Αριθμός 44 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Α. και της Γ. , κατοίκου … , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Ν. και της Σ. , κατοίκου … , 2) Χ. Φ. του Ε. και της Μ. , συζ. Α. Μ. , κατοίκου … , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Του προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβάντος: Α. Α. του Σ. , κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταυρόπουλο, με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 624/2018 μη οριστική, 605/2020 οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου και 356/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-11-2022 αίτησή του και ο προσθέτως παρεμβαίνων με την από 30-1-2023 πρόσθετη παρέμβασή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι και ο προσθέτως παρεμβαίνων παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους, δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
1.α.- Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και ότι η πληρεξουσιότητα προς αυτόν, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και του παρέχει το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ένδικων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται, παύει δε η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες να ισχύει, μετά πέντε έτη από τη χορήγησή της (ΑΠ 46/2022, ΑΠ 1591/2018, ΑΠ 2128/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από την σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 573 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, επισπεύδεται από τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, στον οποίο έχει χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα και με παραγγελία του οποίου κλητεύθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι και παραστάθηκαν. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτός παρών.
2.- Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι η ένδικη αναίρεση είναι η κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, την ένδικη αγωγή ομολογήσεως δουλείας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, στην οποία εξέθετε ότι υπέρ ακινήτου κυριότητάς του, και σε βάρος ακινήτου κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, έχει συσταθεί, με έκτακτη χρησικτησία, δουλεία διοχεύτευσης αρδευτικού ύδατος και δουλεία διόδου. Ότι οι αναιρεσίβλητοι προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια τα δικαιώματά του αυτά, με την πλήρη αφαίρεση της οιονεί νομής του. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζήτησε, κατά την κύρια βάση της αγωγής, την αναγνώρισή του ως δικαιούχου των ιδίων δικαιωμάτων του, την άρση της προσβολής, την παράλειψη κάθε μελλοντικής διατάραξης της οιονεί νομής του, επ’ απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης των αναιρεσιβλήτων για κάθε μελλοντική τοιαύτη και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των τελευταίων, δια της προσβολής των ανωτέρω δικαιωμάτων του. Επιπλέον, με την επικουρική βάση της ίδιας αγωγής του, ζήτησε, για την περίπτωση που κριθεί ότι η άσκηση των ενδίκων δουλειών κατέστη αδύνατη κατά τρόπο απόλυτο και διαρκή, εξαιτίας της ίδιας, κατά τα ανωτέρω, παράνομης και υπαίτιας προσβολής αυτής από τους αναιρεσίβλητους, αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, η οποία αντιπροσωπεύει τη μείωση της αξίας του δεσπόζοντος ακινήτου του, το οποίο ενώ, ήταν με την άσκηση της δουλείας ποτιστικός αγρός, κατέστη, με την υπαίτια και παράνομη κατάργηση αυτής, ξερικός και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 624/2018 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, το οποίο, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς αμφότερες τις βάσεις της, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, μετά την διεξαγωγή της οποίας εξέδωσε την 605/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της ως προς όλα τα αιτήματά της και δεν ερεύνησε την επικουρική της βάση.
Κατά της απόφασης αυτής, άσκησαν έφεση οι εναγόμενοι- αναιρεσίβλητοι, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο με την 356/2022 απόφασή του, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, κατά παραδοχή ένστασης των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης των αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος. Αυτή η τελευταία απόφαση προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 3, 552, 553 παρ.1 β, 556 παρ.1, 558, 564 παρ.1,3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, και είναι παραδεκτή (577 παρ.1), επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
3.- Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει, σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον (Ολ ΑΠ 3/2019, ΟλΑΠ 13/2006, ΟλΑΠ 1/1996).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, ως αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (Α.Π.1736/2017). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (Α.Π.1329/2017, Α.Π.611/2013, Α.Π. 1171/2012).
3.α.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 34, 35, 127 ΑΚ, 62, 63, 286 επ., 313 παρ. 1 περ. δ`, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει ν` απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, αν δε αυτός πεθάνει πριν την άσκησή της και το γεγονός αυτό είναι σε γνώση του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης, αυτή πρέπει ν` απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων του κλπ., διαφορετικά απορρίπτεται αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτη (ΑΠ 874/2015, ΑΠ 625/2012).
3. β.- Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 225 ΑΚ, που ορίζει ότι η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, ότι η μεταβίβαση του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη, προκύπτει ότι παρέχεται κατ` αρχήν η δυνατότητα στους διαδίκους μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του αντικειμένου της δίκης, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση αυτής, διότι δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά συνεχίζεται μεταξύ των ίδιων διαδίκων, εωσότου νομίμως περατωθεί. Μέχρι τότε παραμένει και η εξουσία του απαλλοτριώσαντος ή σε περίπτωση θανάτου του των καθολικών του διαδόχων για τη διεξαγωγή της δίκης. Ο δε ειδικός διάδοχος δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου, αλλά έχει το δικαίωμα να εισέλθει στη δίκη με την άσκηση παρέμβασης (κύριας ή πρόσθετης) (ΑΠ 170/2019, 1073/2015, ΑΠ 2249/2014), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθ. 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 767/2025, Α.Π. 607/2024, Α.Π. 200/2024). Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος συνεπάγεται την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης, ως απαράδεκτης, ερευνώμενης αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (ΑΠ 711/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση ο Α. Α. , άσκησε το πρώτον, ενώπιον του Αρείου Πάγου, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου, την από 30.01.2023 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος- αναιρεσείοντος Π. Π. Έχει δε έννομο συμφέρον να παρέμβει στην εκκρεμή κύρια δίκη, καθόσον, όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της παρέμβασης, επιπροσθέτως δε αποδεικνύεται και από τα επισκοπούμενα για το σκοπό αυτό, έγγραφα της δικογραφίας, ο προσθέτως παρεμβάς, απέκτησε την ιδιότητα του ειδικού διαδόχου του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου, δια της προς αυτόν, από τον αναιρεσείοντα, πώλησης του ιδίου ακινήτου με το …/2017 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Ι. Κ. , που μεταγράφηκε νόμιμα. Επομένως, η κρινόμενη πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη, λόγω της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβάντος, από τις αντανακλαστικές, γιαυτόν, έννομες συνέπειες της απόφασης που θα εκδοθεί, σε σχέση με την αγωγική αξίωση για την αιτούμενη προστασία των δουλειών και πρέπει, κατά το μέρος αυτό να γίνει δεκτή, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναίρεσης. Κατά το μέρος όμως των αγωγικών αξιώσεων, περί αποζημίωσης του ενάγοντος- αναιρεσείοντος, λόγω αδικοπραξίας σε βάρος του από τους εναγομένους- αναιρεσιβλήτους, η παρέμβαση είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του παρεμβαίνοντος, ερευνωμένου αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, καθόσον πρόκειται για αμιγώς προσωποπαγή αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος και καμία αντανακλαστική συνέπεια θα έχει, για τον παρεμβαίνοντα, ως προς τα ζητήματα αυτά η απόφαση που θα εκδοθεί.
4.- Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει καταφανώς τα όρια, τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ. Α.Π. 16/2006, Ολ.Α.Π. 17/1995, Α.Π. 17/2011, 91/2011, 896/2011).
4.α.- Με το άρθρο 25 του Ν. 1577/1985 “Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός” (ΓΟΚ) ορίζονται σε σχέση με τις δουλείες σε ακίνητο, τα εξής:
“1. Απαγορεύεται η σύσταση δουλειών, οι οποίες συνεπάγονται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης ή επέκτασης των κτιρίων ή εγκαταστάσεων σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Από την απαγόρευση αυτή εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου ή κτιρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου. Δικαιοπραξίες που αντιβαίνουν στη διάταξη της παραγράφου αυτής είναι απολύτως άκυρες.
2. Δουλείες που έχουν συσταθεί έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού δεν εμποδίζουν την έκδοση οικοδομικής αδείας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Οι δουλείες αυτές καταργούνται κατά τη διαδικασία των επομένων παραγράφων, αν εκδοθεί νόμιμη οικοδομική άδεια για να γίνουν στο δουλεύον ακίνητο κατασκευές ή εγκαταστάσεις που καθιστούν αδύνατη εν όλω ή εν μέρει την άσκηση της δουλείας. Κατ’ εξαίρεση δεν υπάγονται στην παράγραφο αυτή η δουλεία διόδου, όπως αυτή ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο.
3) Στο δικαιούχο της καταργούμενης δουλείας καταβάλλεται αποζημίωση. Ο καθορισμός του ποσού της αποζημίωσης, ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς γίνεται από το Ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το δουλεύον ακίνητο, που δικάζει κατά τις σχετικές διατάξεις της πολιτικής δικονομίας, ύστερα από αίτηση του δικαιούχου της δουλείας ή εκείνου στον οποίο έχει χορηγηθεί νόμιμη οικοδομική άδεια, για την εκτέλεση εργασιών ασυμβίβαστων με την άσκηση της δουλείας.
4. Η δουλεία καταργείται με την καταβολή ή κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της αποζημίωσης. Μετά την κατάργηση επιτρέπεται να εκτελεστούν, σύμφωνα με την οικοδομική άδεια, οι εργασίες τις οποίες εμπόδιζε η δουλεία”. Εξάλλου από το σκοπό και το όλο πνεύμα του εν λόγω άρθρου που αποσκοπεί στην επίτευξη δόμησης με βάση ορθολογικούς πολεοδομικούς κανόνες χάριν της απρόσκοπτης οικονομικής ανάπτυξης, αφού η σύσταση ή η διατήρηση προϋφισταμένων δουλειών που συνεπάγονται περιορισμούς της δυνατότητας ανέγερσης ή επέκτασης κτιρίων ή εγκαταστάσεων θεωρούνται αναχρονισμός στην σύγχρονη πολεοδόμηση, συνάγεται ότι μόνο σε ορισμένες εξαιρετικές και ακραίες περιπτώσεις άφευκτης ανάγκης είναι ανεκτή η ύπαρξη σχέσεων, όπως είναι οι δουλείες, που περιορίζουν την κυριότητα του δουλεύοντος ακινήτου κατά την οικοδόμησή του. (ΑΠ. 659/2016).
4.β.- Η πραγματική δουλεία αποσβήνεται, μεταξύ άλλων, και όταν η άσκησή της έχει καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς (ΑΚ 1136). Τέτοια αδυναμία, υπάρχει όταν παύει η, από το δουλεύον ακίνητο, παροχή ωφελείας ή χρησιμότητας υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όταν εκλείπει η εξυπηρετούμενη ανάγκη του δεσπόζοντος, κατ’ αρχήν έτσι όπως η εν λόγω ανάγκη έχει αποτελέσει στοιχείο του περιεχομένου της δουλείας κατά τη σύστασή της, η δε έκλειψη της ως άνω ανάγκης επέρχεται εξαιτίας αυτάρκειας του δεσπόζοντος ή, κατ’ άλλη έκφραση, όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη. Ο λόγος μπορεί να οφείλεται σε φυσικό γεγονός ή σε ενέργεια τρίτου ή του κυρίου του δουλεύοντος ή του δεσπόζοντος. Η έννοια πάντως της διάταξης αυτής είναι ότι εντεύθεν εκλείπει η χρησιμότητα της δουλείας διαρκώς και απολύτως και η αδυναμία άσκησης καταλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος (ΑΠ 1454/2011, ΑΠ 1854/2009).
5.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
5.α- Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
5.β.- Οι από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι δεν ιδρύονται, όταν οι ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς και πλήρως και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν “αιτιολογία” της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 528/2017).
6.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “O ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 966,00 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση “Ρένα ή Ραφτέϊκα” της πρώην Κοινότητας Αραχωβιτίκων Πατρών, το οποίο απέκτησε δυνάμει του με αριθμό …-1996 συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας της συμβολαιογράφου Πατρών Ο. συζ. Γ. Σ. , που μεταγράφηκε νόμιμα ……., παρακρατούμενης της ισοβίου επικαρπίας στο πρόσωπο της παρέχουσας μητέρας του, η οποία απεβίωσε στις …-1999…. Οι εναγόμενοι είναι συγκύριοι, συγκάτοχοι και συννομείς, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δύο συνεχόμενων ακινήτων στην ίδια ως άνω θέση, τα οποία περιήλθαν σε αυτούς: α) το μεν πρώτο, εμβαδού 1.353,18 τ.μ., δυνάμει του με αριθμό …-2007 συμβολαίου αποδοχής κληρονομίας – αγοραπωλησίας οικοπέδου της συμβολαιογράφου Πατρών Α. Σ. , που μεταγράφηκε νόμιμα….. συνορευόμενο γύρωθεν Βόρεια με αυλάκι άρδευσης και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Π. Π. , Ανατολικά με αυλάκι άρδευσης και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Β. Π. και εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Π. , με εδαφικό τμήμα, που αφέθηκε σε κοινή χρήση και πέραν αυτού με τη δημοτική οδό (χωματόδρομο) και προς Π.Ε.Ο Πατρών – Κορίνθου, Νότια με ιδιοκτησία Π. Γ. και Δυτικά με εδαφικό τμήμα, που αφέθηκε σε κοινή χρήση και πέραν αυτού με αυλάκι άρδευσης και πέραν με την οδό … και β) το δε δεύτερο, εμβαδού 649,50 τ.μ., δυνάμει του με αριθμό …-2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας οικοπέδου της συμβολαιογράφου Πατρών Α. Σ. , που μεταγράφηκε νόμιμα…., συνορευόμενο γύρωθεν Ανατολικά με αγροτική οδό, Δυτικά με την ως άνω ιδιοκτησία των εναγόμενων, Βόρεια με ιδιοκτησία Β. Π. και Νότια επίσης με την ως άνω ιδιοκτησία των εναγόμενων. Οι δύο ως άνω ιδιοκτησίες των εναγόμενων έχουν πλέον συνενωθεί σε ένα ενιαίο ακίνητο. Τα ανωτέρω δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Στην περιοχή, όπου βρίσκονται τα εν λόγω ακίνητα, ….. υπάρχει δίκτυο άρδευσης των αγροτεμαχίων, το οποίο δεν έχει “κοινό ιδιοκτήτη”, αλλά το κάθε τμήμα του διέρχεται εντός διαφορετικών ιδιοκτησιών, με απώτερο σκοπό το πότισμα κάθε ιδιοκτησίας, όσο και των άλλων από τις οποίες διέρχεται. Τα δύο ως άνω συνεχόμενα ακίνητα ιδιοκτησίας των εναγόμενων, ανατολικά συνορεύουν με κοινοτικό υδραύλακα, ενώ παράλληλα και το ακίνητο του ενάγοντος συνορεύει δυτικά επίσης με κοινοτικό υδραύλακα, όπως αυτοί (υδραύλακες) αποτυπώνονται στα ως άνω αναφερόμενα τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Δ. Τ. Ο επίδικος αρδευτικός αύλακας, ….ξεκινούσε από το σημείο διακλάδωσης αυτού με τον κεντρικό κοινόχρηστο υδραύλακα, που βρίσκεται στο ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας των εναγόμενων, συνέχιζε σε ευθεία γραμμή, κατευθυνόμενος από ανατολικά προς δυτικά, κατά μήκος του κοινού ορίου των δύο διακεκριμένων τότε ακινήτων Ιδιοκτησίας των εναγόμενων, διερχόταν μέσω τσιμεντένιου αγωγού από χωματόδρομο (αγροτική οδός ή οδός προς “Ραφτέϊκα”) και αμέσως μετά εισερχόταν με την ίδια κατεύθυνση στο νοτιοανατολικό άκρο της ιδιοκτησίας των εναγόμενων, διερχόταν από όλο το μήκος και στην άκρη της νότιας πλευράς (57 μ.) αυτής και στη συνέχεια έστριβε και κατευθυνόταν από νότο προς βορρά, διερχόμενος σε όλο το μήκος και στην άκρη της δυτικής πλευράς (13 μ.) της ιδιοκτησίας των εναγόμενων και στη συνέχεια εισερχόταν στις ιδιοκτησίες της αδερφής του ενάγοντος Ε. Κ. , καθώς και του ιδίου του ενάγοντος. O επίδικος αρδευτικός υδραύλακας σε όλη τη διαδρομή των 57 μ. και 13 μ. ήταν χωμάτινος, πλάτους 0,60 και βάθους 0,40 μέτρων, μπορούσε να υποδεχτεί ποτιστικό νερό και βρισκόταν στη βόρεια πλευρά του πρώτου προπεριγραφέντος ακινήτου (1.353,18 τ.μ.) που οι ίδιοι απέκτησαν το έτος 2007, στο όριο με το δεύτερο ακίνητο που απέκτησαν το έτος 2008 (649,50 τ.μ.). Παράλληλα με το αυλάκι αυτό είχε διανοιχθεί και δίοδος, πλάτους 0,80 μέτρων προς εξυπηρέτηση των αναγκών παρακολούθησης, συντήρησης και καθαρισμού αυτού. Παρά την άρνηση των εναγομένων, σχετικά με την ύπαρξη του προαναφερόμενου αύλακα επί του κοινού ορίου των δύο ως άνω ιδιοκτησιών τους, η ύπαρξη αυτού προκύπτει από τη ρητή αναφορά του στο ανωτέρω προσκομιζόμενο με επίκληση από τους διαδίκους με αριθμό …-2007 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας αγοραπωλησίας του περιγραφόμενου υπό στοιχείο α ακίνητό των εναγόμενων (1.353,18 τ.μ.), ως βόρειο όριο αυτού, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι τελευταίοι με σχετικούς ισχυρισμούς της έφεσής τους, σύμφωνα με τον οποίο (τίτλο κτήσης) το ως άνω ακίνητο, που απέκτησαν με αγορά από τον Α. Ν. συνόρευε Βόρεια και ανατολικά με αυλάκι άρδευσης, το οποίο απεικονίζεται και στο συνημμένο στο ως άνω συμβόλαιο από Οκτωβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Σ. Η ύπαρξη αυτού (αύλακα) άλλωστε προκύπτει από την με αριθμό …/2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Κ. Μ. , η διενέργεια της οποίας διατάχθηκε με την με αριθμό 624/2018 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον ενάγοντα με αριθ. πρωτ. …-2008 βεβαίωση του τότε Αντιδημάρχου Ρίου Ι. Τ. , που εκδόθηκε μετά από αίτηση των εναγόμενων. Το αυλάκι αυτό και τη δίοδο παρακολούθησης του υδραύλακα χρησιμοποιούσαν τόσο ο ενάγων, όσο και οι δικαιοπάροχοί του, με διάνοια δουλειούχου, προκειμένου να ποτίζουν τα ευρισκόμενα τότε εντός του αγροτεμαχίου τους δένδρα (λεμονιές και ελαιόδεντρα), για χρονικό διάστημα περίπου εκατό (100) ετών, ήτοι πολύ πέραν των είκοσι ετών και συνεπώς, με τον τρόπο αυτό συστάθηκε υπέρ του ακινήτου του ενάγοντος πραγματική δουλεία διοχέτευσης ύδατος προς άρδευση δια του ακινήτου των εναγόμενων, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρουμένου του χρόνου οιονεί νομής των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος στο χρόνο οιονεί νομής του τελευταίου, καθώς και το αναγκαστικά συνεχόμενο δικαίωμα παρακολούθησης του υδραύλακα, μέσω της διόδου που είχε ανοιχθεί παράλληλα με το αυλάκι.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, από το ανωτέρω οικόπεδο των εναγόμενων (εμβαδού 649,50 τ.μ.), σύμφωνα και με το ως άνω ….συμβόλαιο αγοραπωλησίας οικοπέδου …. και σύμφωνα με δήλωση του μηχανικού Δ. Τ., τμήμα αυτού με στοιχεία (22-23-24-86-69-68-22) βρίσκεται εντός του οικισμού Αραχωβίτικων (απόφαση Χ 9649/25-08-1989 του Νομάρχη Αχαΐας ΦΕΚ 560 Δ’ /08-09-1989), ενώ το υπό στοιχεία (24-25-26-41-43-88-39-35-44-73-72-71-70-86-24) τμήμα αυτού βρίσκεται εκτός οικισμού, όπως αυτά (τμήματα) εμφαίνονται στο συνημμένο στον άνω τίτλο κτήσης από Μάιο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Τ. Το εν λόγω οικόπεδο κατέστη άρτιο κατά παρέκκλιση ως προϋπάρχον του 1985, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 του ΠΔ της 24-04-1985 (ΦΕΚ 181 Δ’/03-05-1985) και θεωρήθηκε εξ ολοκλήρου εντός του οικισμού. Δεν ήταν οικοδομήσιμο, επειδή δεν έχει πρόσωπο σε δημοτική οδό, που να βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού, κατέστη, όμως, οικοδομήσιμο, διότι πληρώθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 6 του ΠΔ της 24-04-1985 (ΦΕΚ 181 Δ ‘ 10305-1985). Ενόψει των ανωτέρω, λοιπόν, οι εναγόμενοι επιμελήθηκαν της έκδοσης της με αριθμό 542/03-07-2009 νόμιμης οικοδομικής άδειας, που εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Πατρών, δυνάμει της οποίας, περί τις αρχές του έτους 2010, ξεκίνησαν τις εργασίες για την κατασκευή διώροφης μονοκατοικίας εντός των ορίων του ως άνω υπό στοιχείο β ακινήτου των εναγόμενων. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών ανέγερσης της ως άνω οικοδομής και διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου περιφράχθηκε το οικόπεδο των εναγόμενων, ώστε να μην είναι δυνατή η διέλευση τρίτων, μπαζώθηκε το επίδικο αυλάκι, που βρίσκεται εντός του δεύτερου (δουλεύοντος) από τα ως άνω ακίνητά τους και κατασκευάστηκε περιμετρικά του εν λόγω οικοπέδου τους τοιχίο τσιμεντένιο, ύψους περίπου ενός μέτρου, …..γεγονός που σημαίνει ότι το έτος 2012 το ως άνω τοιχίο περίφραξης ήταν κατασκευασμένο.
Κατά την έκδοση της ανωτέρω αναφερόμενης οικοδομικής άδειας, η αρμόδια πολεοδομική αρχή εξέτασε, με βάση τα στοιχεία που της υποβλήθηκαν από τους εναγόμενους, εκτός από τη συνδρομή των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων για την έκδοση αυτής και το εάν κατά το παρελθόν συστάθηκαν δουλείες, οι οποίες παρεμποδίζουν κάποιες (ή και όλες) τις απαραίτητες οικοδομικές εργασίες και εάν αυτές πρέπει να διατηρηθούν. Η κρίση αυτή της πολεοδομικής αρχής είναι τεχνική και στηρίζεται αποκλειστικώς σε κριτήρια πολεοδομικά, μπορεί δε να είναι ρητή ή και να προκύπτει από την σιωπή της, όπως συμβαίνει όταν τελικά χορηγείται οικοδομική άδεια. Όταν η άδεια χορηγείται, οι υπάρχουσες δουλείες καταργούνται με τη χορήγηση αυτής υπό την αναβλητική αίρεση, ότι θα επακολουθήσει με αίτηση του δικαιούχου της δουλείας ή του δικαιούχου της αδείας διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου Ειρηνοδικείου, το οποίο καλείται να προσδιορίσει το ύψος της χορηγητέας στον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου αποζημίωσης.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον εκδόθηκε νόμιμη οικοδομική άδεια τεκμαίρεται ότι ελέγχθηκε από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία Πατρών, η τυχόν ύπαρξη δουλειών επί το οικοπέδου που θα αναγειρόταν οικοδομή και εφόσον χορηγήθηκε, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η τυχόν ύπαρξη αυτών καταργήθηκε υπό την αναβλητική αίρεση πραγματοποίησης της ως άνω διαδικασίας ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδικείου. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η επικαλούμενη δουλεία διοχέτευσης αρδευτικού ύδατος έχει αποσβεσθεί λόγω εικοσαετούς αχρησίας, κατ’ άρθρο 1136 ΑΚ, καθ’ όσον όλοι οι αρδευτικοί αύλακες που βρίσκονται τόσο εντός του ακινήτου του ενάγοντος, όσο και των εναγόμενων, έχουν παύσει να χρησιμοποιούνται τουλάχιστον από το έτος 1957, λόγω της εγκατάλειψης των καλλιεργειών και της χρήσης τους πλέον ως οικοπέδων. Αντιθέτως, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το ως άνω αγροτεμάχιό του εξακολουθούσε κατά τον επίδικο χρόνο (2012) να είναι ποτιστικό και ότι, εξαιτίας των ως άνω ενεργειών των εναγόμενων προσεβλήθη, το δικαίωμά του πραγματικής δουλείας διοχέτευσης ύδατος και πραγματικής δουλείας διόδου αντίστοιχα και έτσι δεν μπορούσε πλέον να ποτίσει το αγροτεμάχιό του, ενώ τα δέντρα και ειδικά οι λεμονιές μαράζωσαν και ξεράθηκαν, με αποτέλεσμα το ως άνω ακίνητό του να μετατραπεί σε ξερικό. Ωστόσο, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει, ότι o ενάγων εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί τον επίδικο υδραύλακα και τη δίοδο παρακολούθησης αυτού, κατά τον επίδικο χρόνο μπαζώματος του επίδικου υδραύλακα και ότι συνέχιζε μέχρι τότε (2012) να ποτίζει τα τυχόν υπάρχοντα στο οικόπεδό του δέντρα. Αντιθέτως, από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του μάρτυρα απόδειξης Π. Γ. αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων είναι συνταξιούχος του Ο.Τ.Ε. , σήμερα είναι ηλικίας 86 ετών, ζει μόνιμα στην Αθήνα και ότι αυτός που ασχολούνταν με το κτήμα, ήταν μόνον ο αδερφός του Α. Π. , ο οποίος όμως είχε ήδη αποβιώσει, κατά το χρόνο κατάθεσης του ως άνω μάρτυρα (02-05-2017). Ο ενάγων δεν προσκόμισε άλλα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι το ως άνω ακίνητό του εξακολουθούσε, κατά τον επίδικο χρόνο (2012), να είναι αγροτεμάχιο ποτιστικό, όπως φωτογραφίες από τις οποίες να προκύπτει η ύπαρξη δέντρων στο ακίνητό του, η ύπαρξη αυλακιών διοχέτευσης του ύδατος προς αυτά (δέντρα) ή η ύπαρξη τυχόν ξεραμένων δέντρων, αλλά ούτε και ληξιαρχική πράξη θανάτου του ως άνω αναφερόμενου αδερφού του, από την οποία να προκύπτει ο χρόνος θανάτου αυτού, ώστε να εξακριβωθεί μέχρι πότε τυχόν καλλιεργούνταν στο ακίνητο του ενάγοντος λεμονιές και ελαιόδεντρα. Μόνη η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης δεν αρκεί για να οδηγήσει το παρόν δικαστήριο σε αποδοχή του ανωτέρω ισχυρισμού του ενάγοντος (περί ποτιστικού αγροκτήματος), ενόψει και των αντίθετων καταθέσεων του μάρτυρα ανταπόδειξης Ν. Μ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και της ως άνω ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Ι. Μ. , από τις οποίες προκύπτει ότι, οι ανωτέρω κατά την έναρξη των εργασιών κατασκευής της ως άνω κατοικίας των εναγόμενων το 2010 δεν διαπίστωσαν αμφότεροι την ύπαρξη υδραύλακα στο οικόπεδο των εναγόμενων, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο επίδικος υδραύλακας είχε αρκετά χρόνια να χρησιμοποιηθεί.
Εξάλλου, από το προσκομιζόμενο από τον ίδιο τον ενάγοντα με αριθμό …-2017 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Πατρών Ι. Κ. , που νόμιμα μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών ….. προκύπτει ότι, ο ενάγων πώλησε το ως άνω ακίνητό του στον Α. Α. και στο εν λόγω συμβόλαιο γίνεται αναφορά σε οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση “Ρένα ή Ραφτέικα” εντός των ορίων οικισμού της Τ.Κ Αραχωβίτικων (Π.Δ 24/4-3/5/85 ΦΕΚ 181 Δ ‘ & Π.Δ 14/2-23/2/87 Φ.Ε.Κ 133 Δ’ & Τροπ/ση Φ.Ε.Κ 289/04-11-2011 & Αποφ. Ν/ρχη Αχαίας Χ 9649 Φ.Ε.Κ 560 Δ’/08-09-1989 ΠΔ/04-11-2011 ΦΕΚ 289/ΑΑΠ/4-11-11) της Δ.Ε. Ρίου, του Καλλικρατικού Δήμου Πατρέων, με πρόσωπο στην οδό …
Εκ των ανωτέρω, λοιπόν, προκύπτει ότι, το ακίνητο του ενάγοντος δεν αποτελούσε ποτιστικό αγροτεμάχιο, όπως o ίδιος αβάσιμα ισχυρίζεται στην αγωγή του, αλλά οικόπεδο και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα μετατροπής αυτού κατά τον επίδικο χρόνο από ποτιστικό σε ξερικό. Ταυτόχρονα ούτε και ο ισχυρισμός των εναγόμενων περί αχρησίας του επίδικου υδραύλακα τουλάχιστον από το έτος 1957 αποδείχθηκε, προκειμένου να στηρίξουν την ένστασή τους περί απόσβεσης της επίδικης δουλείας με εικοσαετή αχρησία, κατ’ άρθρο 1138 Α.Κ. Αποδείχθηκε ότι o επίδικος υδραύλακας είχε χρόνια να χρησιμοποιηθεί, αλλά όχι από το έτος 1957. Ωστόσο, από τα όλα τα ανωτέρω και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, προκύπτει κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου ότι, εξαιτίας της έκδοσης της ως άνω με αριθμό 542/2009 νόμιμης οικοδομικής άδειας από την Πολεοδομία Πατρών, η οποία ουδέποτε ανακλήθηκε και των κατασκευών, που πραγματοποιήθηκαν στο δουλεύον ακίνητο των εναγόμενων (περίφραξη οικίας με τοιχία), η άσκηση από τον ενάγοντα της πραγματικής δουλείας άρδευσης μέσω του ακινήτου των εναγόμενων, καθώς και το αναγκαστικά συνεχόμενο δικαίωμα παρακολούθησης το υδραύλακα μέσω της διόδου, που είχε ανοιχθεί παράλληλα με τ αυλάκι και που είχε συσταθεί με έκτακτη χρησικτησία υπέρ του ακινήτου του ενάγοντος και σε βάρος του (ενιαίου πλέον) ακινήτου των εναγομένων, κατέστη πλέον απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς, αφού όπως προαναφέρθηκε οι εναγόμενοι μπάζωσαν τον επίδικο υδραύλακα και στη θέση αυτού έχουν ανεγερθεί τσιμεντένια τοιχία της οικοδομής τους και παράλληλα το ακίνητο του ενάγοντος αποτελεί πλέον οικόπεδο και όχι αγροτεμάχιο. Εξάλλου, όπως αναφέρεται και ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων, κατά τον επίδικο χρόνο μπαζώματος του επίδικου υδραύλακα (περί το 2012), εξακολουθούσε να καλλιεργεί είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω τρίτου στο ακίνητό του λεμονιές και ελαιόδεντρα, τα οποία ποτιζόταν από τον επίδικο υδραύλακα. Επιπλέον, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, εφόσον η επίδικη δουλεία διοχέτευσης ύδατος από υδραύλακα και διόδου (αυλακόδρομος) περί παρακολούθησης αυτού, υφίσταντο κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 1577/1985 (18-12-1985), αυτές καταργήθηκαν με το άρθρο 25 παρ. 2 του νόμου αυτού (1577/1985) και υπολείπεται για την ολοκλήρωση της κατάργησης αυτών, ο καθορισμός της κατά νόμο αποζημίωσης του ενάγοντος από το αρμόδιο Ειρηνοδικείο, όπου μπορούν να προσφύγουν οι διάδικοι.
Συνεπώς, εξαιτίας του ότι η άσκηση της επίδικης δουλείας, κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω εκτιθέμενους πραγματικούς λόγους και επιπλέον αυτή καταργήθηκε με το άρθρο 25 παρ. 2 του νόμου αυτού (1577/1985) υπό την αναβλητική αίρεση, ότι θα επακολουθήσει με αίτηση του δικαιούχου της δουλείας ή του δικαιούχου της αδείας η διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου Ειρηνοδικείου, το οποίο είναι αρμόδιο να προσδιορίσει το ύψος της χορηγητέας στον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου αποζημίωσης, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου, έπαυσε ο λόγος ύπαρξης της δουλείας και συντρέχει νόμιμος λόγος να αναγνωρισθεί ότι η εμμονή του ενάγοντος να εξακολουθεί να την χρησιμοποιεί συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, δεκτής γενόμενης ως και ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής προβαλλόμενης από τους εναγόμενους έντασης. O ισχυρισμός του ενάγοντος ότι, οι εναγόμενοι απαραδέκτως, προέβαλαν το πρώτον ενώπιον αυτού του δικαστηρίου την έντασή τους περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής από τον ενάγοντα, λόγω κατάργησης της επίδικης δουλείας, δυνάμει του άρθρου 25 του Γ.Ο.Κ κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς, κατά το οριζόμενα στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρόκειται για ισχυρισμό που προβλήθηκε δικαιολογημένα το πρώτον από τους εκκαλούντες, προς ενίσχυση της προβαλλόμενης από αυτούς και πρωτόδικα ένστασης περί κατάχρησης δικαιώματος και συνεπώς προβλήθηκε παραδεκτά με την έφεσή τους (άρθρ. 527 περίπτ. 4 ΚΠολΔ.).
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε ότι, οι εναγόμενοι προέβησαν υπαίτια στην ως άνω ενέργειά τους (μπάζωμα του ανωτέρω αρδευτικού αύλακα και του αυλακόδρομου καθ’ όλο το μήκος του), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, καθώς αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι προέβησαν σε όλες τις οικοδομικές εργασίας νόμιμα και σύμφωνα με την ως άνω εκδοθείσα οικοδομική άδεια. Δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν τόσο την ύπαρξη του προπεριγραφόμενου υδραύλακα, ο οποίος διερχόταν από την ιδιοκτησία τους, όσο και την υφιστάμενη δουλεία, καθώς από μεν την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης – πατέρα του πρώτου εναγόμενου Ν. Μ., ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι, οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν την ύπαρξη του επίδικου υδραύλακα, το πρώτον από τον ίδιο τον ενάγοντα, αφού όμως, ήδη είχαν προχωρήσει κατά πολύ οι εργασίες ανοικοδόμησης της διώροφης οικοδομή τους, από δε την ως άνω με αριθμό …-2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Α. Σ., προκύπτει ότι, τον Φεβρουάριο του 2010 ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε στον προαναφερόμενο μάρτυρα τις χωματουργικές εργασίες στο οικόπεδό του στα Αραχωβίτικα της Δ.Ε Ρίου του Δήμου Πατρέων, επί της οδού … , για την ανέγερση της ως άνω οικοδομής του και επί αυτού (οικοπέδου) ο εν λόγω μάρτυρας δεν διαπίστωσε την ύπαρξη υδραύλακα, παρά μόνον την ύπαρξη όχθου, δηλαδή μίας υψομετρικής διαφοράς προς την νότια πλευρά του οικοπέδου, 30 περίπου εκατοστών, όπου ξεχώριζε η διπλανή ιδιοκτησία του πρώτου εναγόμενου.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι, οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι προσβάλλουν το επίδικο δικαίωμά τους και εντούτοις, προέβησαν στην κατάργηση αυτού και στον αποκλεισμό του από τη χρήση του για την εξυπηρέτηση των αρδευτικών αναγκών του κτήματός του και ως εκ τούτου κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Εξάλλου, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ούτε ότι το ύψος της προξενηθείσας στον ενάγοντα ζημίας ανέρχεται στο ποσό των 45.000,00 ευρώ, ούτε ότι η αξία του ακινήτου του ανερχόταν στο ποσό των 150.000,00 ευρώ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται στην υπό κρίση αγωγή. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η αντικειμενική αξία του ακινήτου του ενάγοντος, ούτε εάν αυτό, κατά το χρόνο μπαζώματος του επίδικου υδραύλακα από τους εναγόμενους, ήταν ή όχι ποτιστικό και εξαιτίας της κατάργησης της δουλείας κατέστη ξερικό. Μόνη η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης του ενάγοντος, χωρίς το συνδυασμό αυτής με άλλα αποδεικτικά μέσα (όπως φύλλο υπολογισμού αντικειμενικής αξίας αυτού, δημοσιεύσεις πώλησης ή αγοράς όμορων ακινήτων κ.α), δεν αρκεί, για να οδηγήσει το παρόν δικαστήριο, σε αποδοχή του σχετικού επικουρικού αιτήματος του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν αποζημίωσης, ύψους 45.000,00 ευρώ, λόγω της προξενηθείσας σ’ αυτόν ζημίας.
Άλλωστε από το ως άνω προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα με αριθμό …-2017 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Πατρών Ι. Κ. , προκύπτει ότι, ο ενάγων πώλησε το ως άνω ακίνητό του στον Α. Α. , αντί τιμήματος 20.000,00 ευρώ, παρότι αυτό εκτιμήθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ στο ποσό των 81.522,00 ευρώ. Από το ως άνω δε συμβόλαιο προέκυψε ότι το ακίνητο του ενάγοντος δεν αποτελεί αγροτεμάχιο, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στην αγωγή του, αλλά οικόπεδο και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα μετατροπής αυτού από ποτιστικό σε ξερικό και άρα μείωσης της αξίας αυτού.
Συνεπώς, τα συμπεράσματα της διαταχθείσας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο από 01-08-2019 πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Κ. Μ. , περί του ότι δεν υφίσταται εναλλακτικός τρόπος ποτίσματος του κτήματος του ενάγοντος, καθώς δεν υπάρχει άλλος υδραύλακας διαθέσιμος προς χρήση και των προτάσεων του εν λόγω πραγματογνώμονα περί δύο εναλλακτικών διαδρομών για παροχέτευση ύδατος, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου, δεν ασκούν καμία έννομη επιρροή στην ένδικη υπόθεση, ενόψει του ότι το ακίνητο του ενάγοντος αποδείχθηκε ότι είναι οικόπεδο και όχι αγροτεμάχιο. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση των εναγόμενων περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίσης αγωγής από τον ενάγοντα, διότι η ενάσκηση του δικαιώματος δουλείας του ενάγοντος γίνεται καταχρηστικά και δεν συντρέχει λόγος συνέχισης άσκησης αυτού και ν’ απορριφθεί η αγωγή αυτού (περί ύπαρξης δικαιώματος δουλείας) ως ουσιαστικά αβάσιμη.”. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση των εναγομένων- εκκαλούντων – αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, και στη συνέχεια, κατά παραδοχή της ένστασης των εναγομένων- εκκαλούντων περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης του ενάγοντος- εφεσιβλήτου- αναιρεσείοντος, για την προστασία των δουλειών, απέρριψε την αγωγή, απορρίπτοντας κατ’ ουσίαν και τις συναρτώμενες με την κατάργηση των δουλειών, αξιώσεις του ενάγοντος περί αποζημίωσης λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων. Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο ότι: α)οι συσταθείσες με έκτακτη χρησικτησία, δουλείες διοχέτευσης αρδευτικού ύδατος και διόδου υπέρ του ακινήτου του αναιρεσείοντος και σε βάρος του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, αποσβέστηκαν, λόγω αδυναμίας άσκησης αυτών, από πραγματικούς λόγους, κατά τρόπο απόλυτο, οριστικό και διαρκή, επειδή η εδαφική λωρίδα, εντός του δουλεύοντος ακινήτου, επί της οποίας ασκούνταν, επιχωματώθηκε και καλύφθηκε από οικοδομή, την οποία κατασκεύασαν οι αναιρεσίβλητοι , στο ίδιο αυτό δουλεύον ακίνητο, β)ότι, ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, έπαυσε ο λόγος ύπαρξης των δουλειών αυτών, οι οποίες είχαν συσταθεί για να εξυπηρετούν το δεσπόζον ακίνητο του αναιρεσείοντος ως ποτιστικό αγρό με δέντρα. Ότι, δηλαδή έπαυσε η χρησιμότητά τους, διότι εξέλειπε η εξυπηρετούμενη ανάγκη του δεσπόζοντος ακινήτου, καθόσον αυτό, χρόνια πριν το έτος 2010, (έτος κατά το οποίο άρχισαν οι οικοδομικές εργασίες στο δουλεύον ακίνητο κατά την οικοδομική άδεια που εκδόθηκε το έτος 2009 και δεν ανακλήθηκε), δεν καλλιεργούνταν ούτε από τον αναιρεσείοντα ούτε από άλλον τρίτο για λογαριασμό του, εντάχθηκε σε οικισμό ως οικόπεδο και ως τέτοιο πωλήθηκε το έτος 2017 από τον αναιρεσείοντα στον προσθέτως παρεμβάντα και έκτοτε δεν καλλιεργήθηκε, ούτε καλλιεργούνταν κατά τον επικαλούμενο με την αγωγή χρόνο προσβολής των δουλειών (2012), και γ)ότι η εμμονή του αναιρεσείοντος να αναγνωριστεί δικαιούχος των ενδίκων δουλειών, υπό τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια της αναλύθηκε στην νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του νομικού συλλογισμού. Επιπλέον, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντιβαίνουσα στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, που προηγήθηκε της άσκησης του ένδικου δικαιώματός του, αφού εξέθετε σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το, από τις αποδείξεις, συναχθέν πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, για την εφαρμογή της προδιαληφθείσας διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το τμήμα του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, (αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ) με εσφαλμένη εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρ. 281 ΑΚ, όπως και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην ίδια απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ίδιο προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, καθό μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, λόγω ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 25 του ΓΟΚ 1985, είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, δεν εφάρμοσε την διάταξη αυτή (άρθρ. 25 του ΓΟΚ 1985), διότι δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού δεν υπάρχει στην απόφασή του, παραδοχή ότι “οι επίδικες δουλείες καταργήθηκαν κατ’ εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του ΓΟΚ, παρά την μη τήρηση της προβλεπόμενης στην παραπάνω διάταξη, προδικασίας προσφυγής στο Ειρηνοδικείο για τον καθορισμό της αποζημίωσης, καταβολής του ποσού αυτής ή παρακατάθεσής του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων”, περίπτωση κατά την οποία, θα συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ευδοκίμησης του αναιρετικού αυτού λόγου. Η αναφορά στην απόφαση, περί κατάργησης των δουλειών κατά την διάταξη του ΓΟΚ, δεν ανάγεται σε ισχυρισμό η παραδοχή του οποίου οδήγησε στο απορριπτικό, για την αγωγή, πόρισμα, αλλά έγινε ιστορικά και στα πλαίσια της επιχειρηματολογίας του δικαστηρίου της ουσίας, για την στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς την κατάφαση της καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης του αναιρεσείοντος και της έλλειψης ζημίας του από την απόσβεση των δουλειών, με τους αναφερόμενους, παραπάνω, ειδικούς αποσβεστικούς λόγους και δεν στηρίζει αναιρετικό λόγο.
6.- O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. Α.Π.25/2003).
6.α.- Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 527 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου, γιατί η ένδικη έφεση ασκήθηκε μετά την 1/1/2016, οι ενστάσεις του εκκαλούντος – εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως, ως προς αυτές, λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 678/2018). Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών, δεν μπορεί να προτείνει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ’ αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007).
Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού, το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 752/2011). Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 εδάφ. α` και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 2/2005, ΑΠ 84/2020,ΑΠ 394/2011, ΑΠ 128/2008).
6.β.- Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο “απαράδεκτο” νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση – παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις “επιτευκτικές” διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ’ αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.
6.γ.- Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του και δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, περί καταργήσεων των ενδίκων δουλειών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ΓΟΚ 1985 (ν. 1577/1985), τον οποίο οι τελευταίοι, ως εναγόμενοι, απαραδέκτως προέβαλαν για πρώτη φορά, με την προσθήκη των προτάσεών τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την συζήτηση της αγωγής μετά την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης που είχε διαταχθεί από αυτό με μη οριστική απόφασή του, τον οποίο επαναδιατύπωσαν ως εκκαλούντες, επίσης απαραδέκτως για πρώτη φορά με το εφετήριο, χωρίς την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, δεχόμενο (το Εφετείο), ότι, από δικαιολογημένη αιτία ο ισχυρισμός αυτός, δεν προτάθηκε παραδεκτά. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ’ άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας αυτών, των διαδικαστικών εγγράφων της προσθήκης των προτάσεων των εναγομένων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την συζήτηση μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων, όσον και του εφετηρίου, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε, εκ μέρους των εναγομένων, τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός περί καταργήσεων των ενδίκων δουλειών, βάσει του άρθρ. 25 του ΓΟΚ 1985, συνδεόμενος με κάποιο αίτημα. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, διότι όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα δικόγραφα, οι εναγόμενοι αμυνόμενοι κατά της επικουρικής βάσης της αγωγής περί αποζημίωσης του ενάγοντος λόγω σε βάρος του αδικοπραξίας, αλλά και προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος από τον τελευταίο, εξέθεταν, ιστορικά, χωρίς να το συνδέουν με κάποιο αίτημα, ότι, κατά την ρύθμιση του ΓΟΚ 1985, άρθρο 25, καταργήθηκαν οι δουλείες που υπάγονται στην άνω ρύθμιση, εφόσον τηρηθεί η προδικασία που ορίζεται σε αυτόν. Ήτοι της προσφυγής είτε των ίδιων των εναγομένων είτε του ενάγοντος – αναιρεσείοντος, στο Ειρηνοδικείο για τον καθορισμό αποζημίωσης, λόγω της κατάργησης της δουλείας και καταβολής του ποσού αυτής, ή της παρακατάθεσης του ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, διαδικασία η οποία, όπως επίσης εκθέτουν στα ίδια ως άνω δικόγραφα (προσθήκη και εφετήριο), δεν έχει, εν προκειμένω, τηρηθεί, αφού κανένα των διαδίκων μερών δεν έχει προσφύγει στο Ειρηνοδικείο προς τούτο, με συνέπεια τη μη κατάργηση των δουλειών, για το λόγο αυτό. Επομένως, όσα παραπάνω εκτίθενται, δεν αποτελούν ένσταση, ούτε νέο ισχυρισμό, μη νομίμως προταθέντα, κατά την έννοια του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ώστε να υπόκεινται στην καθιερούμενη με το άρθρο αυτό, απαγόρευση προβολής και έτι περαιτέρω δεν αποτελούν “πράγμα” υπό την προεκτεθείσα έννοια. Αλλά ανάγονται σε νομικά επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους περί καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους του ενάγοντος και καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης προστασίας των δουλειών, καθώς και ότι ουδεμία ζημία υπέστη ο τελευταίος από την κατάργησή τους και τούτο σε σχέση με την επικουρική βάση της αγωγής του. Τέλος, το ότι, το Εφετείο, δέχθηκε ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός, είναι νέος ισχυρισμός, που παραδεκτά (κατ’ άρθρ. 527 ΚΠολΔ), προτάθηκε, για πρώτη φορά στο Εφετείο λόγω δικαιολογημένης αιτίας, παρά την εσφαλμένη διατύπωση της αιτιολογίας της , το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι ορθό και ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι κατ’ άρθρ. 578 ΚΠολΔ, αβάσιμος.
7.- Κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν. Σύμφωνα με τη θεμελιακή αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης που καθιερώνεται με τη δικονομική αυτή διάταξη, το δικαστήριο υποχρεούται να περιορίζεται στο οριοθετούμενο από την αίτηση αντικείμενο και δεν μπορεί να επιδικάσει πέραν του αιτηθέντος. Η υπέρβαση του οριοθετουμένου από την αίτηση αντικειμένου της δίκης δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατ` άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ (ΑΠ 1273/2017), κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος “επιδίκασε” του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε, αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Ως τέτοιο νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, λ.χ. το αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένδικων μέσων κ.λ.π., όχι όμως και ενστάσεων, με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού (ΑΠ 1753/2023, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 384/2019).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.9 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, το οποίο, όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, δέχθηκε ότι : ” ….δεν προέκυψε ότι οι εναγόμενοι προέβησαν υπαίτια στο μπάζωμα του αρδευτικού αύλακα και του αυλακόδρομου…..δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι προσβάλλουν το επίδικο δικαίωμα και εντούτοις, προέβησαν στην κατάργησή του”, και απέρριψε κατ’ ουσίαν τα αιτήματα που συναρτώνται με την αγωγική βάση της αδικοπραξίας, υπέπεσε στην αναιρετική αυτή πλημμέλεια, διότι, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, αναγνώρισε, επί μη εκκληθέντος κεφαλαίου, πλέον του αιτηθέντος με την έφεση, καθ’ υπέρβαση των διαγραφομένων ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος αυτής, κατ’ άρθρο 522 ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ήδη έχει αναφερθεί, το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων, ότι οι επίδικες πραγματικές δουλείες δεν παρέχουν πλέον καμία χρησιμότητα στο δεσπόζον ακίνητο του αναιρεσείοντος και η διατήρησή τους είναι πλέον άσκοπη και περιττή, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους. Η παραδοχή αυτή στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό, για την αιτούμενη προστασία των δουλειών αυτών, διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η μη χρησιμότητά τους, τις καθιστά περιττές και οδηγεί στην απόσβεσή τους, παραδοχή η οποία δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης. Ο λόγος δε αυτός απόσβεσης των επιδίκων δουλειών, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν συνέχεται με καμία ενέργεια (πράξη ή παράλειψη) των αναιρεσιβλήτων και με καμία υπαιτιότητα αυτών, αλλά είναι ανεξάρτητη οποιασδήποτε συμπεριφοράς τους. Το επικουρικό αίτημα της αγωγής περί επιδίκασης αποζημίωσης για την εξαφάνιση-κατάργηση των δουλειών, με ανοικοδόμηση, δεν τελεί λογικώς σε σχέση επικουρικότητας με την παραπάνω παραδοχή του Εφετείου, ότι οι δουλείες αποσβέστηκαν λόγω έλλειψης του στοιχείου της ωφέλειας, που στηρίζεται σε άλλη βάση και επομένως κάθε ενασχόληση του δικαστηρίου με αυτό το επικουρικό αίτημα, κατόπιν των παραπάνω παραδοχών, είναι απαράδεκτη και αλυσιτελής.
Σε κάθε περίπτωση, το επικουρικό αίτημα της αγωγής, σε σχέση με τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό απόσβεσης των δουλειών, είναι αβάσιμο, αφού η επικαλούμενη ζημία δεν συνδέεται αιτιωδώς με υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων (δόλο ή αμέλεια), καθόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι οι δουλείες καταργήθηκαν πολύ πριν την έναρξη των οικοδομικών εργασιών των εναγομένων- αναιρεσιβλήτων, λόγω παύσης της χρησιμότητάς τους, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να καταστούν περιττές. Επομένως ο παραπάνω αναιρετικός λόγος που στηρίζεται στο επικουρικό αποζημιωτικό αίτημα της αγωγής, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
8.- Για τον ίδιο λόγο, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο πέμπτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία συναρτάται με την προαναφερόμενη επικουρική βάση της αγωγής, περί επιδίκασης αποζημίωσης στον αναιρεσείοντα από την εξαφάνιση των παραπάνω επιδίκων δουλειών, με ανοικοδόμιση από τους αναιρεσίβλητους.
9.- Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει, κατόπιν συνεκδικάσεως, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και η συναρτώμενη με αυτή πρόσθετη παρέμβαση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους, το οποίο οι τελευταίοι νόμιμα και βάσιμα υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-11-2022 αίτηση του Π. Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 356/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και την συνεκδικασθείσα με αυτή από 30-1-2023 πρόσθετη παρέμβαση του Α. Α.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
