ΑΠΟΦΑΣΗ
E.H. κατά Γερμανίας της 21.04.2026 (προσφ. αριθ. 25914/21)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων, ηλικίας 15 ετών κατά τον κρίσιμο χρόνο, ύποπτος για ανθρωποκτονία σε βάρος 14χρονου συμμαθητή του, συνελήφθη από την αστυνομία στην κατοικία της μητέρας του, η οποία ασκούσε την αποκλειστική επιμέλειά του. Ενημερώθηκε προφορικά και εγγράφως για τα δικαιώματά του, μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα και, αφού επιβεβαίωσε ότι επιθυμούσε να καταθέσει χωρίς την παρουσία της μητέρας του ή συνηγόρου, ομολόγησε την πράξη κατά τη διάρκεια τρίωρης ανάκρισης. Το Περιφερειακό Δικαστήριο του Βερολίνου, το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο και το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψαν τα ένδικα μέσα που άσκησε, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του ότι έπρεπε να αποκλειστεί η ομολογία επειδή δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία εμπιστευτικής συνεννόησης με τη μητέρα του πριν από την προανάκριση. Ο προσφεύγων προσέφυγε στο Στρασβούργο, περιορίζοντας την αιτίασή του στο εν λόγω ειδικό ζήτημα. Το Δικαστήριο, ομόφωνα, έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1, επισημαίνοντας ότι οι εθνικές αρχές έλαβαν όλα τα εύλογα μέτρα ώστε ο προσφεύγων να είναι πλήρως ενήμερος για τα δικαιώματα υπεράσπισης και να μπορεί να εκτιμήσει τις συνέπειες της συμπεριφοράς του.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο προσφεύγων, Γερμανός υπήκοος γεννηθείς το 2002, κατηγορήθηκε για την ανθρωποκτονία συμμαθητή του στις 7 Μαρτίου 2018 με χρήση μαχαιριού. Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 11 Μαρτίου 2018, έξι αστυνομικοί μετέβησαν στην κατοικία της μητέρας του, που ασκούσε την αποκλειστική επιμέλεια. Ο προσφεύγων ενημερώθηκε προφορικά για το δικαίωμα σιωπής, το δικαίωμα να έχει συνήγορο και το δικαίωμα παρουσίας της μητέρας του κατά την προανάκριση και έλαβε σχετικό ενημερωτικό έντυπο που υπέγραψε. Παράλληλα, η μητέρα του ενημερώθηκε χωριστά στην κουζίνα από άλλον αστυνομικό. Ο προσφεύγων υπέδειξε την τοποθεσία του φονικού όπλου και δήλωσε ότι επιθυμούσε να καταθέσει, χωρίς όμως την παρουσία της μητέρας του. Η μητέρα, όταν μετέβη στο δωμάτιό του, τον ρώτησε αν είχε διαπράξει το έγκλημα (χωρίς να λάβει απάντηση), ενώ κατά την αποχώρηση του ανηλίκου φώναξε σε αυτόν: «Αν το έκανες, θέλω να το πεις. Η μητέρα του [θύματος] αξίζει να γνωρίζει!». Στο αστυνομικό τμήμα, ο προσφεύγων επανέλαβε ότι δεν επιθυμούσε την παρουσία της μητέρας του («πολύ αμήχανο»), ενώ αυτή παρέμεινε εκτός του χώρου ανάκρισης. Κατά την τρίωρη ανάκριση ομολόγησε το έγκλημα.
Το Περιφερειακό Δικαστήριο του Βερολίνου, με την από 22.11.2018 απόφαση, καταδίκασε τον προσφεύγοντα για Mord (aggravated murder) σε ποινή 9 ετών ποινής στερητικής της ελευθερίας κατά το δίκαιο ανηλίκων, στηρίζοντας την κρίση του, μεταξύ άλλων, στην ομολογία της 11.03.2018, η οποία θεωρήθηκε πιο αξιόπιστη από τη δεύτερη ομολογία που δόθηκε ενώπιον του δικαστηρίου (η τελευταία εκτιμήθηκε ως υπαναχώρηση και άμυνα τακτικής). Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο (Bundesgerichtshof), με απόφαση της 13.08.2019, απέρριψε την αναίρεση αφήνοντας ανοικτό το ζήτημα της ύπαρξης δικαιώματος εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης και κρίνοντας ότι ακόμη και αν γινόταν δεκτή η ύπαρξή του, δεν θα οδηγούσε σε αποκλεισμό του αποδεικτικού μέσου. Το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (Bundesverfassungsgericht), με απόφαση της 18.11.2020, αρνήθηκε να εξετάσει τη συνταγματική προσφυγή χωρίς αιτιολογία.
Ο προσφεύγων προσέφυγε στο ΕΔΔΑ επικαλούμενος παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ. Η αιτίασή του περιοριζόταν αποκλειστικά στο επιχείρημα ότι η εμπιστευτική συνεννόηση με τον γονέα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την έγκυρη αποκήρυξη των δικαιωμάτων υπεράσπισης και ότι ούτε ο ίδιος ούτε η μητέρα του ενημερώθηκαν για το δικαίωμα αυτό ούτε του δόθηκε η σχετική ευκαιρία. Το ΕΔΔΑ, ομόφωνα, διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ – Ποινικό σκέλος. Δίκαιη δίκη. Μη παραβίαση
Σκοπός της υπόθεσης: Το Δικαστήριο, επικαλούμενο την πάγια νομολογία του (Radomilja και λοιποί κατά Κροατίας [GC] της 20.03.2018, §§ 108-110, 116-117· Azinas κατά Κύπρου [GC] της 28.04.2004, § 38), υπενθύμισε τη θεμελιώδη αρχή ne eat judex ultra et extra petita partium, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση που φέρεται ενώπιόν του καθορίζεται από την αιτίαση («claim») του προσφεύγοντος, η οποία περιλαμβάνει τόσο τα πραγματικά περιστατικά όσο και τα νομικά επιχειρήματα. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων τόσο ενώπιον του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου όσο και στην προσφυγή του ενώπιον του Στρασβούργου περιόρισε το νομικό επιχείρημά του στο ζήτημα του δικαιώματος εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης, χωρίς να προβάλει ότι η αποκήρυξη των δικαιωμάτων του ήταν άκυρη για άλλους λόγους ή ότι η ευαλωτότητά του απαιτούσε άλλη μορφή προστασίας. Συνεπώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι καλείτο να εξετάσει αποκλειστικά αν η έλλειψη ιδιωτικής συνεννόησης και η μη ενημέρωση για τέτοια δυνατότητα συνιστούσαν παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ (§§ 32-38).
Παραδεκτό: Η προσφυγή δεν κρίθηκε προδήλως αβάσιμη και κηρύχθηκε παραδεκτή.
Επί της ουσίας: Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, μολονότι κύριος σκοπός του άρθρου 6 είναι η διασφάλιση δίκαιης δίκης ενώπιον «δικαστηρίου», οι εγγυήσεις του εφαρμόζονται και στο προανακριτικό στάδιο, εφόσον η δικαιοσύνη ενδέχεται να πληγεί σοβαρά από αρχικές παραλείψεις (Imbrioscia κατά Ελβετίας της 24.11.1993, § 36, Öcalan κατά Τουρκίας [GC], § 131, Panovits κατά Κύπρου της 11.12.2008, § 64). Όσον αφορά τους ανήλικους κατηγορουμένους, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη νομολογία που απαιτεί να λαμβάνεται πλήρως υπόψη η ηλικία, το επίπεδο ωριμότητας και οι διανοητικές και συναισθηματικές τους ικανότητες, καθώς και να διασφαλίζεται η αποτελεσματική συμμετοχή τους στη διαδικασία (V. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC] της 16.12.1999, § 86, T. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], § 84, Adamkiewicz κατά Πολωνίας της 02.03.2010, § 70· Blokhin κατά Ρωσίας [GC] της 23.03.2016, § 195).
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι στη Blokhin (§§ 77, 82-84, 86 και 207) είχε αναφερθεί σε «νομική ή άλλη κατάλληλη συνδρομή» κατά την αστυνομική ανάκριση ανηλίκων, καθώς και στην παρουσία γονέων ή κηδεμόνων κατά τα αρχικά στάδια της ποινικής διαδικασίας. Ωστόσο, οι σκέψεις αυτές δεν αφορούσαν ειδικά το υποστηριζόμενο δικαίωμα σε ιδιωτική συνεννόηση μεταξύ ανηλίκου και γονέα (§ 51). Το Δικαστήριο, αφήνοντας ανοικτό το ζήτημα της ύπαρξης τέτοιου δικαιώματος, εφάρμοσε το κριτήριο της λήψης «όλων των εύλογων μέτρων» για την πλήρη ενημέρωση του ανηλίκου και την εκτίμηση των συνεπειών της συμπεριφοράς του (§ 52).
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο επισήμανε: (α) την προσήκουσα ενημέρωση του προσφεύγοντος για το δικαίωμα σιωπής, το δικαίωμα συνηγόρου και το δικαίωμα παρουσίας της μητέρας του, τόσο προφορικά όσο και εγγράφως, (β) την επιβεβαίωση του ανηλίκου ότι είχε κατανοήσει τις πληροφορίες, (γ) την ειδική κατάρτιση και εμπειρία του προανακριτικού υπαλλήλου σε θέματα ανηλίκων, ο οποίος εκτίμησε τον προσφεύγοντα ως διανοητικά ώριμο για την ηλικία του και παρατήρησε ότι παρακολουθούσε προσεκτικά την ενημέρωση, (δ) την ενημέρωση τόσο της μητέρας όσο και του προσφεύγοντος για τη δυνατότητα παρουσίας της στην προανάκριση, την οποία ο ανήλικος ελεύθερα αποποιήθηκε, (ε) την επαναλαμβανόμενη ενημέρωση ότι η επιλογή αυτή μπορούσε να μεταβληθεί ανά πάσα στιγμή και (στ) το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν ισχυρίστηκε ότι εξαναγκάστηκε ή πιέστηκε να ομολογήσει (§§ 54-56). Το Δικαστήριο αναγνώρισε επίσης ότι στο γερμανικό δίκαιο το ζήτημα ύπαρξης δικαιώματος εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης παραμένει ανοικτό και αναγνωρίζεται μόνον από ορισμένα κατώτερα δικαστήρια (§ 55, βλ. § 30 για την επισκόπηση της εθνικής νομολογίας).
Απόφαση: Μη παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ (ομόφωνα).
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι αρχές έλαβαν όλα τα εύλογα μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι ο προσφεύγων ήταν πλήρως ενημερωμένος για τα δικαιώματα υπεράσπισής του και μπορούσε να εκτιμήσει τις συνέπειες της συμπεριφοράς του» (παρ. 57).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η κεντρικότητα της αρχής οριοθέτησης της αιτίασης. Η απόφαση επαναφέρει εμφατικά την αρχή ne eat judex ultra et extra petita partium, όπως κωδικοποιήθηκε στη Radomilja κατά Κροατίας [GC]. Ο προσφεύγων, περιορίζοντας την αιτίασή του στο ειδικό νομικό επιχείρημα περί εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης, οδήγησε το Δικαστήριο να περιορίσει το αντικείμενο του ελέγχου του υπό το πρίσμα της γενικότερης νομολογίας για την ευαλωτότητα των ανηλίκων (Salduz κατά Τουρκίας [GC] της 27.11.2008, Ibrahim κ.α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC] της 13.09.2016). Η απόφαση υπενθυμίζει τη στρατηγική σημασία της νομικής οριοθέτησης της αιτίασης ενώπιον του ΕΔΔΑ, στοιχείο καθοριστικό για τα ένδικα βοηθήματα.
Η σιωπή ως προς τη θεωρητική θεμελίωση του δικαιώματος εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης. Το Δικαστήριο δεν τοποθετήθηκε επί της ύπαρξης αυτοτελούς δικαιώματος εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης, αφήνοντας το ζήτημα ανοικτό. Η μεθοδολογική αυτή αυτοσυγκράτηση μπορεί να ερμηνευθεί ως έκφραση δικαιοδοτικής διακριτικότητας έναντι των εθνικών εννόμων τάξεων ή ως πρακτικός τρόπος επίλυσης της υπόθεσης χωρίς εμπλοκή σε ευρύτερες δογματικές επιλογές. Οι μελλοντικές υποθέσεις θα δείξουν αν το Δικαστήριο θα επανεξετάσει το ζήτημα σε περιπτώσεις όπου τα πραγματικά περιστατικά το απαιτούν πιο πιεστικά (π.χ. ανήλικοι μικρότερης ηλικίας ή με γνωστικές ιδιαιτερότητες).
Η επιβεβαίωση του κριτηρίου των «εύλογων μέτρων» από τη Blokhin. Η απόφαση εφαρμόζει με συνέπεια το κριτήριο της Blokhin κατά Ρωσίας [GC] (§ 195): οι εθνικές αρχές οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα εύλογα μέτρα ώστε ο ανήλικος να είναι πλήρως ενημερωμένος για τα δικαιώματά του και να μπορεί να εκτιμήσει τις συνέπειες. Το Δικαστήριο ακολούθησε μια συγκεκριμένη (in concreto) προσέγγιση, εξετάζοντας τα πραγματικά βήματα που έλαβε η γερμανική αστυνομία, χωρίς να επιβάλει αφηρημένες διαδικαστικές απαιτήσεις. Η προσέγγιση αυτή διαφοροποιείται από την υπόθεση Panovits κατά Κύπρου, όπου οι αρχές είχαν παραλείψει να ενημερώσουν επαρκώς τον ανήλικο και τον γονέα του για το δικαίωμα συνηγορίας.
Η σχέση με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/800. Τα πραγματικά περιστατικά (Μάρτιος 2018) προηγήθηκαν της λήξης της προθεσμίας μεταφοράς της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/800 για τις δικονομικές εγγυήσεις των ανηλίκων υπόπτων και κατηγορουμένων (11.06.2019), γεγονός που περιόρισε την επιχειρησιακή σημασία της στην προκείμενη υπόθεση. Ωστόσο, η Οδηγία αποτελεί σημαντικό κανονιστικό σημείο αναφοράς: το άρθρο 5 προβλέπει ενημέρωση του ασκούντος τη γονική μέριμνα, ενώ το άρθρο 15 κατοχυρώνει το δικαίωμα του ανηλίκου να συνοδεύεται από αυτόν κατά τη διαδικασία. Η Οδηγία δεν καθιερώνει ρητά αυτοτελές δικαίωμα εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης, γεγονός που συνάδει με την επιφυλακτική στάση του Δικαστηρίου, χωρίς όμως να αρκεί αφ’ εαυτού για να θεμελιώσει ότι τέτοιο δικαίωμα αποκλείεται κατ’ άρθρο 6 ΕΣΔΑ.
Η αποδεικτική αξία της ομολογίας και η αρχή της συνολικής δίκαιης δίκης. Το Δικαστήριο δεν διατύπωσε ρητή, αυτοτελή ανάλυση συνολικής δικαιοσύνης της δίκης κατά το σχήμα Salduz/Ibrahim, επειδή έκρινε πρωτίστως ότι είχαν ληφθεί όλα τα εύλογα μέτρα και ότι δεν υπήρξε παραβίαση στο περιορισμένο πλαίσιο της προβαλλόμενης αιτίασης. Αν η κρίση του Δικαστηρίου ήταν διαφορετική, η ανάλυση θα μπορούσε να μεταφερθεί στη σφαίρα του συνολικού ελέγχου δικαιότητας της δίκης, σύμφωνα με τα κριτήρια Salduz/Ibrahim, όπου κεντρική σημασία θα ελάμβανε η χρήση της ομολογίας στο πλαίσιο της καταδικαστικής κρίσης.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η απόφαση E.H. κατά Γερμανίας αποτελεί μια συντηρητική εφαρμογή του ήδη παγιωμένου δογματικού πλαισίου για τους ανήλικους κατηγορουμένους, με ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις ως προς τη μεθοδολογία ελέγχου και τα όρια της νομολογιακής επέκτασης. Η ομοφωνία των δικαστών και η συντομία της αιτιολογίας υποδηλώνουν μια περισσότερο τεχνική παρά θεωρητικά φορτισμένη τοποθέτηση.
Η στρατηγική διαχείριση του σκοπού της προσφυγής. Η απόφαση αναδεικνύει, με ιδιαίτερη σαφήνεια, τη σημασία της ακριβούς νομικής οριοθέτησης της αιτίασης. Ο προσφεύγων, τόσο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων όσο και ενώπιον του Στρασβούργου, περιόρισε επανειλημμένα τα νομικά του επιχειρήματα στο ζήτημα του δικαιώματος εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης, χωρίς να προβάλει το γενικότερο επιχείρημα περί αναγκαιότητας παρουσίας συνηγόρου κατά την αστυνομική ανάκριση (Salduz v. Turkey [GC] της 27.11.2008, Ibrahim and Others v. the United Kingdom [GC] της 13.09.2016). Η επιλογή αυτή, καίτοι θεμιτή από δικονομική άποψη, μπορεί να θεωρηθεί ότι στέρησε από τον προσφεύγοντα ευρύτερες οδούς επιχειρηματολογίας. Η υπόθεση λειτουργεί ως χρήσιμη υπενθύμιση στρατηγικής δικονομικής: η υπερβολική στόχευση σε ένα καινοφανές δικαίωμα ενδέχεται να υπονομεύσει τη συνολική αποτελεσματικότητα του ενδίκου βοηθήματος, ιδίως όταν το δικαίωμα αυτό δεν έχει ακόμη εδραιωθεί στη νομολογία. Πηγή: ΕΔΔΑ, E.H. v. Germany, §§ 36-38· HUDOC.
Η αιτιολογική επιλογή του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο επέλεξε μια μεσολαβητική οδό: χωρίς να αναγνωρίσει ή να αρνηθεί την ύπαρξη του υποστηριζόμενου δικαιώματος, εφάρμοσε το κριτήριο των «εύλογων μέτρων» και διαπίστωσε ότι οι αρχές είχαν συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις τους. Η μέθοδος αυτή συνάδει με την αρχή της επιμέρους δικαιοδοτικής οικονομίας, αποφεύγοντας γενικές δογματικές τοποθετήσεις. Ωστόσο, εγείρει το ερώτημα αν το κριτήριο των «εύλογων μέτρων» είναι επαρκώς ακριβές ώστε να λειτουργεί ως αποτελεσματική δικλείδα προστασίας των ανηλίκων. Η ευρύτητά του επιτρέπει στο Δικαστήριο σημαντική ευελιξία, αλλά ενδέχεται να μειώνει την προβλεψιμότητα του ελέγχου συμμόρφωσης.
Η σιωπηρή αναγνώριση της σημασίας των κατωτέρων γερμανικών δικαστηρίων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η λεπτομερής αναφορά του ΕΔΔΑ στη νομολογία του Εφετείου της Celle (απόφαση της 25.11.2009) και του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Saarbrücken (απόφαση της 31.07.2009), τα οποία έχουν δεχθεί την ύπαρξη δικαιώματος γονικής συνεννόησης (§ 30). Παρά το γεγονός ότι το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο έχει αφήσει το ζήτημα ανοικτό, η ύπαρξη αυτής της νομολογιακής τάσης σε εθνικό επίπεδο μαρτυρεί ότι το υπό εξέταση δικαίωμα δεν είναι πλήρως απορριπτέο. Είναι πιθανόν σε μελλοντική υπόθεση, με ισχυρότερα πραγματικά στοιχεία υπέρ του προσφεύγοντος (όπως μεγαλύτερη ηλικιακή ευαλωτότητα, εντονότερη εμπλοκή εξαναγκασμού), το Δικαστήριο να επανεξετάσει το θέμα.
Η σχέση με το κεκτημένο της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/800. Η Οδηγία 2016/800, με προθεσμία μεταφοράς την 11.06.2019, αποτελεί το πιο εξελιγμένο σήμερα ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο για τους ανήλικους υπόπτους και κατηγορουμένους. Κατοχυρώνει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα ενημέρωσης του ασκούντος τη γονική μέριμνα (άρθρο 5), το δικαίωμα σε υποχρεωτική συνδρομή δικηγόρου σε ορισμένες περιπτώσεις (άρθρο 6) και το δικαίωμα συνοδείας από τον ασκούντα τη γονική μέριμνα κατά τη διαδικασία (άρθρο 15). Ωστόσο, η Οδηγία δεν κατοχυρώνει ρητά αυτοτελές δικαίωμα εμπιστευτικής συνεννόησης μεταξύ ανηλίκου και γονέα πριν από την ανάκριση. Η σιωπή αυτή του ενωσιακού νομοθέτη συνάδει με την επιφυλακτική στάση του ΕΔΔΑ στην E.H., χωρίς να επιτρέπει, αφ’ εαυτής, το συμπέρασμα ότι το εν λόγω δικαίωμα δεν μπορεί να συναχθεί από άλλες πηγές του διεθνούς ή ευρωπαϊκού δικαίου. Πηγή: Οδηγία (ΕΕ) 2016/800 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαΐου 2016, ΕΕ L 132/1.
Η διεθνής διάσταση: Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού και Γενικό Σχόλιο αριθ. 24. Η νομολογία του ΕΔΔΑ για τους ανήλικους κατηγορουμένους εναρμονίζεται με το άρθρο 40 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (1989), το οποίο κατοχυρώνει τις θεμελιώδεις εγγυήσεις δίκαιης δίκης για ανηλίκους. Η Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 24 (2019) επί των δικαιωμάτων του παιδιού στο σύστημα παιδικής δικαιοσύνης — το οποίο αντικατέστησε το προγενέστερο Γενικό Σχόλιο αριθ. 10 (2007) — υπογραμμίζει την αναγκαιότητα νομικής και «άλλης κατάλληλης» συνδρομής από το αρχικό στάδιο της διαδικασίας και την ενεργό συμμετοχή των γονέων. Το Γενικό Σχόλιο δεν θεσπίζει ειδικό δικαίωμα εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης, αλλά τονίζει την ανάγκη διασφάλισης της αποτελεσματικής υποστήριξης του ανηλίκου. Πηγή: UN Committee on the Rights of the Child, General Comment No. 24 (2019) on children’s rights in the child justice system, CRC/C/GC/24, 18.09.2019.
Οι Κανόνες του Πεκίνου και οι Κατευθυντήριες Οδηγίες του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στο διεθνές επίπεδο, οι Κανόνες του Πεκίνου (Πρότυποι Ελάχιστοι Κανόνες των Ηνωμένων Εθνών για την Απονομή Δικαιοσύνης σε Ανηλίκους, 1985) αναγνωρίζουν γενικά τον ρόλο των γονέων στη διαδικασία (κανόνες 10.1 και 15.2), ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι Κατευθυντήριες Οδηγίες της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη φιλική προς τα παιδιά δικαιοσύνη υπογραμμίζουν την ανάγκη child-friendly πληροφόρησης, πρόσβασης σε νομική ή άλλη κατάλληλη υποστήριξη και ουσιαστικής συμμετοχής του παιδιού. Κανένα από αυτά τα κείμενα δεν κατοχυρώνει ρητά δικαίωμα εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης, γεγονός που επιβεβαιώνει την επιφυλακτικότητα του ΕΔΔΑ. Πηγή: United Nations, Beijing Rules, General Assembly Resolution 40/33 της 29.11.1985· Council of Europe, Committee of Ministers, Guidelines on child-friendly justice, 17.11.2010.
Η συγκριτική διάσταση: Διαμερικανικό Δικαστήριο και Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ. Στο Διαμερικανικό σύστημα, το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη Συμβουλευτική Γνώμη OC-17/02 της 28.08.2002 επί της νομικής κατάστασης και των δικαιωμάτων του παιδιού, διατύπωσε εκτενή ανάλυση των δικονομικών εγγυήσεων για τους ανηλίκους, με έμφαση στη νομική συνδρομή και στην προστασία από αυτοενοχοποίηση. Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007) επί του άρθρου 14 ΔΣΑΠΔ, έχει τονίσει τη σημασία της προσαρμογής της διαδικασίας στις ιδιαιτερότητες του ανηλίκου (παρ. 42-44). Οι αναφορές αυτές μαρτυρούν μια κανονιστική σύγκλιση γύρω από την ιδέα της διαδικαστικής υποστήριξης, χωρίς όμως πλήρη ταύτιση ως προς τη συγκεκριμένη μορφή της γονικής συνδρομής. Πηγή: IACtHR, Condición Jurídica y Derechos Humanos del Niño, Opinión Consultiva OC-17/02, 28.08.2002· UN Human Rights Committee, General Comment No. 32, CCPR/C/GC/32, 23.08.2007.
Η επιστημονική κριτική: η δυσκολία θεμελίωσης αυτοτελούς δικαιώματος. Στη θεωρία, η Ursula Kilkelly, στο έργο της «The Child and the European Convention on Human Rights» (Ashgate/Routledge, 1999 και ανατυπώσεις) και σε μεταγενέστερα άρθρα της, έχει επισημάνει την ανάγκη ενίσχυσης των ειδικών εγγυήσεων για τους ανήλικους κατηγορουμένους, μεταξύ των οποίων και η ουσιαστική γονική υποστήριξη. Ο Ton Liefaard, σε πολυάριθμες μελέτες του για τη διεθνή δικαιοσύνη ανηλίκων, επιχειρηματολογεί υπέρ ενός ευρύτερου ορισμού της «αποτελεσματικής συμμετοχής» που να ενσωματώνει τόσο τη νομική όσο και τη συναισθηματική υποστήριξη. Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η υπερβολική επέκταση των διαδικαστικών εγγυήσεων θα μπορούσε να υπονομεύσει την ίδια την αποτελεσματικότητα της ποινικής διαδικασίας για τους ανηλίκους, ιδίως όταν η γονική παρουσία δεν είναι πάντα επωφελής λόγω συγκρούσεων συμφερόντων ή συναισθηματικής φόρτισης. Ελλείψει ειδικού, επώνυμου σχολιασμού αφιερωμένου ήδη στην ίδια την E.H., οι παρατηρήσεις αυτές πρέπει να διαβάζονται ως γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο και όχι ως άμεσος σχολιασμός της συγκεκριμένης απόφασης.
Η προοπτική της νομολογίας. Η υπόθεση E.H. αφήνει ανοικτό το πεδίο για μελλοντικές αποφάσεις που θα ασχοληθούν με πιο ακραίες περιπτώσεις ευαλωτότητας ή με εθνικές έννομες τάξεις που αναγνωρίζουν ρητώς το δικαίωμα εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης. Είναι δυνατόν η προοδευτική εφαρμογή της Οδηγίας 2016/800 στα κράτη μέλη της ΕΕ, σε συνδυασμό με την εξέλιξη των εθνικών νομολογιών (όπως εκείνης της Celle και του Saarbrücken), να οδηγήσει σταδιακά σε μια πιο ρητή αναγνώριση. Επί του παρόντος, ωστόσο, η νομολογία του ΕΔΔΑ παραμένει σταθερή στη δικαιοκρατική της προσέγγιση: κρίνει συγκεκριμένα την επάρκεια των μέτρων που έλαβαν οι εθνικές αρχές, χωρίς να επιβάλλει ομοιόμορφους θεσμικούς τύπους.
Συμπέρασμα. Η απόφαση E.H. κατά Γερμανίας είναι μια συντηρητική και τεχνικά άρτια εφαρμογή της νομολογίας για την προστασία ανήλικων κατηγορουμένων. Η ομόφωνη διαπίστωση μη παραβίασης του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ αντανακλά την άποψη του Δικαστηρίου ότι οι γερμανικές αρχές ενήργησαν με τη δέουσα προσοχή απέναντι στην ευαλωτότητα του προσφεύγοντος, παρά την απουσία εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης. Η σημασία της έγκειται λιγότερο στη δογματική της συνεισφορά και περισσότερο: (α) στην επανάληψη της αρχής ne eat judex ultra et extra petita partium ως ορίου της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, (β) στην επιλογή της δικαιοδοτικής αυτοσυγκράτησης ως προς το υποστηριζόμενο νέο δικαίωμα εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης, και (γ) στη συντηρητική εφαρμογή του κριτηρίου της Blokhin. Η έκβαση της υπόθεσης επιβεβαιώνει ότι η αποτελεσματική δικονομική στρατηγική των ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον του ΕΔΔΑ απαιτεί ολιστική και όχι στενά εστιασμένη νομική επιχειρηματολογία, χωρίς όμως να μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα ότι μια ευρύτερη στρατηγική θα οδηγούσε κατ’ ανάγκην σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) Blokhin κατά Ρωσίας [GC]: Η απόφαση-σταθμός του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης που διαμόρφωσε το πλαίσιο προστασίας των ανήλικων κατηγορουμένων, με έμφαση στη νομική ή άλλη κατάλληλη συνδρομή κατά την αστυνομική ανάκριση και στην αποτελεσματική συμμετοχή στη διαδικασία. Στην E.H. χρησιμοποιείται ως κρίσιμο ερμηνευτικό πλαίσιο του κριτηρίου των «εύλογων μέτρων». Πηγή: HUDOC, Blokhin v. Russia [GC], αρ. προσφ. 47152/06, 23.03.2016, §§ 195, 203-206.
Β) Panovits κατά Κύπρου: Πρόδρομη απόφαση για την προστασία των ανήλικων κατηγορουμένων, στην οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ λόγω ελλιπούς ενημέρωσης του ανηλίκου και του πατέρα του για το δικαίωμα συνηγόρου. Η E.H. διαφοροποιείται ουσιωδώς από την Panovits, καθόσον στη γερμανική υπόθεση οι αρχές είχαν ενημερώσει επαρκώς τόσο τον ανήλικο όσο και τη μητέρα του. Πηγή: HUDOC, Panovits v. Cyprus, αρ. προσφ. 4268/04, 11.12.2008, §§ 67-77.
Γ) Radomilja κ.α. κατά Κροατίας [GC]: Η θεμελιώδης απόφαση για τον σκοπό της προσφυγής ως προς τον καθορισμό του αντικειμένου της από τα πραγματικά περιστατικά και τα νομικά επιχειρήματα του προσφεύγοντος. Η E.H. εφαρμόζει πιστά το πλαίσιο αυτό, διατηρώντας την αιτίαση αυστηρά εντός των ορίων που έθεσε ο ίδιος ο προσφεύγων. Πηγή: HUDOC, Radomilja and Others v. Croatia [GC], αρ. προσφ. 37685/10 και 22768/12, 20.03.2018, §§ 108-110 και 116-117.
Δ) Salduz κατά Τουρκίας [GC] και Ibrahim κ.α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC]: Οι δύο αποφάσεις που καθιέρωσαν το σύγχρονο πλαίσιο για το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο κατά την αστυνομική προανάκριση. Στην E.H., ο προσφεύγων δεν επικαλέστηκε τα κριτήρια αυτά ως αυτοτελές ζήτημα, περιορίζοντας την αιτίασή του στη γονική συνεννόηση. Αυτό καθόρισε σημαντικά το πεδίο ελέγχου, αλλά μόνο ως έμμεσο συγκριτικό σημείο αναφοράς και όχι ως ρητό ratio της απόφασης. Πηγή: HUDOC, Salduz v. Turkey [GC], αρ. προσφ. 36391/02, 27.11.2008· Ibrahim and Others v. the United Kingdom [GC], αρ. προσφ. 50541/08 κ.ά., 13.09.2016.
Ε) Adamkiewicz κατά Πολωνίας: Η απόφαση επιβεβαίωσε την εφαρμογή των εγγυήσεων του άρθρου 6 στους ανήλικους κατά το προανακριτικό στάδιο. Η E.H. παραπέμπει στην αρχή αυτή, εφαρμόζοντάς την στο συγκεκριμένο πραγματικό και δικονομικό πλαίσιο της υπόθεσης υπό το πρίσμα της λήψης εύλογων μέτρων. Πηγή: HUDOC, Adamkiewicz v. Poland, αρ. προσφ. 54729/00, 02.03.2010, § 70.
ΣΤ) Οδηγία (ΕΕ) 2016/800: Η Οδηγία συνιστά το πιο εξελιγμένο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο για τους ανήλικους υπόπτους και κατηγορουμένους. Κατοχυρώνει δικονομικές εγγυήσεις αλλά δεν περιέχει ρητή πρόβλεψη αυτοτελούς δικαιώματος εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης, στοιχείο που λειτουργεί ως έμμεσο και όχι αποφασιστικό συγκριτικό δεδομένο για την κατανόηση της συντηρητικής τοποθέτησης του ΕΔΔΑ στην E.H. Πηγή: Οδηγία (ΕΕ) 2016/800 της 11.05.2016, ΕΕ L 132/1-20.
Ζ) Γενικό Σχόλιο αριθ. 24 (2019) της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού: Το Γενικό Σχόλιο συνιστά το σύγχρονο ερμηνευτικό εργαλείο για τα δικαιώματα του παιδιού στο σύστημα δικαιοσύνης των ανηλίκων. Αντικατέστησε το προγενέστερο Γενικό Σχόλιο αριθ. 10 (2007) και υπογραμμίζει τη νομική και άλλη κατάλληλη συνδρομή και την ενεργό συμμετοχή των γονέων, χωρίς να καθιερώνει ειδικό δικαίωμα εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης. Πηγή: UN CRC Committee, General Comment No. 24 (2019), CRC/C/GC/24, 18.09.2019.
Η) Kilkelly, The Child and the European Convention on Human Rights (1999 και ανατυπώσεις): Η μονογραφία της Ursula Kilkelly παραμένει θεμελιώδης για τη μελέτη της νομολογίας του ΕΔΔΑ σχετικά με τα παιδιά. Η συγγραφέας υποστηρίζει την ανάγκη ειδικών εγγυήσεων για ανήλικους κατηγορουμένους, συμπεριλαμβανομένης της ουσιαστικής γονικής υποστήριξης. Πηγή: U. Kilkelly, The Child and the European Convention on Human Rights, Ashgate/Routledge, 1999 (και ανατυπώσεις 2016).
Θ) Liefaard, διεθνής δικαιοσύνη ανηλίκων: Ο Ton Liefaard, σε πλούσιο έργο (βλ. ιδίως T. Liefaard, «Juvenile Justice from an International Children’s Rights Perspective», στο W. Vandenhole et al. (eds.), Routledge International Handbook of Children’s Rights Studies, Routledge, 2015), υπερασπίζεται μια ολιστική αντίληψη της αποτελεσματικής συμμετοχής του ανηλίκου που ενσωματώνει νομική και συναισθηματική υποστήριξη.
Ι) Διαμερικανικό Δικαστήριο – Συμβουλευτική Γνώμη OC-17/02: Η Γνώμη προσφέρει ένα αξιολογικά πλούσιο πλαίσιο για τα δικαιώματα των ανηλίκων σε ποινικές διαδικασίες, με έμφαση στις ειδικές εγγυήσεις που απορρέουν από την ευαλωτότητα της παιδικής ηλικίας. Συνιστά χρήσιμο συγκριτικό σημείο αναφοράς για το ΕΔΔΑ, χωρίς αυτοτελή ταυτότητα επί του ειδικού ζητήματος της γονικής συνεννόησης. Πηγή: IACtHR, Condición Jurídica y Derechos Humanos del Niño, OC-17/02, 28.08.2002, Serie A No. 17.
ΙΑ) Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ – Γενικό Σχόλιο αριθ. 32: Το Γενικό Σχόλιο επεξεργάζεται τα δικαιώματα ισότητας ενώπιον των δικαστηρίων κατά το άρθρο 14 ΔΣΑΠΔ και αφιερώνει ειδικές παραγράφους στα δικαιώματα των ανηλίκων (παρ. 42-44), υπογραμμίζοντας την ανάγκη προσαρμογής της διαδικασίας. Χρησιμεύει ως συγκριτικό σημείο αναφοράς, χωρίς να θεμελιώνει ειδικό δικαίωμα εμπιστευτικής γονικής συνεννόησης. Πηγή: UN Human Rights Committee, General Comment No. 32, CCPR/C/GC/32, 23.08.2007.
