ΑΠΟΦΑΣΗ
Cub S.R.L. κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας της 02.04.2026 (προσφ. αριθ. 31625/14)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Τα Μολδαβικά πολιτικά δικαστήρια, σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, δεν απάντησαν στην ένσταση παραγραφής που είχε προβάλει η προσφεύγουσα εταιρεία κατά της ανταγωγής της αντιδίκου, παρά το γεγονός ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν κρίσιμος και δυνητικά καθοριστικός για την έκβαση της δίκης. Η σιωπή των δικαστών δεν μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί σιωπηρή απόρριψη, ούτε ήταν δυνατόν να εξακριβωθεί εάν η ένσταση είχε απορριφθεί ή απλώς αγνοηθεί. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ ως προς το καθήκον αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η προσφεύγουσα, Cub S.R.L., είναι εμπορική εταιρεία Μολδαβικού δικαίου με έδρα το Κισινάου. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, η προσφεύγουσα σύναψε με την εταιρεία A. δικαιοπραξία βάσει της οποίας η μεν προσφεύγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τεχνική τεκμηρίωση για την κατασκευή πλειόνων κτιρίων, η δε αντισυμβαλλομένη να καταβάλει το αντίστοιχο τίμημα.
Στις 18 Ιανουαρίου 2011, η προσφεύγουσα άσκησε αγωγή για την επικύρωση και αναγκαστική εκτέλεση της δικαιοπραξίας. Στις 18 Απριλίου 2012, η εταιρεία A. άσκησε ανταγωγή ακυρότητας κατ’ άρθρο 227 του Μολδαβικού Αστικού Κώδικα, επικαλούμενη πλάνη, καθώς και μη συμμόρφωση μέρους της τεχνικής τεκμηρίωσης σύμφωνα με την αρμόδια ελεγκτική αρχή. Η εταιρεία A. ανέφερε ότι, με επιστολή της 4ης Αυγούστου 2010, είχε ήδη καταγγείλει τη δικαιοπραξία.
Η προσφεύγουσα προέβαλε ενώπιον και των τριών δικαιοδοτικών βαθμών ένσταση παραγραφής της ανταγωγής, υποστηρίζοντας ότι, κατ’ άρθρο 233 § 1 του Αστικού Κώδικα, ο εξάμηνος χρόνος για την αίτηση ακύρωσης κατ’ άρθρο 227 είχε αρχίσει το αργότερο στις 4 Αυγούστου 2010, ημέρα κατά την οποία η ίδια η αντίδικος είχε καταγγείλει τη δικαιοπραξία, με αποτέλεσμα η ασκηθείσα τον Απρίλιο του 2012 ανταγωγή να είναι εκπρόθεσμη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Rîșcani (Κισινάου) δικαίωσε την εταιρεία A. και κήρυξε άκυρη τη δικαιοπραξία. Το εφετείο του Κισινάου εξαφάνισε την απόφαση και απέρριψε την ανταγωγή ως ουσία αβάσιμη. Με την αμετάκλητη απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2013, το Ανώτατο Δικαστήριο της Μολδαβίας εξαφάνισε την εφετειακή απόφαση και επικύρωσε την πρωτοβάθμια. Καμία από τις τρεις δικαστικές βαθμίδες δεν αποφάνθηκε επί της ένστασης παραγραφής.
Η προσφεύγουσα προσέφυγε στο Στρασβούργο επικαλούμενη παραβίαση των άρθρων 6 § 1 ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ. Αστικό σκέλος. Καθήκον αιτιολογίας. Παραβίαση
Επί του παραδεκτού: Το Δικαστήριο αντιμετώπισε καταρχάς τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι η προσφεύγουσα όφειλε να είχε εναντιωθεί στην απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να συνεκδικάσει την ανταγωγή με την κύρια αγωγή. Έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός μπορούσε να ερμηνευθεί ως ένσταση μη εξάντλησης των εθνικών ενδίκων μέσων. Διαπίστωσε όμως ότι η Κυβέρνηση δεν επικαλέστηκε καμία διάταξη ή νομολογία του εγχώριου δικαίου που να θεμελιώνει τη θέση της και έκρινε ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επέτρεπαν να συναχθεί ότι η ένσταση παραγραφής δεν είχε προβληθεί προσηκόντως. Απέρριψε επομένως την ένσταση μη εξάντλησης (παρ. 11).
Επί της ουσίας: Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων του παραδεκτού ενός ενδίκου βοηθήματος αποτελεί ουσιώδη πτυχή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (Nichifor κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας της 20.09.2016, αριθ. προσφ. 52205/10, § 28). Επιπλέον, το άρθρο 6 της Σύμβασης απαιτεί από τα εθνικά δικαστήρια να εκθέτουν επαρκώς τους λόγους στους οποίους στηρίζουν τις αποφάσεις τους (Ramos Nunes de Carvalho e Sá κατά Πορτογαλίας [GC] της 06.11.2018, αριθ. προσφ. 55391/13 και λοιπές, § 185).
Στη προκειμένη υπόθεση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα είχε προβάλει συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία υποδείκνυαν ότι η εξάμηνη προθεσμία παραγραφής δεν είχε τηρηθεί από την εταιρεία A. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η ένσταση παραγραφής αποτελούσε κρίσιμο και δυνητικά καθοριστικό για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό (Ruiz Torija κατά Ισπανίας της 09.12.1994, § 30).
Διαπίστωσε στη συνέχεια ότι κανένα από τα τρία δικαιοδοτικά όργανα δεν είχε αποφανθεί επί της ένστασης. Απέρριψε δε το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι η συνεκδίκαση κύριας αγωγής και ανταγωγής θα δικαιολογούσε τη μη εξέταση του παραδεκτού των αξιώσεων, παρατηρώντας ότι ουδόλως προέκυπτε από τη δικογραφία ότι η συνεκδίκαση απάλλασσε τους δικαστές από την υποχρέωση εξέτασης του παραδεκτού. Η ένσταση παραγραφής αφορούσε νομικό ζήτημα διακριτό από τα υπόλοιπα ζητήματα της υπόθεσης και απαιτούσε ειδική και ρητή απάντηση. Η σιωπή των δικαστών δεν μπορούσε ευλόγως να ερμηνευθεί ως σιωπηρή απόρριψη, ούτε ήταν εφικτό να εξακριβωθεί εάν είχαν απλώς αγνοήσει τον ισχυρισμό ή είχαν θελήσει να τον απορρίψουν και, σε τέτοια περίπτωση, για ποιους λόγους (παρ. 16).
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διεξαχθείσα διαδικασία δεν ήταν δίκαιη και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.
Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου: Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, τα επιχειρήματα των διαδίκων και τα ανωτέρω συμπεράσματα, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος να εξετάσει χωριστά το παραδεκτό και την ουσία της αιτίασης αυτής (Centre de ressources juridiques au nom de Valentin Câmpeanu κατά Ρουμανίας [GC] της 17.07.2014, αριθ. προσφ. 47848/08, § 156).
Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41 ΕΣΔΑ): Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αποζημίωσης για 193.000 ευρώ, κρίνοντας ότι δεν θα ήταν ορθό να εικάσει ποια θα ήταν η έκβαση της εθνικής δίκης εάν δεν είχε υπάρξει η διαπιστωθείσα παραβίαση. Επιδίκασε 3.600 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.500 ευρώ για δικαστικά έξοδα (πρβλ. L.B. κατά Ουγγαρίας [GC] της 09.03.2023, αριθ. προσφ. 36345/16, § 149).
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«[Η] σιωπή των δικαστών επί του ζητήματος αυτού δεν θα μπορούσε ευλόγως να ερμηνευθεί ως σιωπηρή απόρριψη και είναι αδύνατο να γνωρίζει κανείς εάν απλώς παρέβλεψαν την ένσταση παραγραφής της προσφεύγουσας εταιρείας ή εάν είχαν την πρόθεση να την απορρίψουν και, στην τελευταία αυτή περίπτωση, για ποιους λόγους» (παρ. 16).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Επιβεβαίωση και εξειδίκευση της νομολογίας Ruiz Torija. Η απόφαση Cub S.R.L. εντάσσεται στη σταθερή νομολογιακή γραμμή του Στρασβούργου που, αρχής γενομένης από την Ruiz Torija κατά Ισπανίας (1994), επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να παρέχουν ειδική και ρητή απάντηση σε ισχυρισμούς οι οποίοι, εάν γίνονταν δεκτοί, θα ήταν καθοριστικοί για την έκβαση της δίκης. Η ιδιαιτερότητα της Cub S.R.L. έγκειται στο ότι αφορά συγκεκριμένα ένσταση εκπροθέσμου ή παραγραφής, δηλαδή προδικαστικού περιεχομένου ισχυρισμό, η κρίση επί του οποίου θα μπορούσε να καταστήσει περιττή κάθε εξέταση της ουσίας.
Διάκριση μεταξύ καθήκοντος αιτιολογίας και ορθότητας της κρίσης. Το Δικαστήριο, με προσοχή, δεν αξιολόγησε εάν η ένσταση παραγραφής ήταν βάσιμη, ούτε υποκατέστησε τα εθνικά δικαστήρια στην ερμηνεία του άρθρου 233 § 1 του Μολδαβικού Αστικού Κώδικα. Η παραβίαση θεμελιώθηκε αποκλειστικά στο γεγονός ότι ο κρίσιμος ισχυρισμός είχε αγνοηθεί σιωπηρά και ολοσχερώς, χωρίς να καθίσταται δυνατή ούτε καν η εκ των υστέρων ανασύσταση του δικανικού συλλογισμού.
Όρια της σιωπηρής απόρριψης. Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η νομολογία ΕΔΔΑ δέχεται μεν ότι η αιτιολογία ενδέχεται να είναι σιωπηρή, εφόσον προκύπτει με σαφήνεια από το όλο πλαίσιο της απόφασης, πλην όμως αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη στοιχείων από τα οποία να συνάγεται έστω και έμμεσα η θέση των δικαστών. Όταν, όμως, η σιωπή είναι απόλυτη και ο ισχυρισμός είναι νομικά διακριτός και κρίσιμος, η έλλειψη οποιασδήποτε απάντησης συνιστά έλλειψη αιτιολογίας ασυμβίβαστη με το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ.
Συνεκδίκαση και υποχρέωση εξέτασης παραδεκτού. Με ειδική αξία πρακτικού χαρακτήρα, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η συνεκδίκαση κύριας αγωγής και ανταγωγής για λόγους συνάφειας δεν μπορεί, χωρίς ειδική αιτιολογία, να απαλλάξει τον εθνικό δικαστή από την αυτοτελή υποχρέωση να εξετάζει το παραδεκτό κάθε ασκούμενου ενδίκου βοηθήματος. Η αρχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις χώρες όπου η δικονομική πρακτική της συνεκδίκασης είναι ευρέως διαδεδομένη.
Συστημικό περιβάλλον της Μολδαβίας. Η απόφαση μπορεί να αναγνωσθεί στο πλαίσιο επαναλαμβανόμενων υποθέσεων κατά της Μολδαβίας ως προς την επάρκεια της δικαστικής αιτιολογίας ή την αντιμετώπιση κρίσιμων δικονομικών ισχυρισμών, όπως ιδίως η Nichifor και, σε νεότερο χρόνο, η Seksimp Group SRL κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας. Ωστόσο, η Cub S.R.L., ως απόφαση Επιτροπής με συνοπτική αιτιολογία, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την εξαγωγή ασφαλούς συστημικού πορίσματος ευρύτερης εμβέλειας· επιβεβαιώνει πάντως ότι το πρόβλημα της δικαστικής αιτιολογίας εξακολουθεί να απασχολεί το Στρασβούργο και στο Μολδαβικό πλαίσιο.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Από: echrcaselaw
Η απόφαση Cub S.R.L. κατά της Μολδαβίας αποτελεί μια κλασική, υψηλής τεχνικής ποιότητας εφαρμογή του δόγματος της αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, η οποία, χωρίς να καινοτομεί δογματικά, αναδεικνύει με ευκρίνεια τα όρια μεταξύ δικονομικής αυτονομίας του εθνικού δικαστή και υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ. Το ισχυρό σημείο της είναι η μεθοδική αυτοσυγκράτηση του Δικαστηρίου, το οποίο απέφυγε επιμελώς να υποκαταστήσει τα εθνικά δικαστήρια στην ουσιαστική κρίση επί του βάσιμου της ένστασης παραγραφής. Το αδύναμο σημείο της είναι ότι, ως απόφαση Επιτροπής (committee judgment), δεν προσφέρει εκτεταμένη δογματική επεξεργασία και περιορίζεται στην εφαρμογή ήδη παγιωμένων αρχών, με αποτέλεσμα η συμβολή της να βρίσκεται κυρίως σε επίπεδο νομολογιακής συνέπειας παρά εξέλιξης.
Η διδαχή της Ruiz Torija ως ζώσα νομολογία. Η απόφαση επιβεβαιώνει την εξαιρετική ανθεκτικότητα της νομολογίας Ruiz Torija, η οποία, τριάντα και πλέον έτη μετά τη διατύπωσή της, εξακολουθεί να λειτουργεί ως κεντρικός κανόνας ελέγχου της δικαιότητας των πολιτικών δικών στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στη θεωρία του άρθρου 6 έχει επισημανθεί ότι το καθήκον αιτιολογίας αποτελεί λειτουργικά καίρια εγγύηση της δίκαιης δίκης, ακριβώς επειδή καθιστά εφικτό τόσο τον δικαστικό έλεγχο όσο και τη δημόσια λογοδοσία της δικαιοσύνης. Βλ. γενικά: William A. Schabas, The European Convention on Human Rights: A Commentary, Oxford University Press, 2015.
Η δομική διάσταση του προβλήματος στη Μολδαβία. Η Cub S.R.L. δεν πρέπει να αντιμετωπισθεί ως απολύτως μεμονωμένη, αλλά ούτε και να υπερφορτωθεί με συστημικά συμπεράσματα που δεν διατυπώνει. Σε άλλες υποθέσεις κατά της Δημοκρατίας της Μολδαβίας, όπως η Nichifor και η Seksimp Group SRL, το ΕΔΔΑ έχει επίσης ελέγξει την επάρκεια της δικαστικής αιτιολογίας ή τη δικονομική διαχείριση κρίσιμων ζητημάτων. Η ορθότερη αξιολόγηση, επομένως, είναι ότι η Cub S.R.L. ενισχύει μια ήδη υπαρκτή νομολογιακή εικόνα, χωρίς από μόνη της να αποδεικνύει γενικευμένη θεσμική παθολογία.
Ο ρόλος της Επιτροπής. Η ανάθεση της υπόθεσης σε τριμελή σύνθεση επιτροπής, κατ’ άρθρο 28 § 1 (β) ΕΣΔΑ, σημαίνει ότι το Δικαστήριο την αντιμετώπισε ως υπόθεση που μπορούσε να κριθεί στη βάση well-established case-law. Αυτό ενισχύει την ανάγνωση της Cub S.R.L. ως απόφασης επιβεβαίωσης και συνεπούς εφαρμογής ήδη παγιωμένων αρχών της νομολογίας Ruiz Torija/Hiro Balani/Ramos Nunes, αλλά ταυτόχρονα εξηγεί και τον λιτό, μη εκτενή δογματικό χαρακτήρα της αιτιολογίας της. Πηγή: Council of Europe, Protocol No. 14 to the Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms / FS_Protocol 14 – the reform of the ECHR.
Συγκριτική προσέγγιση: το παράλληλο της αρνησιδικίας στο Διαμερικανικό σύστημα. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην απόφαση Apitz Barbera κ.ά. κατά Βενεζουέλας της 05.08.2008 (Σειρά C, αριθ. 182), έχει ομοίως κρίνει ότι η υποχρέωση αιτιολογίας (deber de motivación) αποτελεί εγγύηση που συνδέεται με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και προστατεύει το δικαίωμα των πολιτών να ελέγχουν τη νομιμότητα της δικαστικής εξουσίας. Η σύγκλιση των δύο περιφερειακών συστημάτων στο σημείο αυτό είναι αξιοσημείωτη και επιβεβαιώνει τον οικουμενικό χαρακτήρα της απαίτησης για αιτιολογημένες αποφάσεις. Πηγή: Inter-American Court of Human Rights, Case of Apitz Barbera et al. (“First Court of Administrative Disputes”) v. Venezuela, Judgment of August 5, 2008, Series C No. 182.
Συγκριτική αναφορά στο σύστημα του ΔΣΑΠΔ. Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007) επί του άρθρου 14 ΔΣΑΠΔ, τονίζει ότι το άρθρο 14 αποβλέπει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης και κατοχυρώνει ένα πλέγμα εγγυήσεων δίκαιης δίκης και ισότητας ενώπιον των δικαστηρίων. Το κείμενο αυτό δεν διατυπώνει με την ίδια ακρίβεια τη νομολογία του ΕΔΔΑ περί «ειδικής και ρητής απάντησης» σε decisive arguments, αλλά παρέχει συγκλίνουσα διεθνή επιβεβαίωση της σημασίας της αιτιολογημένης απονομής της δικαιοσύνης. Πηγή: UN Human Rights Committee, General Comment No. 32 — Article 14: Right to Equality before Courts and Tribunals and to a Fair Trial, CCPR/C/GC/32, 23.08.2007, παρ. 2.
Αναλογία με τη νομολογία περί προθεσμιών στο ΕΔΔΑ. Η ένσταση παραγραφής αποτελεί κρίσιμο αντικείμενο της νομολογίας του Στρασβούργου, κυρίως υπό το πρίσμα της πρόσβασης σε δικαστήριο (Stagno κατά Βελγίου της 07.07.2009, αριθ. προσφ. 1062/07). Η Cub S.R.L. εισάγει μια αντίστροφη οπτική: εδώ δεν είναι η αυστηρή εφαρμογή προθεσμίας που παραβιάζει τη Σύμβαση, αλλά η παράλειψη του δικαστή να εξετάσει εάν η προθεσμία είχε καν τηρηθεί από τον αντίδικο.
Πρακτική σημασία. Από πρακτική άποψη, η απόφαση παρέχει ένα χρήσιμο εργαλείο: όταν εθνικό δικαστήριο αγνοεί σιωπηρά κρίσιμη ένσταση παραδεκτού (παραγραφής, δεδικασμένου, αναρμοδιότητας, ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης), η σιωπή αυτή μπορεί να αποτελέσει αυτόνομη βάση προσφυγής στο Στρασβούργο, εφόσον ο ισχυρισμός έχει προβληθεί προσηκόντως και είναι πράγματι κρίσιμος για την έκβαση της διαφοράς, χωρίς να απαιτείται απόδειξη ότι η ένσταση θα γινόταν τελικώς δεκτή.
Συμπέρασμα. Η απόφαση Cub S.R.L. κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας, παρά την περιορισμένη δογματική της εμβέλεια ως απόφαση Επιτροπής, διασφαλίζει σημαντικό λειτουργικό όφελος: επαναβεβαιώνει ότι το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ απαιτεί ουσιαστική, και όχι κατ’ επίφαση, εξέταση των κρίσιμων ισχυρισμών των διαδίκων· επιβεβαιώνει ότι η δικονομική οικονομία της συνεκδίκασης δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη μη εξέταση του παραδεκτού και υπενθυμίζει ότι η ποιότητα της αιτιολογίας δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο αλλά ουσιώδες περιεχόμενο της δίκαιης δίκης.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) Νομολογία Ruiz Torija: Στη γενική θεωρία του άρθρου 6, ο William A. Schabas αντιμετωπίζει το καθήκον αιτιολόγησης ως κεντρική λειτουργική εγγύηση της δίκαιης δίκης, χρήσιμη για τον έλεγχο της νομιμότητας και τη λογοδοσία των δικαστηρίων. Βλ. γενικά: William A. Schabas, The European Convention on Human Rights: A Commentary, Oxford University Press, 2015.
Β) Η υποχρέωση αιτιολογίας στο Διαμερικανικό σύστημα: Το Διαμερικανικό Δικαστήριο, στην απόφαση Apitz Barbera κατά Βενεζουέλας, καθιερώνει το deber de motivación ως αυτοτελή εγγύηση δίκαιης δίκης. Πηγή: Inter-American Court of Human Rights, Case of Apitz Barbera et al. v. Venezuela, Judgment of August 5, 2008, Series C No. 182, παρ. 77-78.
Γ) Το δικαίωμα σε αιτιολογημένη απόφαση κατά την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ: Το Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 προσφέρει το ευρύτερο δικονομικό υπόβαθρο της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της ισότητας ενώπιον των δικαστηρίων, χωρίς όμως να αναπτύσσει με την ειδικότητα του ΕΔΔΑ το ζήτημα της απάντησης σε decisive submissions. Πηγή: UN Human Rights Committee, General Comment No. 32, CCPR/C/GC/32, 23.08.2007, παρ. 2.
Δ) Πρόσβαση σε δικαστήριο και προθεσμίες: Ο Pieter van Dijk και οι συνεργάτες του τονίζουν ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ για τις προθεσμίες παραγραφής διέπεται από ισορροπία μεταξύ της προστασίας της ασφάλειας δικαίου και της ουσιαστικής πρόσβασης σε δικαστήριο. Πηγή: Pieter van Dijk / Fried van Hoof / Arjen van Rijn / Leo Zwaak (επιμ.), Theory and Practice of the European Convention on Human Rights, 5η έκδ., Intersentia, 2018.
Ε) Οδηγός νομολογίας του ΕΔΔΑ περί αιτιολογίας: Ο Guide on Article 6 of the Convention – Right to a fair trial (civil limb) συνοψίζει ότι, χωρίς να απαιτείται απάντηση σε κάθε επιχείρημα, ο διάδικος μπορεί να αναμένει ειδική και ρητή απάντηση σε ισχυρισμούς που είναι decisive for the outcome of the proceedings. Πηγή: European Court of Human Rights, Guide on Article 6 of the Convention – Right to a fair trial (civil limb), updated on 31.08.2025, paras 226, 233, 238.
ΣΤ) Δικονομική αυτονομία και υποχρεώσεις από το άρθρο 6: Ο Robert Spano αναδεικνύει το πλαίσιο της επικουρικότητας και του process-based review, μέσα στο οποίο μπορεί να τοποθετηθεί και η Cub S.R.L., ακριβώς επειδή η απόφαση δεν υπεισήλθε στην ορθότητα της εθνικής ερμηνείας αλλά έλεγξε την ποιότητα της διαδικασίας. Πηγή: Robert Spano, «The Future of the European Court of Human Rights – Subsidiarity, Process-Based Review and the Rule of Law», Human Rights Law Review, vol. 18, 2018, σσ. 473-494.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Ruiz Torija v. Spain, 09.12.1994, Application no. 18390/91 • Hiro Balani v. Spain, 09.12.1994, Application no. 18064/91 • Higgins and Others v. France, 19.02.1998, Application no. 20124/92 • Suominen v. Finland, 01.07.2003, Application no. 37801/97 • Pronina v. Ukraine, 18.07.2006, Application no. 63566/00 • Ramos Nunes de Carvalho e Sá v. Portugal [GC], 06.11.2018, Application nos. 55391/13, 57728/13, 74041/13 • Nichifor v. the Republic of Moldova, 20.09.2016, Application no. 52205/10 • García Ruiz v. Spain [GC], 21.01.1999, Application no. 30544/96 • Van de Hurk v. the Netherlands, 19.04.1994, Application no. 16034/90 • Stagno v. Belgium, 07.07.2009, Application no. 1062/07 • Centre de ressources juridiques au nom de Valentin Câmpeanu v. Romania [GC], 17.07.2014, Application no. 47848/08 • L.B. v. Hungary [GC], 09.03.2023, Application no. 36345/16 • Boldea v. Romania, 15.02.2007, Application no. 19997/02 • Tatishvili v. Russia, 22.02.2007, Application no. 1509/02 • Vetrenko v. Moldova, 18.05.2010, Application no. 36552/02 • Seksimp Group SRL v. the Republic of Moldova, 15.05.2025, Application no. 30085/13
Πηγή / Source: HUDOC, echrcaselaw, Oxford University Press, Intersentia, Inter-American Court of Human Rights, UN Human Rights Committee, ECHR-KS, Council of Europe, Human Rights Law Review
