Αριθμός 31/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη – Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δανάη Τιμίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. – Έ. Κ. του Κ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ανύσιο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “… SA”, που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, αντιπροσωπεύεται δε στην Ελλάδα από την μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “… ΑΕ”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 18-4-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε τα πλήρη στοιχεία της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2019 αγωγή της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 20-5-2020 παρεμπίπτουσα αγωγή της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η … οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-6-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η οριζόμενη προθεσμία αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης ημέρα, καθ’ όσον με τη διάταξη αυτή καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που κινεί αυτήν, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της, ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 του ίδιου κώδικα, το εμπρόθεσμο της άσκησης της αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος όχι μόνον κατ’ ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα της δικογραφίας και απορρίπτει την αναίρεση αν λείπει η προϋπόθεση αυτή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο του 552 του ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Ακόμη, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1860/2022, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 423/2017, ΑΠ 242/2015). Η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης έφεσης κατ` αυτής, αλλά αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 222/2020, ΑΠ 423/2017, ΑΠ 153/2015). Η κατ` αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφ` ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της απόφασης, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών, από τη δημοσίευση της απόφασης, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, εφόσον αυτή δημοσιεύθηκε από την 1.1.2016 και εφεξής (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015). [ΑΠ 330/2022]. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 3-6-2022 και με αριθ. κατάθ. … αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ.6 του ΚΠολΔ), υπ’ αριθμ. 208/23-3-2022 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν δεκτές η από 8-3-2019 (αριθ. έκθ. καταθ. 295/11476/14-3-2019) αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και η από 20-5-2020 (αριθμ. έκθ. κατ. 452/8442/20-5-2020) παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, όπως ο ίδιος επικαλείται και δεν αμφισβητείται από τις αναιρεσίβλητες, στις 5-4-2022 και η προθεσμία για άσκηση έφεσης άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ) την επομένη (6-4-2022) και έληγε στις 6-5-2022. Κατά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της έφεσης, από κάποιον από τους διαδίκους της αναιρετικής δίκης, έως την 6-5-2022 και συνεπώς, παρελθούσης απράκτου της από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ οριζόμενης προθεσμίας των τριάντα ημερών, που είχε αρχίσει από την κατά τα άνω επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και έληγε στις 6-5-2022 αυτή κατέστη τελεσίδικη. Την επομένη άρχισε η προθεσμία της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ), που έληγε στις 7-6-2022. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί, με την κατάθεσή της στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ), στις 3-6-2022, δηλαδή εμπρόθεσμα, πριν την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την ως άνω ημερομηνία που κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 αριθ. 1, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. … απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την από 8-3-2019 (αριθμ. εκθ. κατάθ. …) αγωγή της κατά του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “… SA”, ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι εξαιτίας τροχαίου ατυχήματος, οφειλόμενου σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧ επιβατηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, τραυματίστηκε η ίδια και υπέστη φθορές και βλάβες το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε, ιδιοκτησίας της, κατά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων που έλαβε χώρα κάτω από τις συνθήκες που περιγράφει. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 10.757,09 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστη και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης. Η ως άνω εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου την από 20-5-2020 (αριθμ. έκθ. κατ. …) παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά του συνεναγομένου της, ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε, όπως περιόρισε το αίτημα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του τελευταίου να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής, καθώς ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος προκάλεσε το ατύχημα λόγω μέθης, που συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκλησή του, και η ένδικη ζημία δεν καλύπτεται ασφαλιστικά, σύμφωνα με τους όρους της καταρτισθείσας μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης. Το ως άνω Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη (…) απόφασή του, συνεκδίκασε τις δύο αγωγές (κύρια και παρεμπίπτουσα), δέχθηκε αυτές ως κατ’ ουσίαν βάσιμες και υποχρέωσε τους εναγομένους στην κύρια αγωγή να καταβάλουν στην ενάγουσα το ειδικότερα αναφερόμενο στο διατακτικό της χρηματικό ποσό και τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα κάθε ποσό που η τελευταία υποχρεώνεται να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 143/2023, ΑΠ 890/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019). Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος. μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (ΑΠ 890/2020). Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν. σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 143/2023, ΑΠ 890/2020). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 143/2023, ΑΠ 890/2020). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 890/2020, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018, ΑΠ 270/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016). Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 2963/2001, ” απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου”. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδάφ. γ`του ν. 3557/2007, η ισχύς του οποίου άρχισε, κατ`άρθρο 18 του νόμου αυτού, από 14-5-2007, με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ …) και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου του ένδικου τροχαίου ατυχήματος (25-4-2015), καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/τ. ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 “περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης”), το οποίο ορίζει, στην πρώτη παράγραφό του, ότι: 1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν.2696, ΦΕΚ 57 Α`), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος… , γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφάλισης να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη, κατ`άρθρ. 6β παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος (ΑΠ 1522/2023, ΑΠ 1040/2021, ΑΠ 839/2021, ΑΠ 379/2021). Από το συσχετισμό μεταξύ τους, των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης, σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος προβλέπει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, ως μιας περαιτέρω προϋπόθεσης για τη συγκρότηση των λόγων εξαίρεσης, μόνο στις περιπτώσεις β`και γ` όχι όμως και στην περίπτωση α`. δηλαδή την πρόκληση ατυχήματος από οδηγό που στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί (ΑΠ 379/2021, ΑΠ 323/2020, ΑΠ 628/2019). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του π/δ/τος 237/1986, ο όρος που περιλήφθηκε στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, παρέχει όμως σ`αυτόν το δικαίωμα να αξιώσει, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η παράβαση του ασφαλιστικού αυτού όρου από τον ασφαλισμένο συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος (ΑΠ 837/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1656/2018, ΑΠ 809/2017). Κρίσιμος χρόνος για το χαρακτηρισμό του οδηγού ως τελούντος υπό την επίδραση οινοπνεύματος είναι ο χρόνος του ατυχήματος και γι’ αυτό, ενόψει του ότι σύμφωνα με τα πορίσματα της τοξικολογίας η απορρόφηση του οινοπνεύματος από τον οργανισμό ολοκληρώνεται σε χρονικό διάστημα 45 λεπτών έως 180 λεπτών από την κατανάλωση και ότι οι μέγιστες συγκεντρώσεις οινοπνεύματος στο αίμα ανιχνεύονται 45 έως 90 λεπτά μετά το τέλος της κατανάλωσης του ποτού, είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί ο χρόνος ολοκλήρωσης της κατανάλωσης της ουσίας, ο χρόνος του ατυχήματος και ο χρόνος της πραγματοποίησης της αιμοληψίας ή της μέτρησης με αλκοολόμετρο (ΑΠ 207/2013). Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., εκδόθηκε η με αριθμό 2500/15/135-ι’/6.9.2011 (Β’ 2077) απόφαση των Υπουργών Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Προστασίας του Πολίτη “Διαπίστωση χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών και φαρμάκων από οδηγούς κατά την οδήγηση οχημάτων, καθώς και από πεζούς που εμπλέκονται σε τροχαία ατυχήματα”, η οποία ορίζει στο άρθρο 3 ότι: “1. Ο προσδιορισμός του οινοπνεύματος στον εκπνεόμενο αέρα, γίνεται με τη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών, οι οποίες έχουν πιστοποιηθεί από αρμόδιο φορέα χώρας της Ε.Ε. Οι συσκευές αυτές εκτυπώνουν το αποτέλεσμα του ελέγχου, καταγράφοντας σε διπλή τουλάχιστον χαρτοταινία το ποσοστό οινοπνεύματος στον εκπνεόμενο αέρα, που εκφράζεται σε χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, την ημερομηνία, την ώρα, τον αριθμό του οργάνου, τον αύξοντα αριθμό του ελέγχου και την ημερομηνία και ώρα της τελευταίας βαθμονόμησης. Στην ταινία αυτή ο ανακριτικός υπάλληλος συμπληρώνει τα στοιχεία ελεγχόντων και ελεγχόμενου και τον τόπο ελέγχου. Η ταινία υπογράφεται από τους ανωτέρω και το ένα αντίτυπο αυτής παραδίδεται στον ελεγχόμενο. Οι ταινίες αποτελούν αποδεικτικό υλικό που συνοδεύει την έκθεση -πράξη βεβαίωσης παράβασης, που συντάσσεται από τον υπάλληλο. Σε περίπτωση αδυναμίας ή άρνησης υπογραφής των αποτελεσμάτων της μέτρησης από τον ελεγχόμενο, αρκούν μόνο οι υπογραφές των ελεγχόντων υπαλλήλων οι οποίοι θα βεβαιώνουν την αδυναμία ή άρνηση υπογραφής, καταχωρούντες σχετική εγγραφή στην οικεία θέση. 2. Ο χειριστής θέτει σε λειτουργία τη συσκευή και αφού διαπιστώσει την καλή λειτουργία της από τις ενδείξεις της οθόνης, τοποθετεί στην υποδοχή της συσκευής το επιστόμιο, αφού αφαιρέσει το προστατευτικό κάλυμμα. Το υπό εξέταση άτομο αφού πάρει βαθιά αναπνοή τοποθετεί το άκρο του επιστομίου στο στόμα του και φυσά δυνατά, έως ότου υπάρξει οπτική ένδειξη και ηχητική σήμανση της συσκευής ότι ο εκπνεόμενος αέρας είναι επαρκής για τη σωστή δειγματοληψία. 3. Η δειγματοληψία διενεργείται με επιστόμιο που χρησιμοποιείται μια μόνο φορά και με βαθμονομημένη συσκευή. Η βαθμονόμηση επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η πρώτη δειγματοληψία γίνεται μετά την παρέλευση δέκα πέντε (15) λεπτών από την τελευταία λήψη οινοπνευματωδών ποτών, ώστε να μεσολαβήσει ο απαιτούμενος χρόνος για την απομάκρυνση του οινοπνεύματος από τη στοματική κοιλότητα. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο ελεγχόμενος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τότε επαναλαμβάνεται ο έλεγχος μετά την παρέλευση δέκα πέντε (15) λεπτών από τον πρώτο. …” και στο άρθρο 6 αυτής ότι: “1. … 2. Για την επιβολή των ποινικών και διοικητικών κυρώσεων στον ελεγχόμενο, λαμβάνεται υπόψη το αποτέλεσμα του δευτέρου ελέγχου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 3 …”. Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, έχει δε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ως άνω ν. 4335/2015, εφόσον η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την 1.1.2016, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: (560 αρ. 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτόν αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητος της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 127/2021, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Ο από τη διάταξη δε του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. β’ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 24/2022, ΑΠ 1220/2021, ΑΠ 816/2021, ΑΠ 1267/2020, ΑΠ 909/2020). Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (ΑΠ 24/2022, ΑΠ 140/2021, ΑΠ 780/2020). Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 140/2021, 1250/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. … απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζήτημα της κατανάλωσης ή μη αλκοόλ από τον εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος ήταν, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, ο οδηγός του ζημιογόνου με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του και ήταν ασφαλισμένο έναντι του κινδύνου των ιδίων αυτού ζημιών στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “…Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προμνημονευόμενη σχετική δειγματοληψία και την από 26-04-2015 εξέταση οδηγού με ηλεκτρονική συσκευή για προσδιορισμό αλκοόλης, διαπιστώθηκε η ύπαρξη στον οργανισμό του πρώτου εναγομένου της υπό στοιχεία Α αγωγής- παρεμπιπτόντως εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) οινοπνεύματος σε ποσοστό κατά την πρώτη μέτρηση 0,82 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και κατά τη δεύτερη μέτρηση, μετά 15 λεπτά, ποσοστό 0,79 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα…Ο πρώτος εναγόμενος προσυπέγραψε την ως άνω έκθεση, χωρίς να διαμαρτυρηθεί για τις ενδείξεις της μέτρησης, ενώ βεβαιώθηκε σε βάρος του παράβαση του άρθρου 42 του ΚΟΚ, και επιβλήθηκε η διοικητική ποινή της αφαίρεσης της άδειας ικανότητας οδήγησης για χρονικό διάστημα 190 ημερών. Όπως δε προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον ίδιο, βεβαίωση του αρχιφύλακα του Β’ τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης, Σ. Π., ο τελευταίος αν και κλήθηκε επανειλημμένα να προβεί προανακριτικά, σε συμπληρωματική απολογία, σχετικά με την παράβαση του άρθρ. 42 του ΚΟΚ, δεν προσήλθε στην ως άνω υπηρεσία, ενώ δεν προσέφυγε κατά της ως άνω διοικητικής ποινής, προβάλλοντας σχετικές διαμαρτυρίες περί των ως άνω μετρήσεων. Το πρώτον, ενώπιον του Γ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου παραπέμφηκε για τα αδικήματα της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος της αιτούσας (εν. ενάγουσας, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) και για παράβαση του άρθρ. 42 παρ.1, 7γ και 10 του ΚΟΚ, το οποίο με την με αριθμ. … απόφασή του, τον έκρινε ένοχο όπως κατηγορούνταν και του επέβαλε ποινή συνολική ποινή φυλάκιση 8 μηνών, αρνήθηκε ότι βρισκόταν κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, υπό την επήρεια οινοπνεύματος και πρότεινε τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναλαμβάνει και στην παρούσα δίκη, ότι οι σχετικές μετρήσεις δεν ήταν ακριβείς και αξιόπιστες, διότι η συσκευή του αλκοολομέτρου, δεν ήταν νόμιμα βαθμονομημένη καθώς η τελευταία βαθμονόμηση και ο τελευταίος έλεγχος αυτής έλαβε χώρα την 07-10-2014, οι δε μετρήσεις έγιναν την 26-04-2015, δηλαδή σε χρόνο πλέον του εξαμήνου, που είναι το ανώτατο χρονικό όριο, σύμφωνα με τις προδιαγραφές της συγκεκριμένης συσκευής, που πρέπει να βαθμονομούνται. Ο ως άνω ισχυρισμός κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι το αλκοολόμετρο δεν ήταν αξιόπιστο επειδή δεν ήταν βαθμονομημένο πρόσφατα και συγκεκριμένα εντός εξαμήνου δεδομένου ότι, η σχετική διάταξη της προμνημονευόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, απαιτεί βαθμονόμηση σε τακτά χρονικά διαστήματα, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, σε κάθε δε περίπτωση, η τελευταία βαθμονόμηση έλαβε χώρα περίπου 20 ημέρες μετά τη συμπλήρωση του εξαμήνου πριν από τη διενέργεια του επίδικου ελέγχου, διάστημα, το οποίο δεν θεωρείται, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, μεγάλο, ώστε να δημιουργηθούν υπόνοιες περί μη ορθής λειτουργίας της συσκευής, με δεδομένο ότι με την ίδια συσκευή μετρήθηκε και η ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), το αποτέλεσμα μέτρησης της οποίας ήταν ορθώς αρνητικό, εφόσον δεν είχε καταναλώσει αλκοόλ, ενώ δεν ήταν υποχρεωτική η εξέτασή του και με αιμοληψία, την οποία κατά τους ισχυρισμούς του, αιτήθηκε από τα όργανα της τροχαίας, εφόσον το ατύχημα δεν ήταν θανατηφόρο. Εξάλλου, ακόμα και η κατανάλωση, όπως και ο ίδιος συνομολογεί ποσότητας αλκοόλ, την οποία περιορίζει σε μία μπύρα, που ήπιε νωρίς το βράδυ, χωρίς να έχει καταναλώσει τροφή όλη την ημέρα (βλ. και την απολογία του στα πρακτικά της προμνημονευομένης απόφασης του Γ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης), θα μπορούσε να επιδράσει, λόγω της μη σίτισής του, στον οργανισμό του, επηρεάζοντας τη νηφαλιότητα του και κατ’ επέκταση την οδηγητική του συμπεριφορά… Η ζημία που προκάλεσε, κατά την οδήγηση του ανωτέρω οχήματος, ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), εξαιρείται της ασφαλιστικής κάλυψης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6β παρ. 1 στοιχ. β’ του Ν. 489/1976, που αποτελούσε και περιεχόμενο της ως άνω ασφαλιστικής σύμβασης, πλην όμως η εξαίρεση αυτή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά της ζημιωθείσας από το ατύχημα (ενάγουσας της κύριας αγωγής), σε αποζημίωση της οποίας ευθύνεται η προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), που έχει, όμως, το δικαίωμα, να αξιώσει αναγωγικά από τον πρώτο εναγόμενο της κύριας αγωγής τα χρηματικό ποσό, τα οποία θα καταβάλει η ίδια ως αποζημίωση (άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976), εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα, αποδείχθηκε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος προκάλεσε το ατύχημα ευρισκόμενος υπό την επήρεια μέθης, που συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευσή του…”. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού δέχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και συγκεκριμένα ότι επηρέασε την οδηγική συμπεριφορά του, στη συνέχεια δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμες, την αγωγή της ενάγουσας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε αμφότερους τους εναγομένους σ’ αυτήν (αναιρεσείοντα και δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία) να της καταβάλουν σε ολόκληρο έκαστος το ποσό των 6.307,09 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και την παρεμπίπτουσα αγωγή της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, λόγω εξαίρεσης του εναγομένου από την ασφαλιστική κάλυψη εξαιτίας παράβασης όρου της ασφαλιστικής σύμβασης (άρθρα 42 παρ. 1 του ΚΟΚ και 361 ΑΚ) και αναγνώρισε την υποχρέωση του παρεμπιπτόντως εναγομένου-αναιρεσείοντος, να της καταβάλει, κάθε ποσό που η ίδια υποχρεώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής, πρώτη αναιρεσίβλητη, για κεφάλαιο τόκους και έξοδα. Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι το Δικαστήριο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. και 3 παρ. 3 της υπ’ αριθμ. 2500/15/135-ι’/6-9-2011 κοινής απόφασης των Υπουργών Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Προστασίας του Πολίτη, που εκδόθηκε κατ’εξουσιοδότηση της διάταξης του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε να τις εφαρμόσει, και προσέδωσε σε αυτές έννοια που δεν είχαν. Ισχυρίζεται ειδικότερα ο αναιρεσείων, σε σχέση με τη διαπίστωση της ύπαρξης οινοπνεύματος στον οργανισμό του, ότι η μέτρηση που πραγματοποιήθηκε από τα όργανα της Τροχαίας, με την ηλεκτρονική αλκοολομετρική συσκευή (αλκοολόμετρο) τύπου “Alcoquant 6020”, κατά την οποία διαπιστώθηκε η ύπαρξη οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,82 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα κατά την πρώτη μέτρηση και σε ποσοστό 0,79 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα κατά τη δεύτερη μέτρηση, δεν ήταν σύννομη, ορθή και αξιόπιστη, καθώς η τελευταία βαθμονόμηση του αλκοολόμετρου έλαβε χώρα στις 7-10-2014, ήτοι έξι μήνες και είκοσι ημέρες πριν την επίδικη μέτρηση που έλαβε χώρα στις 26-4-2015 (ημερομηνία τροχαίου ατυχήματος), ενώ οι προδιαγραφές της ανωτέρω συσκευής αλκοολομέτρησης επιτάσσουν, όπως προκύπτει και από το απόσπασμα του εντύπου με τις οδηγίες χρήσης και συντήρησης του, τη βαθμονόμηση και τον έλεγχο αυτής το ανώτερο κάθε έξι μήνες. Ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι, η προαναφερόμενη διάταξη της κοινής υπουργικής απόφασης (άρθρο 3 παρ. 3 της υπ’ αριθμ. 2500/15/135-ι’/6-9-2011), απαιτεί βαθμονόμηση σε τακτά χρονικά διαστήματα, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του χρονικού διαστήματος, εντός του οποίου απαιτείται να γίνεται η βαθμονόμηση. Το χρονικό διάστημα των έξι μηνών και είκοσι ημερών που παρήλθε από την τελευταία βαθμονόμηση της ως άνω συσκευής αλκοολόμετρου δεν μπορεί να θεωρηθεί, άνευ άλλου τινός, ότι υπερβαίνει αντικειμενικώς το από το νόμο οριζόμενο ανώτατο χρονικό πλαίσιο, ώστε να θεωρηθεί ότι ο έλεγχος αλκοολομέτρησης και οι πραγματοποιηθείσες με αυτό μετρήσεις δεν ήταν ακριβείς και αξιόπιστες. Επομένως, έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ, 6β του Π.Δ. 237/1986 και 3 παρ. 3 της υπ’ αριθμ. 2500/15/135-ι’/6-9-2011 κοινής απόφασης των Υπουργών Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Προστασίας του Πολίτη, καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της έννοιας της οδήγησης του αναιρεσείοντος υπαίτιου οδηγού υπό την επήρεια οινοπνεύματος, με συνέπεια να εξαιρείται η ζημία που προκάλεσε της ασφαλιστικής κάλυψης, και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδ. β’του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο εσφαλμένα εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας κρίνοντας επί λέξει ότι “..η τελευταία βαθμονόμηση έλαβε χώρα περίπου 20 ημέρες μετά τη συμπλήρωση του εξαμήνου πριν από τη διενέργεια του επίδικου ελέγχου, διάστημα το οποίο δεν θεωρείται, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, μεγάλο, ώστε να δημιουργηθούν υπόνοιες περί μη ορθής λειτουργίας της συσκευής..”, είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως απαράδεκτος. Τούτο διότι, το φερόμενο ως παραβιασθέν δίδαγμα κοινής πείρας, αναφέρεται στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων, και δη ως προς τις προδιαγραφές της συγκεκριμένης συσκευής αλκοολόμετρου που θέτουν ως ανώτατο όριο βαθμονόμησης την πάροδο εξαμήνου και όχι στην ερμηνεία εφαρμοσθέντων από το Ειρηνοδικείο κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ’ αυτούς, ώστε να ιδρύεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, στο σύνολό του, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα της παραβίασης των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την, αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα για το αν πραγματικά ο αναιρεσείων κατά την οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ (αντίστοιχη του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά “έλλειψη αιτιολογίας”, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (“ανεπαρκής αιτιολογία”), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (“αντιφατική αιτιολογία”) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν “αιτιολογία”, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015). Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 560 αριθ.6 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1322/2021, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 465/2023, ΑΠ 319/2017).
Συνεπώς, για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017). Στην περίπτωση αυτή (άρθρ. 560 αριθ. 6), δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 22/2020). Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020). Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στη κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Αυτό διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1217/2020, ΑΠ 24/2019), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 1217/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ (και όχι 560 αριθμ. 11, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο), για εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και της έλλειψης συντρέχοντος πταίσματος της πρώτης αναιρεσίβλητης. Ο προαναφερθείς λόγος, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Αυτό δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στο ένδικο ατύχημα και την έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος της πρώτης αναιρεσίβλητης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, ούτε αναφέρονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, αλλά ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο, με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες), οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, παρά μόνο αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, ο αναιρεσείων, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του. Και αυτό ανεξάρτητα του ότι με τις αιτιάσεις του, στο σύνολό τους, ο αναιρεσείων δεν πλήττει τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά πλήττει μόνο την αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα των εγγράφων που το δικαστήριο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 208/2020) και την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1198/2023, 1226/2023, ΑΠ 1442/2021, ΑΠ 319/2017). Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα κάθε μίας των αναιρεσίβλητων, οι οποίες παραστάθηκαν με διαφορετικό δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-6-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …), αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. … τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα κάθε μίας των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε μία.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
