ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 30ής Απριλίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Οδηγία 93/13/EOK – Αποτελέσματα της διαπίστωσης του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας – Τροποποιητική πράξη σύμβασης ενυπόθηκου δανείου – Συνέπειες της ακυρότητας της τροποποιητικής πράξης επί του κύρους της σύμβασης – Αρχές της αποτελεσματικότητας και της αναλογικότητας – Αποτρεπτικό αποτέλεσμα – Προϋποθέσεις διατήρησης της ισχύος της σύμβασης – Υποχρεώσεις του εθνικού δικαστή »
Στην υπόθεση C‑246/25 [Hańczynek] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sąd Okręgowy w Warszawie (πρωτοδικείο Βαρσοβίας, Πολωνία) με απόφαση της 31ης Μαρτίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Απριλίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
AS
κατά
BNP Paribas Bank Polska S.A.,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Ziemele (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, S. Gervasoni και M. Bošnjak, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: T. Ćapeta
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η AS, εκπροσωπούμενη από τους K. Pilawska και A. Zorski, adwokaci,
– η BNP Paribas Bank Polska S.A., εκπροσωπούμενη από τους T. Spyra και P. Węc, radcowie prawni, και από τον D. Wróbel, adwokat,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον P. Kienapfel και την A. Szmytkowska,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29), καθώς και των αρχών της αποτελεσματικότητας και της αναλογικότητας.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της AS και της BNP Paribas Bank Polska S.A. (στο εξής: BNP Paribas) σχετικά με τις συνέπειες του καταχρηστικού χαρακτήρα ορισμένων ρητρών τροποποιητικής πράξης σύμβασης ενυπόθηκου δανείου συναφθείσας μεταξύ της AS και του δικαιοπαρόχου της BNP Paribas.
Το νομικό πλαίσιο
Η οδηγία 93/13
3 Η εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13 έχει ως εξής:
«[…] οι δικαστικές αρχές και τα διοικητικά όργανα των κρατών μελών πρέπει να διαθέτουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα ώστε να θέτουν τέρμα στην εφαρμογή των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους καταναλωτές.»
4 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
5 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»
Το πολωνικό δίκαιο
6 Κατά το άρθρο 58, παράγραφος 1, του ustawa – Kodeks cywilny (νόμου περί αστικού κώδικα), της 23ης Απριλίου 1964 (Dz. U., αριθ. 16, θέση 93), ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης (στο εξής: αστικός κώδικας):
«Δικαιοπραξία η οποία είναι αντίθετη προς τον νόμο ή αποβλέπει στην καταστρατήγηση του νόμου είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από άλλη σχετική διάταξη, ιδίως αν προβλέπεται ότι οι άκυρες διατάξεις της δικαιοπραξίας αντικαθίστανται από τις σχετικές διατάξεις του νόμου.»
7 Το άρθρο 385 1 του Αστικού Κώδικα ορίζει τα εξής:
«1. Οι ρήτρες σύμβασης που συνάπτεται με καταναλωτή οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή εάν διαμορφώνουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και πλήττει σοβαρά τα συμφέροντά του (μη επιτρεπτές συμβατικές ρήτρες). Η παρούσα διάταξη δεν ισχύει για ρήτρες που καθορίζουν τις κύριες παροχές των συμβαλλομένων μερών, ιδίως την τιμή ή την αμοιβή, εφόσον είναι διατυπωμένες με σαφήνεια.
2. Εάν μια συμβατική ρήτρα δεν είναι δεσμευτική για τον καταναλωτή σύμφωνα με την παράγραφο 1, η σύμβαση παραμένει κατά τα λοιπά δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη.»
8 Το άρθρο 385 2 του αστικού κώδικα ορίζει τα εξής:
«Το συμβατό των ρητρών μιας σύμβασης με τα χρηστά ήθη εκτιμάται με βάση την κατάσταση κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, λαμβανομένων υπόψη του περιεχομένου της, των περιστάσεων που περιβάλλουν τη σύναψή της καθώς και των λοιπών συμβάσεων που συνδέονται με τη σύμβαση στην οποία περιλαμβάνονται οι ρήτρες οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της εκτίμησης.»
9 Κατά το άρθρο 506, παράγραφος 1, του αστικού κώδικα, σε περίπτωση που, με σκοπό την απόσβεση της ενοχής, ο οφειλέτης αναλαμβάνει, με τη συγκατάθεση του δανειστή, την εκτέλεση άλλης παροχής ή ακόμη και της ίδιας παροχής, αλλά επί διαφορετικής νομικής βάσης, η υφιστάμενη ενοχή παύει να υφίσταται.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
10 Στις 3 Ιανουαρίου 2007, η AS συνήψε με τη δικαιοπάροχο της BNP Paribas σύμβαση ενυπόθηκου δανείου ύψους 415 144,09 πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 97 000 ευρώ) και με διάρκεια έως τις 20 Δεκεμβρίου 2021, με σκοπό τη χρηματοδότηση της κατασκευής ακινήτου. Το επιτόκιο καθορίστηκε με τη σύμβαση αυτή σε 4,7 %, υπολογιζόμενο βάσει του επιτοκίου αναφοράς WIBOR 3M (Warsaw Interbank Offered Rate 3-month, διατραπεζικού επιτοκίου τριών μηνών της Βαρσοβίας), προσαυξημένου κατά το περιθώριο της οικείας τράπεζας.
11 Στις 20 Φεβρουαρίου 2008 τα συμβαλλόμενα μέρη υπέγραψαν τροποποιητική πράξη της σύμβασης αυτής, δυνάμει της οποίας το επιστρεπτέο ποσό του δανείου αυξήθηκε σε 465 144,09 PLN (περίπου 108 700 ευρώ).
12 Στις 20 Μαρτίου 2008 τα ως άνω συμβαλλόμενα μέρη υπέγραψαν δεύτερη τροποποιητική πράξη της ίδιας σύμβασης (στο εξής: δεύτερη τροποποιητική πράξη). Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της δεύτερης τροποποιητικής πράξης, το προς αποπληρωμή ποσό του δανείου μετατράπηκε σε ελβετικά φράγκα (CHF). Σύμφωνα με το άρθρο 2 της δεύτερης τροποποιητικής πράξης, το επιτόκιο καθορίστηκε βάσει του δείκτη αναφοράς Libor 6M (London Interbank Offered Rate 6-month, διατραπεζικού επιτοκίου έξι μηνών του Λονδίνου), προσαυξημένου κατά το περιθώριο της οικείας τράπεζας. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της δεύτερης τροποποιητικής πράξης, το επίμαχο δάνειο θα εξοφλούνταν σε PLN, τα δε ποσά των μηνιαίων δόσεων υπολογίζονταν κατ’ εφαρμογήν του επιτοκίου πώλησης του νομίσματος αυτού που ίσχυε στη συμβαλλόμενη τράπεζα κατά την ημερομηνία αποπληρωμής της οικείας μηνιαίας δόσης. Επιπλέον, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της δεύτερης τροποποιητικής πράξης όριζε ότι οι τόκοι, τα έξοδα και οι προμήθειες υπολογίζονταν στο νόμισμα του δανείου και έπρεπε να αποπληρώνονται σε PLN, βάσει της τιμής πώλησης του νομίσματος αυτού που ίσχυε στην εν λόγω τράπεζα κατά την ημερομηνία της αποπληρωμής. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 5, της δεύτερης τροποποιητικής πράξης, ο δανειολήπτης είχε ενημερωθεί ότι έφερε τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Τέλος, το άρθρο 5 της δεύτερης τροποποιητικής πράξης όριζε νέα ημερομηνία λήξης του δανείου την 20ή Δεκεμβρίου 2026.
13 Τα συμβαλλόμενα μέρη στην επίμαχη στην κύρια δίκη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου συνήψαν τρίτη τροποποιητική πράξη της σύμβασης αυτής στις 13 Φεβρουαρίου 2015, κατά την οποία αναγνωρίστηκε στον AS το δικαίωμα να καταβάλει τις μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής απευθείας σε ελβετικά φράγκα.
14 Μετά την καταβολή 350 088,07 PLN και 83 920,95 CHF (περίπου 171 800 ευρώ συνολικά), η AS άσκησε στις 25 Νοεμβρίου 2022 ενώπιον του Sąd Okręgowy w Warszawie (περιφερειακού δικαστηρίου Βαρσοβίας, Πολωνία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, αγωγή με αίτημα να αναγνωριστεί η ακυρότητα των ρητρών τιμαριθμικής αναπροσαρμογής που περιλαμβάνονταν στη δεύτερη τροποποιητική πράξη και, επικουρικώς, να κηρυχθεί, μεταξύ άλλων, άκυρη στο σύνολό της η επίμαχη στην κύρια δίκη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου.
15 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι οι ρήτρες των άρθρων 1 και 3 της δεύτερης τροποποιητικής πράξης είναι καταχρηστικές, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, καθόσον μετακυλίουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο εξ ολοκλήρου στον δανειολήπτη. Αναφέρει, ακόμη, ότι η δεύτερη τροποποιητική πράξη δεν μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει χωρίς τις ρήτρες αυτές.
16 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά τη νομολογία του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία), η ακυρότητα τροποποιητικής πράξης σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου έχει ως αποτέλεσμα την επαναφορά σε ισχύ των αρχικών ρητρών της σύμβασης αυτής οι οποίες τροποποιήθηκαν με την τροποποιητική πράξη, χωρίς να τίθεται υπό αμφισβήτηση το κύρος της σύμβασης.
17 Επομένως, η κήρυξη της ακυρότητας μόνον της τροποποιητικής πράξης, λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών της, αρκεί για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των καταναλωτών, όπως αυτός απορρέει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος καταναλωτής δεν δεσμεύεται πλέον από τις εν λόγω ρήτρες. Εν πάση περιπτώσει, η ακυρότητα της σύμβασης στο σύνολό της, συνεπεία της διαπίστωσης περί ακυρότητας της τροποποιητικής πράξης, θα ήταν δυσανάλογη σε σχέση με την επίτευξη του σκοπού αυτού.
18 Τούτου λεχθέντος, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει τους κινδύνους που συνεπάγεται η επαναφορά σε ισχύ των ρητρών της αρχικής σύμβασης όσον αφορά το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που θα έπρεπε να έχει η απάλειψη των καταχρηστικών ρητρών όσον αφορά τη συμπεριφορά των επαγγελματιών. Αφενός, ο επαγγελματίας δεν υφίσταται καμία επίπτωση για τη χρήση καταχρηστικών ρητρών, δεδομένου ότι μπορεί ακόμη, υπό ορισμένες περιστάσεις, να αντλήσει όφελος από την αντικατάσταση των καταχρηστικών ρητρών από τις ρήτρες της αρχικής σύμβασης. Αφετέρου, η ακυρότητα της σύμβασης στο σύνολό της θα είχε ευνοϊκές οικονομικές συνέπειες για τον ενδιαφερόμενο καταναλωτή, ιδίως σε περίπτωση που η αξίωση του δανειστή έχει παραγραφεί.
19 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, εντούτοις, αν η διαπίστωση της ακυρότητας της σύμβασης μπορεί να δικαιολογηθεί όταν στηρίζεται μόνο σε ποσοτικής φύσεως οικονομική εκτίμηση των πλεονεκτημάτων που αντλεί ο ενδιαφερόμενος καταναλωτής από την ακυρότητα.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sąd Okręgowy w Warszawie (περιφερειακό δικαστήριο Βαρσοβίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας [93/93], καθώς και οι αρχές της αποτελεσματικότητας και της αναλογικότητας την έννοια ότι αντιτίθενται σε δικαστική ερμηνεία εθνικής ρυθμίσεως σύμφωνα με την οποία, όταν σε τροποποιητική πράξη σύμβασης περιλαμβάνονται καταχρηστικές ρήτρες συνεπαγόμενες την ακυρότητα της εν λόγω τροποποιητικής πράξης, η τροποποιητική πράξη θεωρείται ως ουδέποτε συναφθείσα, η δε σύμβαση θεωρείται ότι ισχύει εξαρχής υπό τη μη τροποποιηθείσα μορφή της;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
21 Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, καθώς και οι αρχές της αποτελεσματικότητας και της αναλογικότητας έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομολογία κατά την οποία η διαπίστωση της ακυρότητας τροποποιητικής πράξης σε σύμβασης ενυπόθηκου δανείου, μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, λόγω της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στην πράξη αυτή, έχει ως αποτέλεσμα την επαναφορά σε ισχύ των αρχικών ρητρών της σύμβασης, στων οποίων την αντικατάσταση αποσκοπούσε η τροποποιητική πράξη.
Επί του παραδεκτού
22 Η BNP Paribas υποστηρίζει ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι απαράδεκτο, δεδομένου ότι η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται μόνον από την εφαρμογή διατάξεων του πολωνικού δικαίου.
23 Συναφώς, δεν απόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, να ερμηνεύει και να εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο, δεδομένου ότι η αποστολή αυτή απόκειται αποκλειστικώς στο αιτούν δικαστήριο (απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2023, EDP Energias de Portugal κ.λπ., C‑331/21, EU:C:2023:812, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
24 Τούτου λεχθέντος, η διαδικασία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ αποτελεί μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, με την οποία το Δικαστήριο παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που τους είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς επί της οποίας καλούνται να αποφανθούν (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Miasto Łowicz και Prokurator Generalny, C‑558/18 και C‑563/18, EU:C:2020:234, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
25 Πάντως, μολονότι στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη ημιπερίοδος, της οδηγίας 93/13 διευκρινίζεται ότι τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, «τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας», η διαμόρφωση από το εθνικό δίκαιο του πλαισίου για την προστασία την οποία εγγυάται στους καταναλωτές η ανωτέρω οδηγία δεν επιτρέπεται εντούτοις να τροποποιεί την έκταση ούτε, συνακόλουθα, την ουσία της προστασίας αυτής [απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, AxFina Hungary (Διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως), C‑630/23, EU:C:2025:302, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
26 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η εφαρμογή εθνικής νομολογίας στο πλαίσιο της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί μπορεί να εμποδίσει την επίτευξη του αποτρεπτικού σκοπού που προβλέπει η οδηγία 93/13 και την αποτελεσματικότητα της προστασίας των καταναλωτών την οποία εγγυάται η οδηγία.
27 Κατά συνέπεια, η επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου εξαρτάται από την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία τόσο των διατάξεων της οδηγίας όσο και της αρχής της αποτελεσματικότητας, οπότε το υποβληθέν ερώτημα πρέπει να κριθεί παραδεκτό.
Επί της ουσίας
28 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη ημιπερίοδος, της οδηγίας 93/13, οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές.
29 Συναφώς, η ρύθμιση από το εθνικό δίκαιο της προστασίας την οποία εγγυάται στους καταναλωτές η οδηγία 93/13 δεν μπορεί να μεταβάλει την έκταση ούτε, επομένως, την ουσία της προστασίας αυτής [πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, AxFina Hungary (Διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως), C‑630/23, EU:C:2025:302, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
30 Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειται στα κράτη μέλη να προβλέπουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα «προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές», κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής [πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, AxFina Hungary (Διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως), C‑630/23, EU:C:2025:302, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
31 Επομένως, εναπόκειται μεν στα κράτη μέλη να καθορίσουν, στο εθνικό τους δίκαιο, τον τρόπο με τον οποίο διαπιστώνεται ο καταχρηστικός χαρακτήρας ρήτρας περιλαμβανόμενης σε σύμβαση, καθώς τα συγκεκριμένα έννομα αποτελέσματα της διαπίστωσης αυτής, πλην όμως η διαπίστωση αυτή πρέπει να καθιστά δυνατή την αποκατάσταση, από νομικής και πραγματικής απόψεως, της κατάστασης στην οποία θα βρισκόταν ο καταναλωτής αν δεν υπήρχε η καταχρηστική ρήτρα, ιδίως δια της θεσπίσεως δικαιώματος επιστροφής του οφέλους που αποκόμισε αχρεωστήτως ο επαγγελματίας βάσει της καταχρηστικής ρήτρας [πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, AxFina Hungary (Διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως), C‑630/23, EU:C:2025:302, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
32 Τα δε εθνικά δικαστήρια οφείλουν να μην εφαρμόζουν τις καταχρηστικές ρήτρες, ώστε αυτές να μην παράγουν δεσμευτικά αποτελέσματα έναντι του καταναλωτή, εκτός εάν ο ίδιος διατυπώσει βούληση περί του αντιθέτου [πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, AxFina Hungary (Διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως), C‑630/23, EU:C:2025:302, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
33 Κατά συνέπεια, συμβατική ρήτρα η οποία κρίνεται καταχρηστική πρέπει κατ’ αρχήν να θεωρείται ως μηδέποτε υπάρξασα και, επομένως, δεν δύναται να παράγει αποτελέσματα έναντι του καταναλωτή. Επομένως, η διαπίστωση με δικαστική απόφαση της καταχρηστικότητας μιας τέτοιας ρήτρας πρέπει, κατ’ αρχήν, να συνεπάγεται την αποκατάσταση της νομικής και πραγματικής κατάστασης στην οποία θα τελούσε ο καταναλωτής αν δεν υπήρχε η ρήτρα [απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, AxFina Hungary (Διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως), C‑630/23, EU:C:2025:302, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
34 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατά τη νομολογία του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), η ακυρότητα της δεύτερης τροποποιητικής πράξης έχει ως αποτέλεσμα την επαναφορά σε ισχύ των αρχικών ρητρών της επίμαχης στην κύρια δίκη σύμβασης ενυπόθηκου δανείου, οι οποίες είχαν αντικατασταθεί από την τροποποιητική πράξη. Καθίσταται έτσι δυνατή η διατήρηση της ισχύος της σύμβασης, δεδομένου ότι, κατά το αιτούν δικαστήριο, η διαπίστωση της ακυρότητας της σύμβασης στο σύνολό της θα ήταν δυσανάλογη σε σχέση με την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των καταναλωτών.
35 Κατά τη νομολογία, αν ένα εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι, κατ’ εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού του δικαίου, δεν είναι δυνατή η διατήρηση σύμβασης σε ισχύ χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες τις οποίες αυτή περιέχει, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 δεν απαγορεύει κατ’ αρχήν την ακύρωση της σύμβασης (απόφαση της 29ης Απριλίου 2021, Bank BPH, C‑19/20, EU:C:2021:341, σκέψη 85 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η δυνατότητα διατήρησης μιας σύμβασης σε ισχύ, σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού δικαίου, χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες της, πρέπει να εξακριβώνεται βάσει αντικειμενικής προσέγγισης. Επομένως, η κατάσταση ενός εκ των συμβαλλομένων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το αποφασιστικό κριτήριο που διέπει τη μελλοντική τύχη της σύμβασης [απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, AxFina Hungary (Διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως), C‑630/23, EU:C:2025:302, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]
37 Υπό τις συνθήκες αυτές, η διατήρηση της σύμβασης σε ισχύ δεν μπορεί να εξαρτάται από τα ενδεχομένως δυσανάλογα αποτελέσματα της ακυρότητας της σύμβασης σε σχέση με τον σκοπό της προστασίας των καταναλωτών τον οποίο επιδιώκει η οδηγία 93/13.
38 Σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 31 της παρούσας απόφασης, η διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περιλαμβανόμενης σε σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να καθιστά δυνατή την αποκατάσταση, από νομικής και πραγματικής απόψεως, της κατάστασης στην οποία θα βρισκόταν ο καταναλωτής αν δεν υπήρχε η καταχρηστική ρήτρα. Συναφώς, εθνική νομολογία όπως αυτή που αποτελεί αντικείμενο της απόφασης περί παραπομπής, η οποία, λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών της τροποποιητικής πράξης σύμβασης, επιβάλλει την επαναφορά σε ισχύ των αρχικών ρητρών της σύμβασης που αντικαταστάθηκαν από την τροποποιητική πράξη, συνεπάγεται, κατ’ αρχήν, την αποκατάσταση της νομικής κατάστασης στην οποία θα βρισκόταν ο καταναλωτής αν δεν υπήρχαν οι καταχρηστικές ρήτρες.
39 Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι, εάν το εθνικό δικαστήριο είχε την ευχέρεια να αναθεωρεί το περιεχόμενο των καταχρηστικών συμβατικών ρητρών, θα καθίστατο ενδεχομένως δυσχερέστερη η επίτευξη του μακροπρόθεσμου σκοπού του άρθρου 7 της οδηγίας 93/13. Συγκεκριμένα, η ευχέρεια αυτή θα συνέβαλλε στην εκμηδένιση του αποτρεπτικού αποτελέσματος που ασκεί στους επαγγελματίες η πλήρης απαγόρευση εφαρμογής τέτοιων καταχρηστικών ρητρών έναντι των καταναλωτών, στο μέτρο που οι επαγγελματίες θα εξακολουθούσαν να υπόκεινται στον πειρασμό να χρησιμοποιούν τέτοιες ρήτρες, γνωρίζοντας ότι, ακόμη και αν αυτές κηρύσσονταν άκυρες, η σύμβαση θα μπορούσε παρά ταύτα να συμπληρωθεί, κατά το αναγκαίο μέτρο, από το εθνικό δικαστήριο ώστε να εξασφαλιστεί το συμφέρον των εν λόγω επαγγελματιών (απόφαση της 29ης Απριλίου 2021, Bank BPH, C‑19/20, EU:C:2021:341, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
40 Η επαναφορά, όμως, σε ισχύ των ρητρών της επίμαχης σύμβασης από τις οποίες τα συμβαλλόμενα μέρη δεν επιθυμούσαν πλέον να δεσμεύονται μπορεί να υπονομεύσει όχι μόνον την αποτελεσματικότητα της προστασίας των καταναλωτών την οποία εγγυάται η οδηγία 93/13, αλλά και την επίτευξη του σκοπού του άρθρου 7 της οδηγίας 93/13, ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή της χρήσης καταχρηστικών ρητρών από τον επαγγελματία, αποτροπή η οποία διασφαλίζεται μόνον με την απάλειψη των καταχρηστικών ρητρών.
41 Πράγματι, αφενός, η επαναφορά σε ισχύ των αρχικών συμβατικών ρητρών μπορεί να έχει για τον καταναλωτή αρνητικές συνέπειες, οι οποίες απορρέουν ευθέως από την απάλειψη των καταχρηστικών ρητρών. Εν προκειμένω, η Πολωνική Κυβέρνηση επισήμανε, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι η επαναφορά σε ισχύ του δείκτη επιτοκίου που είχε συμφωνηθεί με την αρχική σύμβαση θα συνεπαγόταν την επιστροφή από τον δανειολήπτη των ποσών που αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ της εφαρμογής του δείκτη που καθορίστηκε με τη δεύτερη τροποποιητική πράξη και του δείκτη που είχε καθοριστεί με την αρχική σύμβαση για την περίοδο μετά τη σύναψη της τροποποιητικής πράξης. Επιπλέον, δεδομένου ότι οι συμβαλλόμενοι στην επίμαχη στην κύρια δίκη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου είχαν συμφωνήσει, με τη δεύτερη τροποποιητική πράξη, να τροποποιηθεί προς όφελος του δανειολήπτη η λήξη του δανείου, και συγκεκριμένα υπό τη μορφή παράτασης της προθεσμίας αποπληρωμής, η επαναφορά σε ισχύ της συμφωνηθείσας με την αρχική σύμβαση λήξης του δανείου μπορεί επίσης να αποβεί επιζήμια για τον καταναλωτή.
42 Αφετέρου, υπάρχει ο κίνδυνος να μην αποτρέπονται οι επαγγελματίες από τη χρήση καταχρηστικών ρητρών, εφόσον οι αρχικές συμβατικές ρήτρες τις οποίες οι συμβαλλόμενοι θέλησαν να αντικαταστήσουν με την τροποποιητική πράξη, η οποία περιλαμβάνει ρήτρες που διαπιστώθηκε ότι είναι καταχρηστικές, μπορούν να επανέλθουν σε ισχύ αντί των καταχρηστικών ρητρών που περιλαμβάνονται στην τροποποιητική πράξη. Ειδικότερα, όταν ένας επαγγελματίας αντλεί όφελος από την επαναφορά σε ισχύ των αρχικών ρητρών, μπορεί να εξουδετερωθεί εν μέρει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα το οποίο συνδέεται ιδίως με την επιστροφή στον καταναλωτή του οφέλους που αποκόμισε αδικαιολογήτως εις βάρος του ο επαγγελματίας βάσει καταχρηστικής ρήτρας.
43 Εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει ποια ήταν η βούληση των συμβαλλομένων μερών όταν τροποποίησαν το περιεχόμενο της σύμβασης με την τροποποιητική πράξη.
44 Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει ως σκοπό να αντικαταστήσει την τυπική ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων την οποία καθιερώνει η σύμβαση με μια ουσιαστική ισορροπία, ικανή να αποκαταστήσει τη μεταξύ τους ισότητα (απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Soledil, C‑320/24, EU:C:2025:993, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45 Εναπόκειται, συνεπώς, στο εθνικό δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι η επαναφορά σε ισχύ των αρχικών ρητρών, οι οποίες αντικαταστάθηκαν από τροποποιητική πράξη της οποίας διαπιστώθηκε η ακυρότητα λόγω της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών, καθιστά δυνατή την επίτευξη μιας τέτοιας ουσιαστικής ισορροπίας, που διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία του καταναλωτή, χωρίς να διακυβεύεται η επίτευξη του αποτρεπτικού σκοπού που επιδιώκει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13.
46 Βάσει των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, καθώς και οι αρχές της αποτελεσματικότητας και της αναλογικότητας έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική νομολογία κατά την οποία η διαπίστωση της ακυρότητας τροποποιητικής πράξης σύμβασης ενυπόθηκου δανείου μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, λόγω της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στην πράξη αυτή, έχει ως αποτέλεσμα την επαναφορά σε ισχύ των αρχικών ρητρών της σύμβασης των οποίων η αντικατάσταση με τις καταχρηστικές ρήτρες αποτελούσε το αντικείμενο της τροποποιητικής πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι αρνητικές συνέπειες για τον καταναλωτή και τα πλεονεκτήματα για τον επαγγελματία που απορρέουν από την επαναφορά σε ισχύ των αρχικών συμβατικών ρητρών, ώστε να διασφαλίζεται ότι η επαναφορά των ρητρών αυτών σε ισχύ καθιστά δυνατή την επίτευξη ουσιαστικής ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και, συνακόλουθα, την αποτελεσματική προστασία του καταναλωτή, χωρίς να διακυβεύεται η επίτευξη του αποτρεπτικού σκοπού που επιδιώκει η οδηγία.
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, καθώς και οι αρχές της αποτελεσματικότητας και της αναλογικότητας
έχουν την έννοια ότι:
δεν αντιτίθενται σε εθνική νομολογία κατά την οποία η διαπίστωση της ακυρότητας τροποποιητικής πράξης σύμβασης ενυπόθηκου δανείου μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, λόγω της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στην πράξη αυτή, έχει ως αποτέλεσμα την επαναφορά σε ισχύ των αρχικών ρητρών της σύμβασης των οποίων η αντικατάσταση με τις καταχρηστικές ρήτρες αποτελούσε το αντικείμενο της τροποποιητικής πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι αρνητικές συνέπειες για τον καταναλωτή και τα πλεονεκτήματα για τον επαγγελματία που απορρέουν από την επαναφορά σε ισχύ των αρχικών συμβατικών ρητρών, ώστε να διασφαλίζεται ότι η επαναφορά των ρητρών αυτών σε ισχύ καθιστά δυνατή την επίτευξη ουσιαστικής ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και, συνακόλουθα, την αποτελεσματική προστασία του καταναλωτή, χωρίς να διακυβεύεται η επίτευξη του αποτρεπτικού σκοπού που επιδιώκει η οδηγία.
(υπογραφές)
