ΑΠΟΦΑΣΗ
C.P. κατά Ισπανίας της 11.06.2026 (προσφ. αριθ. 50181/22).
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Η προσφεύγουσα, ευρισκόμενη σε κύηση 42 εβδομάδων και τριών ημερών, επιθυμούσε να γεννήσει κατ’ οίκον με τη συνδρομή μαίας. Κατόπιν ιατρικής έκθεσης του νοσοκομείου που ανέφερε κίνδυνο εμβρυϊκής υποξίας και ενδομήτριου εμβρυϊκού θανάτου, το δικαστήριο του Oviedo διέταξε αυθημερόν την υποχρεωτική εισαγωγή της σε νοσοκομείο «για πρόκληση τοκετού, εφόσον κριθεί αναγκαίο», χωρίς προηγούμενη ακρόασή της.
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η επέμβαση στην ιδιωτική ζωή ήταν σύμφωνη με τον νόμο, επεδίωκε θεμιτό σκοπό, δηλαδή την προστασία της υγείας της μητέρας και του κυοφορούμενου τέκνου, και ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, δεδομένων του ευρέος αλλά όχι απεριόριστου περιθωρίου εκτίμησης, των κρίσιμων και επαρκών λόγων, της απουσίας αυθαιρεσίας και της μεταγενέστερης εξέλιξης του τοκετού, ιδίως της επείγουσας καισαρικής τομής, η οποία επιβεβαίωσε ότι η εκτίμηση περί υψηλού κινδύνου δεν ήταν αβάσιμη. Το Δικαστήριο υπογράμμισε επίσης ότι η υπόθεση δεν αφορούσε απαγόρευση του κατ’ οίκον τοκετού στην Ισπανία ούτε γενική πολιτική αποθάρρυνσής του, αλλά εξατομικευμένη δικαστική ανταπόκριση σε συγκεκριμένο, ιατρικώς επισημανθέντα κίνδυνο. Ως προς το άρθρο 5, το Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε το διάστημα από την άφιξη της αστυνομίας έως την εισαγωγή στο νοσοκομείο ούτε η παραμονή στο νοσοκομείο έως τον τοκετό συνιστούσαν, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στέρηση της ελευθερίας. Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 (έξι ψήφοι έναντι μίας) και απέρριψε ομόφωνα την αιτίαση υπό το άρθρο 5 ως ασυμβίβαστη ratione materiae. Μειοψήφησε η Πρόεδρος του Τμήματος, Δικαστής Kateřina Šimáčková.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η προσφεύγουσα, Γαλλίδα υπήκοος γεννηθείσα το 1990 και κάτοικος Posada Llanera της Αστούριας, έμεινε έγκυος το 2018. Παρακολουθείτο εξ αρχής στο Κεντρικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Αστούριας και από την V., πιστοποιημένη μαία του γαλλικού δημόσιου συστήματος υγείας. Ορισμένες μαιευτικές εξετάσεις είχαν επίσης διενεργηθεί από Γάλλους επαγγελματίες υγείας. Η κύηση εξελισσόταν ομαλά. Τον Φεβρουάριο του 2019 η προσφεύγουσα υπέβαλε στο νοσοκομείο σχέδιο τοκετού (birth plan), δηλώνοντας ότι δεν επιθυμούσε πρόκληση τοκετού, επισκληρίδιο αναισθησία, κολπικές εξετάσεις, χορήγηση ωκυτοκίνης, εργαλειακό τοκετό ή καισαρική τομή λόγω μη προόδου, εκτός αν διέτρεχε άμεσο κίνδυνο η ζωή της ίδιας ή του τέκνου της. Τον Μάρτιο του 2019 ενημέρωσε το νοσοκομείο ότι είχε πρόθεση να γεννήσει κατ’ οίκον με τη συνδρομή της V. και, κατά τις ιατρικές εκθέσεις, έπαυσε να προσέρχεται στους συνιστώμενους νοσοκομειακούς ελέγχους από την 35η εβδομάδα, ενώ συνέχιζε να παρακολουθείται τακτικά από τη μαία κατά τις τελευταίες εβδομάδες της κύησης.
Στις 23.04.2019, σε ηλικία κύησης 42 εβδομάδων και δύο ημερών, η προσφεύγουσα προσήλθε στο νοσοκομείο για έλεγχο. Η απόφαση καταγράφει μια σημαντική εσωτερική διαφοροποίηση του ιατρικού φακέλου: ένα προγεννητικό δελτίο της ίδιας ημέρας χαρακτήριζε το καρδιοτοκογράφημα «φυσιολογικό ή καθησυχαστικό», ενώ άλλα ιατρικά έγγραφα της περιόδου 23-26.04.2019 ανέφεραν ότι το καρδιοτοκογράφημα παρουσίαζε 40 λεπτά ελάχιστης μεταβλητότητας, απουσία αυτόματων επιταχύνσεων και μεταβλητές επιβραδύνσεις, υπαγόμενο κατά τα εφαρμοστέα πρωτόκολλα στην κατηγορία ΙΙ (απροσδιόριστο). Το υπερηχογράφημα υποδείκνυε πιθανή κεφαλοπυελική δυσαναλογία λόγω δυστοκίας θέσης. Ο επικεφαλής του μαιευτικού τμήματος ενημέρωσε την προσφεύγουσα και τον σύντροφό της για τον κίνδυνο δυσμενούς έκβασης λόγω παρατασιακής κύησης και πρότεινε είτε επίσπευση-περάτωση της κύησης με τοκετό (bringing about the birth), και όχι «τερματισμό» υπό την έννοια διακοπής κύησης, είτε, επικουρικώς, συνέχιση της παρακολούθησης υπό αυστηρή επιτήρηση της εμβρυϊκής ευεξίας. Το ζεύγος δήλωσε ότι θα συμβουλευόταν τη μαία και θα επέστρεφε αμέσως, πλην όμως το ΕΔΔΑ δέχθηκε ως κρίσιμο ότι δεν υπήρξε περαιτέρω επαφή με το νοσοκομείο την ίδια ημέρα, ανεξάρτητα από τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι επιχείρησε να επιστρέψει μετά το κλείσιμο της Υπηρεσίας Εξυπηρέτησης Ασθενών.
Στις 24.04.2019 το νοσοκομείο διαβίβασε στο δικαστήριο υπηρεσίας του Oviedo (Juzgado de Instrucción no 1) ιατρική έκθεση που ανέφερε κίνδυνο εμβρυϊκής υποξίας και ενδομήτριου εμβρυϊκού θανάτου μετά την 42η εβδομάδα και ζήτησε την έκδοση εντολής υποχρεωτικής εισαγωγής για άμεση πρόκληση τοκετού. Η έκθεση που συνέταξε ο επικεφαλής του μαιευτικού τμήματος ήταν ανυπόγραφη και δεν συνοδευόταν από έγγραφα, στοιχείο που δεν ανέτρεψε την κρίση της πλειοψηφίας, αλλά έχει σημασία για την κριτική της επάρκειας των εγγυήσεων. Αυθημερόν, κατόπιν πρότασης του εισαγγελέα, το δικαστήριο υπηρεσίας διέταξε την «υποχρεωτική εισαγωγή (el ingreso obligado) για πρόκληση τοκετού, εφόσον κριθεί αναγκαίο», ερειδόμενο στα άρθρα 29 και 158 § 6 Αστικού Κώδικα και στο άρθρο 9 του Νόμου 41/2002 περί αυτονομίας του ασθενούς. Ο εισαγγελέας είχε επίσης επικαλεσθεί το άρθρο 15 του ισπανικού Συντάγματος περί δικαιώματος στη ζωή. Το δικαστήριο παρήγγειλε στην τοπική αστυνομία να συνοδεύσει την προσφεύγουσα στο νοσοκομείο και να διασφαλίσει ότι η μεταφορά θα γινόταν με ιατρικώς εξοπλισμένο όχημα. Η προσφεύγουσα δεν ακούσθηκε πριν από την έκδοση της εντολής.
Σύμφωνα με την επίσημη αστυνομική αναφορά, δύο αστυνομικοί έφθασαν στην οικία στις 15.30, ενώ το πλήρωμα του ασθενοφόρου είχε ήδη φθάσει νωρίτερα και παρέμενε εκτός της οικίας. Οι αστυνομικοί δεν εισήλθαν στην οικία· συνομίλησαν με τη μαία και τον σύντροφο της προσφεύγουσας, η οποία ευρισκόταν σε πισίνα τοκετού. Η μαία φωτογράφισε την εντολή για να τη διαβιβάσει στο δικηγόρο της. Κατά την εκδοχή της προσφεύγουσας, μετά από παρατεταμένη αστυνομική επιμονή και υπό την εντύπωση ότι δεν είχε άλλη επιλογή, δέχθηκε περί ώρα 16.50 να μεταφερθεί στο νοσοκομείο· η πλειοψηφία, ωστόσο, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο ότι οι αστυνομικοί δεν εισήλθαν στην οικία, δεν χρησιμοποίησαν βία και δεν συνόδευσαν την προσφεύγουσα μέσα στο ασθενοφόρο. Η προσφεύγουσα έλαβε χρόνο προετοιμασίας και μετέβη μόνη με το ασθενοφόρο, ενώ ο σύντροφός της μετέβη με το περιπολικό κατόπιν δικού του αιτήματος. Εισήχθη στο νοσοκομείο στις 17.30-17.35 και οι αστυνομικοί αποχώρησαν αμέσως.
Οι ιατροί υιοθέτησαν στάση αναμονής (wait-and-see). Στις εξετάσεις εισαγωγής δεν υπήρχαν ανησυχητικές ενδείξεις και η πρόκληση τοκετού δεν διενεργήθηκε ποτέ. Στις 24 και 25 Απριλίου η προσφεύγουσα υποβλήθηκε σε διάφορες εξετάσεις, κάθε φορά με ρητή συναίνεση. Ο τοκετός άρχισε αυτόματα στις 25.04.2019, πλην όμως διαπιστώθηκε στάση του πρώτου σταδίου, πυελο-εμβρυϊκή δυσαναλογία, οπίσθια ινιακή θέση με έκταση της εμβρυϊκής κεφαλής και επιδείνωση του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού. Με την έγγραφη και προφορική συναίνεση της προσφεύγουσας και του συντρόφου της διενεργήθηκε επείγουσα καισαρική τομή τις πρώτες πρωινές ώρες της 26.04.2019 και γεννήθηκε υγιές θήλυ τέκνο, με φυσιολογικούς νεογνικούς δείκτες.
Στις 28.04.2019 ο δικαστής έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, καθώς δεν υπήρχε πλέον λόγος συνέχισης της διαδικασίας. Η αίτηση ακύρωσης της εντολής απορρίφθηκε στις 15.05.2019 από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στις 31.07.2019 από το Audiencia Provincial του Oviedo, το οποίο έκρινε την επέμβαση νόμιμη, δικαιολογημένη από το επείγον και σύμφωνη με τη νομολογία Dubská and Krejzová. Το Συνταγματικό Δικαστήριο, σε σύνθεση ένδεκα δικαστών, απέρριψε την προσφυγή amparo στις 02.06.2022, δεχόμενο ότι, παρά την απουσία ειδικής νομοθετικής διάταξης, το κανονιστικό πλαίσιο παρείχε «εύλογη νομική κάλυψη» για τη στάθμιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων της εγκύου και του συνταγματικώς προστατευόμενου αγαθού της ζωής του κυοφορούμενου (άρθρο 15 Συντάγματος, απόφαση 53/1985), ότι το κατεπείγον δικαιολογούσε τη μη προηγούμενη ακρόαση και ότι η επέμβαση ήταν αυστηρώς αναλογική. Πέντε δικαστές διατύπωσαν χωριστές γνώμες, εκ των οποίων τρεις μειοψηφούσες. Η προσφεύγουσα κοινοποιήθηκε την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου στις 15.06.2022 και προσέφυγε στο Στρασβούργο στις 13.10.2022.
Παράλληλα, η προσφεύγουσα είχε κινήσει χωριστή διοικητική-δικαστική διαδικασία κατά των ενεργειών του ιατρικού προσωπικού. Η σχετική amparo απορρίφθηκε οριστικά από την Ολομέλεια του Συνταγματικού Δικαστηρίου στις 23.02.2023. Το ΕΔΔΑ οριοθέτησε ρητώς ότι οι πράξεις του ιατρικού προσωπικού στο νοσοκομείο δεν αποτελούσαν αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, παρά μόνο στο μέτρο που ήταν αναγκαίες για την εκτίμηση των αιτιάσεων περί υποχρεωτικής εισαγωγής.
Το ΕΔΔΑ (Πέμπτο Τμήμα) έκρινε, με έξι ψήφους έναντι μίας, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 και, ομόφωνα, ότι η αιτίαση υπό το άρθρο 5 είναι ασυμβίβαστη ratione materiae με τη Σύμβαση. Μειοψήφησε η Πρόεδρος του Τμήματος, Δικαστής Kateřina Šimáčková.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 8 ΕΣΔΑ – Ιδιωτική ζωή. Μη παραβίαση
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα ο τοκετός, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής του τόπου του, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ιδιωτικής ζωής (Ternovszky κατά Ουγγαρίας, § 22· Dubská and Krejzová κατά Τσεχίας [GC], §§ 162-163). Υπενθύμισε επίσης ότι το άρθρο 8 δεν κατοχυρώνει, από μόνο του, αυτοτελές δικαίωμα κατ’ οίκον τοκετού. Κατοχυρώνει όμως την προστασία των επιλογών της γυναίκας ως προς τις συνθήκες του τοκετού στο πλαίσιο της ιδιωτικής ζωής. Δεν αμφισβητήθηκε ότι η υποχρεωτική μεταφορά και εισαγωγή της προσφεύγουσας συνιστούσε επέμβαση στην ιδιωτική της ζωή. Ως προς τη φύση της επέμβασης, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο κατ’ οίκον τοκετός δεν απαγορεύεται στην Ισπανία και ότι η επέμβαση δεν προκλήθηκε από την επιλογή της προσφεύγουσας να γεννήσει κατ’ οίκον αυτή καθ’ εαυτήν (σε αντιδιαστολή προς Dubská and Krejzová, § 165, και Kosaitė-Čypienė κ.α. κατά Λιθουανίας), αλλά από την ανταπόκριση του δικαστηρίου υπηρεσίας στην αίτηση του νοσοκομείου ενόψει συγκεκριμένου κινδύνου που είχαν επισημάνει οι ιατροί (παρ. 93).
Ως προς τη νομιμότητα, το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις αρχές περί ποιότητας του νόμου (Dubská and Krejzová, § 167, Sanchez κατά Γαλλίας [GC], § 125, Ships Waste Oil Collector B.V. κ.α. κατά Ολλανδίας [GC], § 152), υπενθύμισε ότι η ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου απόκειται πρωτίστως στα εθνικά δικαστήρια, ο δε έλεγχός του περιορίζεται στη διαπίστωση αυθαιρεσίας ή πρόδηλης έλλειψης ευλογοφάνειας (Pindo Mulla κατά Ισπανίας [GC], § 132). Έκρινε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν κατέληξε αυθαιρέτως ή προδήλως απροβλέπτως στο συμπέρασμα ότι ο συνδυασμός των άρθρων 29 και 158 § 6 ΑΚ (εξομοίωση του κυοφορούμενου με γεννηθέν τέκνο για κάθε ευνοϊκό αποτέλεσμα και εξουσία του δικαστή να διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την απομάκρυνση ανηλίκου από κίνδυνο), του άρθρου 9 του Νόμου 41/2002 και του άρθρου 17 § 9 του Οργανικού Νόμου 1/1996 (προγεννητικός κίνδυνος) παρείχε εύλογη νομική βάση. Η προσέγγιση αυτή δεν σημαίνει ότι υπήρχε ειδική, ρητή διάταξη που προέβλεπε υποχρεωτική εισαγωγή εγκύου για τοκετό. Σημαίνει ότι, κατά την πλειοψηφία, η ερμηνεία των εθνικών δικαστηρίων δεν ήταν αυθαίρετη ή προδήλως παράλογη. Η προσφεύγουσα, η οποία είχε ενημερωθεί στις 23.04.2019 για τους συγκεκριμένους κινδύνους και δεν επανήλθε σε επαφή με το νοσοκομείο, μπορούσε ευλόγως να προβλέψει – εν ανάγκη με κατάλληλη συμβουλή – ότι το εθνικό δίκαιο επέτρεπε επείγουσα παρέμβαση σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ της επιλογής της να μη λάβει νοσοκομειακή ιατρική συνδρομή και άμεσου κινδύνου για τη ζωή του κυοφορούμενου (παρ. 100, 102). Η επέμβαση ήταν συνεπώς σύμφωνη με τον νόμο.
Ως προς τον θεμιτό σκοπό, η επέμβαση απέβλεπε στην προστασία της υγείας της προσφεύγουσας και του αγέννητου τέκνου της (Dubská and Krejzová, § 173). Το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε αυτοτελές συμβατικό καθεστώς προσωπικότητας του εμβρύου, αλλά έλαβε υπόψη την προστασία της «αγέννητης ζωής» στο ισπανικό δίκαιο ως στοιχείο της στάθμισης.
Ως προς την αναγκαιότητα σε μια δημοκρατική κοινωνία, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι τα ζητήματα πολιτικής υγείας εμπίπτουν σε ευρύ περιθώριο εκτίμησης (Vavřička κ.α. κατά Τσεχίας [GC], § 274), το οποίο παραμένει ευρύ – αν και όχι απεριόριστο – όταν σταθμίζονται αντικρουόμενα ιδιωτικά και δημόσια συμφέροντα ή δικαιώματα της Σύμβασης (Dubská and Krejzová, § 184· Evans κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], § 77). Διαπίστωσε ότι: (α) η αρχική εντολή στηρίχθηκε σε πληροφορίες ιατρών που επικαλέστηκαν συγκεκριμένους, εξατομικευμένους παράγοντες κινδύνου (κατ’ αντιδιαστολή προς Hanzelkovi κατά Τσεχίας, § 76), (β) η εξουσιοδότηση δεν χορηγήθηκε με γενικούς και απεριόριστους όρους, αλλά περιορίσθηκε στην εισαγωγή «για πρόκληση τοκετού, εφόσον κριθεί αναγκαίο», η οποία ουδέποτε διενεργήθηκε (κατ’ αντιδιαστολή προς Pindo Mulla, § 165), (γ) οι λόγοι ήταν κρίσιμοι και επαρκείς, σύμφωνα και με τη διαπίστωση της Dubská and Krejzová (§§ 185-186) ότι, μολονότι κατά κανόνα δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων μητέρας και τέκνου, ορισμένες επιλογές ως προς τον τόπο και τον τρόπο τοκετού ενδέχεται να συνεπάγονται αυξημένο κίνδυνο για τα νεογνά, απρόβλεπτες δε επιπλοκές, όπως η ανάγκη καισαρικής τομής, δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν σε κατ’ οίκον τοκετό, (δ) λιγότερο επαχθή μέτρα δεν ήταν, κατά την κρίση της πλειοψηφίας, διαθέσιμα: η στάση αναμονής εφαρμόσθηκε πράγματι μετά την εισαγωγή, η επικοινωνία είχε ήδη λάβει χώρα στις 23.04.2019, ενώ ο διορισμός πραγματογνώμονα ή η επιτόπια ακρόαση θα καθυστερούσαν αδικαιολόγητα την παρέμβαση, η δε προσφεύγουσα είχε άφθονες ευκαιρίες ακρόασης στις μεταγενέστερες διαδικασίες (παρ. 115). Τέλος, το Δικαστήριο δεν παρέβλεψε τις μεταγενέστερες εξελίξεις: η στάση του πρώτου σταδίου, η επιδείνωση του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού και η επείγουσα καισαρική τομή κατέδειξαν ότι η εκτίμηση περί υψηλού κινδύνου «απείχε πολύ από το να είναι αβάσιμη» (παρ. 116). Η επέμβαση ήταν συνεπώς «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία». Μη παραβίαση του άρθρου 8 (6 ψήφοι έναντι 1).
Άρθρο 5 § 1 ΕΣΔΑ – Στέρηση της ελευθερίας. Απαράδεκτο ratione materiae
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η διάκριση μεταξύ στέρησης και περιορισμού της ελευθερίας είναι ζήτημα βαθμού και έντασης και όχι φύσης ή ουσίας, λαμβανομένων υπόψη του είδους, της διάρκειας, των αποτελεσμάτων και του τρόπου εφαρμογής του μέτρου (Guzzardi κατά Ιταλίας, § 95, Nada κατά Ελβετίας [GC], § 225, Aftanache κατά Ρουμανίας, § 78), καθώς και της δυνατότητας εξόδου, του βαθμού εποπτείας, της απομόνωσης και της επαφής με τον έξω κόσμο. Ως προς το πρώτο επίδικο διάστημα, από την άφιξη της αστυνομίας στην οικία έως την εισαγωγή στο νοσοκομείο, η προσφεύγουσα ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε, ούτε οι αστυνομικοί ούτε το προσωπικό του ασθενοφόρου εισήλθαν στην οικία της, τίποτε δεν υποδηλώνει, κατά την πλειοψηφία, ότι η υφιστάμενη εντολή θα επέτρεπε είσοδο στην οικία ή σύλληψη χωρίς νέα δικαστική εντολή. Η αστυνομία αφιέρωσε πλέον της ώρας σε πειθώ, η δε προσφεύγουσα έλαβε χρόνο προετοιμασίας και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο χωρίς αστυνομική παρουσία εντός αυτού. Το Δικαστήριο δεν διέκρινε επαρκή στοιχεία καταναγκασμού (κατ’ αντιδιαστολή προς Venskutė κατά Λιθουανίας, § 73), σημείωσε δε ότι ο ισχυρισμός περί συγκεκριμένης αστυνομικής πίεσης προβλήθηκε το πρώτον με τις παρατηρήσεις ενώπιόν του. Ως προς το δεύτερο διάστημα, από την εισαγωγή έως τον τοκετό, οι αστυνομικοί αποχώρησαν αμέσως, δεν διενεργήθηκε πρόκληση τοκετού, οι δε σημειώσεις της προϊσταμένης νοσηλεύτριας και του εφημερεύοντος ιατρού («queda sin custodia») καταδεικνύουν ότι η προσφεύγουσα αντιμετωπιζόταν «όπως κάθε άλλη ασθενής» χωρίς ανάγκη επιτήρησης. Σε αμφότερα τα διαστήματα δεν ήταν απομονωμένη ούτε στερείτο επαφής με τον έξω κόσμο, συνοδευόμενη διαρκώς από τον σύντροφό της, εκτός από τη σύντομη διαδρομή με το ασθενοφόρο, και ελεύθερη να επικοινωνεί με τη μαία. Η τελική παρ. 135 της απόφασης αναφέρει ως αφετηρία του επίδικου διαστήματος την 4.30 μ.μ., ενώ οι παρ. 21-22 και 129 παραπέμπουν στην άφιξη της αστυνομίας στις 3.30 μ.μ.,το σημείο πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πιθανή συντακτική αστοχία, δεδομένης και της ρητής επιφύλαξης editorial revision. Η αιτίαση απορρίφθηκε ως ασυμβίβαστη ratione materiae (άρθρο 35 §§ 3 (α) και 4).
Απόφαση: Η αιτίαση υπό το άρθρο 8 κηρύχθηκε ομοφώνως παραδεκτή. Το Δικαστήριο έκρινε, με έξι ψήφους έναντι μίας, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Το υπόλοιπο της προσφυγής, συμπεριλαμβανομένης της αιτίασης υπό το άρθρο 5, κηρύχθηκε απαράδεκτο. Δεν υπάρχει κεφάλαιο δίκαιης ικανοποίησης στο διατακτικό· εφόσον δεν διαπιστώθηκε παραβίαση, δεν επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Διαφωνούσα γνώμη της Δικαστού Šimáčková
Η μειοψηφούσα Πρόεδρος έκρινε ότι η επέμβαση δεν ήταν σύμφωνη με τον νόμο, ούτε προβλέψιμη, ούτε αναγκαία και αναλογική. Πρώτον, αμφισβήτησε τη δυνατότητα αυτόματης αναλογικής εφαρμογής των κανόνων προστασίας του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού στο κυοφορούμενο, χαρακτηρίζοντας την ερμηνεία των εθνικών δικαστηρίων υπέρμετρα ευρεία και μη προβλέψιμη, ελλείψει σαφούς νομοθετικής διάταξης. Δεύτερον, επικαλούμενη τις προτάσεις της παρεμβαίνουσας Ένωσης Γυναικών Δικαστών Ισπανίας, υπέδειξε λιγότερο επαχθή διαθέσιμα μέτρα: αποστολή κινητής ιατρικής μονάδας στην οικία, αυτοψία ιατροδικαστή ή δικαστικής επιτροπής και προηγούμενη ή έστω άμεσα επακόλουθη ακρόαση της εγκύου, διά ζώσης ή με τηλεπικοινωνιακά μέσα. Τρίτον, στηλίτευσε την «τεχνητή σύγκρουση» μεταξύ των δικαιωμάτων της μητέρας και των συμφερόντων του κυοφορούμενου, η οποία, καθιστώντας δικαστές και ιατρούς διαιτητές, ενέχει κίνδυνο υπέρμετρων επεμβάσεων δυνάμενων να προσλάβουν χαρακτήρα μαιευτικής βίας (obstetric violence), εντάσσεται δε, κατά τη μειοψηφία, σε δομικό πρόβλημα πειθάρχησης των γυναικών και υποτίμησης του ρόλου της ανεξάρτητης μαίας. Επικαλέστηκε τις κατευθυντήριες οδηγίες του ΠΟΥ (WHO recommendations: intrapartum care for a positive childbirth experience, 2018) περί δικαιώματος κάθε γυναίκας σε θετική εμπειρία τοκετού και κατέληξε ότι περισσότερη κατανόηση και καλοσύνη εκ μέρους του ιατρικού προσωπικού θα είχε επιλύσει το ζήτημα χωρίς τραυματική εμπειρία και χωρίς παραβίαση του άρθρου 8. Πρέπει πάντως να επισημανθεί, για λόγους ακρίβειας, ότι η μειοψηφία αναφέρει πως η αστυνομία έφθασε μέχρι του σημείου να «εισβάλει» στην οικία, ενώ τα πραγματικά περιστατικά όπως έγιναν δεκτά από την πλειοψηφία αναφέρουν ρητά ότι οι αστυνομικοί δεν εισήλθαν στην οικία.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ
«Δεδομένων των κινδύνων που συνδέονται με πιθανές επιπλοκές κατά τον τοκετό, το δικαστήριο υπηρεσίας απέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στη ζωή και την υγεία του αγέννητου τέκνου απ’ ό,τι στο δικαίωμα της μητέρας στην προσωπική ελευθερία και στην ελεύθερη επιλογή του τόπου και του τρόπου τοκετού. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η επιλογή αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις και, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, δεν προκλήθηκε από την απόφασή της να γεννήσει κατ’ οίκον αυτή καθ’ εαυτήν, αλλά από την άρνησή της να συνεργασθεί με το προσωπικό του νοσοκομείου σε κατάσταση ενέχουσα συγκεκριμένο σοβαρό και άμεσο κίνδυνο για το αγέννητο τέκνο» (παρ. 114).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Μετατόπιση από το κανονιστικό στο ατομικό επίπεδο. Η νομολογιακή γραμμή Ternovszky – Dubská and Krejzová – Pojatina – Kosaitė-Čypienė αφορούσε κυρίως το ρυθμιστικό πλαίσιο του κατ’ οίκον τοκετού ως ζήτημα πολιτικής υγείας και προβλεψιμότητας των επιλογών της εγκύου. Η C.P. κατά Ισπανίας είναι η πρώτη, κατά τα διαθέσιμα νομολογιακά δεδομένα, απόφαση του ΕΔΔΑ που εξετάζει ευθέως ατομικό καταναγκαστικό μέτρο – δικαστική εντολή υποχρεωτικής εισαγωγής συγκεκριμένης εγκύου για τον τοκετό – και το κρίνει συμβατό με το άρθρο 8. Το Δικαστήριο διαχώρισε ρητώς την υπόθεση από την Dubská (παρ. 93), μεταφέροντας ωστόσο το ευρύ περιθώριο εκτίμησης της § 184 αυτής στο πεδίο του εξατομικευμένου καταναγκασμού – μεθοδολογική επιλογή με σημαντικές προεκτάσεις.
Νομιμότητα διά ερμηνείας: η αποδοχή της «εύλογης νομικής κάλυψης». Το ίδιο το Συνταγματικό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι δεν υφίστατο ειδική νομική βάση για την υποχρεωτική εισαγωγή εγκύου (παρ. 53), δεχόμενο όμως ότι το κανονιστικό πλαίσιο παρείχε «εύλογη νομική κάλυψη» μέσω συστηματικής ερμηνείας. Το ΕΔΔΑ επικύρωσε την προσέγγιση αυτή, επικαλούμενο τον περιορισμένο έλεγχό του επί της ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Η λύση αυτή θέτει εντόνως το ζήτημα της ποιότητας του νόμου: η εξομοίωση του κυοφορούμενου με «ανήλικο» κατά το άρθρο 158 § 6 ΑΚ συνιστά κατασκευαστική αναλογία, την προβλεψιμότητα της οποίας αμφισβήτησαν τόσο τρεις δικαστές του Συνταγματικού Δικαστηρίου όσο και η μειοψηφούσα Πρόεδρος του Τμήματος. Ακριβέστερα, η πλειοψηφία του ΕΔΔΑ δεν έκρινε ότι η ισπανική ρύθμιση είναι πρότυπο νομοθετικής σαφήνειας, αλλά ότι, ενόψει του περιορισμένου ελέγχου του Στρασβούργου, η ερμηνεία των εθνικών δικαστηρίων δεν υπερέβη το όριο της αυθαιρεσίας ή της προδήλως μη προβλέψιμης εφαρμογής.
Το άρθρο 5 και το όριο πειθούς και καταναγκασμού. Η απόρριψη ratione materiae στηρίχθηκε σε στενή ανάγνωση της έννοιας της στέρησης της ελευθερίας: αστυνομική παρουσία προς «πειθώ» συμμόρφωσης με δικαστική εντολή, της οποίας η μη εκτέλεση θα μπορούσε, κατά την Κυβέρνηση, να οδηγήσει ενδεχομένως σε νέα δικαστική εντολή σύλληψης ή στέρησης ελευθερίας λόγω απείθειας, όχι όμως σε άμεση είσοδο ή σύλληψη δυνάμει της ίδιας εντολής, δεν συνιστά κατά την πλειοψηφία καταναγκασμό. Η προσέγγιση αντιδιαστέλλεται προς τις Aftanache κατά Ρουμανίας και Ulisei Grosu κατά Ρουμανίας και αφήνει ανοικτό το ερώτημα πότε η «εθελούσια» συμμόρφωση υπό την πίεση δυσμενέστερων συνεπειών παύει να είναι εθελούσια.
Η συνταγματική προστασία της «αγέννητης ζωής» ως παράμετρος της στάθμισης. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, καθόσον το ισπανικό δίκαιο εξομοιώνει το κυοφορούμενο με γεννηθέν για κάθε ευνοϊκό αποτέλεσμα και προστατεύει την «αγέννητη ζωή» (απόφαση 53/1985 του Συνταγματικού Δικαστηρίου), τα άρθρα 2 και 8 της Σύμβασης επιβάλλουν θετικές υποχρεώσεις προστασίας της ζωής και της υγείας (παρ. 107). Η διατύπωση αυτή δεν πρέπει να υπερδιασταλεί: το ΕΔΔΑ δεν αποφάνθηκε αυτοτελώς ότι το έμβρυο είναι «πρόσωπο» υπό το άρθρο 2 ΕΣΔΑ, αλλά ενσωμάτωσε την εθνική συνταγματική προστασία στη στάθμιση του άρθρου 8. Με τον τρόπο αυτό απέφυγε, συνεπές προς τη μεθοδολογία της Vo κατά Γαλλίας, οριστική τοποθέτηση επί του καθεστώτος του εμβρύου υπό τη Σύμβαση.
Η μειοψηφία και ο λόγος περί μαιευτικής βίας. Η διαφωνούσα γνώμη της Προέδρου Šimáčková εισάγει ρητά στο λεξιλόγιο της απόφασης την έννοια της μαιευτικής βίας και τη φεμινιστική κριτική της «τεχνητής σύγκρουσης» μητέρας-εμβρύου, συνδέοντας την υπόθεση με το διεθνές κανονιστικό κεκτημένο, ιδίως τον ΠΟΥ. Η γνώμη αυτή, προερχόμενη από την Πρόεδρο του Τμήματος, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα εφόσον η απόφαση δεν έχει ακόμη καταστεί οριστική και παραμένει δυνατή, εντός των προθεσμιών της Σύμβασης, η υποβολή αιτήματος παραπομπής στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης κατ’ άρθρο 43 ΕΣΔΑ.
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση C.P. κατά Ισπανίας συνιστά την πλέον κρίσιμη μέχρι σήμερα δοκιμασία της νομολογίας περί τοκετού υπό το άρθρο 8, διότι μετατοπίζει το ερώτημα από το «πώς οφείλει το κράτος να ρυθμίζει τον κατ’ οίκον τοκετό» στο «πότε επιτρέπεται στο κράτος να εξαναγκάσει συγκεκριμένη έγκυο σε νοσοκομειακή εισαγωγή». Το ισχυρό σημείο της απόφασης έγκειται στην προσεκτική εξατομίκευση του κινδύνου (παρατασιακή κύηση 42+ εβδομάδων, καρδιοτοκογράφημα κατηγορίας ΙΙ κατά τα μεταγενέστερα έγγραφα, πιθανή κεφαλοπυελική δυσαναλογία) και στην εκ των υστέρων επιβεβαίωσή του από την πορεία του τοκετού· το αδύναμο σημείο της έγκειται στη νομιμοποίηση σοβαρής επέμβασης επί τη βάσει αναλογικής ερμηνευτικής κατασκευής και στη μη προηγούμενη ακρόαση της εγκύου, την οποία το ίδιο το Συνταγματικό Δικαστήριο χαρακτήρισε καταρχήν βάσιμη αιτίαση. Το γεγονός ότι η ιατρική έκθεση προς το δικαστήριο δεν συνοδευόταν από έγγραφα και ήταν ανυπόγραφη καθιστά την προβληματική των διαδικαστικών εγγυήσεων ακόμη πιο έντονη, έστω και αν δεν οδήγησε την πλειοψηφία σε διαπίστωση παραβίασης.
Η σχέση με την αρχή της νομιμότητας. Η αποδοχή «εύλογης νομικής κάλυψης» αντί ειδικής νομικής βάσης για μέτρο που θίγει τον σκληρό πυρήνα της σωματικής αυτονομίας δύσκολα συμβιβάζεται, σε αυστηρή δογματική ανάγνωση, με την απαίτηση η νομολογιακή ερμηνεία να μην υποκαθιστά τον νομοθέτη σε ζητήματα έντονα επαχθών επεμβάσεων. Η μειοψηφούσα γνώμη της δικαστού Inmaculada Montalbán Huertas στο Συνταγματικό Δικαστήριο, την οποία παραθέτει η Δικαστής Šimáčková, προειδοποιεί ότι η επικύρωση τέτοιου βαθμού προληπτικής δικαστικής παρέμβασης αποδυναμώνει σημαντικά τα θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών λόγω του διακριτικού παράγοντα της μητρότητας και της κύησης. Πηγή: ΕΔΔΑ, C.P. v. Spain, παρ. 53-57, 98-103, και Dissenting Opinion of Judge Šimáčková, παρ. 6, 10.
Η σιωπή έναντι του κεκτημένου της CEDAW για τη μαιευτική βία στην Ισπανία. Είναι αξιοσημείωτο ότι η πλειοψηφία δεν διαλέγεται με τις διαπιστώσεις της Επιτροπής CEDAW κατά της Ισπανίας στις υποθέσεις S.F.M. κατά Ισπανίας (ανακοίνωση αριθ. 138/2018, απόψεις της 28.02.2020), N.A.E. κατά Ισπανίας (ανακοίνωση αριθ. 149/2019, απόψεις της 27.06.2022) και M.D.C.P. κατά Ισπανίας (ανακοίνωση αριθ. 154/2020, απόψεις της 24.02.2023), όπου η Επιτροπή διαπίστωσε παραβιάσεις της CEDAW σε σχέση με μαιευτική βία, έμφυλα στερεότυπα και μη συναινετικές ή μη δεόντως αιτιολογημένες μαιευτικές πρακτικές. Η σύγκριση πρέπει πάντως να είναι προσεκτική: οι υποθέσεις CEDAW αφορούσαν κυρίως τον τρόπο παροχής μαιευτικής φροντίδας και τη μεταγενέστερη δικαστική αντιμετώπιση των σχετικών καταγγελιών, όχι δικαστική εντολή υποχρεωτικής εισαγωγής εγκύου λόγω άμεσου κινδύνου για το κυοφορούμενο. Η απουσία αναφοράς στο διεθνές αυτό κεκτημένο – το οποίο αφορά ειδικώς το καθ’ ου κράτος – αποδυναμώνει τη συγκριτική θεμελίωση της στάθμισης και αναδεικνύει τη μεθοδολογική απόσταση μεταξύ Στρασβούργου και οργάνων του ΟΗΕ στο πεδίο των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων. Πηγή: CEDAW, S.F.M. v. Spain, CEDAW/C/75/D/138/2018, N.A.E. v. Spain, CEDAW/C/82/D/149/2019, M.D.C.P. v. Spain, CEDAW/C/84/D/154/2020.
Το ευρωπαϊκό soft law περί μαιευτικής και γυναικολογικής βίας. Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, με το Ψήφισμα 2306 (2019) «Obstetrical and gynaecological violence», έχει καλέσει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την ενημερωμένη συναίνεση και τον σεβασμό της αυτονομίας των γυναικών σε όλη τη διάρκεια της μαιευτικής φροντίδας, ενώ η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για τη βία κατά των γυναικών, στην έκθεση A/74/137 (2019), προσέγγισε την κακομεταχείριση και τη βία στις υπηρεσίες αναπαραγωγικής υγείας, με έμφαση στον τοκετό και στη μαιευτική βία, ως ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η C.P. δεν αξιοποιεί το υλικό αυτό, το οποίο επικαλείται εμμέσως μόνον η μειοψηφία μέσω του ΠΟΥ. Το υλικό αυτό δεν δεσμεύει το ΕΔΔΑ με τον ίδιο τρόπο με τη Σύμβαση, αλλά αποτελεί κρίσιμο ερμηνευτικό πλαίσιο για την αξιολόγηση της συναίνεσης, της ενημέρωσης και της αποφυγής στερεοτυπικών παραδοχών περί «ανυπάκουων» εγκύων. Πηγή: PACE, Resolution 2306 (2019), UN Special Rapporteur on violence against women, A/74/137, 11.07.2019, WHO recommendations: intrapartum care for a positive childbirth experience (2018).
Η οριογραμμή του άρθρου 5: πειθώ, απειλή και «παραίτηση». Η κρίση περί μη στέρησης της ελευθερίας ερείδεται σε τρία δεδομένα: μη είσοδο στην οικία, απουσία αστυνομικών από το ασθενοφόρο και άμεση αποχώρησή τους από το νοσοκομείο. Παραμένει εντούτοις το ερώτημα κατά πόσον η «συναίνεση» που δίδεται έπειτα από παρατεταμένη αστυνομική παρουσία, με γνωστή την ύπαρξη δεσμευτικής δικαστικής εντολής και – κατά τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας – με τη φράση ότι δεν θα έπρεπε «να τους αναγκάσει να χρησιμοποιήσουν βία», συνιστά ελεύθερη βούληση. Το Δικαστήριο αξιοποίησε δικονομικά το γεγονός ότι ο ισχυρισμός περί πίεσης προβλήθηκε το πρώτον ενώπιόν του, αποφεύγοντας ουσιαστική τοποθέτηση επί του ορίου μεταξύ πειθούς και έμμεσης απειλής. Η νομολογιακή συνοχή με τις Aftanache (§§ 81-83) και Ulisei Grosu (§§ 27-32), όπου η αστυνομική εμπλοκή και η μεταφορά/παραμονή σε νοσηλευτικό ίδρυμα συνέβαλαν στη διαπίστωση στέρησης ελευθερίας, θα απαιτήσει μελλοντική διευκρίνιση. Η C.P. διαφοροποιείται πάντως από τις υποθέσεις αυτές ως προς την ύπαρξη προηγούμενης δικαστικής εντολής, το περιορισμένο περιεχόμενό της και την απουσία υλικής σύλληψης ή αστυνομικής φύλαξης μετά την εισαγωγή. Πηγή: ΕΔΔΑ, C.P. v. Spain, παρ. 126-136· Aftanache v. Romania, αριθ. 999/19· Ulisei Grosu v. Romania, αριθ. 60113/12.
Συγκριτική αναφορά: το Διαμερικανικό πρότυπο της ενημερωμένης συναίνεσης. Στο Διαμερικανικό σύστημα, το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην υπόθεση I.V. κατά Βολιβίας (απόφαση της 30.11.2016), ανήγαγε την ελεύθερη, πλήρη και προηγούμενη ενημερωμένη συναίνεση σε πυρήνα της προσωπικής αυτονομίας και της αναπαραγωγικής ελευθερίας, κρίνοντας ότι η μη συναινετική στείρωση γυναίκας παραβίασε την Αμερικανική Σύμβαση. Η αντιπαραβολή με την C.P. αναδεικνύει διαφορετική αφετηρία: το Στρασβούργο επέτρεψε τη στάθμιση της αυτονομίας έναντι του κινδύνου για το κυοφορούμενο, ενώ το Διαμερικανικό πρότυπο τοποθετεί τη συναίνεση σε υψηλή προστατευτική βαθμίδα. Η σύγκριση είναι χρήσιμη αλλά όχι πλήρως ομοειδής: η I.V. αφορούσε μόνιμη μη συναινετική στείρωση, όχι δικαστική εντολή εισαγωγής για τοκετό ούτε στάθμιση έναντι άμεσου κινδύνου για κυοφορούμενο. Στην C.P., οι καθ’ εαυτές ιατρικές πράξεις, συμπεριλαμβανομένης της καισαρικής, διενεργήθηκαν με συναίνεση· αντικείμενο της υπόθεσης ενώπιον του ΕΔΔΑ ήταν η υποχρεωτική μεταφορά και εισαγωγή. Πηγή: IACtHR, I.V. vs. Bolivia, Judgment of 30.11.2016, Series C No. 329.
Ζητήματα ακρίβειας του κειμένου της απόφασης. Επισημαίνονται δύο σημεία: πρώτον, η μειοψηφία αναφέρει ότι η αστυνομία «έφθασε μέχρι του σημείου να εισβάλει στην οικία» της προσφεύγουσας (Dissenting Opinion, παρ. 2), ενώ τα δεκτά από την πλειοψηφία πραγματικά περιστατικά (παρ. 22, 129) ορίζουν ρητώς ότι οι αστυνομικοί ουδέποτε εισήλθαν, δεύτερον, η παρ. 135 αναφέρει ως αφετηρία του επίδικου διαστήματος την «4.30 μ.μ.» αντί της 3.30 μ.μ. που προκύπτει από τις παρ. 21-22 και 129. Προστίθεται και τρίτο σημείο: στο ιατρικό ιστορικό υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ του αρχικού χαρακτηρισμού του καρδιοτοκογραφήματος ως «normal or reassuring» και της μεταγενέστερης ταξινόμησής του ως category II. Η παρουσίαση πρέπει να αποδίδει και τα δύο, ώστε να μην υπεραπλουστεύει το πραγματικό υπόβαθρο. Πηγή: ΕΔΔΑ, C.P. v. Spain, παρ. 9, 16, 22, 129, 135 και Dissenting Opinion, παρ. 2.
Συμπέρασμα. Η C.P. κατά Ισπανίας επικυρώνει, υπό αυστηρές πραγματολογικές προϋποθέσεις (εξατομικευμένος, ιατρικώς τεκμηριωμένος, σοβαρός και άμεσος κίνδυνος, περιορισμένο περιεχόμενο εντολής· μεταγενέστερος δικαστικός έλεγχος), τη δυνατότητα δικαστικώς διατασσόμενης υποχρεωτικής εισαγωγής εγκύου σε νοσοκομείο προς προστασία του κυοφορούμενου και της μητέρας. Η πραγματική εμβέλεια της απόφασης θα κριθεί από το κατά πόσον τα εθνικά δικαστήρια θα αναγνώσουν την C.P. ως στενή εξαίρεση επείγοντος ή ως γενικότερη νομιμοποίηση προληπτικών παρεμβάσεων στην αυτονομία των εγκύων – κίνδυνο τον οποίο ακριβώς επισημαίνουν η μειοψηφούσα Πρόεδρος και οι μειοψηφήσαντες δικαστές του ισπανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Για να παραμείνει συμβατή με τη δομή του άρθρου 8, η απόφαση πρέπει να διαβάζεται ως case-specific κρίση αναλογικότητας και όχι ως γενικός κανόνας υπεροχής της ιατρικής ή δικαστικής εκτίμησης έναντι της βούλησης της εγκύου.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) Dubská and Krejzová κατά Τσεχίας [GC]: Η θεμελιώδης απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης για τον κατ’ οίκον τοκετό, η οποία αναγνώρισε ευρύ περιθώριο εκτίμησης στα κράτη και δέχθηκε ότι ορισμένες μητρικές επιλογές ως προς τον τόπο και τον τρόπο τοκετού ενδέχεται να συνεπάγονται αυξημένο κίνδυνο για τα νεογνά. Η C.P. στηρίζεται καθοριστικά στις §§ 184-186 αυτής, αλλά μεταφέρει το σκεπτικό από το επίπεδο γενικής ρύθμισης στο επίπεδο ατομικού καταναγκαστικού μέτρου, γεγονός που πρέπει να επισημαίνεται κριτικά. Πηγή: HUDOC, Dubská and Krejzová v. the Czech Republic [GC], nos. 28859/11 και 28473/12, 15.11.2016, §§ 162-163, 184-186.
Β) Ternovszky κατά Ουγγαρίας: Η πρώτη απόφαση που ενέταξε τις συνθήκες του τοκετού, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής του τόπου, στην ιδιωτική ζωή του άρθρου 8, απαιτώντας ασφαλές και προβλέψιμο νομικό πλαίσιο για τις επιλογές της εγκύου. Η C.P. επιβεβαιώνει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8, αλλά δεν αντλεί από την Ternovszky στενή απαίτηση ειδικής νομοθετικής βάσης για την ατομική επέμβαση. Πηγή: HUDOC, Ternovszky v. Hungary, no. 67545/09, 14.12.2010, § 22.
Γ) Pindo Mulla κατά Ισπανίας [GC]: Πρόσφατη απόφαση Ευρείας Σύνθεσης κατά της ίδιας χώρας για ιατρική επέμβαση (μετάγγιση σε μάρτυρα του Ιεχωβά) χωρίς σεβασμό της δηλωθείσας βούλησης. Η C.P. αντιδιαστέλλεται ρητώς προς αυτήν, τόσο ως προς την πληρότητα της ενημέρωσης του δικαστηρίου όσο και ως προς το περιορισμένο περιεχόμενο της εξουσιοδότησης. Η σύγκριση είναι βάσιμη, εφόσον διευκρινίζεται ότι στην Pindo Mulla το ζήτημα ήταν η παράκαμψη δηλωμένης άρνησης ιατρικής πράξης από ικανή ενήλικη ασθενή, ενώ στην C.P. η επίδικη επέμβαση ήταν η εισαγωγή/μεταφορά και οι ιατρικές πράξεις έγιναν με συναίνεση. Πηγή: HUDOC, Pindo Mulla v. Spain [GC], no. 15541/20, 17.09.2024, §§ 126, 132, 165, 175.
Δ) Hanzelkovi κατά Τσεχίας: Απόφαση-σταθμός για τις δικαστικές εντολές επιστροφής νεογνού σε νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε παραβίαση λόγω έλλειψης εξατομικευμένων παραγόντων κινδύνου. Η C.P. διαφοροποιείται ακριβώς επί του σημείου αυτού, επειδή το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι οι ιατροί είχαν επισημάνει συγκεκριμένα δεδομένα κινδύνου. Πηγή: HUDOC, Hanzelkovi v. the Czech Republic, no. 43643/10, 11.12.2014, § 76.
Ε) Διαφωνούσα γνώμη Δικαστού Šimáčková στην C.P.: Η Πρόεδρος του Τμήματος υποστηρίζει ότι η επέμβαση εστερείτο νομικής βάσης και προβλεψιμότητας, ότι υφίσταντο λιγότερο επαχθή μέτρα και ότι η υπόθεση αποτυπώνει δομικό πρόβλημα πειθάρχησης των γυναικών μέσω της τεχνητής σύγκρουσης μητέρας-εμβρύου, με κίνδυνο μαιευτικής βίας. Η επίκληση της γνώμης αυτής είναι επιστημονικά χρήσιμη, πρέπει όμως να διακρίνεται καθαρά από το δεσμευτικό σκεπτικό της πλειοψηφίας. Πηγή: HUDOC, C.P. v. Spain, Dissenting Opinion of Judge Šimáčková, 11.06.2026.
ΣΤ) Παρέμβαση της Ένωσης Γυναικών Δικαστών Ισπανίας (Asociación de Mujeres Juezas de España): Η παρεμβαίνουσα κατέγραψε εναλλακτικά, λιγότερο περιοριστικά μέτρα διαθέσιμα στον δικαστή υπηρεσίας (κινητή ιατρική μονάδα κατ’ οίκον, ιατροδικαστική αυτοψία, δικαστική επιτροπή, ακρόαση διά ζώσης ή με τηλεπικοινωνιακά μέσα), τα οποία η πλειοψηφία απέρριψε ως πρακτικώς ανέφικτα ή αδικαιολογήτως δυνάμενα να καθυστερήσουν την επίλυση του θέματος λόγω του επείγοντος. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πλειοψηφία δεν αμφισβήτησε αφηρημένα την ύπαρξη τέτοιων μέτρων, αλλά δεν είδε επαρκή λόγο να αποκλίνει από την εκτίμηση των εθνικών δικαστηρίων ότι δεν ήταν πρόσφορα στις συγκεκριμένες συνθήκες. Πηγή: ΕΔΔΑ, C.P. v. Spain, παρ. 90, 115, 125 και Dissenting Opinion, παρ. 8-9.
Ζ) CEDAW – S.F.M., N.A.E. και M.D.C.P. κατά Ισπανίας: Η Επιτροπή για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών έχει διαπιστώσει ευθύνη της Ισπανίας σε υποθέσεις μαιευτικής βίας και έμφυλης διάκρισης σε σχέση με μη συναινετικές ή μη δεόντως αιτιολογημένες μαιευτικές πρακτικές και στερεοτυπική δικαστική αντιμετώπιση. Το κεκτημένο αυτό δεν αξιοποιείται από την πλειοψηφία της C.P. Η χρήση του ως συγκριτικού επιχειρήματος είναι βάσιμη, αλλά πρέπει να δηλώνεται ότι πρόκειται για διαφορετικό μηχανισμό προστασίας και για πραγματικά σχήματα που δεν ταυτίζονται πλήρως με την C.P. Πηγή: CEDAW, S.F.M. v. Spain, Communication No. 138/2018, Views of 28.02.2020, CEDAW/C/75/D/138/2018, N.A.E. v. Spain, Communication No. 149/2019, Views of 27.06.2022, CEDAW/C/82/D/149/2019, M.D.C.P. v. Spain, Communication No. 154/2020, Views of 24.02.2023, CEDAW/C/84/D/154/2020.
Η) PACE – Ψήφισμα 2306 (2019): Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης αναγνώρισε τη μαιευτική και γυναικολογική βία ως μορφή βίας κατά των γυναικών και κάλεσε τα κράτη να κατοχυρώσουν την ενημερωμένη συναίνεση και τον σεβασμό της αυτονομίας στη μαιευτική φροντίδα. Το Ψήφισμα λειτουργεί ως soft law και όχι ως αυτοτελές δεσμευτικό κριτήριο παραβίασης της ΕΣΔΑ. Πηγή: PACE, Resolution 2306 (2019), «Obstetrical and gynaecological violence».
Θ) ΠΟΥ – Κατευθυντήριες οδηγίες ενδοτοκετικής φροντίδας (2018): Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε γυναίκας σε θετική εμπειρία τοκετού, με σεβασμό, επικοινωνία και συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων ακόμη και όταν απαιτούνται ιατρικές παρεμβάσεις. Επίκληση του κειμένου γίνεται από τη μειοψηφία. Πηγή: WHO recommendations: intrapartum care for a positive childbirth experience, 2018.
Ι) Ειδική Εισηγήτρια ΟΗΕ για τη βία κατά των γυναικών – Έκθεση A/74/137 (2019): Η έκθεση προσεγγίζει την κακομεταχείριση και τη βία κατά των γυναικών στις υπηρεσίες αναπαραγωγικής υγείας και κατά τον τοκετό ως ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με έμφαση στη συναίνεση και στη λογοδοσία. Η αναφορά της στην C.P. θα ήταν ιδίως χρήσιμη για την αξιολόγηση της διαδικασίας λήψης απόφασης, όχι για να αποκλείσει κάθε επείγουσα ιατρική παρέμβαση. Πηγή: UN Special Rapporteur on violence against women, its causes and consequences, A/74/137, 11.07.2019.
ΙΑ) Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων – I.V. κατά Βολιβίας: Το Δικαστήριο ανήγαγε την ελεύθερη, πλήρη και ενημερωμένη συναίνεση σε θεμέλιο της αναπαραγωγικής αυτονομίας, κρίνοντας ότι μη συναινετική στείρωση παραβιάζει την Αμερικανική Σύμβαση. Η σύγκριση πρέπει να περιορισθεί στο γενικό πρότυπο συναίνεσης και να μην παρουσιάζεται ως άμεσα ισοδύναμη υπόθεση με την C.P. Πηγή: IACtHR, I.V. vs. Bolivia, Sentencia de 30.11.2016, Serie C No. 329.
ΙΒ) Aftanache κατά Ρουμανίας και Ulisei Grosu κατά Ρουμανίας: Νομολογιακά σημεία αναφοράς για την υπαγωγή στο άρθρο 5 καταστάσεων μεταφοράς ή κράτησης με ουσιώδη αστυνομική εμπλοκή και νοσηλευτικό πλαίσιο. Η C.P. αντιδιαστέλλεται προς αυτές λόγω της απουσίας υλικής σύλληψης, της μη εισόδου στην οικία, της μη παρουσίας αστυνομικών στο ασθενοφόρο και της άμεσης αποχώρησής τους από το νοσοκομείο. Το κρίσιμο ανοικτό ζήτημα είναι αν η ύπαρξη δεσμευτικής δικαστικής εντολής και η προοπτική δυσμενών συνεπειών μπορούν, σε μελλοντική υπόθεση με εντονότερα στοιχεία πίεσης, να μεταβάλουν την ανάλυση του άρθρου 5. Πηγή: HUDOC, Aftanache v. Romania, no. 999/19, 26.05.2020, §§ 78, 81-83, 97, Ulisei Grosu v. Romania, no. 60113/12, 22.03.2016, §§ 27-32.
ΣΧΕΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΔΔΑ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΗΓΕΣ
Guzzardi v. Italy, 06.11.1980, Series A no. 39 · Ternovszky v. Hungary, 14.12.2010, Application no. 67545/09 · Glass v. the United Kingdom, 09.03.2004, Application no. 61827/00 · Evans v. the United Kingdom [GC], 10.04.2007, Application no. 6339/05 · Vo v. France [GC], 08.07.2004, Application no. 53924/00 · Bogumil v. Portugal, 07.10.2008, Application no. 35228/03 · S. and Marper v. the United Kingdom [GC], 04.12.2008, Applications nos. 30562/04 και 30566/04 · A, B and C v. Ireland [GC], 16.12.2010, Application no. 25579/05 · Creangă v. Romania [GC], 23.02.2012, Application no. 29226/03 · Stanev v. Bulgaria [GC], 17.01.2012, Application no. 36760/06 · Nada v. Switzerland [GC], 12.09.2012, Application no. 10593/08 · Michaud v. France, 06.12.2012, Application no. 12323/11 · Venskutė v. Lithuania, 11.12.2012, Application no. 10645/08 · M.A. v. Cyprus, 23.07.2013, Application no. 41872/10 · Ageyevy v. Russia, 18.04.2013, Application no. 7075/10 · Hanzelkovi v. the Czech Republic, 11.12.2014, Application no. 43643/10 · O.G. v. Latvia (dec.), 30.06.2015, Application no. 6752/13 · Ulisei Grosu v. Romania, 22.03.2016, Application no. 60113/12 · Dubská and Krejzová v. the Czech Republic [GC], 15.11.2016, Applications nos. 28859/11 και 28473/12 · Pojatina v. Croatia, 04.10.2018, Application no. 18568/12 · Altay v. Turkey (no. 2), 09.04.2019, Application no. 11236/09 · Kosaitė-Čypienė and Others v. Lithuania, 04.06.2019, Application no. 69489/12 · Mehmet Ulusoy and Others v. Turkey, 25.06.2019, Application no. 54969/09 · Aftanache v. Romania, 26.05.2020, Application no. 999/19 · Udaltsov v. Russia, 06.10.2020, Application no. 76695/11 · Vavřička and Others v. the Czech Republic [GC], 08.04.2021, Applications nos. 47621/13 και 5 άλλες · Vadym Melnyk v. Ukraine, 16.09.2022, Applications nos. 62209/17 και 50933/18 · Sanchez v. France [GC], 15.05.2023, Application no. 45581/15 · Pindo Mulla v. Spain [GC], 17.09.2024, Application no. 15541/20 · Ships Waste Oil Collector B.V. and Others v. the Netherlands [GC], 01.04.2025, Applications nos. 2799/16 και 3 άλλες.
