ΑΠΟΦΑΣΗ
A.Z. κατά Ελλάδας της 11.06.2026 (προσφ. αριθ. 4218/20)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων υποβλήθηκε σε ακούσια νοσηλεία σε ψυχιατρικό κατάστημα της Τρίπολης, κατόπιν εισαγγελικής πρωτοβουλίας και γνωμάτευσης δύο ψυχιάτρων, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπει η εθνική νομοθεσία (Νόμος 2071/1992). Με την προσφυγή του προέβαλε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 (ε) ΕΣΔΑ, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, την απουσία προηγούμενης αίτησης συγγενικού προσώπου, την εισαγωγή του πριν από την οικεία εισαγγελική πράξη, τη μη ενημέρωσή του για το δικαίωμα προσφυγής, την υπέρβαση της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρου 96 του Ν. 2071/1992 (η υπόθεση εκδικάστηκε 34 ημέρες μετά) και τη μη νόμιμη κλήτευσή του, με συνέπεια την απουσία του από τη δίκη.
Μετά την αποτυχία του φιλικού διακανονισμού, η Κυβέρνηση υπέβαλε μονομερή δήλωση, αναγνωρίζοντας ρητά την ασυμβατότητα της ακούσιας νοσηλείας με το άρθρο 5 § 1 (ε) λόγω μη τήρησης της εθνικής διαδικασίας, και προσέφερε 11.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.000 ευρώ για έξοδα. Ο προσφεύγων αντιτάχθηκε, θεωρώντας τα ποσά μη εύλογα και ανεπαρκή. Το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τα κριτήρια της Tahsin Acar κατά Τουρκίας [GC] και κρίνοντας τα προσφερόμενα ποσά συνεπή με τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες υποθέσεις, διέγραψε την προσφυγή κατ’ άρθρο 37 § 1 (γ) ΕΣΔΑ, με την επιφύλαξη επαναφοράς της σε περίπτωση μη συμμόρφωσης (άρθρο 37 § 2). Η απόφαση εκδόθηκε από τριμελή Επιτροπή και δεν συνιστά απόφαση επί της ουσίας ούτε απόφαση δίκαιης ικανοποίησης κατ’ άρθρο 41.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ιστορικό της υπόθεσης (έκθεση πραγματικών περιστατικών). Η προσφυγή αφορά τη φερόμενη ως παράνομη ακούσια νοσηλεία του προσφεύγοντος σε ψυχιατρικό κατάστημα. Δυνάμει της υπ’ αριθ. 5561 διάταξης της 3ης Ιουνίου 2019 του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρίπολης, ο προσφεύγων εξετάσθηκε από δύο ψυχιάτρους, οι οποίοι κατέληξαν ότι έπασχε από ψυχική διαταραχή και ότι έπρεπε να νοσηλευθεί προς αποτροπή της επιδείνωσης της κατάστασής του. Στις 4 Ιουνίου 2019 ο προσφεύγων εισήχθη στην ψυχιατρική πτέρυγα του Νοσοκομείου Τριπόλεως και, δύο ημέρες αργότερα, ο Εισαγγελέας ζήτησε την ακούσια νοσηλεία του σε ψυχιατρείο. Η αίτηση ορίσθηκε αρχικώς να εκδικασθεί από το αρμόδιο δικαστήριο στις 17 Ιουνίου 2019, πλην όμως η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω επίσημης αργίας. Τελικά εκδικάσθηκε στις 10 Ιουλίου 2019, χωρίς ο προσφεύγων να είναι παρών ή να εκπροσωπείται. Με την υπ’ αριθ. 69/2019 απόφαση της 12ης Ιουλίου 2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης διατάχθηκε η παραμονή του στην ψυχιατρική πτέρυγα του νοσοκομείου. Ο προσφεύγων παρέμεινε έγκλειστος έως τις 3 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο προσφεύγων παραπονέθηκε, βάσει του άρθρου 5 § 1 (ε) ΕΣΔΑ, ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία διαδικασία, καθιστώντας την κράτησή του παράνομη. Ειδικότερα, προέβαλε ότι η ακούσια νοσηλεία του έλαβε χώρα χωρίς προηγούμενη αίτηση άμεσου συγγενικού προσώπου, ότι εισήχθη στο νοσοκομείο στις 4 Ιουνίου 2019 ενώ η οικεία εισαγγελική πράξη έφερε μεταγενέστερη ημερομηνία, ότι δεν ενημερώθηκε για το δικαίωμά του να ασκήσει ένδικο βοήθημα κατά του εγκλεισμού του, ότι η αίτηση του Εισαγγελέα εκδικάσθηκε 34 ημέρες μετά την υποβολή της αντί της 10ημερης προθεσμίας του άρθρου 96 του Νόμου 2071/1992, και ότι δεν κλητεύθηκε νομίμως να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου, με συνέπεια να απουσιάζει από τη συζήτηση.
Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η προσφυγή κατατέθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. Το Δικαστήριο αποφάσισε να μην αποκαλυφθεί το όνομα του προσφεύγοντος. Η αιτίαση υπό το άρθρο 5 § 1 (ε) κοινοποιήθηκε στην Ελληνική Κυβέρνηση. Μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων φιλικού διακανονισμού, η Κυβέρνηση γνωστοποίησε την πρόθεσή της να προβεί σε μονομερή δήλωση και ζήτησε τη διαγραφή της προσφυγής κατ’ άρθρο 37 ΕΣΔΑ.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 5 § 1 (ε) ΕΣΔΑ – Άρθρο 37 § 1 (γ). Μονομερής δήλωση της Κυβέρνησης. Διαγραφή της προσφυγής
Η μονομερής δήλωση της Κυβέρνησης. Η Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η ακούσια νοσηλεία του προσφεύγοντος σε ψυχιατρείο ήταν ασυμβίβαστη με τις απαιτήσεις του άρθρου 5 § 1 (ε) ΕΣΔΑ, διότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία που περιγράφεται στην εθνική νομοθεσία. Προσέφερε να καταβάλει στον προσφεύγοντα τα ποσά που εξειδικεύονται στον προσαρτημένο πίνακα και κάλεσε το Δικαστήριο να διαγράψει την προσφυγή κατ’ άρθρο 37 § 1 (γ). Τα ποσά θα κατεβάλλοντο εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης, σε περίπτωση δε υπέρβασης της προθεσμίας, η Κυβέρνηση ανέλαβε να καταβάλει απλό τόκο υπολογιζόμενο με βάση το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες. Η καταβολή θα συνιστούσε την τελική επίλυση της υπόθεσης.
Η αντίθεση του προσφεύγοντος. Οι όροι της δήλωσης εστάλησαν στον προσφεύγοντα αρκετές εβδομάδες πριν από την έκδοση της απόφασης. Με επιστολή της 8ης Απριλίου 2026, ο προσφεύγων δήλωσε ότι δεν ήταν ικανοποιημένος από τους όρους της μονομερούς δήλωσης, θεωρώντας ότι τα αναφερόμενα ποσά δεν ήταν ούτε εύλογα ούτε επαρκή για την αποκατάσταση της προσβολής των δικαιωμάτων του κατά τη Σύμβαση και ότι δεν αντιστοιχούσαν προς τα ποσά που έχει επιδικάσει το Δικαστήριο σε παρόμοιες περιστάσεις.
Η κρίση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 37 § 1 (γ) του επιτρέπει να διαγράψει υπόθεση από τον κατάλογό του όταν, «για οποιονδήποτε άλλο λόγο διαπιστούμενο από το Δικαστήριο, δεν δικαιολογείται πλέον η συνέχιση της εξέτασης της προσφυγής». Δύναται δε να διαγράψει προσφυγή επί τη βάσει μονομερούς δήλωσης της καθ’ ης Κυβέρνησης ακόμη και όταν ο προσφεύγων επιθυμεί τη συνέχιση της εξέτασης (Tahsin Acar κατά Τουρκίας [GC], προδικαστικές ενστάσεις). Επισήμανε ότι υφίσταται σαφής και εκτεταμένη νομολογία ως προς τις αιτιάσεις υπό το άρθρο 5 § 1 (ε) (N. κατά Ρουμανίας, M.S. κατά Κροατίας (αρ. 2), Venios κατά Ελλάδας, Karamanof κατά Ελλάδας). Λαμβάνοντας υπόψη τις παραδοχές που περιέχονται στη δήλωση της Κυβέρνησης, καθώς και το ύψος της προσφερόμενης αποζημίωσης — το οποίο έκρινε συνεπές προς τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες υποθέσεις — το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν δικαιολογείται πλέον η συνέχιση της εξέτασης της προσφυγής (άρθρο 37 § 1 γ΄). Έκρινε περαιτέρω ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως κατοχυρώνονται στη Σύμβαση και τα Πρωτόκολλά της, δεν επιβάλλει τη συνέχιση της εξέτασης (άρθρο 37 § 1 in fine). Τέλος, τόνισε ότι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της Κυβέρνησης με τους όρους της δήλωσης, η προσφυγή δύναται να επαναφερθεί στον κατάλογο κατ’ άρθρο 37 § 2 (Josipović κατά Σερβίας (dec.)).
Απόφαση. Διαγραφή της προσφυγής από τον κατάλογο κατ’ άρθρο 37 § 1 (γ) ΕΣΔΑ. Επιδικαζόμενα ποσά κατά τη μονομερή δήλωση: 11.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.000 ευρώ για έξοδα.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ
«Λαμβάνοντας υπόψη τις παραδοχές που περιέχονται στη δήλωση της Κυβέρνησης, καθώς και το ύψος της προσφερόμενης αποζημίωσης —το οποίο είναι συνεπές προς τα ποσά που επιδικάζονται σε παρόμοιες υποθέσεις— το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δικαιολογείται πλέον η συνέχιση της εξέτασης της προσφυγής (άρθρο 37 § 1 γ΄)».
Επισήμανση: Η φράση αυτή πρέπει να διαβάζεται στο δικονομικό πλαίσιο του άρθρου 37. Δεν αποτελεί πλήρη αιτιολογημένη κρίση επί της ουσίας, αλλά αξιολόγηση της επάρκειας της μονομερούς δήλωσης για τη διαγραφή της υπόθεσης.
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η ρητή παραδοχή της παραβίασης ως προϋπόθεση αποδοχής της μονομερούς δήλωσης. Η αξία της απόφασης δεν έγκειται στη διαμόρφωση νέας νομολογίας, αλλά στην εφαρμογή των πάγιων κριτηρίων Tahsin Acar σε αμιγώς ελληνικό πλαίσιο ακούσιας ψυχιατρικής νοσηλείας. Καθοριστικό στοιχείο για την αποδοχή της δήλωσης υπήρξε η ανεπιφύλακτη παραδοχή της Κυβέρνησης ότι η εθνική διαδικασία δεν τηρήθηκε και ότι η κράτηση ήταν ασυμβίβαστη με το άρθρο 5 § 1 (ε). Η παραδοχή αυτή, σε συνδυασμό με την ύπαρξη πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος, καθιστά τη διαγραφή «δικαιολογημένη» κατά την έννοια του άρθρου 37.
Η διαγραφή παρά την αντίθεση του προσφεύγοντος. Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η αντίθεση του προσφεύγοντος δεν εμποδίζει τη διαγραφή, εφόσον η δήλωση παρέχει επαρκή βάση επανόρθωσης. Το κρίσιμο δεν είναι η συναίνεση του προσφεύγοντος αλλά η επάρκεια της παραδοχής και του προσφερόμενου ποσού υπό το φως της νομολογίας. Η προσέγγιση αυτή εξυπηρετεί την οικονομία της δίκης, εγείρει όμως ζητήματα ως προς την προστατευτική και αποτρεπτική λειτουργία της δικαστικής διάγνωσης.
Η εγγύηση του άρθρου 37 § 2. Η ρητή υπόμνηση της δυνατότητας επαναφοράς της προσφυγής σε περίπτωση μη καταβολής λειτουργεί ως δικονομικό αντίβαρο: η διαγραφή δεν είναι άνευ όρων, αλλά τελεί υπό την αίρεση της πραγματικής εκπλήρωσης των αναληφθεισών δεσμεύσεων.
Η σημασία για το ελληνικό σύστημα ακούσιας νοσηλείας. Η υπόθεση εντάσσεται στη νομολογιακή γραμμή Venios και Karamanof, οι οποίες ανέδειξαν σοβαρές δικονομικές πλημμέλειες στην εφαρμογή του Ν. 2071/1992, ιδίως ως προς τις προθεσμίες, την κλήτευση, την παρουσία/εκπροσώπηση του ενδιαφερομένου και την αποτελεσματική πρόσβαση σε δικαστικό έλεγχο. Η εκ νέου εμφάνιση ανάλογων αιτιάσεων —και η παραδοχή της μη τήρησης της εθνικής διαδικασίας από την ίδια την Κυβέρνηση — δείχνει ότι το ζήτημα παραμένει ουσιώδες σε επίπεδο πρακτικής εφαρμογής.
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση A.Z. κατά Ελλάδας αποτελεί τυπική περίπτωση διαγραφής επί τη βάσει μονομερούς δήλωσης σε «επαναλαμβανόμενη» (well-established case-law) υπόθεση. Το ισχυρό της σημείο είναι η ταχεία και ανέξοδη αποκατάσταση μέσω ρητής κρατικής παραδοχής, το αδύναμο σημείο της όμως εντοπίζεται στη συστημική απώλεια αιτιολογημένης δικαστικής διάγνωσης εκεί όπου ο ίδιος ο προσφεύγων θεωρεί ανεπαρκή την αποκατάσταση.
Το κανονιστικό πλαίσιο του άρθρου 5 § 1 (ε). Η νομιμότητα της στέρησης της ελευθερίας προσώπου «ασθενούς νοϊκής υγείας» κρίνεται κατά πάγια νομολογία υπό τις προϋποθέσεις Winterwerp: αξιόπιστη απόδειξη ψυχικής διαταραχής βάσει αντικειμενικής ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, διαταραχή τέτοιας φύσης ή έντασης που δικαιολογεί τον υποχρεωτικό εγκλεισμό, και εξάρτηση της νομιμότητας της συνέχισης από την εμμονή της διαταραχής. Πέραν αυτών, το άρθρο 5 § 1 απαιτεί η κράτηση να είναι «νόμιμη» και να γίνεται «σύμφωνα με διαδικασία προβλεπόμενη από τον νόμο», δηλαδή σε συμμόρφωση με τους ουσιαστικούς και δικονομικούς κανόνες του εθνικού δικαίου και άνευ αυθαιρεσίας. Οι πλημμέλειες που προέβαλε ο προσφεύγων (απουσία αίτησης συγγενικού προσώπου, εισαγωγή προ της οικείας εισαγγελικής πράξης, υπέρβαση της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρου 96 Ν. 2071/1992, μη νόμιμη κλήτευση και απουσία εκπροσώπησης) άπτονται ευθέως αυτής της δικονομικής νομιμότητας. Πηγή: ΕΣΔΑ, άρθρο 5 § 1 (ε), Winterwerp κατά Ολλανδίας, 24.10.1979, HUDOC.
Τα κριτήρια Tahsin Acar και ο έλεγχος επάρκειας. Κατά τη Tahsin Acar, το Δικαστήριο σταθμίζει, μεταξύ άλλων, τη φύση των αιτιάσεων, το αν τα εγειρόμενα ζητήματα είναι ανάλογα με ήδη επιλυθέντα σε προηγούμενες υποθέσεις, τη φύση και την έκταση των μέτρων της δήλωσης, και ιδίως το αν αυτή περιλαμβάνει παραδοχή παραβίασης και προσήκουσα επανόρθωση. Στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν σωρευτικά η ρητή παραδοχή και η ύπαρξη πάγιας νομολογίας, στοιχεία που τυπικά αρκούν για διαγραφή. Το κρίσιμο, ωστόσο, ερώτημα παραμένει αν το επιδικασθέν ποσό των 11.000 ευρώ για ηθική βλάβη είναι πράγματι «συνεπές» προς τα επιδικαζόμενα σε παρεμφερείς υποθέσεις παράνομης ψυχιατρικής κράτησης διάρκειας τριών περίπου μηνών. Το Δικαστήριο δέχθηκε τη συνέπεια αυτή χωρίς αναλυτική παράθεση συγκριτικών ποσών. Η επιλογή αυτή, μολονότι συνήθης στη πρακτική, μειώνει τη διαφάνεια του ελέγχου επάρκειας. Πηγή: Tahsin Acar κατά Τουρκίας [GC], αρ. 26307/95, §§ 75-77, ECHR 2003-VI· HUDOC.
Η αντίθεση μεταξύ οικονομίας της δίκης και προστατευτικής λειτουργίας. Η μονομερής δήλωση επιτρέπει στο κράτος να επιδιώξει την επίλυση της υπόθεσης χωρίς πλήρη απόφαση επί της ουσίας. Ακριβέστερα, δεν είναι το κράτος που «κλείνει» την υπόθεση, αλλά το Δικαστήριο που κρίνει αν η συνέχιση της εξέτασης δεν δικαιολογείται πλέον. Όταν ο προσφεύγων αντιτίθεται ρητά, η διαγραφή ενέχει τον κίνδυνο να εκληφθεί ως υποκατάσταση της δικαιοδοτικής κρίσης από δικονομική διευθέτηση. Από την άλλη πλευρά, η ρητή παραδοχή της παραβίασης από την Κυβέρνηση, η χρηματική επανόρθωση και η εγγύηση επαναφοράς κατ’ άρθρο 37 § 2 περιορίζουν τον κίνδυνο αυτό. Πρόκειται για κλασική στάθμιση μεταξύ αποτελεσματικότητας του μηχανισμού και ποιοτικής/συμβολικής αξίας της αιτιολογημένης δικαστικής διάγνωσης.
Η διάσταση της ευαλωτότητας και της αναπηρίας. Η υπόθεση αφορά πρόσωπο σε κατάσταση αυξημένης ευαλωτότητας. Η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει τονίσει ότι οι διαδικασίες που οδηγούν σε ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία πρέπει να παρέχουν αποτελεσματικές εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας, λόγω της ευαλωτότητας των προσώπων με ψυχικές διαταραχές. Ιδίως οι υποθέσεις M.S. κατά Κροατίας (αρ. 2) και N. κατά Ρουμανίας είναι άμεσες ως προς την ανάγκη πρόσβασης σε δικαστήριο, δυνατότητας ακρόασης και αποτελεσματικής νομικής εκπροσώπησης. Η Stanev κατά Βουλγαρίας [GC] είναι χρήσιμη ως ευρύτερο σημείο αναφοράς για τη στέρηση ελευθερίας και την ευαλωτότητα προσώπων με ψυχικές διαταραχές, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως απολύτως όμοια με την A.Z., διότι αφορούσε διαφορετικό πραγματικό και θεσμικό πλαίσιο, ιδίως τοποθέτηση σε κοινωνικό ίδρυμα και ζητήματα πρόσβασης σε δικαστικό έλεγχο. Παράλληλα, η εξέλιξη του διεθνούς δικαίου των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία, ιδίως η Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες και οι Κατευθυντήριες Γραμμές της Επιτροπής CRPD επί του άρθρου 14, θέτει ευρύτερα ερωτήματα ως προς τη συμβατότητα της στέρησης ελευθερίας λόγω ή σε συνάρτηση με αναπηρία. Η σχετική αναφορά πρέπει να διατυπώνεται ως κανονιστική αντίθεση μεταξύ της νομολογίας του ΕΔΔΑ, η οποία εξακολουθεί να αναγνωρίζει τη δυνατότητα κράτησης υπό το άρθρο 5 § 1 (ε), και της αυστηρότερης προσέγγισης της Επιτροπής CRPD. Δεν πρέπει να εμφανίζεται ως ταύτιση των δύο καθεστώτων.
Η διαρκής δέσμη υποχρεώσεων παρά τη διαγραφή. Η νομολογία Jeronovičs κατά Λετονίας [GC] υπενθυμίζει ότι η αποδοχή μονομερούς δήλωσης και η καταβολή αποζημίωσης δεν εξαντλούν πάντοτε το σύνολο των συμβατικών υποχρεώσεων του κράτους, ιδίως όταν υφίστανται αυτοτελείς ή διαρκείς υποχρεώσεις, όπως υποχρεώσεις διερεύνησης ή λήψης κατάλληλων μέτρων συμμόρφωσης. Η αναφορά στην Jeronovičs είναι συγκριτικά χρήσιμη, αλλά έμμεση: δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να συναχθεί αυτομάτως ότι κάθε διαγραφή δημιουργεί υποχρέωση διαρθρωτικής μεταρρύθμισης. Στην A.Z. η επανόρθωση είναι κατ’ εξοχήν χρηματική και ατομική, η πρακτική διάσταση όμως της τήρησης των προθεσμιών και των εγγυήσεων του Ν. 2071/1992 παραμένει ζήτημα ευρύτερης συμμόρφωσης και διοικητικής/δικαστικής πρακτικής.
Συμπέρασμα. Η A.Z. κατά Ελλάδας επιβεβαιώνει τη λειτουργικότητα της μονομερούς δήλωσης ως εργαλείου ταχείας επίλυσης σε παγιωμένες υποθέσεις, με τίμημα όμως την απουσία αιτιολογημένης δικαστικής διάγνωσης εκεί όπου ο προσφεύγων τη θεωρεί αναγκαία. Η πραγματική εμβέλεια της απόφασης θα κριθεί λιγότερο από την ατομική επανόρθωση και περισσότερο από το κατά πόσον η επαναλαμβανόμενη εμφάνιση πλημμελειών εφαρμογής του Ν. 2071/1992 θα οδηγήσει επιτέλους σε γενικά μέτρα.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) Tahsin Acar κατά Τουρκίας [GC]: Πρόκειται για την απόφαση-σταθμό ως προς τη δυνατότητα διαγραφής προσφυγής βάσει μονομερούς δήλωσης, ακόμη και χωρίς συναίνεση του προσφεύγοντος, εφόσον το Δικαστήριο πεισθεί ότι δεν δικαιολογείται πλέον η συνέχιση της εξέτασης και ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν απαιτεί περαιτέρω εξέταση. Η σύγκριση με την A.Z. είναι άμεση ως προς το άρθρο 37 § 1 (γ), όχι όμως ως προς το ουσιαστικό αντικείμενο της στέρησης ελευθερίας λόγω ψυχικής διαταραχής. Πηγή: HUDOC, Tahsin Acar v. Turkey [GC], no. 26307/95, §§ 75-77.
Β) Winterwerp κατά Ολλανδίας: Η θεμελιώδης απόφαση για τις ελάχιστες προϋποθέσεις νομιμότητας της κράτησης προσώπων με ψυχική διαταραχή υπό το άρθρο 5 § 1 (ε): αντικειμενική ιατρική τεκμηρίωση, διαταραχή τέτοιας βαρύτητας που να δικαιολογεί τον εγκλεισμό, και συνέχιση της κράτησης μόνο όσο εξακολουθεί να υφίσταται η σχετική διαταραχή. Η σύγκριση είναι άμεση ως προς το κανονιστικό πλαίσιο του άρθρου 5 § 1 (ε), αν και στην A.Z. το Δικαστήριο δεν εξέτασε πλήρως τα κριτήρια Winterwerp επί της ουσίας λόγω διαγραφής. Πηγή: HUDOC, Winterwerp v. the Netherlands, 24.10.1979, no. 6301/73.
Γ) Venios κατά Ελλάδας / Karamanof κατά Ελλάδας: Οι ελληνικές υποθέσεις αναφοράς για δικονομικές πλημμέλειες στην εφαρμογή του Ν. 2071/1992 και για τη σχέση μεταξύ εθνικής νομιμότητας και άρθρου 5 § 1 (ε). Η σύγκριση με την A.Z. είναι η πλέον άμεση στο ελληνικό δίκαιο, ιδίως ως προς προθεσμίες, διαδικαστικό έλεγχο, κλήτευση και συμμετοχή του ενδιαφερομένου. Πρέπει όμως να αποφεύγεται η αυτόματη εξίσωση των πραγματικών περιστατικών χωρίς ακριβή αντιπαραβολή των φακέλων. Πηγή: HUDOC, Venios v. Greece, no. 33055/08, 05.07.2011· Karamanof v. Greece, no. 46372/09, 26.07.2011.
Δ) N. κατά Ρουμανίας / M.S. κατά Κροατίας (αρ. 2): Οι αποφάσεις αυτές επιβεβαιώνουν την πάγια νομολογία επί των ουσιαστικών και δικονομικών εγγυήσεων της ακούσιας ψυχιατρικής κράτησης. Η M.S. κατά Κροατίας (αρ. 2) είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη δυνατότητα ακρόασης, την ουσιαστική νομική συνδρομή και τον έλεγχο της δικαστικής διαδικασίας. Η N. κατά Ρουμανίας αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, ζητήματα συνέχισης κράτησης και πραγματικής δικαστικής προστασίας. Η σύγκριση είναι βάσιμη και ουσιαστική, εφόσον περιορίζεται στις εγγυήσεις του άρθρου 5 και δεν εμφανίζει την A.Z. ως απόφαση που επαναλαμβάνει πλήρη ουσιαστικό έλεγχο των υποθέσεων αυτών. Πηγή: HUDOC, N. v. Romania, no. 59152/08, §§ 141-47, 28.11.2017· M.S. v. Croatia (no. 2), no. 75450/12, §§ 139-47, 19.02.2015.
Ε) Stanev κατά Βουλγαρίας [GC]: Η Stanev ενίσχυσε τη νομολογιακή προστασία προσώπων με ψυχικές διαταραχές ως προς τη στέρηση ελευθερίας, την ευαλωτότητα και την πρόσβαση σε δικαστικό έλεγχο. Η συνάφεια με την A.Z. είναι πραγματική αλλά έμμεση: η Stanev δεν αφορά την ίδια ελληνική διαδικασία ακούσιας νοσηλείας, αλλά παρέχει ευρύτερο νομολογιακό πλαίσιο για την ευαλωτότητα και τις ενισχυμένες εγγυήσεις. Πηγή: HUDOC, Stanev v. Bulgaria [GC], no. 36760/06, 17.01.2012.
ΣΤ) Jeronovičs κατά Λετονίας [GC]: Η απόφαση είναι χρήσιμη για τη θέση ότι η μονομερής δήλωση και η διαγραφή δεν αποκλείουν πάντοτε την επιβίωση ορισμένων συμβατικών υποχρεώσεων του κράτους. Η σύγκριση πρέπει να παραμένει προσεκτική: η Jeronovičs δεν αφορά ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία ούτε το ελληνικό σύστημα του Ν. 2071/1992, αλλά τη γενικότερη προβληματική των συνεχιζόμενων υποχρεώσεων μετά από μονομερή δήλωση. Πηγή: HUDOC, Jeronovičs v. Latvia [GC], no. 44898/10, 05.07.2016.
Ζ) Κανόνας 62A του Κανονισμού του Δικαστηρίου: Διέπει τη διαδικασία υποβολής και εξέτασης μονομερών δηλώσεων. Προβλέπει ότι, όταν ο προσφεύγων έχει αρνηθεί πρόταση φιλικού διακανονισμού, το καθ’ ου κράτος μπορεί να ζητήσει τη διαγραφή της προσφυγής υποβάλλοντας δήλωση που αναγνωρίζει σαφώς παραβίαση και περιλαμβάνει δέσμευση παροχής επαρκούς επανόρθωσης και, όπου αρμόζει, αναγκαίων διορθωτικών μέτρων. Η αναφορά στον Κανόνα 62A είναι απαραίτητη για την πλήρη κατανόηση του δικονομικού πλαισίου της A.Z. Πηγή: Rules of Court, Rule 62A.
Η) H. Keller / M. Forowicz / L. Engi, Friendly Settlements before the ECtHR (OUP, 2010): Η μονογραφία αυτή προσφέρει σημαντική ακαδημαϊκή ανάλυση της πρακτικής των φιλικών διακανονισμών και των μονομερών δηλώσεων, ιδίως ως προς την ένταση μεταξύ αποτελεσματικότητας του μηχανισμού και ανάγκης δημόσιας, αιτιολογημένης δικαστικής κρίσης. Η χρήση της είναι επιστημονικά πρόσφορη ως ακαδημαϊκή πηγή. Πηγή: Keller, Forowicz & Engi, Friendly Settlements before the European Court of Human Rights, Oxford University Press, 2010.
Θ) Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ – Γενικό Σχόλιο αριθ. 35 (άρθρο 9 ΔΣΑΠΔ). Κατευθυντήριες Γραμμές επί του άρθρου 14: Τα κείμενα αυτά παρέχουν ευρύτερο διεθνές πλαίσιο για τη νομιμότητα της στέρησης ελευθερίας και την προστασία των ατόμων με αναπηρία. Πρέπει όμως να προσδιορίζεται ότι πρόκειται για διεθνή συμβατικά όργανα/επιτροπές και όχι για διεθνή δικαστήρια. Η σύγκριση με την A.Z. είναι κανονιστική και ερμηνευτική, όχι νομολογιακά δεσμευτική για το ΕΔΔΑ. Πηγή: UN Human Rights Committee, General Comment No. 35 on Article 9 ICCPR, CCPR/C/GC/35 (2014)· Committee on the Rights of Persons with Disabilities, Guidelines on Article 14 (2015).
Ι) Διαμερικανικό Δικαστήριο – Ximenes Lopes κατά Βραζιλίας: Η απόφαση ανέδειξε ενισχυμένες υποχρεώσεις του κράτους έναντι προσώπων με ψυχική αναπηρία σε ιδρύματα ψυχικής υγείας, ιδίως ως προς τη ζωή, την προσωπική ακεραιότητα και την κρατική εποπτεία ιδιωτικών/δημόσιων δομών ψυχικής υγείας. Η συνάφεια με την A.Z. είναι έμμεση: δεν αφορά ευθέως τη νομιμότητα της διαδικασίας ακούσιου εγκλεισμού υπό άρθρο αντίστοιχο του άρθρου 5 § 1 (ε) ΕΣΔΑ, αλλά λειτουργεί ως συγκριτικό αξιακό σημείο για την αυξημένη προστασία προσώπων με ψυχικές διαταραχές σε ιδρυματικό πλαίσιο. Πηγή: IACtHR, Ximenes Lopes v. Brazil, 04.07.2006, Series C No. 149.
