Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-744/24 | Bank Polska Kasa Opieki
Στην Πολωνία, καταναλωτής συνήψε σύμβαση καταναλωτικής πίστης με τράπεζα. Μέρος του δανεισθέντος ποσού προοριζόταν για την πληρωμή μιας ασφάλισης πίστωσης, χαρακτηριζόμενης ως «προαιρετικής». Το επιτόκιο εφαρμόστηκε όχι μόνον επί του ποσού που τέθηκε στη διάθεση του καταναλωτή βάσει της σύμβασης πίστωσης, αλλά και επί των ασφαλίστρων.
Ο καταναλωτής ζητεί, μεταξύ άλλων, από το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο να αναγνωριστεί ότι η πίστωση μπορεί να εξοφληθεί χωρίς την καταβολή τόκων και άλλων επιβαρύνσεων, καθότι η τράπεζα επέβαλε τόκους σε ποσό που περιελάμβανε, πέραν του ποσού της πίστωσης, και τα έξοδα της ασφάλισης.
Το εθνικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν η ανωτέρω πρακτική της τράπεζας συνάδει με την οδηγία για την καταναλωτική πίστη 1.
Το Δικαστήριο απαντά αρνητικά.
Υπενθυμίζει 2, καταρχάς, ότι οι έννοιες του «συνολικού ποσού της πίστωσης» και του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή», όπως αυτές ορίζονται στην ως άνω οδηγία 3, είναι αλληλοαποκλειόμενες και, ως εκ τούτου, το «συνολικό ποσό της πίστωσης» δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει κανένα από τα ποσά που προορίζονται για την εκπλήρωση των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί δυνάμει της οικείας σύμβασης πίστωσης, όπως είναι η καταβολή εξόδων ασφάλισης και κάθε άλλου είδους αμοιβής που οφείλει ο καταναλωτής.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ως «χρεωστικό επιτόκιο», όπως αυτό ορίζεται στην ίδια οδηγία 4, νοείται το επιτόκιο το οποίο εφαρμόζεται στο ποσό της πίστωσης που αναλαμβάνεται, το δε ποσό αυτό αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό της πίστωσης. Επομένως, εφόσον το επιτόκιο εφαρμόζεται στο σύνολο των ποσών που τίθενται στη διάθεση του καταναλωτή, αποκλείονται τα ποσά τα οποία χρησιμοποιεί ο πιστωτικός φορέας για την κάλυψη των συνδεόμενων με την οικεία πίστωση εξόδων και τα οποία στην πραγματικότητα ουδέποτε καταβάλλονται στον καταναλωτή. Το γεγονός ότι τα έξοδα αυτά δεν περιλαμβάνονται στο συνολικό ποσό της πίστωσης δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να μετακυλιστούν στους δανειολήπτες, για παράδειγμα μέσω της εφαρμογής ενός αναλογικά υψηλότερου επιτοκίου. Μια τέτοια λύση είναι σύμφωνη προς τον διττό σκοπό της οδηγίας. Πρώτον, η οδηγία διευκολύνει τη δημιουργία μιας λειτουργικής εσωτερικής αγοράς καταναλωτικής πίστης. Δεύτερον, η διαφάνεια στη λειτουργία αυτής της αγοράς, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της παροχής επαρκούς ενημερωτικού υλικού στους καταναλωτές, μεταξύ άλλων σχετικά με το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο (ΣΕΠΕ) που ισχύει σε ολόκληρη την Ένωση, τους επιτρέπει να συγκρίνουν ευκολότερα τις διάφορες προσφορές πίστωσης.
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Η ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 23ης Απριλίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Συμβάσεις καταναλωτικής πίστης – Οδηγία 2008/48/ΕΚ – Άρθρο 3, στοιχείο ιʹ – Άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ – Έννοια του “χρεωστικού επιτοκίου” – Έννοια του “ποσoύ της πίστωσης που αναλαμβάνεται” – Άρθρο 3, στοιχείο ζʹ – Έννοια του “συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή” – Είσπραξη τόκων επί ποσού που αντιστοιχεί στο κόστος της πίστωσης – Ασφάλιστρα »
Στην υπόθεση C‑744/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sąd Rejonowy we Włodawie (πρωτοδικείο Włodawa, Πολωνία) με διάταξη της 20ής Σεπτεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Οκτωβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
P.W.
κατά
Bank Polska Kasa Opieki S.A.,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Schalin, πρόεδρο τμήματος, M. Gavalec και Z. Csehi (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: L. Medina
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο P.W., εκπροσωπούμενος από την A. Bieniek, adwokat,
– η Bank Polska Kasa Opieki S.A., εκπροσωπούμενη από την A. Cudna-Wagner, radca prawny, και τον B. Miąskiewicz, adwokat,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους P. Kienapfel και P. Ondrůšek, καθώς και τη M. Owsiany-Hornung,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, στοιχείο ιʹ, και του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχεία στʹ και ζʹ, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 133, σ. 66), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2021 (ΕΕ 2021, L 438, σ. 1) (στο εξής: οδηγία 2008/48), σε συνδυασμό με την αρχή αποτελεσματικότητας και με το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του P.W., καταναλωτή, και της Bank Polska Kasa Opieki S.A., τραπεζικού ιδρύματος (στο εξής: τράπεζα), με αντικείμενο την εξόφληση απαίτησης απορρέουσας από σύμβαση καταναλωτικής πίστης.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 93/13
3 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία έχει αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή.»
4 Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:
«1. Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.
2. Θεωρείται πάντοτε ότι η ρήτρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και όταν ο καταναλωτής, εκ των πραγμάτων, δε μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ιδίως στα πλαίσια μιας σύμβασης προσχωρήσεως.
[…]»
5 Το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας έχει ως ακολούθως:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
2. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.»
6 Το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«Στην περίπτωση συμβάσεων των οποίων όλες ή μερικές ρήτρες που προτείνονται στον καταναλωτή έχουν συνταχθεί εγγράφως, οι ρήτρες αυτές πρέπει να συντάσσονται πάντοτε με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας ρήτρας, επικρατεί η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Αυτός ο ερμηνευτικός κανόνας δεν εφαρμόζεται στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2.»
Η οδηγία 2008/48
7 Οι αιτιολογικές σκέψεις 19, 31 και 43 της οδηγίας 2008/48 έχουν ως εξής:
«(19) Για να μπορεί ο καταναλωτής να λαμβάνει την απόφασή του με πλήρη γνώμη των πραγμάτων, θα πρέπει να του παρέχεται, πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, επαρκές ενημερωτικό υλικό, το οποίο ο καταναλωτής να έχει τη δυνατότητα να παίρνει μαζί του και να το μελετά, για τους όρους και το κόστος της πίστωσης και για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει. Για να εξασφαλισθεί η πληρέστερη δυνατή διαφάνεια και συγκρισιμότητα των προσφορών, αυτή η πληροφόρηση θα πρέπει να περιλαμβάνει ειδικότερα το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο [(ΣΕΠΕ)] που ισχύει για τη χορήγηση της πίστωσης το οποίο πρέπει να καθορίζεται σε όλη την Κοινότητα με τον ίδιο τρόπο. Δεδομένου ότι το [ΣΕΠΕ] μπορεί σ’ αυτή τη φάση να υποδεικνύεται μόνο μέσω παραδείγματος, το παράδειγμα αυτό θα πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό. […]
[…]
(31) Για να είναι σε θέση ο καταναλωτής να γνωρίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης, η σύμβαση θα πρέπει να περιέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο.
[…]
(43) […] Παρά τον ομοιόμορφο μαθηματικό τύπο που προβλέπεται στην [οδηγία 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη (ΕΕ 1987, L 42, σ. 48)] για τον υπολογισμό του [ΣΕΠΕ], το [ΣΕΠΕ] δεν είναι ακόμη πλήρως συγκρίσιμο σε όλη την Κοινότητα. Σε κάθε συγκεκριμένο κράτος μέλος, λαμβάνονται υπόψη διαφορετικά στοιχεία κόστους για τον υπολογισμό του. Επομένως, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ορίζει με σαφή και σφαιρικό τρόπο το συνολικό κόστος της πίστης για τον καταναλωτή.»
8 Το άρθρο 1 της οδηγίας 2008/48, με τίτλο «Αντικείμενο», ορίζει τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία έχει ως σκοπό την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν τις συμβάσεις πίστωσης με τους καταναλωτές.»
9 Το άρθρο 3 της ανωτέρω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Ορισμοί», προβλέπει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:
[…]
ζ) “συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή”: το σύνολο των επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των προμηθειών, των φόρων και των κάθε άλλου είδους αμοιβών, που καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής για τη σύμβαση πίστωσης και τα οποία γνωρίζει ο πιστωτικός φορέας, πλην των συμβολαιογραφικών δαπανών· τα έξοδα που αφορούν συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης, ιδίως τα ασφάλιστρα, περιλαμβάνονται επίσης εάν, επιπλέον, η σύναψη της σύμβασης υπηρεσίας είναι υποχρεωτική για την έγκριση της πίστωσης ή για τη χορήγησή της υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται·
η) “συνολικό ποσό πληρωτέο από τον καταναλωτή”: το ποσό του συνολικού ύψους της πίστωσης και το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή·
θ) “[ΣΕΠΕ]”: το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκφραζόμενο ως ετήσιο ποσοστό του συνολικού ποσού της πίστωσης, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του κόστους, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2·
ι) “χρεωστικό επιτόκιο”: το επιτόκιο, εκφραζόμενο ως σταθερό ή μεταβλητό ποσοστό, το οποίο εφαρμόζεται σε ετήσια βάση στο ποσό της πίστωσης που αναλαμβάνεται·
[…]
ιβ) “συνολικό ποσό της πίστωσης”: το ανώτατο όριο ή το σύνολο των ποσών που διατίθενται βάσει σύμβασης πίστωσης·
[…]».
10 Το άρθρο 10 της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στη σύμβαση πίστωσης», έχει ως κάτωθι:
«1. Οι συμβάσεις πίστωσης καταρτίζονται εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου.
Όλα τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν από ένα αντίτυπο της σύμβασης πίστωσης. Το παρόν άρθρο ισχύει υπό την επιφύλαξη τυχόν εθνικών κανόνων όσον αφορά το κύρος της σύναψης συμβάσεων πίστωσης, οι οποίοι είναι σύμφωνοι προς το κοινοτικό δίκαιο.
2. Η σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζει, με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο:
[…]
δ) το συνολικό ποσό της πίστωσης και τους όρους που διέπουν τις αναλήψεις·
[…]
στ) το χρεωστικό επιτόκιο, τους όρους που διέπουν την εφαρμογή αυτού του επιτοκίου και, εφόσον είναι διαθέσιμα, κάθε δείκτη ή επιτόκιο αναφοράς που εφαρμόζεται στο αρχικό χρεωστικό επιτόκιο καθώς επίσης και τις περιόδους, τους όρους και τις διαδικασίες τροποποίησης του χρεωστικού επιτοκίου. Εάν ισχύουν διαφορετικά χρεωστικά επιτόκια υπό διαφορετικές συνθήκες, τις προαναφερθείσες πληροφορίες σχετικά με όλα τα ισχύοντα επιτόκια·
ζ) το [ΣΕΠΕ] και το συνολικό ποσό που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής, υπολογιζόμενο κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης· πρέπει να αναφέρονται όλα τα τεκμήρια που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του επιτοκίου αυτού·
[…]».
11 Το άρθρο 19 της οδηγίας 2008/48, το οποίο επιγράφεται «Υπολογισμός του [ΣΕΠΕ]», προβλέπει στις παραγράφους του 1 και 2 τα ακόλουθα:
«1. Το [ΣΕΠΕ], που εξισώνει, σε ετήσια βάση, την παρούσα αξία του συνόλου των τρεχουσών ή μελλοντικών υποχρεώσεων (αναλήψεων, εξοφλήσεων και επιβαρύνσεων) που έχουν συμφωνηθεί από τον πιστωτικό φορέα και τον καταναλωτή, υπολογίζεται σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο που εκτίθεται στο μέρος Ι του παραρτήματος Ι.
2. Κατά τον υπολογισμό του [ΣΕΠΕ], προσδιορίζεται το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, χωρίς να συνυπολογίζονται τα έξοδα με τα οποία επιβαρύνεται ο καταναλωτής, εφόσον έχει παραβεί οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του βάσει της σύμβασης πίστωσης, και τα επιπλέον της τιμής αγοράς έξοδα που οφείλει να πληρώσει κατά την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, είτε αγοράζει επί πιστώσει είτε τοις μετρητοίς.
Τα έξοδα για την τήρηση λογαριασμού στον οποίο εγγράφονται ταυτόχρονα καταβολές και αναλήψεις, τα έξοδα για τη χρήση μέσου πληρωμής που επιτρέπει ταυτόχρονα τη διενέργεια καταβολών και αναλήψεων καθώς και τα λοιπά έξοδα τα σχετικά με καταβολές, περιλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκτός εάν το άνοιγμα του λογαριασμού είναι προαιρετικό και τα έξοδα του λογαριασμού έχουν προσδιορισθεί σαφώς και αυτοτελώς στη σύμβαση πίστωσης ή οιαδήποτε άλλη σύμβαση η οποία συνάπτεται με τον καταναλωτή.»
12 Το άρθρο 22 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Εναρμόνιση και αναγκαστικός χαρακτήρας της παρούσας οδηγίας», ορίζει τα εξής:
«1. Καθόσον η παρούσα οδηγία περιέχει εναρμονισμένες διατάξεις, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν ή να εισάγουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις που παρεκκλίνουν από αυτές που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία. Ωστόσο, το άρθρο 16α, παράγραφοι 3 και 4, δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις για την προστασία των καταναλωτών.
[…]
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν επίσης ώστε οι διατάξεις που θεσπίζουν κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας να μην καταστρατηγούνται μέσω του τρόπου διατύπωσης των συμβάσεων, ιδίως με την ενσωμάτωση αναλήψεων ή συμβάσεων πίστωσης, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, σε συμβάσεις πίστωσης ο χαρακτήρας ή ο σκοπός των οποίων θα επέτρεπε την αποφυγή της εφαρμογής της.
[…]»
13 Κατά το μέρος I του παραρτήματος Ι της ίδιας οδηγίας:
«[…]
Η βασική εξίσωση, με την οποία προσδιορίζεται το [ΣΕΠΕ], εκφράζει σε ετήσια βάση την ισοδυναμία μεταξύ του αθροίσματος της παρούσας αξίας των αναλήψεων, αφενός, και του αθροίσματος της παρούσας αξίας των ποσών των εξοφλητικών δόσεων και των καταβολών, αφετέρου […]»
Το πολωνικό δίκαιο
Ο νόμος περί αστικού κώδικα
14 Κατά το άρθρο 3851, παράγραφος 1, του ustawa Kodeks cywilny (νόμου περί αστικού κώδικα), της 23ης Απριλίου 1964, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (Dz. U. του 2022, θέση 1360):
«Οι ρήτρες συμβάσεως συναφθείσας με καταναλωτή, οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή εάν διαμορφώνουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και πλήττει σοβαρά τα συμφέροντά του (μη επιτρεπτές συμβατικές ρήτρες). Τούτο δεν ισχύει για ρήτρες που καθορίζουν τις κύριες παροχές των συμβαλλομένων μερών, ιδίως την τιμή ή την αμοιβή, εφόσον είναι διατυπωμένες με σαφήνεια.»
Ο νόμος περί καταναλωτικής πίστης
15 Η οδηγία 2008/48 μεταφέρθηκε στην πολωνική έννομη τάξη με τον ustawa o kredycie konsumenckim (νόμο περί καταναλωτικής πίστης), της 12ης Μαΐου 2011 (Dz. U. του 2011, αριθ. 126, θέση 715).
16 Το άρθρο 5, σημεία 6, 6a και 10, του νόμου αυτού, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος περί καταναλωτικής πίστης), ορίζει τα κάτωθι:
«(6) συνολικό κόστος της πίστωσης – το σύνολο των επιβαρύνσεων που ο καταναλωτής καλείται να καταβάλει βάσει της σύμβασης πίστωσης, ιδίως:
a) τόκοι, έξοδα, προμήθειες, φόροι και περιθώρια, τα οποία γνωρίζει ο πιστωτικός φορέας· καθώς και
b) τα έξοδα που αφορούν συμπληρωματικές υπηρεσίες, ιδίως υπηρεσίες ασφάλισης, εφόσον η κάλυψή τους είναι υποχρεωτική για την έγκριση της πίστωσης ή για τη χορήγησή της υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της σχετικής προσφοράς,
πλην των συμβολαιογραφικών εξόδων τα οποία επωμίζεται ο καταναλωτής·
(6a) κόστος της πίστωσης εκτός των τόκων – το σύνολο των επιβαρύνσεων που βαρύνουν τον καταναλωτή αναφορικά με την πιστωτική σύμβαση, πλην των τόκων·
[…]
(10) χρεωστικό επιτόκιο – το επιτόκιο, εκφραζόμενο ως σταθερό ή μεταβλητό ποσοστό, το οποίο εφαρμόζεται σε ετήσια βάση στο ποσό της πίστωσης που αναλαμβάνεται.»
17 Το άρθρο 30 του ίδιου νόμου προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Η σύμβαση καταναλωτικής πίστης πρέπει να διευκρινίζει:
[…]
6) το χρεωστικό επιτόκιο, τους όρους που διέπουν την εφαρμογή του, καθώς και τις περιόδους, τους όρους και τις διαδικασίες μεταβολής του, περιλαμβανομένου του δείκτη ή του επιτοκίου αναφοράς εφόσον εφαρμόζονται στο αρχικό επιτόκιο· αν η σύμβαση καταναλωτικής πίστης προβλέπει την εφαρμογή πλειόνων επιτοκίων, τα ανωτέρω στοιχεία παρέχονται για όλα τα εφαρμοζόμενα κατά τη διάρκεια της σύμβασης επιτόκια·
[…]».
18 Το άρθρο 45, παράγραφος 1, του νόμου περί καταναλωτικής πίστης έχει ως εξής:
«Σε περίπτωση παράβασης, εκ μέρους του πιστωτικού φορέα, του άρθρου 29, παράγραφος 1, του άρθρου 30, παράγραφος 1, σημεία 1 έως 8, 10, 11, 14 έως 17, των άρθρων 31 έως 33, του άρθρου 33a και των άρθρων 36a έως 36c, ο καταναλωτής, αφού κοινοποιήσει στον πιστωτικό φορέα έγγραφη δήλωση, εξοφλεί την πίστωση χωρίς τόκους και άλλες επιβαρύνσεις οφειλόμενες στον πιστωτικό φορέα, σύμφωνα με το χρονικό πλαίσιο και τον τρόπο που ορίζονται στη σύμβαση».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
19 Στις 26 Μαΐου 2022 συνήφθη μεταξύ του P.W. και της τράπεζας σύμβαση καταναλωτικής πίστης βάσει τυποποιημένου υποδείγματος. Οι όροι της σύμβασης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών. Το ποσό που χορηγήθηκε στον P.W. δυνάμει της κατά τα ανωτέρω συναφθείσας σύμβασης καταναλωτικής πίστης ανερχόταν σε 150 000 πολωνικά ζλότι (PLN) (περίπου 34 400 ευρώ). Από το ποσό αυτό, ο P.W. έλαβε πράγματι ποσό 133 214,92 πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 30 550 ευρώ), ενώ το υπόλοιπο ποσό των 16 785,08 πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 3 850 ευρώ) προοριζόταν για την πληρωμή μιας ασφάλισης πίστωσης, χαρακτηριζόμενης ως «προαιρετικής». Η σύναψη της προαιρετικής σύμβασης ασφάλισης συνεπαγόταν τη μείωση του επιτοκίου της πίστωσης.
20 Το συνολικό ποσό που όφειλε να αποπληρώσει ο P.W. ανερχόταν σε 207 073,53 πολωνικά ζλότι (PLN) (περίπου 47 500 ευρώ) και, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της σύμβασης πίστωσης, το συνολικό κόστος της πίστωσης ανερχόταν στο ποσό των 73 858,61 πολωνικών ζλότι PLN (περίπου 16 950 ευρώ). Το κόστος αυτό περιλάμβανε τόκους ύψους 57 073,53 πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 13 100 ευρώ) και τα μνημονευθέντα στην προηγούμενη σκέψη ασφάλιστρα, ύψους 16 785,08 πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 3 850 ευρώ). Το επιτόκιο ανερχόταν σε ποσοστό 8,49 % ετησίως (εκ των οποίων ποσοστό 4,36 % αντιστοιχούσε στο βασικό επιτόκιο και ποσοστό 4,13 % στο περιθώριο κέρδους της τράπεζας). Το επιτόκιο αυτό εφαρμόστηκε επί του ποσού που πράγματι καταβλήθηκε στον P.W. σε εκτέλεση της σύμβασης πίστωσης, προσαυξημένου κατά το ποσό των ασφαλίστρων. Το ΣΕΠΕ αναγραφόταν στη σύμβαση πίστωσης ανερχόταν σε ποσοστό 12,57 %. Η διάρκεια της σύμβασης πίστωσης ορίστηκε σε 96 μήνες.
21 Με την από 18 Αυγούστου 2023 επιστολή του ο P.W. κοινοποίησε στην τράπεζα δήλωση κατά το άρθρο 45, παράγραφος 1, του νόμου περί καταναλωτικής πίστης, προκειμένου να επωφεληθεί της λεγόμενης κύρωσης της «δωρεάν παροχής της πίστωσης». Ειδικότερα, κατά την άποψή του, η τράπεζα παρέβη τις υποχρεώσεις της ιδίως λόγω του ασαφούς προσδιορισμού της βάσεως υπολογισμού των τόκων, της μνείας ανακριβούς ΣΕΠΕ στη σύμβαση και της δυνατότητας που επιφύλαξε στον εαυτό της να επανακαθορίζει μονομερώς τα ποσά των εξόδων και των προμηθειών. Ως εκ τούτου, ζήτησε να του επιστραφεί το ποσό που είχε ήδη καταβάλει ως κόστος της πίστωσης, ύψους 14 428,83 πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 3 310 ευρώ), αίτημα στο οποίο η τράπεζα δεν ανταποκρίθηκε.
22 Στις 25 Οκτωβρίου 2023 ο P.W. άσκησε αγωγή ενώπιον του Sąd Rejonowy we Włodawie (περιφερειακού δικαστηρίου Włodawa, Πολωνία), που είναι το αιτούν δικαστήριο, ζητώντας, αφενός, να αναγνωριστεί και να κριθεί ότι η πίστωση θα εξοφληθεί χωρίς την καταβολή τόκων και άλλων επιβαρύνσεων, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και τον τρόπο που ορίζονται στη σύμβαση, και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η τράπεζα να του καταβάλει το ποσό των 30 051,76 πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 6 900 ευρώ), ήτοι το ποσό των συμβατικών τόκων που εκείνος της είχε ήδη καταβάλει συν το ποσό των ασφαλίστρων, πλέον νομίμων τόκων υπερημερίας. Προς στήριξη της αγωγής του ο P.W. προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι το επιτόκιο εφαρμόστηκε επί ποσού που αντιστοιχεί σε κόστος της πίστωσης εκτός των τόκων.
23 Η τράπεζα θεωρεί ότι ο υπολογισμός του ΣΕΠΕ ήταν ορθός. Με την αίτησή του για τη χορήγηση της πίστωσης, ο P.W. εξέφρασε τη βούλησή του να συμπεριληφθεί σε αυτήν το κόστος της ασφάλισης, το οποίο είχε ως συνέπεια την αύξηση του ποσού της πίστωσης. Η τράπεζα υπογραμμίζει, επίσης, ότι η πληροφορία ότι το επιτόκιο θα εφαρμοζόταν επί του συγκεκριμένου ποσού, καθοριζόμενου κατά τα ανωτέρω, είχε συμπεριληφθεί στη σύμβαση πίστωσης. Προσθέτει ότι ο P.W. δεν κατέβαλε καμία προμήθεια και ότι το κόστος της πίστωσης συνίσταται αποκλειστικά από τους συμβατικούς τόκους και τα ασφάλιστρα, τα δε στοιχεία αυτά περιγράφονται λεπτομερώς στο «[δ]ελτίο πληροφοριών σχετικά με την καταναλωτική πίστη», το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης πίστωσης.
24 Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το αν είναι συμβατή με την οδηγία 2008/48 η πρακτική της τράπεζας που συνίσταται στην είσπραξη τόκων επί ποσού το οποίο περιλαμβάνει, πέραν του κεφαλαίου της πίστωσης, το κόστος της πίστωσης εκτός των τόκων, ήτοι επί ποσού το οποίο δεν έχει καταβληθεί στον δανειολήπτη στο σύνολό του. Διευκρινίζει, συναφώς, ότι το «κόστος της πίστωσης εκτός των τόκων» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 6a, του νόμου περί καταναλωτικής πίστης, περιλαμβάνει, ιδίως, τα έξοδα, τις προμήθειες, τους φόρους και τα περιθώρια κέρδους, εφόσον τα γνωρίζει ο πιστωτικός φορέας, καθώς και τα έξοδα που αφορούν συμπληρωματικές υπηρεσίες, όπως υπηρεσίες ασφάλισης, εφόσον η κάλυψή τους από τον καταναλωτή είναι υποχρεωτική για την έγκριση της πίστωσης ή για τη χορήγησή της υπό τους όρους της σχετικής προσφοράς.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sąd Rejonowy we Włodawie (πρωτοδικείο Włodawa) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο [3], στοιχείο ιʹ, της [οδηγίας 2008/48], ερμηνευόμενο με γνώμονα την αρχή της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης και τον σκοπό της εν λόγω οδηγίας, καθώς και υπό το πρίσμα του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της [οδηγίας 93/13], την έννοια ότι αντιτίθεται στην πρακτική να περιλαμβάνονται σε συμβάσεις καταναλωτικής πίστης των οποίων το περιεχόμενο δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ του επαγγελματία (πιστωτικού φορέα) και του καταναλωτή (δανειολήπτη) ρήτρες οι οποίες προβλέπουν την επιβολή τόκου όχι μόνον επί του ποσού της πίστωσης που καταβάλλεται στον καταναλωτή, αλλά και επί του κόστους της πίστωσης εκτός των τόκων (ήτοι επί των προμηθειών ή των λοιπών εξόδων, τα οποία δεν αποτελούν μεν συστατικό στοιχείο του ποσού της πίστωσης που καταβάλλεται στον καταναλωτή, αλλά συναπαρτίζουν το συνολικό ποσό που οφείλει να καταβάλει ο καταναλωτής για την εκπλήρωση της υποχρέωσης που υπέχει από τη σύμβαση καταναλωτικής πίστης);
2) Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχεία στʹ και ζʹ, της [οδηγίας 2008/48], ερμηνευόμενο με γνώμονα την αρχή της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης και τον σκοπό της εν λόγω οδηγίας και υπό το πρίσμα του άρθρου 5 της [οδηγίας 93/13], την έννοια ότι αντιτίθεται στην πρακτική να περιλαμβάνονται σε συμβάσεις καταναλωτικής πίστης των οποίων το περιεχόμενο δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ του επαγγελματία (πιστωτικού φορέα) και του καταναλωτή (δανειολήπτη) ρήτρες οι οποίες μνημονεύουν μόνον το χρεωστικό επιτόκιο και το συνολικό ποσό των κεφαλαιοποιημένων τόκων που υποχρεούται να καταβάλει ο καταναλωτής προς εκπλήρωση της υποχρέωσης που υπέχει βάσει της σύμβασης, χωρίς ταυτοχρόνως να παρέχεται σαφής ενημέρωση στον καταναλωτή ότι η βάση υπολογισμού των κεφαλαιοποιημένων τόκων (εκφραζομένων ως ποσού) είναι ποσό διαφορετικό από το ποσό της πίστωσης που πράγματι του καταβλήθηκε και, ειδικότερα, ότι αποτελεί το άθροισμα του καταβληθέντος σε αυτόν ποσού της πίστωσης και του κόστους της πίστωσης εκτός των τόκων (ήτοι των προμηθειών ή των λοιπών εξόδων, τα οποία δεν αποτελούν μεν συστατικό στοιχείο του ποσού της πίστωσης που καταβάλλεται στον καταναλωτή, αλλά συναπαρτίζουν το συνολικό ποσό που οφείλει να καταβάλει ο καταναλωτής για την εκπλήρωση της υποχρέωσης που υπέχει βάσει της σύμβασης καταναλωτικής πίστης);»
26 Με επιστολή της 20ής Νοεμβρίου 2025 η τράπεζα δήλωσε ότι είχε προβεί σε αποδοχή της αγωγής της κύριας δίκης, της οποίας τα αιτήματα μνημονεύθηκαν στη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε, με επιστολή της 18ης Δεκεμβρίου 2025, ότι η υπόθεση της κύριας δίκης παραμένει εκκρεμής ενώπιόν του.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού
27 Η τράπεζα αμφισβητεί το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων.
28 Κατ’ αρχάς, θεωρεί ότι τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο έχουν υποθετικό χαρακτήρα, καθόσον στηρίζονται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι οι συμβατικές ρήτρες τις οποίες αφορούν δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Επιπλέον, η τράπεζα υποστηρίζει ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα παρίσταται αλυσιτελές, δεδομένου ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν στον P.W. σχετικά με την τοκοφορία των εξόδων της προαιρετικής ασφάλισης προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και κατανοητό τόσο από τη σύμβαση πίστωσης όσο και από το δελτίο πληροφοριών.
29 Περαιτέρω, ο υποθετικός χαρακτήρας των προδικαστικών ερωτημάτων απορρέει, κατά την άποψή της, από το γεγονός ότι η υπόθεση της κύριας δίκης δεν αφορά προμήθειες ή άλλα έξοδα που εισπράττει η τράπεζα, αλλά τα ασφάλιστρα που οφείλονται στο πλαίσιο της προαιρετικής ασφάλισης, τα οποία, όχι μόνο δεν συνιστούν κόστος της πίστωσης με το οποίο επιβαρύνεται ο δανειολήπτης προς όφελος της τράπεζας, αλλά καταβάλλονται απευθείας στον λογαριασμό του ασφαλιστή. Σύμφωνα με τον ορισμό του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή» κατά το άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2008/48, τέτοιου είδους ασφάλιστρα ανήκουν στα έξοδα που αφορούν συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης και εμπίπτουν, κατά τον ίδιο ορισμό, σε χωριστή κατηγορία εξόδων.
30 Τέλος, η τράπεζα ισχυρίζεται ότι το αιτούν δικαστήριο δεν παρέσχε στο Δικαστήριο τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να δοθεί χρήσιμη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, με συνέπεια η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως να μην πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε απλώς τις απόψεις των διαδίκων χωρίς να τις ελέγξει και χρησιμοποίησε την έννοια του «κόστους της πίστωσης εκτός των τόκων» χωρίς λογική συνοχή, εφαρμόζοντας το κριτήριο ότι το κόστος αυτό αποτελείται από το σύνολο των ποσών που περιλαμβάνονται στην πίστωση χωρίς να καταβάλλονται απευθείας στον καταναλωτή. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ούτε τα κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την εξόφληση δανείων, ήτοι στο πλαίσιο συγκέντρωσης οφειλών, καταβάλλονται στον καταναλωτή προκειμένου αυτός να τα διαθέσει κατά το δοκούν, ωστόσο δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είναι τοκοφόρα.
31 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, πρώτον, κατά πάγια νομολογία, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλει εθνικός δικαστής εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου το οποίο ο ίδιος προσδιορίζει με δική του ευθύνη, και του οποίου την ακρίβεια δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα αναγκαία πραγματικά και νομικά στοιχεία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2024, Tudmur, C‑185/24 και C‑189/24, EU:C:2024:1036, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
32 Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο έχει επιληφθεί αγωγής που άσκησε ο P.W. κατά της τράπεζας ζητώντας, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί και να κριθεί ότι η πίστωση θα εξοφληθεί χωρίς την καταβολή τόκων και άλλων επιβαρύνσεων, με την αιτιολογία ότι εισπράχθηκαν συμβατικοί τόκοι επί ποσού που αντιστοιχεί σε κόστος της πίστωσης εκτός των τόκων. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι διατηρεί αμφιβολίες ως προς το αν είναι συμβατή με την οδηγία 2008/48 η πρακτική της τράπεζας η οποία συνίσταται στο να εισπράττει τόκους επί ποσού που περιλαμβάνει τόσο το κεφάλαιο της πίστωσης όσο και το κόστος της πίστωσης εκτός των τόκων, ενώ το ποσό που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο κόστος δεν έχει καταβληθεί στον δανειολήπτη.
33 Στο πλαίσιο αυτό, με τα ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει μια σειρά διατάξεων της οδηγίας 2008/48, υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας και ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 93/13.
34 Επομένως, τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν πράγματι την ερμηνεία κανόνων του δικαίου της Ένωσης που είναι κρίσιμοι για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο προσδιορίζει το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης με δική του ευθύνη, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να ελέγξει τις παραδοχές στις οποίες στηρίζονται τα εν λόγω ερωτήματα.
35 Δεύτερον, προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να ερμηνεύσει το δίκαιο της Ένωσης κατά τρόπο χρήσιμο για το εθνικό δικαστήριο, το άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προβλέπει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, συνοπτική έκθεση του αντικειμένου της διαφοράς της κύριας δίκης και των σχετικών διαπιστωθέντων από το αιτούν δικαστήριο πραγματικών περιστατικών ή, τουλάχιστον, έκθεση των πραγματικών στοιχείων στα οποία στηρίζονται τα ερωτήματα. Ομοίως, πρέπει να περιλαμβάνει έκθεση των λόγων που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ή το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και να προκύπτει ο σύνδεσμος ο οποίος υφίσταται, κατά την εκτίμησή του, μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας.
36 Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι ενώ, σε αντίθεση με τις διιστάμενες απόψεις των διαδίκων της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε τις δικές του διαπιστώσεις με πολύ συνοπτικό τρόπο, εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη όσων εκτέθηκαν στις σκέψεις 32 και 33 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα.
37 Κατά συνέπεια, τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά.
Επί της ουσίας
38 Προκαταρκτικώς, στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο χαρακτηρίζει τα επίμαχα στην κύρια δίκη ασφάλιστρα ως «κόστος της πίστωσης εκτός των τόκων», υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι η συγκεκριμένη έννοια δεν προβλέπεται στην οδηγία 2008/48, αλλά στην πολωνική νομοθεσία και, ειδικότερα, στο άρθρο 5, σημείο 6a, του νόμου περί καταναλωτικής πίστης (πρβλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Mikrokasa και Revenue Niestandaryzowany Sekurytyzacyjny Fundusz Inwestycyjny Zamknięty, C‑779/18, EU:C:2020:236, σκέψεις 40 και 42).
39 Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην έννοια αυτή με την απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Mikrokasa και Revenue Niestandaryzowany Sekurytyzacyjny Fundusz Inwestycyjny Zamknięty (C‑779/18, EU:C:2020:236), επισημαίνοντας, στη σκέψη 40 της αποφάσεως εκείνης, ότι συνιστά υποκατηγορία του κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2008/48 «συνολικού κόστους της πίστωσης», όπου περιλαμβάνεται το σύνολο των επιβαρύνσεων, μεταξύ των οποίων και οι τόκοι.
40 Εν συνεχεία, πρέπει να σημειωθεί ότι τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν το συνολικό κόστος της πίστωσης που χορηγήθηκε στον P.W., το οποίο περιελάμβανε, πέραν των τόκων, ποσό 16 785,08 πολωνικών ζλότι (PLN) προοριζόμενο για την πληρωμή μιας ασφάλισης πίστωσης, χαρακτηριζόμενης ως «προαιρετικής». Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν είναι συμβατή με την οδηγία 2008/48 η πρακτική της τράπεζας, η οποία εισέπραττε τόκους επί του ποσού που κατέβαλε στον P.W. σε εκτέλεση της σύμβασης, προσαυξημένου κατά το κόστος της πίστωσης εκτός των τόκων, διευκρινίζοντας ότι το κόστος αυτό καλύπτει, μεταξύ άλλων, τα έξοδα που αφορούν συμπληρωματικές υπηρεσίες, όπως υπηρεσίες ασφάλισης, εφόσον η ανάληψή τους είναι υποχρεωτική για την έγκριση της πίστωσης ή για τη χορήγησή της υπό τους όρους της σχετικής προσφοράς.
41 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι ο χαρακτηρισμός της επίμαχης στην κύρια δίκη ασφάλισης πίστωσης ως «προαιρετικής» υποδηλώνει ότι η ασφάλιση αυτή δεν ήταν αναγκαία για τη λήψη του καθαυτό δανείου. Εντούτοις, στο μέτρο που η σύναψη της σχετικής σύμβασης ασφάλισης συνεπαγόταν τη μείωση του επιτοκίου της πίστωσης, η σύμβαση ασφάλισης ήταν αναγκαία για τη λήψη του δανείου υπό τους όρους της σχετικής προσφοράς. Υπό τα δεδομένα αυτά, τα ασφάλιστρα, τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της σύμβασης πίστωσης, εντάσσονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης, εμπίπτουν επίσης στην έννοια του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή» κατά το άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2008/48.
42 Τέλος, στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο εξομοιώνει το «κόστος της πίστωσης εκτός των τόκων» με τα ποσά που δεν καταβάλλονται στον δανειολήπτη, υπογραμμίζεται ότι ο χαρακτηρισμός ενός ποσού ως μέρους του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή» κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ζʹ, το οποίο πρέπει να βαρύνει τον δανειολήπτη σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη σύμβαση πίστωσης, δεν εξαρτάται από το αν το ποσό αυτό καταβλήθηκε ή όχι σε τραπεζικό λογαριασμό του δανειολήπτη.
43 Πράγματι, το γεγονός ότι τα δανεισθέντα ποσά καταβάλλονται αρχικώς σε τραπεζικό λογαριασμό του δανειολήπτη προτού χρησιμοποιηθούν για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή για την κάλυψη ορισμένων εξόδων, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ο πιστωτικός φορέας τα καταβάλλει απευθείας στους δανειστές του δανειολήπτη, επαφίεται στην τύχη και δεν είναι δυνατόν, αυτό καθαυτό, να επηρεάσει τον χαρακτηρισμό των σχετικών ποσών ως κόστους της πίστωσης.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
44 Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, στο Δικαστήριο εναπόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον είναι αναγκαίο, να αναδιατυπώσει τα ερωτήματα που του υποβάλλονται. Συναφώς, σε αυτό εναπόκειται να συναγάγει από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο, και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης τα οποία χρήζουν ερμηνείας λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (βλ. αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 1978, Redmond, 83/78, EU:C:1978:214, σκέψη 26, της 28ης Νοεμβρίου 2000, Roquette Frères, C‑88/99, EU:C:2000:652, σκέψη 18, και της 2ας Δεκεμβρίου 2025, Russmedia Digital και Inform Media Press, C‑492/23, EU:C:2025:935, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο έχει επιληφθεί διαφοράς στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να αποφανθεί αν είναι συμβατή με την οδηγία 2008/48 πρακτική της τράπεζας συνιστάμενη στην είσπραξη τόκων επί ποσού το οποίο περιλαμβάνει, πέραν του κεφαλαίου της πίστωσης, το κόστος της πίστωσης εκτός των τόκων, ήτοι επί ποσού το οποίο δεν έχει καταβληθεί στο σύνολό του στον δανειολήπτη.
46 Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 3, στοιχεία ζʹ και ιʹ, της οδηγίας 2008/48, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει να περιλαμβάνονται σε συμβάσεις καταναλωτικής πίστης ρήτρες που προβλέπουν την εφαρμογή του επιτοκίου όχι μόνον επί του συνολικού ποσού της πίστωσης, αλλά και επί ποσών προοριζόμενων για την πληρωμή εξόδων που συνδέονται με την πίστωση και εμπίπτουν, ως εκ τούτου, στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή.
47 Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2008/48, σκοπός της είναι η εναρμόνιση ορισμένων πτυχών των κανόνων των κρατών μελών που διέπουν τις συμβάσεις πίστωσης με τους καταναλωτές.
48 Εν συνεχεία, από το άρθρο 22, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας προκύπτει ότι, στον βαθμό που αυτή περιέχει εναρμονισμένες διατάξεις, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν σε ισχύ ή να θεσπίζουν εθνικές διατάξεις οι οποίες παρεκκλίνουν από εκείνες της οδηγίας.
49 Όπως προκύπτει από τους ορισμούς του άρθρου 3 της οδηγίας 2008/48, η έννοια του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή» συνδέεται με τις έννοιες του «συνολικού ποσού της πίστωσης» και του «συνολικού ποσού πληρωτέου από τον καταναλωτή» για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Soho Group, C‑686/19, EU:C:2020:582, σκέψη 38).
50 Δεδομένου ότι το άρθρο 3 της ως άνω οδηγίας δεν παραπέμπει, όσον αφορά τις εν λόγω έννοιες, στο εθνικό δίκαιο, αμφότερες πρέπει να θεωρηθούν ως αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της Ένωσης και, ως τέτοιες, να ερμηνεύονται ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ένωση (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Soho Group, C‑686/19, EU:C:2020:582, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
51 Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι ως «συνολικό ποσό της πίστωσης», κατά την έννοια της οδηγίας 2008/48, ορίζεται, στο άρθρο της 3, στοιχείο ιβʹ, το ανώτατο όριο ή το σύνολο των ποσών που διατίθενται βάσει σύμβασης πίστωσης.
52 Εν συνεχεία, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, για τη διασφάλιση ευρείας προστασίας των καταναλωτών, ο νομοθέτης της Ένωσης ορίζει ευρέως στο άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας την έννοια του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή» ως το σύνολο των επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των φόρων και κάθε άλλου είδους αμοιβών, τις οποίες πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής για τη σύμβαση πίστωσης και τις οποίες γνωρίζει ο πιστωτικός φορέας, εκτός των συμβολαιογραφικών εξόδων (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Mikrokasa και Revenue Niestandaryzowany Sekurytyzacyjny Fundusz Inwestycyjny Zamknięty, C‑779/18, EU:C:2020:236, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 3, στοιχείο θʹ, της οδηγίας 2008/48, το ΣΕΠΕ αντιστοιχεί προς το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκφραζόμενο ως ετήσιο ποσοστό του συνολικού ποσού της πίστωσης, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του κόστους, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 2, της ίδιας αυτής οδηγίας.
53 Τέλος, επισημαίνεται ότι, δεδομένου ότι η έννοια του «συνολικού ποσού πληρωτέου από τον καταναλωτή» ορίζεται στο άρθρο 3, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2008/48 ως «το ποσό του συνολικού ύψους της πίστωσης και το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή», προκύπτει ότι οι έννοιες «συνολικό ποσό της πίστωσης» και «συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή» είναι αλληλοαποκλειόμενες και ότι, ως εκ τούτου, το «συνολικό ποσό της πίστωσης» δεν είναι δυνατόν να περιλαμβάνει ποσά υπολογιζόμενα στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή (αποφάσεις της 21ης Απριλίου 2016, Radlinger και Radlingerová, C‑377/14, EU:C:2016:283, σκέψη 85, και της 16ης Ιουλίου 2020, Soho Group, C‑686/19, EU:C:2020:582, σκέψη 42).
54 Επομένως, η οδηγία 2008/48 παρέχει μια ολοκληρωμένη εικόνα για το πώς επιμερίζονται τα ποσά που εμπίπτουν στις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Soho Group, C‑686/19, EU:C:2020:582, σκέψη 43).
55 Όσον αφορά το «χρεωστικό επιτόκιο», το οποίο ορίζεται στο άρθρο 3, στοιχείο ιʹ, της οδηγίας 2008/48 ως το «επιτόκιο […] το οποίο εφαρμόζεται […] στο ποσό της πίστωσης που αναλαμβάνεται», επισημαίνεται ότι το συνολικό ποσό της πίστωσης και το ποσό της ανάληψης αναφέρονται στα ποσά που τίθενται στη διάθεση του καταναλωτή, με αποτέλεσμα να αποκλείονται τα ποσά τα οποία χρησιμοποιεί ο πιστωτικός φορέας για την κάλυψη των συνδεόμενων με την οικεία πίστωση εξόδων και τα οποία στην πραγματικότητα ουδέποτε καταβάλλονται στον καταναλωτή (απόφαση της 21ης Απριλίου 2016, Radlinger και Radlingerová, C‑377/14, EU:C:2016:283, σκέψη 91).
56 Πράγματι, στις σκέψεις 87 και 88 της αποφάσεως της 21ης Απριλίου 2016, Radlinger και Radlingerová (C‑377/14, EU:C:2016:283), αφού υπογράμμισε ότι ο υπολογισμός του ΣΕΠΕ εξαρτάται από το συνολικό ποσό της πίστωσης και ότι, κατά την οδηγία 2008/48, η βασική εξίσωση, με την οποία προσδιορίζεται το ΣΕΠΕ, εκφράζει σε ετήσια βάση την ισοδυναμία μεταξύ του αθροίσματος της παρούσας αξίας των αναλήψεων, αφενός, και του αθροίσματος της παρούσας αξίας των ποσών των εξοφλητικών δόσεων και των καταβολών, αφετέρου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ποσό της ανάληψης, κατά την έννοια του μέρους Ι του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2008/48, αντιστοιχεί προς το συνολικό ποσό της πίστωσης, κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ιβʹ, της ίδιας αυτής οδηγίας.
57 Κατά συνέπεια, ούτε το συνολικό ποσό της πίστωσης, κατά την έννοια των άρθρων 3, στοιχείο ιβʹ, και 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48, ούτε το ποσό της πίστωσης που αναλαμβάνεται, κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ιʹ, της ίδιας οδηγίας, δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει κανένα από τα ποσά που προορίζονται για την εκπλήρωση των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί δυνάμει της οικείας σύμβασης πίστωσης, όπως είναι τα διοικητικά έξοδα, οι τόκοι, οι προμήθειες και κάθε άλλο είδος αμοιβής που οφείλει να καταβάλει ο καταναλωτής (πρβλ. απόφαση της 21ης Απριλίου 2016, Radlinger και Radlingerová, C‑377/14, EU:C:2016:283, σκέψη 86).
58 Το ίδιο ισχύει και για τα έξοδα ασφάλισης, τα οποία χαρακτηρίστηκαν από το αιτούν δικαστήριο ως κόστος της πίστωσης εκτός των τόκων και τα οποία συνιστούν, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 39 και 41 της παρούσας αποφάσεως, υποκατηγορία του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2008/48.
59 Διευκρινίζεται ότι η λύση αυτή, η οποία απορρέει από τις αποφάσεις της 21ης Απριλίου 2016, Radlinger και Radlingerová (C‑377/14, EU:C:2016:283), της 26ης Μαρτίου 2020, Mikrokasa και Revenue Niestandaryzowany Sekurytyzacyjny Fundusz Inwestycyjny Zamknięty (C‑779/18, EU:C:2020:236), και της 16ης Ιουλίου 2020, Soho Group (C‑686/19, EU:C:2020:582), δεν οδηγεί στον περιορισμό των ειδών των εξόδων ή επιβαρύνσεων που μπορεί να επιβάλει ο πιστωτικός φορέας στον καταναλωτή στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης.
60 Πράγματι, ο πιστωτικός φορέας μπορεί να μην εφαρμόσει το συμβατικό επιτόκιο σε ποσά που αντιστοιχούν στο κόστος της πίστωσης, αποφεύγοντας όμως παράλληλα τις συνέπειες από τη σταδιακή μείωση της αξίας του χρήματος συν τω χρόνω, και τούτο εφαρμόζοντας αναλογικά υψηλότερο χρεωστικό επιτόκιο, το οποίο αντιπροσωπεύει το κόστος της μη είσπραξης τόκων επί ποσών που αντιστοιχούν στο κόστος της πίστωσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο πιστωτικός φορέας μπορεί να καταστήσει την πίστωση προσβάσιμη και σε καταναλωτές που δεν διαθέτουν αρχικό κεφάλαιο για την κάλυψη των εξόδων που προκύπτουν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης.
61 Περαιτέρω, μια τέτοια λύση είναι σύμφωνη προς τους σκοπούς της οδηγίας 2008/48.
62 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 2008/48 εκδόθηκε με τον διττό σκοπό να διασφαλίσει υψηλό και ισοδύναμο επίπεδο προστασίας των συμφερόντων όλων των καταναλωτών της Ένωσης και να διευκολύνει τη δημιουργία μιας λειτουργικής εσωτερικής αγοράς καταναλωτικής πίστεως. Από την αιτιολογική σκέψη 19 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι σκοπός της είναι, μεταξύ άλλων, να διασφαλίσει ότι ο καταναλωτής θα λάβει, πριν από τη σύναψη της συμβάσεως πίστωσης, επαρκές ενημερωτικό υλικό, ιδίως σχετικά με το ΣΕΠΕ που ισχύει σε ολόκληρη την Ένωση, ώστε να είναι σε θέση να συγκρίνει τα εφαρμοζόμενα επιτόκια (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Soho Group, C‑686/19, EU:C:2020:582, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
63 Όπως όμως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 31 και 43 της οδηγίας 2008/48, η ενημέρωση του καταναλωτή ως προς το συνολικό κόστος της πίστωσης, υπό τη μορφή επιτοκίου υπολογιζόμενου βάσει ενιαίου μαθηματικού τύπου, είναι ουσιώδους σημασίας. Συγκεκριμένα, πρώτον, η ενημέρωση αυτή συντελεί στη διαφάνεια της αγοράς, στο μέτρο που επιτρέπει στον καταναλωτή να συγκρίνει τις προσφορές πίστωσης. Δεύτερον, η εν λόγω ενημέρωση παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να αντιληφθεί την έκταση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει (απόφαση της 21ης Απριλίου 2016, Radlinger και Radlingerová, C‑377/14, EU:C:2016:283, σκέψη 90 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
64 Μια τέτοια διαφάνεια της αγοράς θα διακυβευόταν αν ήταν δυνατόν να γίνει διάκριση μεταξύ πλειόνων επιτοκίων και, ιδίως, μεταξύ του χρεωστικού επιτοκίου που εφαρμόζεται στο αναληφθέν ποσό της πίστωσης και άλλων επιτοκίων που εφαρμόζονται, εντός των κρατών μελών, σε ποσά που έχουν πιστωθεί και τα οποία δεν εμπίπτουν στον ορισμό του «ποσού της πίστωσης που αναλαμβάνεται».
65 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, στοιχεία ζʹ και ιʹ, της οδηγίας 2008/48, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει να περιλαμβάνονται σε συμβάσεις καταναλωτικής πίστης ρήτρες που προβλέπουν την εφαρμογή του επιτοκίου όχι μόνον επί του συνολικού ποσού της πίστωσης, αλλά και επί ποσών προοριζόμενων για την πληρωμή εξόδων που συνδέονται με την πίστωση και εμπίπτουν, ως εκ τούτου, στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή.
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος:
66 Δεδομένου ότι τα έξοδα ασφάλισης, ως συστατικό στοιχείο του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή» κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2008/48, δεν είναι δυνατόν να συνυπολογιστούν στο «ποσό της πίστωσης που αναλαμβάνεται» κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ιʹ, της οδηγίας αυτής, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
67 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 3, στοιχεία ζʹ και ιʹ, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2021/2167 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2021, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας,
έχει την έννοια ότι:
δεν επιτρέπει να περιλαμβάνονται σε συμβάσεις καταναλωτικής πίστης ρήτρες που προβλέπουν την εφαρμογή του επιτοκίου όχι μόνον επί του συνολικού ποσού της πίστωσης, αλλά και επί ποσών προοριζόμενων για την πληρωμή εξόδων που συνδέονται με την πίστωση και εμπίπτουν, ως εκ τούτου, στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή.
(υπογραφές)
