου 6, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, σε περίπτωση που από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η εν λόγω σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με τη χώρα της οποίας το δίκαιο επελέγη από τα συμβαλλόμενα μέρη ως εφαρμοστέο στη σύμβαση.
22 Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τον γενικό κανόνα του άρθρου 3 της Συμβάσεως της Ρώμης, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη.
23 Με το άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης θεσπίζονται, πάντως, ειδικοί κανόνες συγκρούσεως για την ατομική σύμβαση εργασίας, οι οποίοι παρεκκλίνουν από τον ανωτέρω γενικό κανόνα, αφενός, περιορίζοντας, στο πλαίσιο της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου 6, την ελευθερία επιλογής από τους συμβαλλόμενους του εφαρμοστέου δικαίου, και, αφετέρου, καθορίζοντας, στο πλαίσιο της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, τα κριτήρια για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου ελλείψει τέτοιας επιλογής (απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2025, Locatrans, C‑485/24, EU:C:2025:955, σκέψη 34).
24 Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Ρώμης, η εκ μέρους των συμβαλλομένων επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου στη σύμβαση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 3 της εν λόγω Συμβάσεως δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει από τον εργαζόμενο την προστασία που του εξασφαλίζουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου που θα ήταν εφαρμοστέο σύμφωνα με την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 6, ελλείψει επιλογής (απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2025, Locatrans, C‑485/24, EU:C:2025:955, σκέψη 35).
25 Η ως άνω παράγραφος 2 προβλέπει τα κριτήρια συνδέσεως της συμβάσεως εργασίας βάσει των οποίων πρέπει να καθορίζεται η lex contractus, ελλείψει επιλογής από τα συμβαλλόμενα μέρη. Εντούτοις, από την παραπομπή του άρθρου 6, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Ρώμης στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου προκύπτει ότι τα κριτήρια που μνημονεύονται στη δεύτερη αυτή παράγραφο ασκούν επιρροή και σε περίπτωση που οι συμβαλλόμενοι έχουν επιλέξει το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο. Πράγματι, και στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα εν λόγω κριτήρια καθιστούν δυνατό τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, προκειμένου να διασφαλίζεται στον εργαζόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Ρώμης, η προστασία των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του δικαίου που θα ήταν εφαρμοστέο βάσει των κριτηρίων αυτών. Επομένως, η εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή δικαίου διαφορετικού από εκείνο το οποίο επέλεξαν οι συμβαλλόμενοι (απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2025, Locatrans, C‑485/24, EU:C:2025:955, σκέψη 36).
26 Ειδικότερα, τα δύο κριτήρια συνδέσεως της συμβάσεως εργασίας που προβλέπονται, αντιστοίχως, στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της Συμβάσεως της Ρώμης είναι, κατ’ αρχήν, αυτό του τόπου όπου ο εργαζόμενος «παρέχει συνήθως την εργασία του» και, επικουρικώς, ελλείψει τέτοιου τόπου, εκείνο της έδρας της «εγκατάσταση[ς] που τον προσέλαβε» (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2011, Voogsgeerd, C‑384/10, EU:C:2011:842, σκέψη 26).
27 Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, τελευταίο σκέλος της περιόδου, οσάκις από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα από εκείνην που προσδιορίζεται βάσει των δύο ανωτέρω κριτηρίων συνδέσεως, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόσει τα εν λόγω κριτήρια και να εφαρμόσει το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας (πρβλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Schlecker, C‑64/12, EU:C:2013:551, σκέψη 36).
28 Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη άλλα στοιχεία της σχέσεως εργασίας, οσάκις συνάγεται ότι τα στοιχεία τα οποία έχουν σχέση με τα δύο κριτήρια συνδέσεως που προβλέπονται από το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, της Συμβάσεως της Ρώμης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με κράτος άλλο από εκείνο που υποδεικνύεται κατ’ εφαρμογήν των εν λόγω δύο κριτηρίων (πρβλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Schlecker, C‑64/12, EU:C:2013:551, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
29 Η ως άνω ερμηνεία είναι συμβατή με το γράμμα της νέας διατάξεως περί κανόνων συγκρούσεως σχετικών με τις συμβάσεις εργασίας, την οποία εισήγαγε ο κανονισμός Ρώμη I και η οποία, πάντως, δεν είναι εφαρμοστέα στην υπόθεση της κύριας δίκης, καθόσον αυτή δεν εμπίπτει στο χρονικό πεδίο εφαρμογής της διατάξεως. Πράγματι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, όταν προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με χώρα άλλη από την προβλεπόμενη στις παραγράφους 2 ή 3 του εν λόγω άρθρου 8, εφαρμόζεται το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας (απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Schlecker, C‑64/12, EU:C:2013:551, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
30 Επισημαίνεται ότι, μολονότι το περιεχόμενο του άρθρου 8, παράγραφοι 2 έως 4, του κανονισμού Ρώμη I διαφέρει σε μικρό μόνο βαθμό από εκείνο του άρθρου 6, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Ρώμης, η δομή του αντικατοπτρίζει τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να διευκρινίσει, παραθέτοντας χωριστές παραγράφους, τα διάφορα στάδια της συλλογιστικής που πρέπει να ακολουθεί το εθνικό δικαστήριο προκειμένου να καθορίσει το εφαρμοστέο δίκαιο ελλείψει επιλογής εκ μέρους των συμβαλλομένων.
31 Εν προκειμένω, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά, ειδικότερα, το ζήτημα αν το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει τις διατάξεις του δικαίου χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα η οικεία σύμβαση εργασίας, σε περίπτωση κατά την οποία το εν λόγω δίκαιο είναι και εκείνο που επέλεξαν οι συμβαλλόμενοι ως εφαρμοστέο στη μεταξύ τους σύμβαση.
32 Συναφώς, επισημαίνεται, αφενός, ότι ο όρος «άλλη χώρα» που μνημονεύεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, τελευταίο σκέλος της περιόδου, της Συμβάσεως της Ρώμης πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με τη «χώρα» που καθορίζεται βάσει των δύο κριτηρίων συνδέσεως που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ. Κατά συνέπεια, από το γράμμα των ως άνω διατάξεων δεν καθίσταται δυνατό να αποκλεισθεί ότι η εν λόγω «άλλη χώρα» είναι εκείνη της οποίας το δίκαιο επελέγη από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 3 της Συμβάσεως της Ρώμης.
33 Αφετέρου, στη σκέψη 63 της αποφάσεως της 11ης Δεκεμβρίου 2025, Locatrans (C‑485/24, EU:C:2025:955), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «[ε]πομένως, […] απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει εάν, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, τελευταίο τμήμα της περιόδου, της Συμβάσεως της Ρώμης, από το σύνολο των περιστάσεων προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας, που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, συνδέεται στενότερα με τη Γαλλία παρά με το Λουξεμβούργο, το δίκαιο του οποίου επέλεξαν οι συμβαλλόμενοι ως το εφαρμοστέο στην εν λόγω σύμβαση δίκαιο». Εξ αυτού συνάγεται ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ρητώς ότι η συγκεκριμένη διάταξη είναι δυνατόν να υποχρεώνει το αιτούν δικαστήριο να εφαρμόσει το δίκαιο που επέλεξαν οι συμβαλλόμενοι ως εφαρμοστέο στην οικεία σύμβαση εργασίας, σε περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση συνδέεται στενότερα με τη χώρα της οποίας το δίκαιο επελέγη ως ανωτέρω.
34 Επίσης, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, καθόσον σκοπός του άρθρου 6 της Συμβάσεως της Ρώμης είναι να διασφαλισθεί η προσήκουσα προστασία του εργαζομένου, η εν λόγω διάταξη πρέπει να εγγυάται την εφαρμογή στη σύμβαση εργασίας του δικαίου της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα η συγκεκριμένη σύμβαση. Η ερμηνεία αυτή, πάντως, δεν πρέπει να έχει κατ’ ανάγκην ως αποτέλεσμα την εφαρμογή, σε όλες τις περιπτώσεις, του ευνοϊκότερου για τον εργαζόμενο δικαίου (απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Schlecker, C‑64/12, EU:C:2013:551, σκέψη 34). Με άλλα λόγια, η εφαρμογή του δικαίου της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα η σύμβαση καθιστά δυνατή τη διασφάλιση προσήκουσας προστασίας του εργαζομένου, χωρίς το εν λόγω δίκαιο να είναι κατ’ ανάγκην το ευνοϊκότερο.
35 Συνεπώς, εν προκειμένω, σε περίπτωση κατά την οποία από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με την Ελβετία, της οποίας το δίκαιο επελέγη από τα συμβαλλόμενα μέρη ως εφαρμοστέο στη συγκεκριμένη σύμβαση, και όχι με τη Γαλλία, όπου ο JΑ, προς εκτέλεση της συμβάσεως, παρείχε συνήθως την εργασία του, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να αφήσει ανεφάρμοστες, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 2, τελευταίο σκέλος της περιόδου, της Συμβάσεως της Ρώμης, τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του γαλλικού δικαίου, βάσει των οποίων παρέχεται στον εργαζόμενο μεγαλύτερη προστασία από ό,τι βάσει των διατάξεων του ελβετικού δικαίου.
36 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, τελευταίο σκέλος της περιόδου, της Συμβάσεως της Ρώμης έχει την έννοια ότι, όταν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν επιλέξει το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση εργασίας, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει το συγκεκριμένο δίκαιο αφήνοντας ανεφάρμοστες τις παρέχουσες μεγαλύτερη προστασία αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου του οποίου την εφαρμογή ζητεί ο εργαζόμενος και το οποίο θα ήταν εφαρμοστέο ελλείψει επιλογής, βάσει του ως άνω άρθρου 6, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, σε περίπτωση που από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η εν λόγω σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με τη χώρα της οποίας το δίκαιο επελέγη από τα συμβαλλόμενα μέρη ως εφαρμοστέο στη σύμβαση.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
37 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 2, τελευταίο σκέλος της περιόδου, της Συμβάσεως της Ρώμης έχει την έννοια ότι, προκειμένου να κρίνει αν τυγχάνουν εφαρμογής οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου χώρας άλλης από εκείνην που διαλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη τα στοιχεία περί στενότερης συνδέσεως που απορρέουν, κατά την εκτέλεση συμβάσεως εργασίας, από την εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών επιλογή του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου ή αν πρέπει να τα αγνοήσει.
38 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, προκειμένου να εκτιμήσει τα στοιχεία που συνδέουν μια σύμβαση εργασίας με χώρα άλλη από αυτήν εντός της οποίας ο οικείος εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του ή από εκείνην της έδρας της εγκαταστάσεως που προσέλαβε τον εργαζόμενο, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που χαρακτηρίζουν την εργασιακή σχέση. Συναφώς, πρέπει να εκτιμήσει ποιο ή ποια από τα εν λόγω στοιχεία είναι, κατά το δικαστήριο αυτό, τα πλέον ουσιώδη. Το εν λόγω δικαστήριο δεν μπορεί, πάντως, να κρίνει άνευ άλλου τινός ότι δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής ο κανόνας του άρθρου 6, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, της Συμβάσεως της Ρώμης απλώς και μόνον επειδή είναι πολλές οι λοιπές κρίσιμες περιστάσεις, εκτός του τόπου πραγματικής εργασίας ή της χώρας όπου βρίσκεται η εγκατάσταση που προσέλαβε τον εργαζόμενο, οι οποίες υποδεικνύουν άλλη χώρα (πρβλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Schlecker, C‑64/12, EU:C:2013:551, σκέψη 40).
39 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι, μεταξύ των ουσιωδών συνδέσμων, πρέπει να λαμβάνεται ιδίως υπόψη η χώρα όπου ο οικείος εργαζόμενος καταβάλλει τους σχετικούς φόρους και τέλη για τα εισοδήματα που πραγματοποιεί λόγω της δραστηριότητάς του, καθώς και η χώρα όπου ο εργαζόμενος έχει υπαχθεί σε φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως και στα διάφορα προγράμματα συνταξιοδοτήσεως, ασφαλίσεως ασθενείας και αναπηρίας. Το εθνικό δικαστήριο πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υποθέσεως, όπως είναι, μεταξύ άλλων, οι παράμετροι για τον καθορισμό των αποδοχών και των όρων εργασίας (απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Schlecker, C‑64/12, EU:C:2013:551, σκέψη 41).
40 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, ειδικότερα, να διευκρινισθεί αν τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να προσδιορισθεί η χώρα με την οποία συνδέεται στενότερα η σύμβαση εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, τελευταίο σκέλος της περιόδου, της Συμβάσεως της Ρώμης, πρέπει να περιλαμβάνουν και εκείνα που απορρέουν, κατά την εκτέλεση της συμβάσεως εργασίας, από την εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών επιλογή του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου.
41 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ως άνω ερώτημα πρέπει, κατ’ αρχάς, να επισημανθεί ότι από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι, για να εκτιμηθεί αν μια σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το «σύνολο των περιστάσεων». Ως εκ τούτου, το γράμμα της διατάξεως δεν καθιστά δυνατό να εξαιρούνται από τη συγκεκριμένη εκτίμηση τα στοιχεία που απορρέουν, κατά την εκτέλεση της συμβάσεως εργασίας, από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη ως εφαρμοστέο στη μεταξύ τους σύμβαση.
42 Εν συνεχεία, υπενθυμίζεται ότι, στο μέτρο που η Σύμβαση της Ρώμης στο σύνολό της έχει ως σκοπό να αυξήσει το επίπεδο ασφάλειας δικαίου, ενισχύοντας την πίστη στη σταθερότητα των σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων σε σύμβαση εργασίας, γεγονός το οποίο προϋποθέτει ότι το σύστημα καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου πρέπει να είναι σαφές και ότι η εφαρμογή του δικαίου αυτού πρέπει να μπορεί να προβλεφθεί με ορισμένο βαθμό βεβαιότητας, η εφαρμογή του κριτηρίου συνδέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, τελευταίο σκέλος της περιόδου, της εν λόγω Συμβάσεως πρέπει, σύμφωνα με την εν λόγω απαίτηση περί ασφάλειας δικαίου και προβλεψιμότητας, να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία (πρβλ. απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2025, Locatrans, C‑485/24, EU:C:2025:955, σκέψεις 61 και 62).
43 Κατά συνέπεια, η εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών επιλογή του εφαρμοστέου σε σύμβαση εργασίας δικαίου δεν είναι δυνατόν να αποτελεί αυτή καθεαυτήν κριτήριο δυνάμενο να ληφθεί υπόψη προκειμένου να κριθεί αν η σύμβαση συνδέεται στενότερα με χώρα άλλην από αυτήν εντός της οποίας ο οικείος εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του ή από εκείνην της έδρας της εγκαταστάσεως που τον προσέλαβε.
44 Τέλος, όσον αφορά ειδικότερα τον σκοπό του άρθρου 6 της Συμβάσεως της Ρώμης, αυτός συνίσταται στη διασφάλιση προσήκουσας προστασίας του εργαζομένου, ο οποίος παγίως θεωρείται, στο πλαίσιο της σχέσεως εργασίας, το ασθενέστερο μέρος από κοινωνικής και οικονομικής απόψεως, δεδομένου του δεσμού υπαγωγής που χαρακτηρίζει την εν λόγω σχέση (πρβλ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 2011, Koelzsch, C‑29/10, EU:C:2011:151, σκέψη 40). Επομένως, σκοπός του ως άνω άρθρου 6 είναι η αποτροπή του κινδύνου να επιβάλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο την εφαρμογή του δικαίου χώρας η οποία ουδόλως συνδέεται αντικειμενικώς με την υπόσταση της συμβατικής σχέσεως που συνδέει τα δύο μέρη.
45 Για να διασφαλισθεί ότι η συμβατική σχέση εκείνων που συνήψαν σύμβαση εργασίας διέπεται από το δίκαιο χώρας που απηχεί κατά το δυνατόν ακριβέστερα την υπόσταση της εν λόγω σχέσεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αντικειμενικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη σχέση, περιλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν από την εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών επιλογή του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου.
46 Αντιθέτως, στο πλαίσιο τέτοιας συνολικής εκτιμήσεως, η σημασία που αποδίδεται σε καθένα από τα στοιχεία της οικείας εργασιακής σχέσεως μπορεί να διαφέρει. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να σταθμίσει, αναλόγως της σημασίας και της κρισιμότητάς τους, καθένα από τα εν λόγω στοιχεία που έχουν υποβληθεί στην κρίση του και να εκτιμήσει ποιο είναι εκείνο ή εκείνα που προκύπτει ότι είναι τα πλέον ουσιώδη, ανεξαρτήτως του αριθμού τους. Συναφώς, προκειμένου να αποτραπεί η εκ μέρους του εργοδότη καταστρατήγηση των κριτηρίων συνδέσεως της συμβάσεως εργασίας, το εθνικό δικαστήριο πρέπει μεταξύ άλλων να εξετάσει αν τα εν λόγω στοιχεία είναι αποτέλεσμα κοινής συμφωνίας ή αν επιβλήθηκαν στον εργαζόμενο από τον εργοδότη.
47 Επομένως, εν προκειμένω, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, τελευταίο σκέλος της περιόδου, της Συμβάσεως της Ρώμης, από το σύνολο των περιστάσεων προκύπτει ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με τη Γαλλία ή με την Ελβετία. Στο πλαίσιο της εν λόγω εξετάσεως, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη όλα τα αντικειμενικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την οικεία εργασιακή σχέση και να τα σταθμίσει προκειμένου να διαπιστώσει ποια είναι η χώρα της οποίας το δίκαιο απηχεί κατά το δυνατόν ακριβέστερα την υπόσταση της εν λόγω σχέσεως.
48 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, τελευταίο σκέλος της περιόδου, της Συμβάσεως της Ρώμης έχει την έννοια ότι, προκειμένου να κρίνει αν σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με χώρα άλλη από εκείνην που διαλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη, στο πλαίσιο συνολικής εκτιμήσεως, το σύνολο των αντικειμενικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν την οικεία εργασιακή σχέση, περιλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν, κατά την εκτέλεση της συμβάσεως εργασίας, από την εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών επιλογή του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου. Στο πλαίσιο της ως άνω συνολικής εκτιμήσεως, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να σταθμίσει προσηκόντως τα προμνημονευθέντα στοιχεία.
Επί των δικαστικών εξόδων
49 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 6, παράγραφος 2, τελευταίο σκέλος της περιόδου, της Συμβάσεως για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, η οποία άνοιξε προς υπογραφή στη Ρώμη στις 19 Ιουνίου 1980,
έχει την έννοια ότι:
όταν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν επιλέξει το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση εργασίας, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει το συγκεκριμένο δίκαιο αφήνοντας ανεφάρμοστες τις παρέχουσες μεγαλύτερη προστασία αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου του οποίου την εφαρμογή ζητεί ο εργαζόμενος και το οποίο θα ήταν εφαρμοστέο ελλείψει επιλογής, βάσει του ως άνω άρθρου 6, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, σε περίπτωση που από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η εν λόγω σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με τη χώρα της οποίας το δίκαιο επελέγη από τα συμβαλλόμενα μέρη ως εφαρμοστέο στη σύμβαση.
2) Το άρθρο 6, παράγραφος 2, τελευταίο σκέλος της περιόδου, της Συμβάσεως για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, η οποία άνοιξε προς υπογραφή στη Ρώμη στις 19 Ιουνίου 1980,
έχει την έννοια ότι:
προκειμένου να κρίνει αν σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με χώρα άλλη από εκείνην που διαλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη, στο πλαίσιο συνολικής εκτιμήσεως, το σύνολο των αντικειμενικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν την οικεία εργασιακή σχέση, περιλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν, κατά την εκτέλεση της συμβάσεως εργασίας, από την εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών επιλογή του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου. Στο πλαίσιο της ως άνω συνολικής εκτιμήσεως, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να σταθμίσει προσηκόντως τα προμνημονευθέντα στοιχεία.
(υπογραφές)
