ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, που εκπροσωπήθηκε από την Ελισάβετ Παπαδοπούλου-Μερτζεμεκίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την από 7-5-2025 δήλωσή της κατ’ άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε μαζί με υπόμνημα.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Δ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Κουρή (ΑΜ ΔΣΑ 23604), με την από 20-5-2025 δήλωσή της κατ’ άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε μαζί με υπόμνημα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με ΓΑΚ 90185//ΕΑΚ 9368/28-9-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 336/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1167/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την με ΓΑΚ 9900/ΕΑΚ 975/29-11-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο νυν αναιρεσίβλητος με την με ΓΑΚ 90185/ΕΑΚ 9368/28-9-2018 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενος κατά του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε α) την αναγνώριση της αποκλειστικής κυριότητάς του επί του γεωτεμαχίου-οικοπέδου με ΚΑΕΚ 05 039 09 08 010, εμβαδού 490,60 τμ, την οποία- κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς- απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία με προσμέτρηση του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου του, νεμόμενοι τούτο ήδη από το 1980 και β) τη διόρθωση της σχετικής πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, καθόσον στο Εθνικό Κτηματολόγιο, που άρχισε να λειτουργεί στην περιοχή Γέρακα Αττικής στις 17-9-2004 τούτο (επίδικο) καταχωρίσθηκε ανακριβώς στα οικείο κτηματολογικό φύλλο με την ένδειξη “αγνώστου ιδιοκτήτη” κατά ποσοστό 100%. Εκδόθηκαν οι α) 336/14-1-2022 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή, που δέχθηκε την αγωγή και β) 1167/7-3-2023 τελεσίδικη-αντιμωλία- απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Εφέτη, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το ηττηθέν εναγόμενο- εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με ΓΑΚ 9900/ΕΑΚ 975/29-11-2023, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός μηνός από την επίδοσή της στις 31-10-2023 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§1 και 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται τις πλημμέλειες εκ των αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1033,1509, 1710 επ., 1192,1198, 1094 ΑΚ, που αναφέρονται στην διεκδικητική αγωγή και στην με παράγωγο τρόπο κτήση της κυριότητας ακινήτου και δη με γονική παροχή, αλλά και με κληρονομική διαδοχή επί θανάτου επισυμβάντος μετά την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) , ν.12 Πανδ (28.7), 14§8 (11.7) , 69 Πανδ (29.2), ν.2 Εισ.(2-19), 3 Εισ (3-1), 14(Πανδ.(38-16), ν.12 Πανδ (38-16), 3 Εισ (2-19), Θεμ.φ.3 (3-19) του ΒΡΔ, που αναφέρονται στην με κληρονομική διαδοχή κτήση της κυριότητας επί θανάτου επισυμβάντος πριν την εισαγωγή του ΑΚ και τέλος του ν.ΔΞΗ/1912 , 21 του νδ της 22-4/16-5-1926 “περί αεροπορικής άμυνας” και 4§1 του αν 1539/1938 “περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων”, που ρυθμίζουν το ανεπίδεκτο χρησικτησίας και το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επί δημοσίων κτημάτων μετά τις 11-9-1915, κρίνοντας (το Εφετείο) ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία) “χωρίς να συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε ακίνητο του Δημοσίου , ήτοι η διάνοια κυρίου και με καλή πίστη άσκηση διακατοχικών πράξεων δηλωτικών της βούλησης εξουσίασης του ακινήτου για μία τριακονταετία , συμπληρωθείσα μέχρι το έτος 1915, καθόσον οι πράξεις νομής που έγιναν δεκτό ότι αποδείχθηκαν ανάγονται μόλις στο 1955 με 1960″.Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτηθέν από Κτηματολογικό Εφέτη, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αγωγή διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών του αναιρεσίβλητου: ” Ο εφεσίβλητος-ενάγων είναι πλήρης και αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου, το οποίο βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της περιοχής ΤΑΡΓΗΤΤΟΣ Γ του ΔΔ Γέρακα του Δήμου Παλλήνης Αττικής, στο ΟΤ. 550-οικ.10, το οποίο συνορεύει βόρεια με την οδό Πίνδου, ανατολικά με την οδό Γαργηττού, νότια με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστων. Στο εν λόγω ακίνητο έχει ανεγερθεί οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγεια κατοικία, επιφάνειας 86,80 τμ, έχει λάβει αριθμό ΚΑΕΚ 050390908010/0/0 Ο ενάγων κατέστη κύριος του εν λόγω ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, και ειδικότερα με έκτακτη χρησικτησία. …από το 1980 η Φ. Κ. ασκούσε με διάνοια κυρίου στο εν λόγω ακίνητο όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζαν στη φύση του, και ειδικότερα επιμελείτο τόσο για τη φροντίδα, τη συντήρηση και την καθαριότητα της οικίας όσο και για την καλλιέργεια του αύλειου χώρου αυτής με καλλωπιστικά φυτά και δέντρα.
Περαιτέρω, κατά το έτος 1990 ο ενάγων μετοίκησε στην Ελλάδα από την Αλβανία και ….από τις 15-2-1991 διέμενε ο ίδιος με τη σύζυγό του στο ως άνω ακίνητο, καθώς η παραπάνω αναφερόμενη Φ. Κ. του το μεταβίβασε άτυπα λόγω δωρεάς, προκειμένου να στεγάσει την οικογένεια του, δηλαδή να το χρησιμοποιήσει ως οικογενειακή στέγη. Από τον παραπάνω χρόνο, ο ενάγων ασκούσε και εξακολουθεί να ασκεί με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, καθώς χρησιμοποιεί το παραπάνω ακίνητο ως οικογενειακή στέγη, επισκεύασε την ήδη υφιστάμενη οικία αρχικής επιφάνειας 49 τμ επεκτείνοντάς την κατά 33,34 τμ, κατασκεύασε δύο ισόγειες αποθήκες επιφάνειας 17,30 τμ, έχει προβεί σε τακτοποίηση της εν λόγω οικίας σύμφωνα με τις διατάξεις περί αυθαιρέτων κατασκευών καταβάλλοντας τα σχετικά πρόστιμα, ενώ ποτέ έως το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου, αλλά και έως τη συζήτηση της αγωγής, δεν έχει ενοχληθεί ποτέ από κανέναν αναφορικά με τη νομή του ως άνω ακινήτου. ….Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, και συγκεκριμένα με έκτακτη χρησικτησία, καθώς συμπλήρωσε στη νομή του ακινήτου με διάνοια κυρίου χρονικό διάστημα ανώτερο της εικοσαετίας, τόσο μέχρι την έναρξη της λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου όσο και μέχρι την άσκηση της αγωγής, προσμετρώντας και το χρόνο νομής σε αυτό, με διάνοια κυρίου, και των δικαιοπαρόχων του, χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν, κατά τα ως άνω αναφερθέντα. ….Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητούνται βάσιμα από το εκκαλούν-καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο, με έγγραφα, ή μάρτυρες, δεν αποδεικνύονται, και για το λόγο αυτό κρίνονται απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες και οι ως άνω ορισμένες και νόμιμες ενστάσεις του περί κτήσης από αυτό κυριότητας του επίδικου ακινήτου είτε με έκτακτη χρησικτησία, είτε ως λιβάδι ή βοσκότοπο είτε με δήμευση, καθώς το εκκαλούν δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δημεύτηκε από το ίδιο ή ότι αποτελούσε πράγματι λιβάδι ή βοσκότοπο κατά τον επίμαχο έτος 1833. Ομοίως, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του ότι απέκτησε το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς δεν αποδείχθηκε καμία διακατοχική πράξη των οργάνων του επί του επιδίκου. Η δε ένσταση περί τακτικής χρησικτησίας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένου νόμιμου τίτλου για τη θεμελίωσή της, η δε βάση αυτής περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 16 του Ν. της 21-6/10-7-1837 “Περί διακρίσεως κτημάτων”, είναι ομοίως απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθώς το εκκαλούν αρκείται σε απλή επανάληψη του πραγματικού της παραπάνω διάταξης, χωρίς να επικαλείται ότι χώρησε εγκατάλειψη της νομής του επιδίκου από τον μέχρι τότε κύριο και ότι αυτή έγινε με πρόθεση παραίτησης από το δικαίωμα της κυριότητας, και χωρίς να προσδιορίζει ποιο πρόσωπο προέβη στην κατά τα άνω εγκατάλειψη, σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Τέλος, ομοίως η βάση περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από το εκκαλούν δυνάμει της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των σχετικών πρωτοκόλλων, “δικαιώματι πολέμου” και ειδικότερα ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου και των υπηκόων του, στο οποίο ανήκε προ και μέχρι την Επανάσταση του 1821, είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, για τα ακίνητα της Αττικής δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31-3-1833 με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών Αρχών, ενώ περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου λόγω εγκατάλειψής του από τους Οθωμανούς ιδιώτες, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αφού δεν εξειδικεύονται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τη βάση αυτή, όπως π.χ. ποιος ήταν ο άλλοτε Οθωμανός κύριος του επιδίκου.
Συνεπώς, το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό εξουσίασης με έκτακτη χρησικτησία και ο ενάγων κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία…”. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αναφέρεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί διεκδικητικής αγωγής και παράγωγης κτήσης της κυριότητας είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο ουδόλως τις εφάρμοσε , αφού α) πρόκειται για αγωγή διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών (6§2 του ν.2664/1998) και όχι διεκδικητική αγωγή (1094 ΑΚ) και β) δέχθηκε την μοναδική αγωγική βάση περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου γεωτεμαχίου από το ενάγοντα με πρωτότυπο τρόπο και δη την έκτακτη χρησικτησία με προσμέτρηση του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου του (1045 και 1051 ΑΚ) με την άσκηση εμφανών υλικών πράξεων φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου επ’ αυτού πλέον της εικοσαετίας από το 1980 και εντεύθεν (οπότε ήδη κατά τον κρίσιμο χρόνο της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή Γέρακα Αττικής την 17-9-2004 είχε αποκτήσει την κυριότητα). Κατά το μέρος δε που ο ίδιος λόγος αναφέρεται σε μη συνδρομή των προϋποθέσεων για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε ακίνητο του Δημοσίου , ήτοι η διάνοια κυρίου και με καλή πίστη άσκηση διακατοχικών πράξεων για μία τριακονταετία , συμπληρωθείσα μέχρι το έτος 1915, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Συγκεκριμένα προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι το επίδικο υπήρξε δημόσιο κτήμα είτε δυνάμει Συνθήκης Κωνσταντινούπολης, είτε ως λιβάδι ή βοσκότοπος, είτε ως αδέσποτο, είτε ότι εγκαταλείφθηκε από οθωμανό ή το τουρκικό δημόσιο , είτε λόγω χρησικτησίας του ίδιου του Ελληνικού Δημοσίου, εν προκειμένω , όμως, το δικαστήριο της ουσίας κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του έκρινε ότι επρόκειτο για ανέκαθεν ιδιωτικό κτήμα και δη οικόπεδο εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, επειδή το εναγόμενο και νυν αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε ότι επρόκειτο για δημόσιο κτήμα και δη λιβάδι ή βοσκότοπο ή δημευθέν ή ότι το είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία (το Ελληνικό Δημόσιο) , ενώ τους λοιπούς αμυντικούς ισχυρισμούς τους απέρριψε είτε ως αόριστους είτε ως μη νόμιμους κατά τα ανωτέρω, οπότε ουδέποτε τούτο (επίδικο) κατέστη ανεπίδεκτο χρησικτησίας.
ΙΙΙα. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 76/2020),ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται από τον λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1221/2017). Μέσω του παραπάνω, από το αρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγου, ελέγχονται το παραδεκτό άσκησης της αγωγής, ανακοπής, των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των ενστάσεων κλπ., όχι όμως ισχυρισμών απλά αρνητικών των θεμελιούντων την αγωγή πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1731/2008).
IIIβ. Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 “περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος” (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως “περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος” και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 “περί διακρίσεως κτημάτων” προκύπτει ότι, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν, εκτός από τα ακίνητα του τουρκικού δημοσίου (τα κείμενα στις περιοχές που καταλάμβανε το “Παλαιό Βασίλειο” δηλ. Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα, νήσοι Σαρωνικού και Κυκλάδες) και εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους (αναχωρήσαντες) Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους, έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου “περί διακρίσεως κτημάτων”, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο. Ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά, τη διάρκεια της τρίτης Τούρκικης κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους κατοίκους της Αττικής (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων (της Αττικής), τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίστηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1354/2013).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 12.12.1833 “περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834”, που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια, για την εξουσίαση των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) που να έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την τότε Ελληνική Επικράτεια και που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, καταστεί κύριος τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 160/2014). Με το δε άρθρο 16 του νόμου της 21.06/03.07.1837 “Περί διακρίσεως κτημάτων”, “Όλα τα παρ’ ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.”. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3) ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), που ίσχυσαν πριν την εισαγωγή του ΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ακόμη και από το Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν άσκησης νομής με διάνοια κυρίου, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σε αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως είναι η καλλιέργεια, εκμίσθωση, η εποπτεία, η φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσία το δικαίωμα κυριότητος τρίτου, γεγονός που συνάγεται από δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. Πανδ. (5.8) 27 Πανδ. (18.1) και για το χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας(ΑΠ 2200/2013). Επιπλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 11 ΙΙ (41.4), 5 II (41.10), 44 § 4 II (41.3) του β.ρ.δ. μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με τακτική χρησικτησία, ακόμη και από το Ελληνικό Δημόσιο, υπό τις κάτωθι προϋποθέσεις: α) νομή, β) χρόνος εξουσίασης για τρία έτη για τα κινητά και δέκα έτη για τα ακίνητα μεταξύ παρόντων και για είκοσι έτη μεταξύ απόντων, γ) ύπαρξη νόμιμου ή νομιζόμενου τίτλου και δ) καλή πίστη. Τέλος, οι στηριζόμενοι στις αναφερόμενες ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας, που συνδέονται άρρηκτα με τους ισχυρισμούς περί ανεπίδεκτου χρησικτησίας από ιδιώτη του δημοσίου κτήματος μετά τις 11-9-1915 (ν.ΔΞΗ/1912 και 21 του νδ της 22-4/16-5-1926 “περί αεροπορικής άμυνας”) και περί απαράγραπτου των αξιώσεων του Δημοσίου (άρθρο 4§1 του ν 1539/1938 “περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων”), προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών με αγωγική βάση την χρησικτησία, αποτελούν πάντοτε ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γέννησης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 386/2025,ΑΠ 416/2024, ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1747/2022, ΑΠ 771/2021,ΑΠ 385/2021 , ΑΠ 1182/2018).
ΙΙΙγ. Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο την πλημμέλεια εκ του αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι τόσο με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου , όσο και με λόγο έφεσης , “αρνήθηκε αιτιολογημένα την ιστορική βάση της αγωγής” εκθέτοντας ότι το επίδικο είναι δημόσιο κτήμα, που περιήλθε στην κυριότητά του α) με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου, β) άλλως κατά τις διατάξεις των άρθρων 1,2,3 του από 29-11-1836 βδ ως δάσος, γ) άλλως κατά τις διατάξεις του από 3/15-12-1833 βδ ως λιβάδι- βοσκότοπος, δ) άλλως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και ε) άλλως κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 βδ ως αδέσποτο, πλην όμως το Εφετείο κακώς απέρριψε αυτούς ως απαράδεκτους “υπολαμβάνοντας τους εσφαλμένα ως ένσταση”. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφενός διότι- με τις παραδοχές της προσβαλλομένης που εκτίθενται στην παρ. ΙΙβ της παρούσας και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας παραγράφου – ορθά το Εφετείο έκρινε τους ανωτέρω ισχυρισμούς ως ενστάσεις και τους μεν περί κτήσης κυριότητας με τακτική χρησικτησία , άλλως ως αδέσποτο και άλλως ως εγκαταλειφθέν από οθωμανό, τους απέρριψε ως απαράδεκτους ένεκα αοριστίας, τον δε περί περιέλευσης με δικαίωμα πολέμου τον απέρριψε ως μη νόμιμο, κρίσεις των οποίων την ορθότητα ουδόλως βάλλει το αναιρεσείον, όλους δε τους λοιπούς (δηλ. περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία , άλλως ως βοσκότοπο -λιβάδι, άλλως με δήμευση) κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους επειδή δεν αποδείχθηκαν τα θεμελιούντα αυτούς πραγματικά περιστατικά. Σημειωτέον ότι κατ’ επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης δεν προβλήθηκε ισχυρισμός περί δάσους, όπως εσφαλμένα αναφέρει το αναιρεσείον στην αίτηση αναίρεσης.
IV. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η με ΓΑΚ 9900/ΕΑΚ 975/29-11-2023 αίτηση για αναίρεση της 1167/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με το υπόμνημά του, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 §1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 §12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με ΓΑΚ 9900/ΕΑΚ 975/29-11-2023 αίτηση για αναίρεση της 1167/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
