Η αύξηση του ακατάσχετου ορίου τραπεζικών λογαριασμών στα 1600 ευρώ που προανήγγειλε από το βήμα της Βουλής ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κος Κυριάκος Πιερρακάκης από τα 1.250 ευρώ, παρά τη σημαντική αύξηση του κόστους ζωής και του πληθωρισμού, αποτελεί την πρώτη ουσιαστική αναπροσαρμογή της προστασίας των πολιτών έναντι των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης του Δημοσίου.
Πρόκειται για μια αλλαγή που έρχεται να καλύψει ένα κενό το οποίο είχε δημιουργηθεί από τη μακροχρόνια διατήρηση του ίδιου ορίου, παρά τις σημαντικές μεταβολές που σημειώθηκαν στην οικονομία, το κόστος ζωής και τα εισοδήματα των νοικοκυριών.
Ιστορική εξέλιξη του ακατάσχετου τραπεζικών καταθέσεων
| Έτος | Νομοθετική διάταξη | Για το ακατάσχετο της απαίτησης μισθού ή σύνταξης: (παρ. 1, άρθρου 31, του ΚΕΔΕ -Ν. 356/1974) | Για το ακατάσχετο τραπεζικού λογαριασμού: (παρ. 2, άρθρου 31, του ΚΕΔΕ -Ν. 356/1974) |
| 1974 | Ν. 356/1974 (01/07/1974) | «Ακατάσχετο τα 3/4 των απαιτήσεων εκ μισθών, συντάξεων και πάσης φύσεως ασφαλιστικών βοηθημάτων, επιτρεπομένης της κατασχέσεως επί 1/4 αυτών διά τα προς το Δημόσιον χρέη των δικαιούχων των απαιτήσεων τούτων» | Καμία διάταξη |
| 2006 | Ν. 3522/2006 (22/12/2006) | Ακατάσχετο μέχρι 600 ευρώ μηνιαίως επιτρεπομένης της κατασχέσεως επί του (1/4) αυτών και το εναπομένον ποσό όχι κατώτερο των (600) ευρώ. | Καμία διάταξη |
| 2008 | Ν. 3714/2008 (07/11/2008) | Από 600 ευρώ αυξήθηκε στα 1.000 ευρώ. Πάνω από 1.000 ευρώ επιτρέπεται η κατάσχεση επί του (1/4) αυτών, το εναπομένον όμως ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο των (1.000) ευρώ. | Καμία διάταξη |
| 2014 | Ν. 4254/2014 (07/04/2014) | Από 1.000 ευρώ αυξήθηκε στα 1.500 ευρώ. Πάνω από 1.500 ευρώ επιτρέπεται η κατάσχεση επί του 1/4 αυτών, το εναπομένον όμως ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο των (1.500) ευρώ. | Για πρώτη φορά σαφής προστασία τραπεζικών καταθέσεων 1.500 ευρώ για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα. |
| 2015 | Ν.4336/2015 (14/08/2015) | Από 1.500 μειώθηκε στα 1.000 ευρώ. Για πάνω από το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση επί του 1/2 του υπερβάλλοντος ποσού και μέχρι του ποσού των (1.500) ευρώ Και πάνω από 1.500 ευρώ το σύνολο του υπερβάλλοντος ποσού | Από 1.500 μειώθηκε «ως όρος του μνημονίου» στα 1.250 ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα. |
| 2016-2026 | Ισχύον καθεστώς για φυσικά πρόσωπα | Παραμένει ως άνω στα 1.000€ | Παρέμεινε ως άνω στα 1.250 € |
| 2026 | Εξαγγελθείσα αύξηση (αναμένεται νομοθέτηση) | (?) | 1.600 € |
Το ακατάσχετο τραπεζικών καταθέσεων θεσπίστηκε ως ένα ελάχιστο δίχτυ προστασίας για μισθωτούς, συνταξιούχους και γενικότερα για κάθε πολίτη που αντιμετωπίζει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο ή τα ασφαλιστικά ταμεία.
Η βασική φιλοσοφία του μέτρου είναι απλή αλλά ουσιαστική: ακόμη και όταν υφίστανται χρέη, ο πολίτης πρέπει να διατηρεί πρόσβαση σε ένα ελάχιστο ποσό χρημάτων που θα του επιτρέπει να καλύπτει τις στοιχειώδεις βιοτικές του ανάγκες.
Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, το ύψος του ακατάσχετου λογαριασμού μεταβλήθηκε αρκετές φορές. Η σημαντικότερη τομή πραγματοποιήθηκε το 2014 με τον Ν. 4254/2014 (07/04/2014), όταν θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα δήλωσης ενός μοναδικού ακατάσχετου τραπεζικού λογαριασμού μέσω του TAXISnet, ποσού 1.500 ευρώ, προσφέροντας μεγαλύτερη ασφάλεια και διαφάνεια στους φορολογουμένους.
Ωστόσο, από το 2015 και μετά, το όριο ουσιαστικά σταθεροποιήθηκε στα 1.250 ευρώ μηνιαίως. Το ποσό αυτό παρέμεινε αμετάβλητο για περισσότερο από μία δεκαετία. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, η ελληνική οικονομία πέρασε από διαφορετικές φάσεις: έξοδο από τα μνημόνια, πανδημία, ενεργειακή κρίση, πληθωριστικές πιέσεις και σημαντική αύξηση του κόστους διαβίωσης. Παράλληλα, αυξήθηκαν οι μισθοί, οι συντάξεις και ο κατώτατος μισθός, χωρίς όμως να ακολουθήσει αντίστοιχη προσαρμογή του ακατάσχετου ορίου.
Η πραγματικότητα αυτή είχε ως αποτέλεσμα το ακατάσχετο των 1.250 ευρώ να χάνει σταδιακά την προστατευτική του αποτελεσματικότητα. Ένα ποσό που πριν από δέκα ή δώδεκα χρόνια μπορούσε να εξασφαλίσει ένα βασικό επίπεδο οικονομικής ασφάλειας, σήμερα καλείται να καλύψει σημαντικά αυξημένες ανάγκες στέγασης, ενέργειας, διατροφής και μετακίνησης.
Η προτεινόμενη αύξηση στα 1.600 ευρώ έρχεται να αποκαταστήσει, έστω εν μέρει, αυτή τη δυσαναλογία. Παράλληλα, συνιστά μια έμμεση αναγνώριση ότι η προστασία του πολίτη απέναντι στα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν μπορεί να παραμένει στατική όταν οι οικονομικές συνθήκες μεταβάλλονται δυναμικά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύγκριση με την εξέλιξη του κατώτατου μισθού:
• 2014: ακατάσχετο 1.500 € – κατώτατος μισθός 586 €.
• 2025: ακατάσχετο 1.250 € – κατώτατος μισθός 880 €.
• 2026 Προτεινόμενο: ακατάσχετο 1.600 € – κατώτατος μισθός 920 €.
Η σύγκριση αυτή αναδεικνύει ότι το ισχύον όριο έχει απωλέσει σημαντικό μέρος της πραγματικής προστατευτικής του αξίας.
Βεβαίως, η αύξηση αυτή δεν αναιρεί την υποχρέωση των οφειλετών να ρυθμίζουν και να εξυπηρετούν τις οφειλές τους. Ούτε περιορίζει τη δυνατότητα του Δημοσίου να εισπράττει ληξιπρόθεσμα χρέη. Αντίθετα, ενισχύει την αρχή της αναλογικότητας, εξασφαλίζοντας ότι η διαδικασία είσπραξης δεν οδηγεί σε πλήρη οικονομική ασφυξία τους πολίτες που ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες.
Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη θέσπιση ενός μηχανισμού αυτόματης αναπροσαρμογής του ακατάσχετου ορίου:
Όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θα μπορούσε να συνδεθεί είτε με τον πληθωρισμό είτε με την πορεία του κατώτατου μισθού, ώστε να αποφεύγεται η ανάγκη έκτακτων νομοθετικών παρεμβάσεων κάθε φορά που οι οικονομικές συνθήκες μεταβάλλονται σημαντικά.
Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση του ακατάσχετου στα 1.600 ευρώ αποτελεί μια θετική εξέλιξη με έντονο κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα.
Αποκαθιστά μέρος της προστασίας που είχε αποδυναμωθεί με την πάροδο των ετών και αναγνωρίζει ότι η αποτελεσματική φορολογική διοίκηση δεν κρίνεται μόνο από την ικανότητα είσπραξης των εσόδων, αλλά και από τη διασφάλιση αξιοπρεπών όρων διαβίωσης για τους πολίτες.
Η τελική αξιολόγηση του μέτρου θα εξαρτηθεί ασφαλώς από το ακριβές περιεχόμενο της νομοθετικής διάταξης που θα ψηφιστεί.
Ωστόσο, το μήνυμα είναι ήδη σαφές: η προστασία του ελάχιστου διαθέσιμου εισοδήματος επανέρχεται στο επίκεντρο της δημόσιας πολιτικής, σε μια περίοδο όπου η οικονομική ανθεκτικότητα των νοικοκυριών παραμένει ζητούμενο για την ελληνική κοινωνία και οικονομία.
Αυξάνεται το ακατάσχετο όριο τραπεζικών καταθέσεων στα 1.600 ευρώ, αλλά για το ακατάσχετο μισθού ή σύνταξης που παραμένει στα 1.000 ευρώ τι θα γίνει;
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 του νόμου 356/1974 (ΚΕΔΕ) για το ακατάσχετο σε μισθούς, συντάξεις και κάθε είδους ασφαλιστικά βοηθήματα που καταβάλλονται περιοδικά, όπως είδαμε και στον παραπάνω πίνακα, το όριο παραμένει από το 2015 στα 1.000 ευρώ και στις περιπτώσεις που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση για τα χρέη προς το Δημόσιο επί του 1/2 του υπερβάλλοντος ποσού των (1.000) ευρώ και μέχρι του ποσού των (1.500) ευρώ, καθώς και επί του συνόλου του υπερβάλλοντος ποσού των (1.500) ευρώ.
Από τη διάταξη όμως της παρ. 2 του νόμου προκύπτει ότι προστατεύονται ως ακατάσχετες μόνο οι καταθέσεις του ενός και μοναδικού στο χρηματοπιστωτικό σύστημα δηλωθέντος ως ακατάσχετου λογαριασμού και μέχρι του ύψους των (1.250) ευρώ μηνιαίως.
Και το ερώτημα είναι αν στην πράξη συγχέονται δύο διαφορετικά ακατάσχετα που προβλέπει το άρθρο 31 του ΚΕΔΕ.
Συνεπώς για τους μισθούς και συντάξεις ισχύει το όριο 1.000 ευρώ, ή 1.250;
Βεβαίως βλέπουμε ότι η διάταξη αναφέρει ρητά ότι η προστασία ισχύει: «ανεξαρτήτως προελεύσεως των πιστώσεων» (δηλαδή ανεξάρτητα από το εάν αφορούν ποσά μισθοδοσίας, σύνταξης ή περιοδικά καταβαλλόμενου ασφαλιστικού βοηθήματος), προκειμένου κάθε φυσικό πρόσωπο να διασφαλίσει ένα αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης, ακόμη και αν ο μισθός/σύνταξη του είναι κατώτερος/η αυτού.
Τίθεται επομένως ένα πολύ ουσιαστικό ζήτημα, γιατί όπως προαναφέρθηκε, στην πράξη συγχέονται δύο διαφορετικά ακατάσχετα που προβλέπει το άρθρο 31 του ΚΕΔΕ.
1. Το ακατάσχετο της απαίτησης μισθού ή σύνταξης
Η παρ. 1 του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ αφορά την απαίτηση πριν καταβληθεί στον δικαιούχο.
Αφορά δηλαδή την απαίτηση έναντι του εργοδότη ή του ασφαλιστικού φορέα,
Έτσι για μισθούς, συντάξεις και περιοδικά ασφαλιστικά βοηθήματα ισχύει:
• Έως 1.000 ευρώ μηνιαίως: απολύτως ακατάσχετα.
• Από 1.000 έως 1.500 ευρώ: κατάσχεται το 50% του υπερβάλλοντος ποσού.
• Πάνω από 1.500 ευρώ: κατάσχεται το σύνολο του ποσού που υπερβαίνει τα 1.500 ευρώ.
Παράδειγμα:
Σύνταξη 1.300 ευρώ:
• Πρώτα 1.000 ευρώ: ακατάσχετα.
• Υπερβάλλον 300 ευρώ: κατάσχεται το 50%, δηλαδή 150 ευρώ.
• Ο συνταξιούχος λαμβάνει 1.150 ευρώ.
2. Το ακατάσχετο τραπεζικού λογαριασμού (1.250 ευρώ και τώρα 1.600 ευρώ)
Η παρ. 2 του άρθρου 31 αφορά κάτι διαφορετικό:
Αφορά τα χρήματα αφού κατατεθούν στην τράπεζα.
Εφόσον ο φορολογούμενος έχει δηλώσει μέσω TAXISnet έναν μοναδικό ακατάσχετο λογαριασμό, προστατεύονται καταθέσεις μέχρι:
1.250 ευρώ μηνιαίως.
Η διάταξη αναφέρει ρητά ότι η προστασία ισχύει:
«ανεξαρτήτως της προελεύσεως των πιστώσεων».
Δηλαδή δεν εξετάζεται αν τα χρήματα προέρχονται από:
• μισθό,
• σύνταξη,
• επίδομα,
• ενοίκια,
• επαγγελματική δραστηριότητα,
• άλλη νόμιμη αιτία.
Ποιο όριο συνεπώς τελικά ισχύει για μισθούς και συντάξεις;
Η σωστή απάντηση είναι ότι ισχύουν και τα δύο όρια, αλλά σε διαφορετικό στάδιο:
Στάδιο 1 (πριν την κατάθεση): Ο μισθός ή η σύνταξη προστατεύεται με το όριο των 1.000 ευρώ της παρ. 1.
Στάδιο 2 (μετά την κατάθεση) στον τραπεζικό λογαριασμό: Εφαρμόζεται η προστασία του δηλωμένου ακατάσχετου λογαριασμού μέχρι 1.250 ευρώ της παρ. 2.
Γιατί ο νομοθέτης θέσπισε το όριο των 1.250 ευρώ;
Η ερμηνεία που έχει γίνει δεκτή από τη φορολογική διοίκηση είναι ακριβώς ότι η προστασία των 1.250 ευρώ παρέχεται ανεξαρτήτως προέλευσης των χρημάτων, ώστε κάθε φυσικό πρόσωπο να διασφαλίζει ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης.
Έτσι, ακόμη και αν ένας συνταξιούχος λαμβάνει σύνταξη 900 ευρώ (κάτω από το όριο των 1.000 ευρώ της παρ. 1), ο νομοθέτης δεν θέλησε να κινδυνεύει να χάσει αυτά τα χρήματα μόλις πιστωθούν στον τραπεζικό του λογαριασμό.
Η κρίσιμη θέση της διοίκησης
Η Φορολογική Διοίκηση έχει επανειλημμένα δεχθεί ότι:
• το ακατάσχετο των 1.000 ευρώ αφορά την απαίτηση έναντι του εργοδότη ή του ασφαλιστικού φορέα,
• το ακατάσχετο των 1.250 ευρώ αφορά τις τραπεζικές καταθέσεις στον δηλωμένο λογαριασμό,
• οι δύο διατάξεις λειτουργούν παράλληλα και όχι ανταγωνιστικά.
Τι αλλάζει αν αυξηθεί το όριο στα 1.600 ευρώ;
Το ερώτημα είναι απλό: Εάν το όριο για το ακατάσχετο του τραπεζικού λογαριασμού (παρ. 2 του άρθρου 31) των 1.250 ευρώ θεωρείται πλέον ανεπαρκές και αυξάνεται στα 1.600 ευρώ, γιατί να παραμένει αμετάβλητο το ακατάσχετο μισθών και συντάξεων (της παρ. 1) στα 1.000 ευρώ;
Η προστασία του ελάχιστου εισοδήματος των πολιτών χρειάζεται ενιαία και συνεκτική αντιμετώπιση.
Συνεπώς για λόγους συστηματικής συνοχής της νομοθεσίας, θα ήταν λογικό να εξεταστεί ταυτόχρονα και η αναπροσαρμογή του ορίου των 1.000 ευρώ για μισθούς και συντάξεις, το οποίο παραμένει αμετάβλητο εδώ και πολλά χρόνια και δεν αντανακλά πλέον τις σημερινές οικονομικές συνθήκες.
Και το ζήτημα αυτό είμαστε βέβαιοι ότι θα συμπεριλάβουν στην τροπολογία οι νομικοί συνεργάτες του κου Υπουργού, καθώς είναι αναγκαίο δίδυμο η διάταξη και στις δύο παραγράφους (1 και 2) του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ – Ν. 356/1974.
Για όλα τα παραπάνω ακούστε την παρέμβασή μου την Κυριακή 7 Ιουνίου 2026 στον Real FM 97.8, στην πρωινή εκπομπή του Giannis Papagiannis μαζί με άλλα κρίσιμα ζητήματα που «τρέχουν» αυτή την περίοδο
Πατήστε εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=v7cH-du1wNc
_________________
*Ο Γιώργος Δ. Χριστόπουλος είναι Φοροτεχνικός – Οικονομολόγος, Συγγραφέας Φορολογικών Βοηθημάτων, Πρόεδρος της Διαρκούς Επιτροπής Αρωγής Φορολογικής Πολιτικής του Υπ. Οικονομικών, Επιστημονικός συνεργάτης του Taxheaven, τ. Καθηγητής ΤΕΙ
