Αριθμός 20/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Δ. του Α., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Γεωργιάδη.
Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία “ΔΗΜΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ”, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν η 156/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-5-2021 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1910/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλε την πρόοδο της δίκης προκειμένου να συμπληρωθούν ελλείψεις που αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε για συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 20-7-2023 κλήση του. Ορίστηκε δικάσιμος για την 20/2/2024 στην οποία και συζητήθηκε. Κατόπιν, το με την υπ’ αριθμ. 132/2025 Πράξη του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ’ άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 660/2025, 232/2024, 936/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθμό 132/1.4.2025 πράξη του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου νόμιμα φέρεται προς ανασυζήτηση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, η από 5.5.2021 (με αριθ. έκθ. κατάθ. 30/17.5.2021) αίτηση αναίρεσης, καθόσον, μετά τη συζήτηση αυτής κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 20.2.2024, κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης λόγω θανάτου της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, παραστάθηκε (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) μόνον ο αναιρεσείων, όχι δε και ο αναιρεσίβλητος Δήμος. Ο τελευταίος, ωστόσο, είχε παρασταθεί κατά τη δικάσιμο της 20.2.2024 (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Χρήστου Βασματζίδη. Όπως προκύπτει δε, από το από ….2025 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, Σ. Τ., ακριβές αντίγραφο της ως άνω, με αριθ. 132/2025, πράξης του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με πράξη ορισμού δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7.10.2025) και της κλήσης να παραστεί στη συζήτηση αυτής κατά την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον ως άνω δικηγόρο Χρήστο Βασματζίδη. Εφόσον δε η επαναλαμβανόμενη με την ανωτέρω πράξη συζήτηση της υπόθεσης αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, ο αναιρεσίβλητος Δήμος, ο οποίος παραστάθηκε προσηκόντως κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο της 20.2.2024 και δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση αυτής, δικάζεται, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αντιμωλία. 2. Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, με την από ….2023 (με αριθ. ΚΛ 89/2023) κλήση του αναιρεσιβλήτου Δήμου, η υπό κρίση από 5.5.2021 (με αριθ. έκθ. κατάθ. 30/17.5.2021) αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. αριθ. 1910/2022 μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που είχε αναβάλει την πρόοδο της δίκης, προκειμένου να συμπληρωθούν οι ελλείψεις που αναφέρονται στο σκεπτικό της, αναφορικά με την πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο Δήμο κατά την αρχική δικάσιμο της 1.2.2022, και μετά τη συμπλήρωση των εν λόγω ελλείψεων. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 2/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την ως άνω απόφαση Δικαστηρίου στις 17.5.2021 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 4.1.2021, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β’, 556 παρ. 1, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
3. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 29.6.2018 (με αριθ. έκθ. κατάθ. 699/Ειδ.Μον./159/2018) αγωγή του, ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, την οποία απηύθυνε κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου Αλεξανδρούπολης, ο ενάγων και νυν αναιρεσείων ιστορούσε τα εξής: Ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήψε με τον εναγόμενο Δήμο στο πλαίσιο προγραμμάτων κοινωνικού χαρακτήρα, παρείχε, κατά το χρονικό διάστημα από ….2015 έως ….2015, την εργασία του ως καθαριστής πάρκων, οδών κλπ. Ότι στις 5.12.2015 και περί ώρα 7:00 π.μ., κατά τη διάρκεια της εργασίας του ως συνοδού σε όχημα συλλογής ανακυκλώσιμων υλικών, υπέστη εργατικό ατύχημα λόγω της πτώσης του από το όχημα στο έδαφος, με αποτέλεσμα να επέλθουν οι αναφερόμενες στο δικόγραφο βλάβες της σωματικής και ψυχικής του υγείας. Ότι υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος ήταν ο εναγόμενος Δήμος, ο οποίος από δόλο ή αμέλειά του προκάλεσε τούτο, καθόσον δεν έλαβε, όπως είχε υποχρέωση, όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας του ιδίου, ως μισθωτού, και για την αποφυγή των προερχόμενων από την εργασία του κινδύνων, όπως αυτά προβλέπονται από το νόμο, με αποτέλεσμα την επέλευση του ως άνω ζημιογόνου γεγονότος. Ότι συνεπεία του εργατικού αυτού ατυχήματος α) απώλεσε τα λεπτομερώς περιγραφόμενα στην αγωγή εισοδήματα, συνολικού ποσού 254.928,06 ευρώ, τα οποία με βεβαιότητα θα αποκόμιζε από την εργασία του, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων β) υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 100.000 ευρώ, γ) υποβλήθηκε στα αναφερόμενα στην αγωγή έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης συνολικού ποσού 493,64 ευρώ, ενώ θα απαιτηθούν και στο μέλλον τέτοια έξοδα, συνολικού ποσού 1.410 ευρώ. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 356.831,70 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 156/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 15.2.2020 (με αριθ. έκθ. κατάθ. 18/27.2.2020) έφεση, την οποία το Μονομελές Εφετείο Θράκης, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2/2021 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν.
4. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως “πράγματα” θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997,776/2024, 16/2023, 308/2020). Όταν δε, το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο μεταξύ άλλων να αναφέρονται και όλα τα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι, εάν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 5/2005). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή τον λόγο έφεσης και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 577/2025, 336/2024, 954/2023, 1148/2022, 990/2022, 510/2022, 1383/2021, 713/2015), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 954/2023, 990/2022, 85/2020), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 776/2024, 954/2023, 990/2022, 1108/2020).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για τον λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν “αιτιολογία” της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 2/2022, 2/2019).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν οι διάδικοι, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 1416/2023), διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 627/2024). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1354/2022, 804/2022), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1884/2024, 1284/2023, 1909/2022, 1858/2022). Καίτοι δε, δεν επιβάλλεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 779/2019) ή ο καθορισμός της βαρύτητάς τους και η επιρροή ενός εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, απαιτείται να καθίσταται απολύτως βέβαιο, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, 1884/2024, ΑΠ 242/2023, 500/2019). Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού, που πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1857/2024, 1648/2024, 26/2022, 516/2016).
Τέλος, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης. Για να θεμελιώνεται, όμως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του και δεν αρκεί, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1648/2024, 372/2024, 20/2021, 995/2019, 600/2017). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθεμένο, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 70/2022, 194/2005). Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο που φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου το περιεχόμενό του να εκτιμηθεί σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1857/2024, 70/2022, 1167/2019, ΑΠ 1414/2010).
5. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: “Ο ενάγων και ήδη εκκαλών δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία συνήφθη με τους νομίμους εκπροσώπους του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου ΟΤΑ, στο πλαίσιο προγραμμάτων κοινωνικού χαρακτήρα, το χρονικό διάστημα από ….2015 έως ….2015 παρείχε την εργασία του, ως εργάτης γενικών καθηκόντων, στη Διεύθυνση Καθαριότητας και μεταξύ των καθηκόντων του περιλαμβάνονταν και αυτά του συνοδού απορριμματοφόρου οχήματος. Ειδικότερα, ο ενάγων ως συνοδός καθοδηγούσε μαζί με άλλο συνάδελφό του τους κάδους ανακυκλώσιμων υλικών (χρώματος μπλε) προς τον ειδικό μηχανισμό ανατροπής αυτών, ευρισκόμενο στο οπίσθιο μέρος του οχήματος συλλογής ανακυκλώσιμων υλικών. Στις 5.12.2015, το εν λόγω όχημα του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου Δήμου έχοντας ως οδηγό τον Σ. Π., ο οποίος εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια του εναγομένου, και ως συνοδούς εργάτες τον ενάγοντα Δ. Δ. και τον Ι. Κ., αφού ολοκλήρωσε την αποκομιδή των ανακυκλώσιμων υλικών, ξεκίνησε την πορεία του προς την οδό … με σκοπό να καταλήξει στη συνέχεια στο χώρο απόθεσης αυτών των υλικών, που βρίσκεται πλησίον της ε.ο. …-…
Στην περίπτωση δε που γίνεται αποκομιδή των απορριμμάτων από τους κάδους, οι συνοδοί εργάτες μεταφέρονται από τον έναν κάδο μέχρι τον άλλο πατώντας πάνω στις ειδικές σχάρες, που βρίσκονται στο οπίσθιο μέρος του οχήματος, ενώ όταν το τελευταίο πρόκειται να διανύσει μεγάλες αποστάσεις, οι εργάτες ανεβαίνουν και κάθονται στην καμπίνα οδήγησης δίπλα στον οδηγό. Στην υπό κρίση περίπτωση, αμέσως μετά την αποκομιδή των ανακυκλώσιμων υλικών, ο ενάγων και ο ανωτέρω αναφερθείς συνάδελφός του ανέβηκαν και κάθισαν στην καμπίνα οδήγησης του οχήματος, δίπλα στον οδηγό. Ακολούθως το όχημα έφτασε στην αρχή της οδού … – … και σταμάτησε στην αριστερή πλευρά της οδού, όπου θα γινόταν το άδειασμα ενός κάδου ανακύκλωσης. Περί ώρα 7.00 π.μ. ο ενάγων, ο οποίος καθόταν ακριβώς δίπλα στη θύρα του οχήματος και φορώντας λαστιχένιες μπότες (γαλότσες), άνοιξε τη θύρα, ξεκίνησε την κάθοδό του πατώντας στα σκαλιά του οχήματος και αφού πάτησε στο δεύτερο σκαλί, έχασε την ισορροπία του και γλίστρησε πέφτοντας στο δρόμο, υπέστη δε σοβαρό τραυματισμό στο κεφάλι. Αμέσως οι συνάδελφοί του προσφέρθηκαν να τον βοηθήσουν και κάλεσαν ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, το οποίο τον παρέλαβε και τον οδήγησε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη εκτεταμένη θλάση εγκεφάλου ΔΕ κροταφικά με νευρολογική εικόνα σύγχυσης και υπνηλίας, αιμορραγικές θλάσεις στην πρόσθια επιφάνεια του ΑΡ μετωπιαίου λοβού, κατάγματα ΔΕ βρεγματικού – κροταφικού οστού, λιθοειδούς οστού ΔΕ. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το ως άνω όχημα, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας την 12η Μαΐου 2010, είχε περάσει τον προβλεπόμενο τεχνικό έλεγχο από ΚΤΕΟ στις 30 Ιουλίου 2015 και δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε μηχανική ή άλλης φύσης βλάβη. Επίσης, το δάπεδο της καμπίνας οδήγησης του οχήματος βρισκόταν σε ύψος 1,40 μ. πάνω από το έδαφος, ενώ για την κάθοδο των εργαζομένων υπάρχουν τρία σκαλοπάτια σε απόσταση 30 εκατοστών το ένα από το άλλο, ήτοι 110, 80 και 50 εκατοστά από το έδαφος, κάθε δε σκαλοπάτι είχε επαρκές πάτημα πλάτους 40 εκατοστών και βάθους 20 εκατοστών, το οποίο αποτελούνταν από λαμαρίνα με ειδική αντιολισθητική διαμόρφωση. Επιπροσθέτως, στην καμπίνα οδήγησης του εν λόγω οχήματος και δη στις κάθετες πλευρές του ανοίγματος της θύρας του συνοδηγού υπήρχαν δύο (2) κάθετοι μεταλλικοί σωλήνες – χειρολαβές μήκους 80 εκατοστών και 60 εκατοστών, που χρησίμευαν ώστε ο εργαζόμενος να έχει ασφαλές κράτημα κατά την κάθοδο ή την άνοδό του στο όχημα. Ο ενάγων ισχυρίστηκε με την αγωγή του, ότι το ατύχημα, που υπέστη, οφείλεται σε ενέργειες και παραλείψεις των προστηθέντων του εναγομένου Δήμου, οι οποίοι: 1) δεν μερίμνησαν για την προστασία της ζωής και της υγείας του και δεν τήρησαν τα νόμιμα χρονικά όρια εργασίας, απασχολώντας τον σε ημέρα και ώρα που αυτό δεν είχε δηλωθεί στην Επιθεώρηση Εργασίας (ήτοι ημέρα Σάββατο και από ώρα 4.30 π.μ.), 2) παραβίασαν την υποχρέωσή τους για σεβασμό της προσωπικότητάς του ως μισθωτού και εξέθεσαν τη ζωή του και την υγεία του σε κίνδυνο, υποχρεώνοντάς τον να εργαστεί παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, 3) δεν φρόντισαν για την κατάλληλη εκπαίδευσή του στο αντικείμενο της εργασίας του (συνοδός απορριμματοφόρου) και δεν του γνωστοποίησαν τους επαγγελματικούς κινδύνους που προέρχονται από την εργασία του, 4) δεν φρόντισαν να υπάρχει γιατρός εργασίας, όπως προβλέπεται από το νόμο -ακόμη και μετά το ατύχημα-, 5) δεν του χορήγησαν τα προβλεπόμενα ατομικά μέσα προστασίας (π.χ. γάντια από PVC για τους απασχολούμενους στον καθαρισμό των κάδων, ασπίδιο για την προστασία των οφθαλμών, μάσκα ημίσεος προσώπου με φίλτρα Α1Ρ3 ή ισοδύναμη μάσκα φίλτρου, αδιάβροχες ποδιές για τους εργάτες καθαρισμού κάδων απορριμμάτων, γαλότσες για εργαζομένους σε υγρούς χώρους, άρβυλα, σκάφανδρο, καπέλο και νιτσεράδα, που προβλέπονται από την υπ’ αριθ. 53361/2006 ΚΥΑ, ΦΕΚ Β 1503/11-10-2006), 6) δεν χορηγούσαν σε ημερήσια βάση το προβλεπόμενο ένα λίτρο γάλακτος, 7) δεν λειτουργούσε η Επιτροπή Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΥΑΕ), 8) δεν τηρούσαν βιβλίο ατυχημάτων, ενώ γνωστοποίησαν στην Επιθεώρηση Εργασίας το ατύχημα όχι εντός 48 ωρών, όπως είχαν υποχρέωση, αλλά μετά από επιστολή διαμαρτυρίας του ενάγοντος στις 9.12.2015, ήτοι τέσσερις ημέρες μετά το ατύχημα, ενώ δεν έλαβε χώρα γνωστοποίηση του ατυχήματος στην αστυνομική αρχή, 9) δεν ανήγγειλαν το ατύχημα στο υποκατάστημα του ΙΚΑ Αλεξανδρούπολης και το γνωστοποίησε ο ίδιος (δηλ. ο ενάγων) στις 8-1-2016, ήτοι 34 ημέρες μετά την επέλευση του ατυχήματος, 10) ανάγκαζαν τους εργαζομένους να δηλώνουν ψευδώς και να υπογράφουν ως ημέρες εργασίας από Δευτέρα έως Παρασκευή, ωράριο 7.00 π.μ. έως 15.00 μ.μ., ενώ απασχολούνταν και Σαββατοκύριακα, επιπλέον δε ενίοτε στην ανακύκλωση απασχολούσαν εργαζομένους ως συνοδούς απορριμματοφόρων από 4.30 π.μ. Παρατηρείται, ωστόσο, ότι ούτε η επικαλούμενη από τον ενάγοντα παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας εκ μέρους του εναγομένου ΟΤΑ ούτε η μη εμπρόθεσμη αναγγελία του ατυχήματος στην αρμόδια αρχή συνδέονται αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος. Ειδικότερα, με βάση όλα τα ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ατύχημα οφειλόταν σε ενέργεια ή παράλειψη των προστηθέντων του εναγομένου Δήμου και δη στην έλλειψη μέτρων ασφαλείας και προστασίας του ενάγοντος ως εργαζομένου, που είχαν υποχρέωση αυτοί να λάβουν προς αποτροπή του, συνδεόμενη αιτιωδώς με την επέλευση του ως άνω περιγραφέντος ατυχήματος, αλλά οφειλόταν σε γεγονός εντασσόμενο στην αποκλειστική σφαίρα ευθύνης του ενάγοντος, ο οποίος όφειλε να επιδείξει περισσότερη προσοχή κατά την κάθοδό του από το όχημα, πατώντας σταθερά στο σκαλοπάτι και κρατώντας σφιχτά τις χειρολαβές της θύρας του οχήματος, οπότε θα ήταν σε θέση να αποφύγει την πτώση του και συνακόλουθα τον τραυματισμό του.
Εξάλλου, με την προσκομισθείσα υπ’ αριθ. 2328/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης οι τότε κατηγορούμενοι Κ. Μ., Αντιδήμαρχος Καθαριότητας τον κρίσιμο χρόνο επέλευσης του ατυχήματος, και Ι. Μ., Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Καθαριότητας και Ανακύκλωσης του εναγομένου Δήμου κατά τον ίδιο χρόνο, κρίθηκαν αθώοι της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια και από υπόχρεο σε βάρος του ενάγοντος, η οποία τους αποδόθηκε, με το σκεπτικό ότι η σωματική βλάβη, που υπέστη ο τότε πολιτικώς ενάγων, οφείλεται σε δική του αμελή συμπεριφορά, ήτοι σε έλλειψη προσοχής κατά την κάθοδό του από το όχημα. Πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό, ότι με την εν λόγω απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης οι ως άνω κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι για παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας, που αφορά την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων (μη ορισμός ιατρού εργασίας, μη τήρηση βιβλίου υποδείξεων και συμβουλών του ιατρού εργασίας, μη τήρηση καταλόγου εργαζομένων κατ’ άρθρο 38 παρ. 3ε ν. 3850/2010 κλπ.) και μη αναγγελία εργατικού ατυχήματος, καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών ο καθένας, ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, οι παραλείψεις αυτές ουδόλως τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την πτώση του ενάγοντος και τον τραυματισμό του.
Εξάλλου, ενώ κατά του καταδικαστικού σκέλους της απόφασης αυτής του ποινικού Δικαστηρίου ασκήθηκαν από τους καταδικασθέντες κατηγορουμένους οι υπ’ αριθ. 547 και 548/2017 εφέσεις, κατά της ίδιας ως άνω απόφασης δεν αποδείχθηκε ότι ασκήθηκε ένδικο μέσο ως προς το απαλλακτικό σκέλος για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά τις οικείες διατάξεις του ΚΠΔ. Με βάση όλα τα ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα του εναγομένου Δήμου ως προς την επέλευση του επιδίκου ατυχήματος, που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ενάγοντος, ώστε να θεμελιωθεί ευθύνη του προς αποζημίωση. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσία αβάσιμη, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και ορθώς εκτίμησε τα προσκομισθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα, όσα δε περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο εκκαλών με τους σχετικούς λόγους έφεσης κρίνονται απορριπτέα…”. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση.
6. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, που εξετάζονται συνδυαστικά λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι, ενώ στην ένδικη αγωγή, όπως και στην έφεση που άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του, εξέθετε προς θεμελίωση της ευθύνης του αναιρεσιβλήτου Δήμου: Α) Ότι ο τελευταίος, ως εργοδότης, υποχρέωσε αυτόν παρανόμως να εργάζεται όχι βάσει της προκήρυξης και του οικείου εντύπου (Ε3.1) της πρόσληψής του, δηλαδή ως καθαριστής πάρκων, οδών και κήπων και επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, από ώρα 07:00 έως 15:00, αλλά και Σάββατα και Κυριακές, μεταβάλλοντας παρανόμως τις συνθήκες εργασίας του και αναγκάζοντάς τον, εν προκειμένω, να εργαστεί ημέρα Σάββατο (ημέρα του ατυχήματος) και ώρα 03:45, μολονότι είχε συμπληρώσει την πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία του, με συνέπεια εν τέλει να βρεθεί ως συνοδός στο απορριμματοφόρο και να τραυματιστεί, επίσης δε, ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος δεν μερίμνησε α) βάσει του άρθρου 8 του π.δ. 17/1996 να του διαθέσει γραπτή εκτίμηση υφισταμένων κατά την εργασία του κινδύνων, β) ούτε για την ύπαρξη τεχνικού συμβούλου βάσει του ν. 1568/1985, γ) αλλά ούτε για την ύπαρξη ιατρού εργασίας, βάσει του ν. 3850/2010, δ) ούτε τον εφοδίασε με τα αναγκαία εξαρτήματα προστασίας, π.χ. γάντια, αντιολισθητικά άρβυλα, κράνος, δηλαδή (ο Δήμος) δεν έλαβε μέτρα, που αν είχε λάβει θα είχαν αποτρέψει το ατύχημα και τον επελθόντα τραυματισμό του, ως εκτίθεται στην αγωγή (πρώτος λόγος αναίρεσης) και Β) ότι υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των άνω παράνομων πράξεων και παραλείψεων και της επελθούσας ζημίας του (δεύτερος λόγος αναίρεσης), το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους ανωτέρω πραγματικούς ισχυρισμούς του, που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και οδηγήθηκε έτσι στην απόρριψη της αγωγής, την οποία, αν τους είχε λάβει υπόψη του, θα είχε κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι αγωγικοί αυτοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σχετικοί λόγοι της έφεσής του, ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, το οποίο τους απέρριψε, καθόσον δέχθηκε ότι το ατύχημα οφειλόταν σε γεγονός εντασσόμενο στην αποκλειστική σφαίρα ευθύνης του αναιρεσιβλήτου και δεν συνδεόταν αιτιωδώς με τις επικαλούμενες με την αγωγή πράξεις και παραλείψεις του αναιρεσιβλήτου Δήμου.
7. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι διέλαβε στο σκεπτικό της αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι οι Κ. Μ. και Ι. Μ., Αντιδήμαρχος Καθαριότητας και Προϊστάμενος της Δ/νσης Καθαριότητας και Ανακύκλωσης του αναιρεσιβλήτου, αντιστοίχως, κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος, κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν για παράβαση της εργατικής νομοθεσίας που αφορά την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων (μη ορισμό ιατρού εργασίας, μη τήρηση βιβλίων υποδείξεων και συμβουλών, μη τήρηση καταλόγου εργαζομένων άρθρο 38 παρ. 3δ ν. 3850/2010 κλπ.), δηλαδή δέχθηκε ότι υπήρξε παραβίαση των όρων ασφαλείας της εργατικής νομοθεσίας, επίσης δε, ότι αυτοί κηρύχθηκαν αθώοι για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατέληξε αντιφατικώς ότι οι παραλείψεις αυτές, στις οποίες οφειλόταν ο τραυματισμός του, ουδόλως τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την πτώση αυτού (ενάγοντος) και τον τραυματισμό του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αναφορά στο σκεπτικό αυτής της υπ’ αριθ. 2328/2017 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης και δη της αθώωσης των ανωτέρω προσώπων, ήτοι του Αντιδημάρχου Καθαριότητας Κ. Μ. και του Προϊσταμένου της Δ/νσης Καθαριότητας και Ανακύκλωσης Ι. Μ., για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που τους αποδόθηκε σε σχέση με τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος, συνιστά επιχείρημα του Δικαστηρίου προς επίρρωση της κρίσης του ότι ο τραυματισμός του τελευταίου οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα (αμέλεια), ενώ η αναφορά στο σκεπτικό της ίδιας (προσβαλλόμενης) απόφασης της καταδίκης των ως άνω προσώπων, για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, έγινε με την επισήμανση ότι οι παραβάσεις αυτές δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα και τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος. Αμφότερες δε οι αναφορές, σχετιζόμενες με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν αιτιολογίες της απόφασης κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, συνεπώς δεν ιδρύεται ο εκ του αριθμού 19 του ως άνω άρθρου λόγος αναίρεσης.
8. Με τους τρίτο, τέταρτο και έκτο, κατά σειρά, λόγους αναίρεσης, που ερευνώνται συνδυαστικά λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ’ ορθή εκτίμηση, από τον αριθ. 11γ’ του ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθ. 8 και 19 των οποίων παραλλήλως και κατά περίπτωση γίνεται επίκληση), η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του περί υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου Δήμου, και δη (τρίτος λόγος) το έντυπο Ε3 της αναγγελίας πρόσληψής του (με τα επιμέρους στοιχεία του, όπως αυτά διαλαμβάνονται στο αναιρετήριo), από το οποίο προκύπτουν τα καθήκοντά του, στα οποία δεν περιλαμβάνονται εκείνα του συνοδού απορριμματοφόρου, ούτε, περαιτέρω, την κατάθεση του μάρτυρά του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (τρίτος λόγος) και εν γένει τις περιλαμβανόμενες στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καταθέσεις των μαρτύρων (έκτος λόγος) ούτε τα πιστοποιητικά του Νοσοκομείου, των ειδικών ιατρών και του ιατρού εργασίας περί της ανικανότητάς του για οποιαδήποτε εργασία (τέταρτος λόγος), ενώ εάν ελάμβανε υπόψη του και εκτιμούσε ορθά τις ως άνω προσκομισθείσες αποδείξεις, δεν θα κατέληγε σε απορριπτικό αποδεικτικό πόρισμα, αλλά θα έκανε δεκτή την αγωγή του. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι κατά τις εξής διακρίσεις: Ο τέταρτος λόγος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει, όπως απαιτείται για το ορισμένο του λόγου αυτού, τα επικαλούμενα ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία φέρεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ενώ αβάσιμοι είναι και οι λοιποί λόγοι (τρίτος και έκτος), διότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο ρητώς διαλαμβάνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα λαμβάνοντας υπόψη “τις ένορκες καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, χωρίς να παραλείπεται κανένα από αυτά κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, ακόμη και αν δεν μνημονεύονται ρητά”, ενώ, επιπροσθέτως, από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη.
9. Με τον έβδομο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν ακόμη έλαβε υπόψη του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου Ε3, ήτοι του εγγράφου της πρόσληψής του, που επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του και από το οποίο προκύπτει ότι για άλλη εργασία προσλήφθηκε και άλλη διατάχθηκε να εκτελέσει, χωρίς να ενημερωθεί δεόντως και χωρίς να εφοδιασθεί με τον αναγκαίο εξοπλισμό, καθώς δέχθηκε γεγονότα εντελώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο ως άνω έγγραφο ή ακόμα και γεγονότα που δεν αναφέρονται καθόλου σε αυτό, και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι αυτός προσλήφθηκε ως εργάτης γενικών καθηκόντων στη Δ/νση Καθαριότητας του Δήμου και ότι μεταξύ των καθηκόντων του περιλαμβάνονταν και αυτά του συνοδού απορριμματοφόρου οχήματος. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ανωτέρω έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του, αλλά απλώς συνεκτίμησε τούτο με τα λοιπά προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε.
10. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Δήμου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου (176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3462/2006 “Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων” (ΑΠ 1048/2024, 1467/2022, 77/2022), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.5.2021 (με αριθ. έκθ. κατάθ. 30/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
