ΑΠΟΦΑΣΗ
Chondrogiannis κατά Ελλάδας, απόφαση επί του παραδεκτού της 19.05.2026, κοινοποιηθείσα εγγράφως στις 11.06.2026, Επιτροπή (προσφ. αριθ. 71375/17)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων, αξιωματικός που υπηρετούσε στο πολεμικό ναυτικό, απολύθηκε το 1976 διότι συνήψε γάμο χωρίς την άδεια της υπηρεσίας. Μετά την επανένταξή του βάσει μεταγενέστερης νομοθεσίας, επιδίωξε επί δεκαετίες την αναγνώριση των ετών εκτός υπηρεσίας ως συντάξιμου χρόνου. Η αξίωσή του κρίθηκε αμετάκλητα σε βάρος του με την υπ’ αριθ. 2708/1998 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία δέχθηκε ότι ο ν. 1848/1989 αναγνώριζε μεν τον γάμο και ήρε τις πειθαρχικές συνέπειες, όχι όμως τον συντάξιμο ή μισθολογικά αξιοποιήσιμο χαρακτήρα της περιόδου αποχής.
Ο προσφεύγων παραπονέθηκε υπό τα άρθρα 8 και 12 ΕΣΔΑ και υπό το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Το Δικαστήριο, ως έχον την εξουσία στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, εξέτασε την αιτίαση των άρθρων 8 και 12 αποκλειστικά υπό το άρθρο 12 και την έκρινε ασυμβίβαστη ratione materiae, διότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν ήταν η παρεμπόδιση της σύναψης γάμου ή η μη αναγνώριση του γάμου, αλλά οι οικονομικές συνέπειες της προγενέστερης απόλυσης. Ως προς το άρθρο 1 ΠΠΠ, έκρινε ότι η αξίωση, έχοντας ήδη απορριφθεί με αμετάκλητη εθνική απόφαση, δεν συνιστούσε «περιουσιακό αγαθό» ούτε γεννούσε «θεμιτή προσδοκία». Το ΕΔΔΑ, , κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο προσφεύγων, Έλληνας υπήκοος γεννηθείς το 1951 και κάτοικος Πειραιά, υπηρετούσε στο πολεμικό ναυτικό. Με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού της 10ης Δεκεμβρίου 1976 απολύθηκε, διότι είχε συνάψει γάμο χωρίς να ζητήσει την άδεια της υπηρεσίας, όπως απαιτούσε το άρθρο 65 του ν. 1400/1976, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Κατόπιν της δημοσίευσης του ν. 1339/1983 περί αποκατάστασης αξιωματικών του στρατού και του ναυτικού, ο προσφεύγων ζήτησε την αποκατάστασή του και, με απόφαση της 27ης Αυγούστου 1984 του αρμόδιου Αρχηγού, επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία. Σημαντικό είναι ότι το άρθρο 5 § 3 του ν. 1339/1983, όπως παρατίθεται στην απόφαση, προέβλεπε ότι ο χρόνος εκτός υπηρεσίας των αποκαθιστάμενων προσώπων δεν αναγνωριζόταν ούτε ως πραγματική ή συντάξιμη υπηρεσία ούτε ως χρόνος εισφορών. Με αίτησή του της 23ης Σεπτεμβρίου 1989 ζήτησε την ακύρωση της σιωπηρής άρνησης αναγνώρισης του γάμου του και την αναγνώριση των ετών αποχής ως πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας, επικαλούμενος το άρθρο 18 του ν. 1848/1989, κατά το οποίο αίρονταν οι συνέπειες των γάμων που είχαν συναφθεί χωρίς άδεια.
Με την υπ’ αριθ. 1677/1991 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά έγινε δεκτή η αίτηση κατά το μέρος που αφορούσε την αναγνώριση των ετών ως χρόνου υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένου του συντάξιμου χρόνου. Ο γάμος είχε ήδη αναγνωριστεί με απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1990. Με προεδρικό διάταγμα της 12ης Αυγούστου 1992 η ως άνω απόφαση εκτελέστηκε και ο προσφεύγων προήχθη αναδρομικά.
Κατόπιν έφεσης του Υπουργού, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την υπ’ αριθ. 2708/1998 απόφασή του, εξαφάνισε την απόφαση 1677/1991. Έκρινε ότι ο ν. 1848/1989 αφορούσε την άρση των πειθαρχικών ποινών όσων είχαν συνάψει γάμο χωρίς άδεια και την αναγνώριση του γάμου αυτού, δεν επέτρεπε όμως την αναγνώριση των ετών αποχής για μισθολογική και συνταξιοδοτική εξέλιξη. Για μια τέτοια ρύθμιση θα απαιτείτο ειδική και ρητή πρόβλεψη του νόμου. Ακολούθως, με ΠΔ της 24ης Αυγούστου 1999 ανακλήθηκε το ΠΔ της 12ης Αυγούστου 1992 κατά το μέρος που αναγνώριζε τα έτη αποχής ως χρόνο υπηρεσίας. Η Διοίκηση, κατόπιν γνώμης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, δεν προέβη σε περαιτέρω ανατροπές ως προς την υπηρεσιακή κατάσταση, τον μισθό και τα επιδόματα που είχαν ήδη καταβληθεί, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που είχε παρέλθει.
Ο προσφεύγων αποστρατεύθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2002 με τον βαθμό του πλωτάρχη. Με την υπ’ αριθ. 487/2003 απόφαση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους η σύνταξή του κανονίστηκε χωρίς συνυπολογισμό των ετών αποχής. Η ένστασή του απορρίφθηκε από την Επιτροπή Ελέγχου Συντάξεων, χωρίς να ασκήσει περαιτέρω ένδικο βοήθημα.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, μετά τη δημοσίευση της υπ’ αριθ. 2176/2004 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο προσφεύγων ζήτησε εκ νέου τον συνυπολογισμό των ετών αποχής. Ο αρμόδιος Αρχηγός δέχθηκε το αίτημα την 1η Δεκεμβρίου 2006 και αναγνώρισε αναδρομικά τα έτη για τις ανάγκες της σύνταξης. Με βάση την απόφαση αυτή, ο προσφεύγων ζήτησε στις 18 Μαρτίου 2008 από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους την τροποποίηση της σύνταξής του. Το αίτημα απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 40269/2009 απόφαση, με την αιτιολογία ότι η απόφαση του Αρχηγού δεν ήταν νομίμως αιτιολογημένη, διότι παρέβλεπε την αμετάκλητη απόφαση 2708/1998 του Συμβουλίου της Επικρατείας και ότι το άρθρο 18 του ν. 1848/1989 δεν αφορούσε συντάξεις, μη έχοντας δημοσιευθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 73 § 2 του Συντάγματος.
Η έφεση του προσφεύγοντος ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 809/2012 απόφαση. Η αναίρεση ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρίφθηκε. Το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 65 του ΠΔ 169/2007 δεν εφαρμοζόταν στην περίπτωση του προσφεύγοντος, εφόσον δεν υπήρχε τελεσίδικη εθνική απόφαση υπέρ του που να αναγνωρίζει τον παράνομο χαρακτήρα του πειθαρχικού μέτρου κατά τρόπο δεσμευτικό για τις συνταξιοδοτικές αρχές και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Έκρινε επίσης ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε να αντλήσει δικαίωμα αναπροσαρμογής από την απόφαση 2176/2004 της Ολομέλειας του ΣτΕ, ενόψει της στενής ερμηνείας των συνταξιοδοτικών διατάξεων εξαιρετικού χαρακτήρα, και ότι η απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2006 είχε εκδοθεί κατά παράβαση της αμετάκλητης απόφασης 2708/1998, την οποία δεν μπορούσε να ανατρέψει διοικητική πράξη.
Ο προσφεύγων παραπονέθηκε υπό τα άρθρα 8 και 12 ΕΣΔΑ και υπό το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για τη μη αναγνώριση, για συνταξιοδοτικούς σκοπούς, των ετών αποχής από την υπηρεσία. Το ΕΔΔΑ, ομόφωνα, κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρα 8 και 12 ΕΣΔΑ. Επαναχαρακτηρισμός υπό το άρθρο 12. Δικαίωμα σύναψης γάμου. Απαράδεκτο λόγω ασυμβίβαστου ratione materiae
Νομικός χαρακτηρισμός: Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι είναι αρμόδιο του νομικού χαρακτηρισμού που πρέπει να δοθεί στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Ενόψει της ουσίας του παραπόνου, έκρινε ότι η αιτίαση που κοινοποιήθηκε υπό τα άρθρα 8 και 12 έπρεπε να εξεταστεί αποκλειστικά υπό το άρθρο 12, με παραπομπή στη Radomilja κ.α. κατά Κροατίας [GC], § 126.
Παραδεκτό — ενστάσεις της Κυβέρνησης: Η Κυβέρνηση προέβαλε σειρά ενστάσεων: μη εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων, παράλειψη επίκλησης των δικαιωμάτων της Σύμβασης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, μη άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, μη τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας και απώλεια της ιδιότητας του θύματος, λόγω αναγνώρισης του γάμου και επανένταξης του προσφεύγοντος στην υπηρεσία.
Κρίση του Δικαστηρίου: Το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να εξετάσει τις ενστάσεις αυτές, διότι η αιτίαση ήταν εν πάση περιπτώσει απαράδεκτη. Η ουσία του παραπόνου δεν ήταν ότι ο προσφεύγων εμποδίστηκε να συνάψει γάμο ή ότι ο γάμος του στερήθηκε νομικής αναγνώρισης, αλλά ότι η περίοδος απουσίας του δεν ελήφθη υπόψη για συνταξιοδοτικούς σκοπούς. Το προσβαλλόμενο μέτρο αφορούσε επομένως τις οικονομικές συνέπειες της προγενέστερης απόλυσης και όχι την άσκηση του δικαιώματος σύναψης γάμου αυτή καθεαυτήν. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αιτίαση εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 12 και είναι ασυμβίβαστη ratione materiae με τις διατάξεις της Σύμβασης, κατ’ αναλογία προς την απόφαση της Επιτροπής F.P.J.M. Kleine Staarman κατά Ολλανδίας.
Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Προστασία της ιδιοκτησίας. Απαράδεκτο λόγω ασυμβίβαστου ratione materiae
Παραδεκτό — ενστάσεις της Κυβέρνησης: Η Κυβέρνηση προέβαλε, κατ’ ουσίαν, τις ίδιες ενστάσεις. Το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να τις εξετάσει, διότι η αιτίαση ήταν εν πάση περιπτώσει απαράδεκτη.
Γενικές αρχές: Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 1 ΠΠΠ δεν εγγυάται δικαίωμα κτήσης περιουσίας. Ο προσφεύγων μπορεί να επικαλεστεί παραβίαση μόνον εφόσον οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αφορούσαν «περιουσιακά αγαθά» κατά την έννοια της διάταξης. Τα «περιουσιακά αγαθά» μπορεί να είναι είτε «υφιστάμενα αγαθά» είτε αξιώσεις επαρκώς θεμελιωμένες ώστε να θεωρούνται «περιουσιακό στοιχείο», ως προς το οποίο ο προσφεύγων μπορεί να ισχυριστεί ότι είχε τουλάχιστον «θεμιτή προσδοκία» αποτελεσματικής απόλαυσης περιουσιακού δικαιώματος. Η θεμιτή προσδοκία πρέπει να εδράζεται σε νομική διάταξη ή νομική πράξη, όπως δικαστική απόφαση, και να είναι πιο συγκεκριμένη από απλή ελπίδα. Δεν γεννάται τέτοια προσδοκία όταν υφίσταται διαφορά ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου και οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος απορρίπτονται τελικώς από τα εθνικά δικαστήρια (Kopecký κατά Σλοβακίας [GC], §§ 35 και 52· Béláné Nagy κατά Ουγγαρίας [GC], §§ 74 και 75).
Εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση: Το αποφασιστικό στοιχείο ήταν ότι η αξίωση του προσφεύγοντος για συνυπολογισμό της περιόδου είχε ήδη κριθεί με αμετάκλητη ισχύ σε βάρος του με την υπ’ αριθ. 2708/1998 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία δέχθηκε οριστικά ότι η επικαλούμενη νομοθεσία δεν προέβλεπε την αναγνώριση της περιόδου αποχής για μισθολογικούς ή συνταξιοδοτικούς σκοπούς. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ούτε η μεταγενέστερη νομολογία του ΣτΕ ούτε η απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2006 μπορούσαν να γεννήσουν περιουσιακό συμφέρον επαρκώς θεμελιωμένο στο εσωτερικό δίκαιο. Τα εθνικά δικαστήρια έκριναν εκείνη την απόφαση παράνομη και ανίκανη να ανατρέψει την τελεσίδικη δικαστική κρίση. Συνεπώς, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να επικαλεστεί θεμιτή προσδοκία αναπροσαρμογής της σύνταξής του.
Απόφαση: Η αξίωση δεν ήταν επαρκώς θεμελιωμένη ώστε να χαρακτηριστεί «περιουσιακό στοιχείο» κατά την έννοια του άρθρου 1 ΠΠΠ. Η αιτίαση είναι ασυμβίβαστη ratione materiae κατά την έννοια του άρθρου 35 § 3 και απορρίπτεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 § 4.
Συμπέρασμα: Το Δικαστήριο, ομόφωνα, κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη. Η απόφαση κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 11 Ιουνίου 2026.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Ενόψει των ανωτέρω διαπιστώσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξίωση του προσφεύγοντος δεν ήταν επαρκώς θεμελιωμένη ώστε να χαρακτηριστεί ως “περιουσιακό στοιχείο” κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Η αιτίαση είναι, επομένως, ασυμβίβαστη ratione materiae με τις διατάξεις της Σύμβασης κατά την έννοια του άρθρου 35 § 3 και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το άρθρο 35 § 4» (παρ. 29).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η οριοθέτηση της «θεμιτής προσδοκίας» από τη μη επιτυχή δικαστική αξίωση. Η απόφαση εφαρμόζει με συνέπεια τη διδαχή των Kopecký και Béláné Nagy: όταν η αξίωση εξαρτάται από αμφισβητούμενη ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου και απορρίπτεται τελικώς από τα εθνικά δικαστήρια, δεν υφίσταται «περιουσιακό αγαθό» ούτε «θεμιτή προσδοκία», αλλά απλή, μη προστατευόμενη ελπίδα. Το κρίσιμο σημείο δεν είναι η ύπαρξη ευνοϊκών για τον προσφεύγοντα πράξεων, όπως η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά του 1991, το ΠΔ του 1992 και η απόφαση του 2006, αλλά το ότι οι πράξεις αυτές ανατράπηκαν ή κρίθηκαν ανίσχυρες έναντι της τελεσίδικης απόφασης 2708/1998 του ΣτΕ.
Ο καθοριστικός ρόλος του δεδικασμένου ως ορίου για τη γένεση «περιουσιακού αγαθού». Η υπόθεση καταδεικνύει ότι μια αμετάκλητη αντίθετη εθνική κρίση μπορεί να λειτουργεί ως ουσιαστικό εμπόδιο στη γένεση περιουσιακού συμφέροντος κατά το άρθρο 1 ΠΠΠ. Η μεταγενέστερη ευνοϊκότερη νομολογία, όπως η απόφαση 2176/2004 της Ολομέλειας του ΣτΕ, δεν μπορεί αφ’ εαυτής να αναβιώσει αξίωση που έχει ήδη κριθεί ατομικά σε βάρος του ενδιαφερομένου με ισχύ δεδικασμένου. Η προσέγγιση αυτή συνδέει την έννοια του «περιουσιακού αγαθού» με την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
Η ορθή τοποθέτηση της διαφοράς εκτός του πεδίου του άρθρου 12. Με τον επαναχαρακτηρισμό υπό το άρθρο 12 και την απόρριψη ratione materiae, το Δικαστήριο διακρίνει σαφώς το δικαίωμα σύναψης γάμου από τις οικονομικές συνέπειες ενός μέτρου που είχε ιστορική σύνδεση με τον γάμο. Το άρθρο 12 προστατεύει τη σύναψη γάμου και τη νομική του αναγνώριση, όχι ένα συγκεκριμένο συνταξιοδοτικό ή μισθολογικό αποτέλεσμα.
Η μεθοδολογική οικονομία της κρίσης. Είναι αξιοσημείωτο ότι το Δικαστήριο, αν και η Κυβέρνηση προέβαλε πολλαπλές ενστάσεις παραδεκτού, επέλεξε να μην τις εξετάσει, στηριζόμενο στην πιο θεμελιώδη βάση του ασυμβιβάστου ratione materiae. Η απόφαση δεν επιλύει τα ζητήματα της εξάμηνης προθεσμίας, της εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων ή της ιδιότητας του θύματος· απλώς τα παρέκαμψε ως μη αναγκαία για την κρίση της.
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση Chondrogiannis κατά Ελλάδας είναι, εκ πρώτης όψεως, μια τεχνική απόφαση επί του παραδεκτού. Εντούτοις, συμπυκνώνει με σαφήνεια τη λογική με την οποία το ΕΔΔΑ οριοθετεί την αυτόνομη έννοια των «περιουσιακών αγαθών» και διαχωρίζει την προστασία της περιουσίας από τη γενική επιδίωξη οικονομικά ευνοϊκότερης μεταχείρισης. Το ισχυρό της σημείο έγκειται στη δογματική συνέπεια. Το πιο ευαίσθητο σημείο της αφορά την ανθρώπινη διάσταση μιας αξίωσης που είχε, έστω προσωρινά, δικαιωθεί σε εθνικό επίπεδο.
Η αξία της απόφασης ως υπενθύμιση των ορίων του άρθρου 1 ΠΠΠ. Η νομολογία είναι πάγια: το άρθρο 1 ΠΠΠ δεν δημιουργεί δικαίωμα κτήσης περιουσίας και προστατεύει μόνο «υφιστάμενα αγαθά» ή αξιώσεις με επαρκές έρεισμα στο εσωτερικό δίκαιο. Όταν η αξίωση εξαρτάται από επίδικη ερμηνεία του νόμου και η ερμηνεία αυτή απορρίπτεται τελικώς από τα εθνικά δικαστήρια, δεν στοιχειοθετείται «θεμιτή προσδοκία». Η Chondrogiannis εφαρμόζει πιστά αυτή τη νομολογιακή γραμμή.
Η σχέση με την παράδοση των συνταξιοδοτικών υποθέσεων. Η νομολογία δέχεται ότι τα συνταξιοδοτικά και κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα μπορούν να εμπίπτουν στο άρθρο 1 ΠΠΠ, εφόσον έχουν επαρκή βάση στο εσωτερικό δίκαιο και ο ενδιαφερόμενος πληροί τις προϋποθέσεις που αυτό θέτει. Το κρίσιμο διαφοροποιό στοιχείο εδώ είναι η απουσία τέτοιου ερείσματος: δεν επρόκειτο για περικοπή υφιστάμενης σύνταξης ή αφαίρεση ήδη κεκτημένου συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αλλά για μη γένεση πρόσθετου συνταξιοδοτικού πλεονεκτήματος, το οποίο τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια έκριναν ότι ο νόμος δεν παρείχε. Έτσι, η υπόθεση δεν αφορά παρέμβαση σε υφιστάμενο «αγαθό», αλλά μη απόκτησή του.
Η αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και η εθνική δικονομική διαδρομή. Η υπόθεση αποτυπώνει την ελληνική ιδιαιτερότητα της δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί συνταξιοδοτικών διαφορών δημοσίων λειτουργών και στρατιωτικών ή υπηρετούντων σε ένστολες υπηρεσίες, σε συνδυασμό με την ακυρωτική δικαιοδοσία του ΣτΕ. Η εμπλοκή των δύο ανωτάτων δικαστηρίων και η μακρά χρονική έκταση της διαφοράς αναδεικνύουν τις δυσχέρειες της εθνικής διαδικασίας, πλην όμως δεν μετέβαλαν την ουσιαστική κρίση του Στρασβούργου περί ανυπαρξίας περιουσιακού αγαθού.
Κριτική παρατήρηση: η αντίθεση μεταξύ της ασφάλειας δικαίου και της ουσιαστικής δικαιοσύνης. Η αυστηρή προσήλωση στο δεδικασμένο της απόφασης 2708/1998 είναι δογματικά συνεπής, αφήνει όμως ανοιχτό ένα ζήτημα ουσιαστικής δικαιοσύνης: ο προσφεύγων υπέστη ιστορικά ένα δυσμενές μέτρο λόγω γάμου χωρίς άδεια της υπηρεσίας, το οποίο, υπό τα σημερινά πρότυπα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, του δικαιώματος γάμου και της ισότητας, θα μπορούσε να εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τη Σύμβαση. Πρέπει όμως να αποφευχθεί η κατηγορηματική διατύπωση ότι το μέτρο «θα ήταν προδήλως αντίθετο» προς τα άρθρα 8, 12 και 14 ΕΣΔΑ, διότι το ΕΔΔΑ δεν εξέτασε την ουσία του αρχικού μέτρου και δεν υπήρξε αυτοτελής κρίση υπό το άρθρο 14. Η απόφαση δείχνει τα όρια του μηχανισμού του Στρασβούργου όταν η επίδικη σύγχρονη συνέπεια έχει αποκλειστικά περιουσιακή μορφή και η σχετική αξίωση δεν έχει επαρκές έρεισμα στο εσωτερικό δίκαιο.
Συμπέρασμα. Η Chondrogiannis δεν εισάγει νέα νομολογιακά στοιχεία, αλλά αποτελεί καθαρό παράδειγμα εφαρμογής της θεωρίας των «περιουσιακών αγαθών» και της «θεμιτής προσδοκίας», με έμφαση στον αποφασιστικό ρόλο της αμετάκλητης αντίθετης εθνικής κρίσης. Η πρακτική της σημασία για τον Έλληνα νομικό είναι διττή: αφενός υπενθυμίζει ότι μια ευνοϊκή αλλά μη αμετάκλητη ή ακολούθως ανατραπείσα διοικητική ή δικαστική πράξη δεν αρκεί, από μόνη της, για τη θεμελίωση αξίωσης υπό το άρθρο 1 ΠΠΠ· αφετέρου επιβεβαιώνει ότι αιτιάσεις που αφορούν αμιγώς οικονομικές συνέπειες δεν χωρούν υπό το άρθρο 12, ακόμη και αν οι συνέπειες αυτές ανάγονται ιστορικά σε μέτρο σχετιζόμενο με γάμο.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) Kopecký κατά Σλοβακίας [GC]: Θεμελιώδης απόφαση για την έννοια της «θεμιτής προσδοκίας». Καθιερώνει ότι αξίωση συνιστά «περιουσιακό στοιχείο» μόνον εφόσον έχει επαρκές έρεισμα στο εσωτερικό δίκαιο· δεν αρκεί η απλή ελπίδα αναγνώρισης δικαιώματος. Πηγή: HUDOC, Kopecký v. Slovakia [GC], no. 44912/98, ECHR 2004-IX, §§ 35, 52.
Β) Béláné Nagy κατά Ουγγαρίας [GC]: Επιβεβαιώνει ότι αξιώσεις κοινωνικής ασφάλισης ή σύνταξης μπορούν να εμπίπτουν στο άρθρο 1 ΠΠΠ, υπό την προϋπόθεση επαρκούς θεμελίωσης στο εσωτερικό δίκαιο. Στην Chondrogiannis λειτουργεί κυρίως ως κανόνας αναφοράς a contrario. Πηγή: HUDOC, Béláné Nagy v. Hungary [GC], no. 53080/13, 13.12.2016, §§ 74-75.
Γ) Stec κ.α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC] (απόφ. επί παραδεκτού): Χρήσιμη για τον προσδιορισμό του πότε κοινωνικοασφαλιστικά ή συνταξιοδοτικά δικαιώματα μπορούν να εμπίπτουν στο άρθρο 1 ΠΠΠ. Η προστασία ενεργοποιείται όταν το εσωτερικό δίκαιο προβλέπει σχετικό δικαίωμα και ο ενδιαφερόμενος εμπίπτει στους όρους του. Η απόφαση δεν μετατρέπει κάθε προσδοκία κοινωνικής παροχής σε περιουσιακό αγαθό. Πηγή: HUDOC, Stec and Others v. the United Kingdom [GC] (dec.), nos. 65731/01 και 65900/01, 06.07.2005.
Δ) Marckx κατά Βελγίου: Ιστορική αρχή ότι το άρθρο 1 ΠΠΠ δεν εγγυάται δικαίωμα κτήσης περιουσίας· εφαρμόζεται σε υφιστάμενα αγαθά ή επαρκώς θεμελιωμένες αξιώσεις, όχι σε προσδοκώμενα οφέλη χωρίς επαρκή νομική βάση. Πηγή: HUDOC, Marckx v. Belgium, no. 6833/74, 13.06.1979.
Ε) Gratzinger και Gratzingerova κατά Τσεχίας [GC] (απόφ. επί παραδεκτού): Δεν υφίσταται θεμιτή προσδοκία όταν δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις απόκτησης του δικαιώματος. Η υπόθεση είναι συγγενής με τη Chondrogiannis ως προς τη διάκριση μεταξύ απλής ελπίδας και νομικά θεμελιωμένης αξίωσης. Πηγή: HUDOC, Gratzinger and Gratzingerova v. the Czech Republic [GC] (dec.), no. 39794/98, ECHR 2002-VII.
ΣΤ) F.P.J.M. Kleine Staarman κατά Ολλανδίας (απόφ. Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου): Προηγούμενο στο οποίο στηρίζεται η ratione materiae απόρριψη υπό το άρθρο 12· οικονομικές ή ασφαλιστικές συνέπειες συνδεόμενες με την οικογενειακή κατάσταση δεν εμπίπτουν, χωρίς άλλο, στο δικαίωμα σύναψης γάμου. Πηγή: Commission, Kleine Staarman v. the Netherlands, no. 10503/83, dec. 16.05.1985, DR 42, σ. 162.
Ζ) Radomilja κ.α. κατά Κροατίας [GC]: Επιβεβαιώνει ότι το Δικαστήριο είναι κύριος του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών, αρχή που δικαιολογεί τον επαναχαρακτηρισμό της αιτίασης υπό το άρθρο 12. Πηγή: HUDOC, Radomilja and Others v. Croatia [GC], nos. 37685/10 και 22768/12, 20.03.2018, § 126.
Η) Γενική θεωρία: Τα έργα Harris, O’Boyle & Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, και W. A. Schabas, The European Convention on Human Rights: A Commentary, αναλύουν την αυτόνομη έννοια των «possessions» και της «legitimate expectation» κατά τρόπο συμβατό με τη νομολογιακή προσέγγιση της Chondrogiannis.
