ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)
της 4ης Ιουνίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Ομαδικές απολύσεις – Οδηγία 98/59/ΕΚ – Έννοια των “απολύσεων” – Άρθρο 1, παράγραφος 1 – Μεταφορά του τόπου εργασίας – Καταγγελία σύμβασης εργασίας λόγω άρνησης του εργαζομένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση μεταφοράς του τόπου εργασίας – Διαδικασία ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων »
Στην υπόθεση C‑907/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Corte d’appello di Napoli (εφετείο Νάπολης, Ιταλία) με απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Δεκεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
Egenergy Srl, πρώην Orefice Generators Srl, υπό εκκαθάριση,
κατά
MZ,
AV,
VR,
AL,
RI,
VO,
PA,
MG,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Passer, πρόεδρο τμήματος, M. L. Arastey Sahún (εισηγήτρια), πρόεδρο του πέμπτου τμήματος, και E. Regan, δικαστή,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Egenergy Srl, εκπροσωπούμενη από τους L. Crotta και G. Zucca, δικηγόρους,
– οι MZ, AV, VR, AL, RI, VO, PA και MG, εκπροσωπούμενοι από τον R. Ferrara, δικηγόρο,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από την E. Farinelli και τον P. Garofoli, avvocati dello Stato,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις S. Delaude και D. Recchia,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (ΕΕ 1998, L 225, σ. 16 και διορθωτικό ΕΕ 2005, L 271, σ. 55).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Egenergy Srl, πρώην Orefice Generators Srl, η οποία τελεί επί του παρόντος υπό εκκαθάριση (στο εξής: Egenergy), και, αφετέρου, των MZ, AV, VR, AL, RI, VO, PA και MG (στο εξής, από κοινού: εφεσίβλητοι της κύριας δίκης), σχετικά με την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των τελευταίων, η οποία επήλθε κατόπιν της άρνησής τους να συμμορφωθούν προς την απόφαση μεταφοράς του τόπου εργασίας τους.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 8 της οδηγίας 98/59:
«(2) [εκτιμώντας] ότι επιβάλλεται η ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως εντός της Κοινότητας·
[…]
(8) [εκτιμώντας] ότι, για τον υπολογισμό του αριθμού των απολύσεων που προβλέπεται στον ορισμό των ομαδικών απολύσεων κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, πρέπει να εξομοιώνονται προς τις απολύσεις και άλλες μορφές λήξης της σύμβασης εργασίας που πραγματοποιούνται με πρωτοβουλία του εργοδότη, εφόσον οι απολύσεις είναι τουλάχιστον πέντε».
4 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας:
α) Ως “ομαδικές απολύσεις” νοούνται οι απολύσεις που πραγματοποιούνται από έναν εργοδότη για ένα ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων, εφ’ όσον ο αριθμός των απολύσεων ανέρχεται, ανάλογα με την επιλογή των κρατών μελών:
i) είτε για περίοδο 30 ημερών:
– τουλάχιστον σε 10, σε επιχειρήσεις που απασχολούν συνήθως περισσότερους από 20 και λιγότερους από 100 εργαζόμενους,
– τουλάχιστον σε 10 % του αριθμού των εργαζομένων, σε επιχειρήσεις που απασχολούν συνήθως τουλάχιστον 100 και λιγότερους από 300 εργαζόμενους,
– τουλάχιστον σε 30, σε επιχειρήσεις που απασχολούν συνήθως τουλάχιστον 300 εργαζομένους,
ii) είτε για περίοδο 90 ημερών, τουλάχιστον σε 20, ανεξάρτητα από τον αριθμό των συνήθως απασχολουμένων στις επιχειρήσεις αυτές·
β) ως “εκπρόσωποι των εργαζομένων” νοούνται οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που προβλέπονται από τη νομοθεσία ή την πρακτική των κρατών μελών.
Για τον υπολογισμό του αριθμού των απολύσεων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, στοιχείο α), προς τις απολύσεις εξομοιώνονται όλες οι λήξεις της σύμβασης εργασίας που γίνονται με πρωτοβουλία του εργοδότη για έναν ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων, υπό τον όρο ότι οι απολύσεις είναι τουλάχιστον πέντε.»
Το ιταλικό δίκαιο
5 Το άρθρο 2103 του Codice civile (αστικού κώδικα) προβλέπει τα εξής:
«Ο […] μισθωτός μπορεί να μεταφερθεί από μία μονάδα παραγωγής σε άλλη μόνον για αποδεδειγμένους τεχνικούς, οργανωτικούς και σχετιζόμενους με την παραγωγή λόγους. […] [ο]ποιαδήποτε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη.»
6 Το άρθρο 2119 του αστικού κώδικα ορίζει τα εξής:
«Έκαστος των συμβαλλομένων μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση πριν από τη λήξη της προθεσμίας αν η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου, ή χωρίς προειδοποίηση αν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, εφόσον υφίσταται λόγος που εμποδίζει τη συνέχιση, έστω και προσωρινή, της σχέσης εργασίας. Αν η σύμβαση εργασίας είναι αορίστου χρόνου, ο εργαζόμενος του οποίου η σύμβαση καταγγέλλεται για σπουδαίο λόγο δικαιούται την αποζημίωση που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο του προηγούμενου άρθρου.
Η πτώχευση του επιχειρηματία ή η αναγκαστική διοικητική εκκαθάριση της επιχείρησης δεν συνιστά σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της σύμβασης.»
7 Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, του legge n. 604 – Norme sui licenziamenti individuali (νόμου 604, περί ατομικών απολύσεων), της 15ης Ιουλίου 1966 (GURI αριθ. 195, της 6ης Αυγούστου 1966), έχει ως εξής:
«Η απόλυση για εύλογη αιτία με προειδοποίηση οφείλεται σε σοβαρή παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού ή σε λόγους εγγενείς στην παραγωγική δραστηριότητα, στην οργάνωση της εργασίας και στην εύρυθμη λειτουργία της.»
8 Κατά το άρθρο 4 του legge n. 223 – Norme in materia di cassa integrazione, mobilità, trattamenti di disoccupazione, attuazione di direttive della Comunità europea, avviamento al lavoro ed altre disposizioni in materia di mercato del lavoro (νόμου 223, για τους κανόνες περί αργίας για τεχνικούς λόγους, κινητικότητας, επιδομάτων ανεργίας, εφαρμογής των κοινοτικών οδηγιών, τοποθέτησης εργατικού δυναμικού και για άλλες διατάξεις σχετικά με την αγορά εργασίας), της 23ης Ιουλίου 1991 (GURI αριθ. 175, της 27ης Ιουλίου 1991) (στο εξής: νόμος 223/1991):
«1. Εφόσον επιχείρηση υπαχθείσα στο έκτακτο καθεστώς συμπλήρωσης μισθών κρίνει, κατά τη διάρκεια εφαρμογής των προγραμμάτων του άρθρου 1, ότι δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί την επανένταξη όλων των εργαζομένων των οποίων η σχέση εργασίας ανεστάλη ούτε να καταφύγει σε εναλλακτικά μέτρα, μπορεί να κινήσει τη διαδικασία ομαδικών απολύσεων κατά την έννοια του παρόντος άρθρου.
2. Οι επιχειρήσεις οι οποίες επιθυμούν να κάνουν χρήση της δυνατότητας της παραγράφου 1 υποχρεούνται να προβούν προηγουμένως σε σχετική έγγραφη ενημέρωση των εκπροσώπων των συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης που συστήνονται σύμφωνα με το άρθρο 19 του [legge n. 300 – Norme sulla tutela della libertà e dignità dei lavoratori, della libertà sindacale e dell’attività sindacale, nei luoghi di lavoro e norme sul collocamento (νόμου 300, σχετικά με διατάξεις που αφορούν την προστασία της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας των εργαζομένων, της συνδικαλιστικής ελευθερίας και της συνδικαλιστικής δραστηριότητας στον χώρο εργασίας και σχετικά με διατάξεις που αφορούν την απασχόληση), της 20ής Μαΐου 1970 (GURI αριθ. 131, της 27ης Μαΐου 1970)], καθώς και των αρμόδιων επαγγελματικών οργανώσεων. […]
3. Η ενημέρωση της παραγράφου 2 πρέπει να περιέχει στοιχεία σχετικά με τους λόγους πρόκλησης της κατάστασης πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, τους τεχνικούς, οργανωτικούς ή σχετικούς με την παραγωγή λόγους για τους οποίους η επιχείρηση κρίνει ότι δεν μπορεί να λάβει μέτρα κατάλληλα για την αντιμετώπιση της προαναφερθείσας κατάστασης και για την αποφυγή, εν όλω ή εν μέρει, των ομαδικών απολύσεων, τον αριθμό, τη θέση εντός της επιχείρησης και το επαγγελματικό προφίλ των υπεράριθμων εργαζομένων, καθώς και του συνήθως απασχολούμενου προσωπικού, το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής του προγράμματος μείωσης του προσωπικού, τα ενδεχόμενα μέτρα που προβλέπονται για την αντιμετώπιση των κοινωνικών συνεπειών της εφαρμογής του προγράμματος, τη μέθοδο υπολογισμού όλων των άλλων πληρωμών, πέραν αυτών που προκύπτουν από την ισχύουσα νομοθεσία και τις συλλογικές συμβάσεις. […]
[…]
5. Εντός επτά ημερών από την ημερομηνία λήψης της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 2, κατόπιν αιτήματος των εκπροσώπων των επιχειρησιακών συνδικαλιστικών οργανώσεων και των αντίστοιχων ενώσεων, οργανώνεται μεταξύ των μερών από κοινού εξέταση των λόγων που οδήγησαν στην πρόκληση υπεράριθμων εργαζομένων και των εναλλακτικών δυνατοτήτων χρησιμοποίησης του συνόλου ή μέρους του προσωπικού αυτού εντός της επιχείρησης, μέσω, μεταξύ άλλων, συμβάσεων αλληλεγγύης και ευέλικτων μορφών διαχείρισης της εργασίας. Εφόσον δεν είναι δυνατή η αποφυγή της μείωσης του προσωπικού, εξετάζεται η δυνατότητα χρησιμοποίησης συνοδευτικών κοινωνικών μέτρων που αποσκοπούν, ιδίως, στη διευκόλυνση της επανειδίκευσης και του επαναπροσανατολισμού των απολυόμενων εργαζομένων. Οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων μπορούν να επικουρούνται, εφόσον το κρίνουν σκόπιμο, από εμπειρογνώμονες.
[…]
9. Αφού επιτευχθεί συμφωνία με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις […], η επιχείρηση δύναται να απολύσει τους υπεράριθμούς μισθωτούς και εργάτες και τα υπεράριθμα στελέχη, κοινοποιώντας σε κάθε έναν από αυτούς εγγράφως την καταγγελία της σύμβασης και τηρώντας την προθεσμία προειδοποίησης. […]»
9 Το άρθρο 24, παράγραφος 1, του νόμου 223/1991 προβλέπει τα εξής:
«Οι διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφοι 2 έως 12 και 15 bis, και του άρθρου 5, παράγραφοι 1 έως 5, εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από δεκαπέντε εργαζομένους και οι οποίες, κατόπιν μείωσης ή μετατροπής της δραστηριότητας ή της εργασίας, επιθυμούν να προβούν σε πέντε τουλάχιστον απολύσεις εντός προθεσμίας 120 ημερών, σε κάθε μονάδα παραγωγής ή σε περισσότερες μονάδες παραγωγής εντός του εδάφους της ίδιας επαρχίας. […]. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται σε όλες τις απολύσεις οι οποίες, κατά τη διάρκεια της ίδιας προθεσμίας και εντός του ίδιου γεωγραφικού πεδίου, συνδέονται εν πάση περιπτώσει με την ίδια μείωση ή μετατροπή.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
10 Στις 6 Σεπτεμβρίου 2021 η Egenergy, εταιρία ειδικευμένη στην κατασκευή ηλεκτρογεννητριών, η οποία απασχολούσε, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, περισσότερους από δεκαπέντε μισθωτούς, αποφάσισε να παύσει τη δραστηριότητά της στη μονάδα παραγωγής της στην Καμπανία (Ιταλία) και να τη μεταφέρει σε μονάδα ευρισκόμενη στη Σαρδηνία (Ιταλία), η οποία βρίσκεται σε απόσταση άνω των 600 χιλιομέτρων (χλμ.) από την πρώτη μονάδα (στο εξής: απόφαση μεταφοράς). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε αυθημερόν στις συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούνταν στην εταιρία αυτή.
11 Στις 13 Σεπτεμβρίου 2021 η απόφαση μεταφοράς κοινοποιήθηκε στους εφεσίβλητους της κύριας δίκης με τη μνεία ότι η μεταφορά που τους αφορούσε επρόκειτο να πραγματοποιηθεί από τις 4 Οκτωβρίου 2021.
12 Τον Νοέμβριο του 2021 η Egenergy, αφού διαπίστωσε ότι οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης δεν είχαν ενταχθεί στη μονάδα παραγωγής στη Σαρδηνία, κίνησε πειθαρχική διαδικασία κατ’ αυτών λόγω αδικαιολόγητης απουσίας άνω των 30 ημερών.
13 Στις 3 Δεκεμβρίου 2021 η εταιρία προέβη στην απόλυση όλων των εφεσιβλήτων της κύριας δίκης.
14 Εν συνεχεία, οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης υπέβαλαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Tribunale di Napoli Nord (πρωτοδικείου Βόρειας Νάπολης, Ιταλία) με αίτημα να διαπιστωθεί ο παράνομος χαρακτήρας της απόφασης μεταφοράς.
15 Προς στήριξη του αιτήματος αυτού, υποστήριξαν ότι, σε περίπτωση που η απόφαση μεταφοράς ήθελε θεωρηθεί ισοδύναμη με απόφαση απόλυσης των οικείων εργαζομένων, έπρεπε, λόγω του αριθμού των εργαζομένων τους οποίους αφορούσε, να προηγηθεί της απόφασης μεταφοράς η διαδικασία διαβούλευσης με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου 223/1991.
16 Η Egenergy ζήτησε την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος, υποστηρίζοντας, αφενός, ότι η μεταφορά των εφεσιβλήτων της κύριας δίκης στην ευρισκόμενη στη Σαρδηνία μονάδα παραγωγής ανταποκρινόταν σε οργανωτική ανάγκη της εταιρίας και, αφετέρου, ότι η απόλυσή τους επήλθε μετά την απουσία τους από τη μονάδα αυτή για διάστημα μεγαλύτερο των 30 ημερών.
17 Με διάταξη της 4ης Ιανουαρίου 2022, το Tribunale di Napoli Nord (πρωτοδικείο Βόρειας Νάπολης) διαπίστωσε τον παράνομο χαρακτήρα της απόφασης μεταφοράς των εφεσιβλήτων της κύριας δίκης στην ευρισκόμενη στη Σαρδηνία μονάδα παραγωγής, υπογραμμίζοντας ότι ήταν προφανές, ήδη από την έκδοση της απόφασης αυτής, ότι η μονομερής τροποποίηση των όρων εργασίας δύσκολα μπορούσε να συμβιβαστεί με τη συνέχιση της σχέσης εργασίας, λόγω των επιπτώσεών της στην οικογενειακή ισορροπία των οικείων εργαζομένων, των αντικειμενικών δυσχερειών που συνδέονται με τη μεταφορά και της αναπόφευκτης αποκοπής από τη «συναισθηματική εστία» τους.
18 Κατόπιν της διάταξης αυτής, στις 9 Μαρτίου 2022, οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης άσκησαν αγωγή ενώπιον του πρωτοδικείου, ζητώντας, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί ότι οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης απολύσεις είναι άκυρες και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα, όπως επίσης και να αποκατασταθούν οι σχέσεις εργασίας τους, με την καταβολή, μεταξύ άλλων, του συνόλου των αποδοχών που οφείλονταν από την ημερομηνία των απολύσεων αυτών.
19 Η Egenergy υποστήριξε ενώπιον του πρωτοδικείου, αφενός, ότι ο λόγος για τον οποίο έγιναν οι συγκεκριμένες απολύσεις ήταν η αδικαιολόγητη απουσία των εφεσιβλήτων της κύριας δίκης από τον τόπο εργασίας τους για διάστημα μεγαλύτερο των 30 συνεχόμενων ημερών και η άρνησή τους να συμμορφωθούν προς την απόφαση μεταφοράς. Η εταιρία αυτή υποστήριξε, αφετέρου, ότι η απόφαση μεταφοράς αποτελεί συνέπεια της παύσης της δραστηριότητάς της στην ευρισκόμενη στην Καμπανία μονάδα παραγωγής, δεδομένου ότι το κλείσιμο της εν λόγω μονάδας παραγωγής και η μεταφορά της παραγωγής σε άλλη μονάδα συνιστούν τεχνικό, οργανωτικό ή σχετικό με την παραγωγή λόγο, κατά την έννοια του άρθρου 2103 του αστικού κώδικα.
20 Με απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2022, το Tribunale di Napoli Nord (πρωτοδικείο Βόρειας Νάπολης) έκανε δεκτή την εν λόγω αγωγή, αναγνώρισε τον παράνομο χαρακτήρα της απόφασης μεταφοράς και των απολύσεων των εφεσιβλήτων της κύριας δίκης και διέταξε την επανένταξή τους στην αντίστοιχη θέση εργασίας τους, με το σκεπτικό ότι «[η] μονομερής μεταβολή που προκύπτει από τη μεταφορά εμπίπτει […], βάσει ερμηνείας κατ’ ανάγκην σύμφωνης, στην ευρωπαϊκή έννοια της ομαδικής απόλυσης κατά την οδηγία 98/59».
21 Η Egenergy άσκησε έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης ενώπιον του Corte d’appello di Napoli (εφετείου Νάπολης, Ιταλία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.
22 Η εταιρία αμφισβήτησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου την ερμηνεία της έννοιας της «απόλυσης» κατά το δίκαιο της Ένωσης, την οποία δέχθηκε το Tribunale di Napoli Nord (πρωτοδικείο Βόρειας Νάπολης), υποστηρίζοντας ότι η καταγγελία της σχέσης εργασίας επήλθε λόγω της αδικαιολόγητης απουσίας των εφεσιβλήτων της κύριας δίκης από τον νέο τόπο εργασίας τους για διάστημα μεγαλύτερο των 30 ημερών. Επομένως, η καταγγελία αυτή έγινε για εύλογη αιτία, ήτοι λόγω της άρνησης των εφεσιβλήτων της κύριας δίκης να συμμορφωθούν προς την απόφαση μεταφοράς. Επιπροσθέτως, η διαδικασία ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων προηγήθηκε της έκδοσης της απόφασης μεταφοράς.
23 Εξάλλου, κατά την εταιρία αυτή, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ιταλία), οι τεχνικοί, οργανωτικοί ή σχετικοί με την παραγωγή λόγοι στους οποίους στηρίζεται η μεταφορά του τόπου εργασίας των εφεσιβλήτων της κύριας δίκης δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, δεδομένου ότι ο έλεγχος αυτός εξακολουθεί να περιορίζεται στην εξακρίβωση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της απόφασης μεταφοράς και των λόγων που προβάλλονται προς στήριξη μιας τέτοιας απόφασης και δεν μπορεί να αφορά τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας μεταφοράς, ιδίως δε τον πρόσφορο ή αναπόφευκτο χαρακτήρα της.
24 Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί, ωστόσο, αμφιβολίες, αφενός, ως προς το αν οι επίμαχες στην κύρια δίκη μεταφορές εμπίπτουν στην έννοια των «απολύσεων» που καλούνται «έμμεσες» και, αφετέρου, ως προς το αν οι μεταφορές αυτές πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο του υπολογισμού του αριθμού των απολύσεων που πραγματοποιούνται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 98/59.
25 Πρώτον, όσον αφορά τις ομαδικές απολύσεις, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι από τη νομολογία του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) προκύπτει ότι οι καταγγελίες που οφείλονται «στην άρνηση αποδοχής μεταφοράς» του τόπου εργασίας μπορούν να εξομοιωθούν με «απολύσεις» για τους σκοπούς της εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Εντούτοις, η προαναφερθείσα νομολογία δεν είναι σαφής, δεδομένου ότι η παρεχόμενη από το ιταλικό δίκαιο προστασία είναι ευρύτερη από εκείνη που εγγυάται η οδηγία.
26 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/59, η οποία εξαρτά την εφαρμογή των διαδικασιών ενημέρωσης και διαβούλευσης από την ύπαρξη τουλάχιστον πέντε «απολύσεων», οι οποίες νοούνται ως καταγγελίες συμβάσεων εργασίας με πρωτοβουλία του εργοδότη ή χαρακτηρίζονται ως τέτοιες στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, συνιστά μη σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία της οδηγίας αυτής, αντίθετη προς την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης.
27 Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι υφίσταται στην πραγματικότητα διαφορά μεταξύ της λεγόμενης «έμμεσης» απόλυσης και του μέτρου που «εξομοιώνεται» με αυτήν, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, για τους σκοπούς του υπολογισμού του αριθμού των απολύσεων που πραγματοποιούνται προκειμένου να τύχουν εφαρμογής οι εν λόγω διαδικασίες.
28 Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, ελλείψει ορισμού της έννοιας της «απόλυσης» στην οδηγία 98/59, η έννοια αυτή πρέπει να οριστεί σύμφωνα με τις μεθόδους ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, χωρίς προσφυγή στις νομοθεσίες των κρατών μελών, προκειμένου να αποφευχθεί διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με τα διάφορα δίκαια των κρατών μελών στα οποία ενδέχεται να δραστηριοποιείται ο εργοδότης.
29 Τέταρτον, όσον αφορά τα αποτελέσματά τους, η εξομοίωση μιας «απόλυσης», νοούμενης ως νομικής πράξης του εργοδότη με την οποία λύεται η σχέση εργασίας, με άλλα μέτρα οργάνωσης της επιχείρησης τα οποία, δεν έχουν μεν ως άμεσο αποτέλεσμα τη λύση της σχέσης εργασίας, πλην όμως επιφέρουν ουσιώδη «ισοδύναμη» μεταβολή, απαντά και σε άλλες κανονιστικές πράξεις της Ένωσης, λόγος για τον οποίο θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο δίκαιο της Ένωσης, η απόλυση και το μέτρο που θεωρείται «εξομοιούμενο» με αυτήν, κατά την έννοια της οδηγίας 98/59, είναι παρόμοια.
30 Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η έννοια της «απόλυσης», κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας, περιλαμβάνει επίσης τις λεγόμενες «έμμεσες» απολύσεις, ήτοι ισοδύναμα μέτρα που συνίστανται σε ουσιώδη και δυσμενή για τον εργαζόμενο μεταβολή ουσιώδους στοιχείου της σύμβασης εργασίας, η οποία μπορεί να οδηγήσει τον εργαζόμενο να αποφασίσει τη λύση της σχέσης εργασίας.
31 Αντιθέτως, οι «εξομοιούμενες» με τις απολύσεις πράξεις, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, περιλαμβάνουν κάθε άλλη απόλυση που γίνεται με πρωτοβουλία του εργοδότη και η οποία, μολονότι είναι ικανή να μεταβάλει τη συμβατική σχέση, έχει μικρότερη σημασία όσον αφορά τη συνέχιση της σχέσης εργασίας.
32 Η διάκριση αυτή πηγάζει, κατά την άποψή του, και από τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2017, Ciupa κ.λπ. (C‑429/16, EU:C:2017:711, σκέψεις 27 και 31).
33 Τέλος, πέμπτον, στο μέτρο που το άρθρο 24 του νόμου 223/1991 καθορίζει ότι το κατώτατο όριο πέραν του οποίου πρέπει να εφαρμόζονται οι διαδικασίες ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων είναι οι πέντε «απολύσεις», το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι «εξομοιούμενες» καταγγελίες των σχέσεων εργασίας, οι οποίες θεωρούνται ως «μέτρα ισοδύναμα» με τις απολύσεις, για τον υπολογισμό του αριθμού των απολύσεων που πραγματοποιούνται υπό το πρίσμα αυτού του κατώτατου ορίου.
34 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, εντός ενός πλαισίου όπως αυτό της υπόθεσης της κύριας δίκης, οι λεγόμενες «έμμεσες» απολύσεις πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό του κατώτατου ορίου, με συνέπεια, ενδεχομένως, οι συγκεκριμένες απολύσεις να αρκούν αφ’ εαυτών για την κίνηση των διαδικασιών ενημέρωσης και διαβούλευσης.
35 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Corte d’appello di Napoli (εφετείο Νάπολης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Εμπίπτουν στο άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της [οδηγίας 98/59], οι “έμμεσες απολύσεις”, ήτοι κάθε προκύπτουσα και/ή προβλέψιμη λήξη της σχέσης εργασίας, η οποία οφείλεται στη βούληση και/ή σε συμπεριφορά του εργαζομένου δυνάμενη να επιφέρει τη λύση της σχέσης και η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την πρόθεση του εργοδότη να προβεί και/ή να επιβάλει μονομερώς ουσιώδη, μη προσωρινή και βλαπτική μεταβολή ουσιώδους στοιχείου της σχέσης εργασίας και η οποία δεν έχει σχέση με το πρόσωπο του εργαζομένου;
2) Στοιχειοθετείται η έννοια της “έμμεσης απόλυσης”, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 98/59, σε περίπτωση προβλέψιμης συμπεριφοράς και/ή συμβατικών πράξεων των εργαζομένων οι οποίες δύνανται να επιφέρουν τη λύση της σχέσης εργασίας και οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς με τη μεταβολή του τόπου εργασίας των τελευταίων, η δε λύση της σχέσης απορρέει από απόφαση του εργοδότη να διακόψει την εργασία στην αρχική μονάδα παραγωγής διατάσσοντας την ταυτόχρονη μεταφορά όλων των εργαζομένων, οι οποίοι ανέρχονται σε αριθμό που θεωρείται σημαντικός κατά την εθνική νομοθεσία με την οποία η οδηγία μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο, σε μονάδες παραγωγής ευρισκόμενες σε απόσταση εκατοντάδων χιλιομέτρων, οι οποίες επιβάλλουν κατ’ ανάγκη την απομάκρυνση των εργαζομένων από τον τόπο στον οποίο ασκούν τις κοινωνικές και προσωπικές δραστηριότητές τους;
3) Πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι “έμμεσες απολύσεις”, οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς με μη προσωρινή ουσιώδη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας οφειλόμενη σε απόφαση του εργοδότη και οι οποίες δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο του εργαζομένου, συνιστούν συμβατικές πράξεις και/ή συμπεριφορά δυνάμενη να οδηγήσει αυτοτελώς, ακόμη και αποκλειστικά, στην επίτευξη του κατώτατου ορίου απολύσεων που είναι κρίσιμες για τους σκοπούς της οδηγίας 98/59, και, ως εκ τούτου, διακρίνονται από τα “ισοδύναμα μέτρα” και/ή τα “εξομοιούμενα [μέτρα]”, περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της [οδηγίας αυτής], και, επομένως, αρκούν για την επίτευξη του ελάχιστου απαιτούμενου αριθμού που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας, ακόμη και αν δεν υφίστανται συμβατικές πράξεις του εργοδότη που έχουν ως άμεσο αποτέλεσμα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας;
4) Πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο προσδιορισμός του αριθμού “απολύσεων” περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της [οδηγίας 98/59], παρέχει στα κράτη μέλη τα οποία θεσπίζουν ευνοϊκότερη ρύθμιση, περιορίζοντας σε πέντε τον αριθμό των απολύσεων που είναι κρίσιμες για τους σκοπούς της επίτευξης του κατώτατου ορίου που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, [της οδηγίας αυτής], τη δυνατότητα να εξαιρούν πλήρως τις έμμεσες απολύσεις από τον υπολογισμό [του αριθμού των απολύσεων που πραγματοποιούνται υπό το πρίσμα αυτού του κατώτατου ορίου]; Αντιβαίνει στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ειδικότερα, στην [οδηγία 98/59], η νομοθεσία κράτους μέλους η οποία επιβάλλει τη διεξαγωγή της διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης αποκλειστικά σε περίπτωση μόλις πέντε απολύσεων, οι οποίες συνίστανται σε μονομερείς συμβατικές πράξεις του εργοδότη που έχουν ως αποτέλεσμα την καταγγελία της σχέσης εργασίας, αποκλείοντας, για τους σκοπούς του πεδίου εφαρμογής, κάθε προκύπτουσα και/ή προβλέψιμη λήξη, η οποία οφείλεται στη βούληση και/ή σε συμπεριφορά των εργαζομένων και η οποία συνδέεται αιτιωδώς με βλαπτική και μη προσωρινή μεταβολή ουσιώδους στοιχείου της σχέσης κατόπιν απόφασης του εργοδότη, για λόγους που δεν σχετίζονται με το πρόσωπο του εργαζομένου;»
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
36 Οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης αμφισβητούν το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως για τον λόγο ότι ο παράνομος χαρακτήρας της απόφασης μεταφοράς, ο οποίος διαπιστώθηκε με τη μη προσβληθείσα διάταξη ασφαλιστικών μέτρων της 4ης Ιανουαρίου 2022, ασκεί κατ’ ανάγκην επιρροή στην υπόθεση της κύριας δίκης, καθότι αντικείμενο της τελευταίας είναι, κατ’ ουσίαν, η διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εφεσιβλήτων της κύριας δίκης λόγω της απουσίας τους από τον νέο τόπο εργασίας.
37 Συγκεκριμένα, οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης εκτιμούν ότι το ζήτημα του ενδεχομένως παράνομου χαρακτήρα της απόφασης μεταφοράς έχει ήδη τεθεί και επιλυθεί οριστικώς στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, οπότε η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη.
38 Συναφώς υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων την οποία καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Επομένως, εφόσον τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο οφείλει, κατ’ αρχήν, να απαντήσει (βλ. αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2025, Cairo Network κ.λπ., C‑764/23 έως C‑766/23, EU:C:2025:691, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
39 Ως εκ τούτου, συντρέχει τεκμήριο λυσιτέλειας για τα ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης. Το Δικαστήριο δύναται να μην αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2025, Cairo Network κ.λπ., C‑764/23 έως C‑766/23, EU:C:2025:691, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
40 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ιδίως αναγκαίο, για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, να ζητήσει από το Δικαστήριο διευκρινίσεις ως προς το αν οι λεγόμενες «έμμεσες» απολύσεις, ήτοι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας που οφείλονται στην άρνηση των εργαζομένων να συμμορφωθούν προς απόφαση μεταφοράς του τόπου εργασίας, εμπίπτουν στην έννοια των «απολύσεων», κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 98/59, και, ενδεχομένως, αν πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό του αριθμού των απολύσεων που πραγματοποιούνται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής.
41 Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβανομένου υπόψη του τεκμηρίου λυσιτέλειας του οποίου απολαύουν τα προδικαστικά ερωτήματα, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του διαπιστωθέντος με τη διάταξη της 4ης Ιανουαρίου 2022 παράνομου χαρακτήρα της απόφασης μεταφοράς προκειμένου να προβληθεί το απαράδεκτο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι αυτή η διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα δεν αποκλείει την αναγκαιότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
42 Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί των τριών πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων
43 Με τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/59 έχει την έννοια ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας που πραγματοποιείται από τον εργοδότη για έναν ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο του εργαζομένου, έπειτα από την άρνηση του εργαζομένου να συμμορφωθεί με τη μονομερή απόφαση του εργοδότη να μεταφέρει τον τόπο εργασίας του σε μονάδα ευρισκόμενη σε μεγάλη απόσταση από την αρχική μονάδα, εμπίπτει στην έννοια «απολύσεις», κατά το πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της διάταξης αυτής, ή στην έννοια «λήξεις της σύμβασης εργασίας», κατά το δεύτερο εδάφιο της ίδιας διάταξης.
44 Συναφώς υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας ορίζει ως «ομαδικές απολύσεις» τις απολύσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης για έναν ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με τον εργαζόμενο, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις ποσοτικής και χρονικής φύσεως (απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Ineo Infracom, C‑249/24, EU:C:2025:661, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45 Ελλείψει ρητού ορισμού της έννοιας των «απολύσεων», κατά τη διάταξη αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνευθεί ως περιλαμβάνουσα οποιαδήποτε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας παρά τη βούληση του εργαζομένου και, επομένως, χωρίς τη συναίνεσή του (πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Ineo Infracom, C‑249/24, EU:C:2025:661, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
46 Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της οδηγίας 98/59 ο οποίος συνίσταται, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 2, στην ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, δεν πρέπει να ερμηνεύονται στενά οι έννοιες που καθορίζουν το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, περιλαμβανομένης της έννοιας της «απόλυσης» που απαντά στο άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, αυτής (απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Ineo Infracom, C‑249/24, EU:C:2025:661, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
47 Ως εκ τούτου, η οδηγία έχει την έννοια ότι η εκ μέρους του εργοδότη ουσιώδης μεταβολή, μονομερώς και εις βάρος του εργαζομένου, ουσιωδών στοιχείων της σύμβασης εργασίας του οικείου εργαζομένου για λόγους οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπό του εμπίπτει στην έννοια αυτή (απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Ineo Infracom, C‑249/24, EU:C:2025:661, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
48 Αντιθέτως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «απόλυση» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας η εκ μέρους του εργοδότη μη ουσιώδης μεταβολή, μονομερώς και εις βάρος του εργαζομένου, ενός ουσιώδους στοιχείου της σύμβασης εργασίας για λόγους οι οποίοι δεν έχουν σχέση με τον συγκεκριμένο εργαζόμενο ή η ουσιώδης μεταβολή ενός επουσιώδους στοιχείου της εν λόγω σύμβασης για λόγους που δεν έχουν σχέση με τον εργαζόμενο αυτόν (απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Ineo Infracom, C‑249/24, EU:C:2025:661, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
49 Εν προκειμένω, επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο φαίνεται να προκύπτει ότι η Egenergy προέβη, μονομερώς και εις βάρος των εφεσιβλήτων της κύριας δίκης, στις επίμαχες συμβατικές τροποποιήσεις, ήτοι στη μεταφορά του τόπου εργασίας των εφεσιβλήτων της κύριας δίκης από μονάδα παραγωγής ευρισκόμενη στην Καμπανία σε άλλη μονάδα ευρισκόμενη στη Σαρδηνία, σε απόσταση άνω των 600 χιλιομέτρων, για λόγους που δεν έχουν σχέση με τους εν λόγω εφεσίβλητους.
50 Επομένως, συνάγεται ότι η απόφαση μεταφοράς στηρίζεται μόνο στη στρατηγική και οικονομική επιλογή της εταιρίας αυτής να παύσει τη δραστηριότητά της στην ευρισκόμενη στην Καμπανία μονάδα παραγωγής και να τη μεταφέρει εξ ολοκλήρου στην ευρισκόμενη στη Σαρδηνία μονάδα. Η απουσία των εφεσιβλήτων της κύριας δίκης από τον νέο τόπο εργασίας θα μπορούσε, ωστόσο, να θεωρηθεί ως μη εκτέλεση των αντίστοιχων συμβάσεών τους εργασίας η οποία επιφέρει την καταγγελία των συμβάσεων για λόγο ο οποίος έχει σχέση με το πρόσωπο των εφεσιβλήτων της κύριας δίκης, εφόσον προκύψει είτε από τους όρους των συμβάσεων αυτών είτε από τις πρωτόδικες δικαστικές αποφάσεις ότι οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης όφειλαν να συμμορφωθούν προς την απόφαση μεταφοράς την οποία έλαβε η εταιρία, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του.
51 Εάν, ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης δεν ήταν υποχρεωμένοι να αποδεχθούν την απόφαση μεταφοράς, θα πρέπει, σε δεύτερο στάδιο, να κρίνει αν, υπό το πρίσμα των επίμαχων στην κύρια δίκη περιστάσεων, οι επίμαχες μεταφορές μπορούν να χαρακτηριστούν ως «ουσιώδης μεταβολή ουσιωδών στοιχείων» της σύμβασης εργασίας, υπό την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 47 της παρούσας απόφασης.
52 Συναφώς, πρώτον, όσον αφορά το ζήτημα εάν ο τόπος εργασίας πρέπει να θεωρηθεί «ουσιώδες στοιχείο» της σύμβασης εργασίας, υπό την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 47 της παρούσας απόφασης, υπογραμμίζεται ότι κάθε μεταβολή του τόπου εργασίας μπορεί να έχει σημαντικές οικονομικές και οργανωτικές συνέπειες για τον οικείο εργαζόμενο και μπορεί, κατά συνέπεια, να συνιστά τέτοιο ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης εργασίας (απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Ineo Infracom, C‑249/24, EU:C:2025:661, σκέψη 47).
53 Δεύτερον, όσον αφορά το ζήτημα εάν μεταφορά του τόπου εργασίας, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να χαρακτηριστεί ως «ουσιώδης μεταβολή», υπό την έννοια της νομολογίας αυτής, διαπιστώνεται ότι ο ουσιώδης χαρακτήρας μιας τέτοιας μεταφοράς εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τον προσωρινό ή μη χαρακτήρα της σχεδιαζόμενης τροποποίησης της σύμβασης εργασίας, από την απόσταση μεταξύ του αρχικού τόπου εργασίας και του τόπου της νέας τοποθέτησης, καθώς και από άλλα ενδεχόμενα συνοδευτικά μέτρα προς αντιστάθμιση της προτεινόμενης τοποθέτησης (απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Ineo Infracom, C‑249/24, EU:C:2025:661, σκέψη 48).
54 Συναφώς, υπογραμμίζεται, αφενός, ότι από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης μεταφορές είναι προσωρινές, αλλά, αντιθέτως, ότι η μεταφορά της δραστηριότητας της Egenergy στην ευρισκόμενη στη Σαρδηνία μονάδα παραγωγής αποτελεί άμεση συνέπεια της οριστικής παύσης της δραστηριότητάς της στην ευρισκόμενη στην Καμπανία μονάδα παραγωγής. Αφετέρου, από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι οι δύο μονάδες παραγωγής βρίσκονται σε απόσταση άνω των 600 χιλιομέτρων μεταξύ τους και χωρίζονται από τη θάλασσα.
55 Προκύπτει, επομένως, ότι οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης μεταφορές συνιστούν ουσιώδεις μεταβολές ουσιώδους στοιχείου της σύμβασης εργασίας, υπό την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 47 της παρούσας απόφασης, όπερ πάντως εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
56 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/59 έχει την έννοια ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας που πραγματοποιείται από τον εργοδότη για έναν ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο του εργαζομένου, έπειτα από την άρνηση του εργαζομένου να συμμορφωθεί με τη μονομερή απόφαση του εργοδότη να μεταφέρει τον τόπο εργασίας του σε μονάδα ευρισκόμενη σε μεγάλη απόσταση από την αρχική μονάδα, εμπίπτει στην έννοια των «απολύσεων», κατά το πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της διάταξης αυτής.
Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
57 Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 98/59 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει να μη λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του αριθμού των απολύσεων που πραγματοποιούνται υπό το πρίσμα των κατώτατων ορίων της οδηγίας αυτής η καταγγελία σύμβασης εργασίας που πραγματοποιείται από τον εργοδότη για έναν ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο του εργαζομένου, έπειτα από την άρνηση του εργαζομένου να συμμορφωθεί με τη μονομερή απόφαση του εργοδότη να μεταφέρει τον τόπο εργασίας του σε μονάδα ευρισκόμενη σε μεγάλη απόσταση από την αρχική μονάδα.
58 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 44 έως 56 της παρούσας απόφασης, οι καταγγελίες συμβάσεων εργασίας όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης είναι δυνατό να εμπίπτουν στην έννοια των «απολύσεων», κατά το εν λόγω άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, υπό την επιφύλαξη εξακρίβωσης από το αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της οποίας έχει επιληφθεί.
59 Υπό τις συνθήκες αυτές, η μη συμπερίληψη των εν λόγω καταγγελιών στον υπολογισμό του αριθμού των απολύσεων που πραγματοποιούνται υπό το πρίσμα των κατώτατων ορίων της οδηγίας 98/59, για τον λόγο και μόνον ότι η εθνική ρύθμιση για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη, εν προκειμένω το άρθρο 24, παράγραφος 1, του νόμου 223/1991, προβλέπει κατώτατο όριο χαμηλότερο από εκείνα που καθορίζει η οδηγία, θα ενείχε τον κίνδυνο να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς το ευεργέτημα της προστασίας που προβλέπει η οδηγία.
60 Πλην όμως, η μη συμπερίληψη αυτή όχι μόνο θα αντέβαινε στον σκοπό της οδηγίας 98/59, ο οποίος συνίσταται, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 2, στην ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, αλλά θα στερούσε και από την ίδια την έννοια των «απολύσεων», κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας, τον ομοιόμορφο χαρακτήρα της.
61 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 98/59 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει να μη λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του αριθμού των απολύσεων που πραγματοποιούνται υπό το πρίσμα των κατώτατων ορίων της οδηγίας αυτής η καταγγελία σύμβασης εργασίας που πραγματοποιείται από τον εργοδότη για έναν ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο του εργαζομένου, έπειτα από την άρνηση του εργαζομένου να συμμορφωθεί με τη μονομερή απόφαση του εργοδότη να μεταφέρει τον τόπο εργασίας του σε μονάδα ευρισκόμενη σε μεγάλη απόσταση από την αρχική μονάδα.
Επί των δικαστικών εξόδων
62 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις,
έχει την έννοια ότι:
η καταγγελία σύμβασης εργασίας που πραγματοποιείται από τον εργοδότη για έναν ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο του εργαζομένου, έπειτα από την άρνηση του εργαζομένου να συμμορφωθεί με τη μονομερή απόφαση του εργοδότη να μεταφέρει τον τόπο εργασίας του σε μονάδα ευρισκόμενη σε μεγάλη απόσταση από την αρχική μονάδα, εμπίπτει στην έννοια των «απολύσεων», κατά το πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της διάταξης αυτής.
2) Το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 98/59
έχει την έννοια ότι:
δεν επιτρέπει να μη λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του αριθμού των απολύσεων που πραγματοποιούνται υπό το πρίσμα των κατώτατων ορίων της οδηγίας αυτής η καταγγελία σύμβασης εργασίας που πραγματοποιείται από τον εργοδότη για έναν ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο του εργαζομένου, έπειτα από την άρνηση του εργαζομένου να συμμορφωθεί με τη μονομερή απόφαση του εργοδότη να μεταφέρει τον τόπο εργασίας του σε μονάδα ευρισκόμενη σε μεγάλη απόσταση από την αρχική μονάδα.
(υπογραφές)
