Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Το Αναιρετικό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου απέρριψε ως απαράδεκτο το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης του προσφεύγοντος, με την αιτιολογία ότι ο λόγος «έθετε σε εφαρμογή» τέσσερις ξεχωριστούς λόγους αναίρεσης (cas d’ouverture) και όχι έναν μόνο, όπως επιβάλλει ο νόμος, παρότι ο προσφεύγων είχε επικαλεσθεί τέσσερις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς υποστήριξη μιας και της αυτής αιτίασης (παραβίαση του άρθρου 3, εδ. 2, του εγχώριου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) και ως προς ένα και το αυτό ζήτημα (υποχρέωση αναστολής της πολιτικής δίκης ενόσω εκκρεμούσε ποινική διαδικασία στη Γαλλία). Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, ενόψει της πλήρους απουσίας αιτιολογίας από πλευράς του Αναιρετικού Δικαστηρίου ως προς τον λόγο για τον οποίο θεώρησε ότι ο λόγος αναίρεσης συνιστούσε τέσσερις χωριστούς cas d’ouverture, της μη παραπομπής σε σχετική πάγια νομολογία και της απουσίας στο Λουξεμβούργο εξειδικευμένου δικηγορικού σώματος αναίρεσης (avocats aux Conseils), δεν διατηρήθηκε δίκαιη ισορροπία μεταξύ της τήρησης των δικονομικών απαιτήσεων και του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο. Το ΕΔΔΑ ομόφωνα διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο προσφεύγων, Gaston Ghrenassia, Γάλλος υπήκοος γεννηθείς το 1938, γνωστός καλλιτέχνης υπό το ψευδώνυμο Enrico Macias, υπέγραψε το 2007 στη Γαλλία σύμβαση δανείου με τράπεζα εδρεύουσα στο Λουξεμβούργο. Το δάνειο περιελάμβανε σύνθετη χρηματοοικονομική διάρθρωση και ασφαλιζόταν, μεταξύ άλλων, με ενέχυρα επί ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής. Μετά τη θέση της τράπεζας σε εκκαθάριση τον Δεκέμβριο του 2008, η εκκαθαρίστρια κοινοποίησε στον προσφεύγοντα τον Ιούλιο του 2009 επιστολή ενόψει της ρευστοποίησης των ενεχύρων. Ο προσφεύγων, όπως και άλλοι πολλοί πελάτες, κίνησε διαδικασίες τόσο στη Γαλλία όσο και στο Λουξεμβούργο, και τον Νοέμβριο του 2009 δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής σε ποινική προδικασία που είχε ανοιχθεί στη Γαλλία κατά της τράπεζας για απάτη.
Το 2010 άσκησε αγωγές ενώπιον των λουξεμβουργιανών εμπορικών δικαστηρίων με αίτημα την ακύρωση των συμβάσεων (για παράνομη και ανήθικη αιτία, εν συνεχεία για δόλο ή πλάνη) και την αναγγελία απαίτησης στο παθητικό της εκκαθάρισης. Στις 19.02.2014 το Πρωτοδικείο Λουξεμβούργου απέρριψε τα αιτήματά του και έκανε δεκτή την ανταγωγή της τράπεζας. Το Πρωτοδικείο απέρριψε, μεταξύ άλλων, το αίτημα αναστολής της δίκης μέχρι περατώσεως της εκκρεμούσας στη Γαλλία ποινικής διαδικασίας, κρίνοντας ότι ο κανόνας «le criminel tient le civil en l’état» (η ποινική δίκη αναστέλλει την πολιτική), τον οποίο επικαλείτο ο προσφεύγων βάσει του άρθρου 3, εδ. 2, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περιορίζεται αποκλειστικά σε ποινικές διώξεις ενώπιον λουξεμβουργιανού και όχι αλλοδαπού δικαστηρίου. Το Εφετείο Λουξεμβούργου, με απόφαση της 20.12.2017, επικύρωσε το πρωτοβάθμιο σκεπτικό.
Στις 30.03.2018 ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση. Στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης υποστήριξε ότι η υποχρέωση αναστολής της πολιτικής δίκης επιβαλλόταν από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επικαλέστηκε τέσσερις διατάξεις: (α) το άρθρο 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν (αρχή ne bis in idem), (β) το άρθρο 82 ΣΛΕΕ, (γ) το άρθρο 8 της απόφασης-πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ περί αμοιβαίας αναγνώρισης ποινικών αποφάσεων, και (δ) το άρθρο 3 της απόφασης-πλαίσιο 2008/675/ΔΕΥ περί συνεκτίμησης καταδικαστικών αποφάσεων μεταξύ κρατών μελών. Παράλληλα, πρότεινε την παραπομπή στο ΔΕΕ τεσσάρων προδικαστικών ερωτημάτων, αντιστοίχως για κάθε διάταξη.
Ο Γενικός Εισαγγελέας (parquet général), στις προτάσεις του, ενώ δεν ασπάστηκε την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος ως προς τη δυνατότητα να συναγάγει κανείς την υποχρέωση αναστολής από καθεμία από τις επικαλούμενες διατάξεις θεωρούμενη μεμονωμένα, επισήμανε ωστόσο ότι οι διατάξεις αυτές ενδέχεται να αποτελούν εκφάνσεις μιας γενικής αρχής του ενωσιακού δικαίου και πρότεινε την παραπομπή στο ΔΕΕ ενός ενιαίου προδικαστικού ερωτήματος. Δεν ήγειρε ζήτημα απαραδέκτου του επίμαχου λόγου αναίρεσης.
Με απόφαση της 14.03.2019, το Αναιρετικό Δικαστήριο κήρυξε το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης απαράδεκτο, δεχόμενο ότι αυτό «έθετε σε εφαρμογή» τέσσερις χωριστούς cas d’ouverture και όχι έναν μόνον, κατά παράβαση του άρθρου 10, εδ. 2, του τροποποιημένου νόμου της 18.02.1885 επί των αναιρέσεων, το οποίο ορίζει ότι, επί ποινή ακυρότητας, ένας λόγος αναίρεσης ή στοιχείο λόγου αναίρεσης πρέπει να θέτει σε εφαρμογή έναν μόνον λόγο αναίρεσης. Το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε περαιτέρω την κρίση αυτή ούτε παρέπεμψε σε προγενέστερη νομολογία και δεν έλαβε θέση επί της προτάσεως του Γενικού Εισαγγελέα για παραπομπή στο ΔΕΕ.
Ο προσφεύγων προσέφυγε στο ΕΔΔΑ επικαλούμενος παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ. Αστικό σκέλος. Δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο. Υπερβολική τυπολατρία. Παραβίαση
Εφαρμοστέες αρχές: Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις γενικές αρχές περί του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο και, ειδικότερα, σε ανώτατο δικαστήριο, όπως συνοψίστηκαν στην απόφαση Dos Santos Calado κ.α. κατά Πορτογαλίας της 31.03.2020 (παρ. 108-117), και στα κριτήρια αναλογικότητας που τέθηκαν στην απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης Zubac κατά Κροατίας της 05.04.2018 (παρ. 85). Υπενθύμισε περαιτέρω ότι, κατά πάγια νομολογία, δεν εναπόκειται να υποκαθιστά τα εθνικά δικαστήρια στην ερμηνεία του εθνικού δικαίου, ούτε ως προς ουσιαστικούς ούτε ως προς δικονομικούς κανόνες, παρά μόνο σε περίπτωση αυθαιρεσίας (Barrenechea Atucha κατά Ισπανίας της 22.07.2008, παρ. 23-24).
Επί του αντικειμένου της υπόθεσης: Το Δικαστήριο όρισε με ακρίβεια το αντικείμενο της δίκης, διευκρινίζοντας ότι αυτό περιοριζόταν στη δικαιολογία της κήρυξης του λόγου αναιρέσεως ως απαραδέκτου και όχι στην παράλειψη του Αναιρετικού Δικαστηρίου να απαντήσει στην πρόταση του Γενικού Εισαγγελέα περί παραπομπής στο ΔΕΕ. Κατ’ εφαρμογήν της αρχής Radomilja κ.ά. κατά Κροατίας [GC] της 20.03.2018 (παρ. 109), το αντικείμενο της υπόθεσης οριοθετείται από την αιτίαση του προσφεύγοντος.
Νόμιμος σκοπός: Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κανόνας «ένας λόγος αναίρεσης ανά λόγο ή στοιχείο λόγου» που θεσπίζει το άρθρο 10 του νόμου περί αναιρέσεως επιδιώκει νόμιμο σκοπό, ήτοι τη διασφάλιση της σαφήνειας των λόγων αναιρέσεως μέσω σαφούς διατύπωσης.
Αναλογικότητα: Το κρίσιμο ζήτημα ήταν αν οι συνέπειες του περιορισμού ήταν αναλογικές. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η έκταση των αιτιάσεων του προσφεύγοντος ήταν εκ πρώτης όψεως σαφής: αυτός πρόσαπτε στο Εφετείο ότι απέρριψε τον κανόνα «le criminel tient le civil en l’état», μη λαμβάνοντας υπόψη τις τέσσερις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου που επικαλέστηκε. Τα τέσσερα επιχειρήματα αφορούσαν την παραβίαση μιας και της αυτής εθνικής διάταξης (άρθρο 3, εδ. 2, ΚΠΔ) και επί του αυτού ζητήματος (υποχρέωση αναστολής της πολιτικής δίκης). Υπό τις συνθήκες αυτές, το Αναιρετικό Δικαστήριο όφειλε να εξηγήσει γιατί θεωρούσε ότι καθένα από τα τέσσερα θέματα είχε αυτοτελή σημασία και απαιτούσε χωριστή μεταχείριση, ώστε να συνιστά ξεχωριστό cas d’ouverture.
Το Δικαστήριο επισήμανε τέσσερα αποφασιστικά στοιχεία: (α) το Αναιρετικό Δικαστήριο αρκέστηκε στη διαπίστωση, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση, ότι ο λόγος έθετε σε εφαρμογή τέσσερις χωριστούς cas d’ouverture· (β) ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είχε εγείρει ζήτημα απαραδέκτου· (γ) το Αναιρετικό Δικαστήριο δεν παρέπεμψε σε παγιωμένη νομολογία που θα μπορούσε να αναπληρώσει την απουσία λεπτομερούς αιτιολογίας (a contrario, Παπαιωάννου κατά Ελλάδος της 02.06.2016, παρ. 12)· και (δ) το Λουξεμβούργο δεν διαθέτει σύστημα εξειδικευμένων αναιρετικών δικηγόρων (avocats aux Conseils), κατά τα πρότυπα του συστήματος, παράγοντας που επαυξάνει το βάρος σαφήνειας και προβλεψιμότητας των δικονομικών απαιτήσεων του Αναιρετικού Δικαστηρίου (πρβλ. Dattel κατά Λουξεμβούργου της 30.07.2009, Nunes Guerreiro κατά Λουξεμβούργου της 05.11.2009).
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν διατηρήθηκε δίκαιη ισορροπία μεταξύ του νόμιμου σκοπού τήρησης των δικονομικών προϋποθέσεων άσκησης αναίρεσης και του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστή.
Απόφαση: Παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ (ομόφωνα). Επιδίκαση 12.000 ευρώ για ηθική βλάβη (με 5 ψήφους έναντι 2)· απόρριψη του αιτήματος υλικής αποζημίωσης. Χωριστή αποκλίνουσα γνώμη του Δικαστή Ravarani ως προς την επιδίκαση της ηθικής βλάβης, ο οποίος θεώρησε ότι η διαπίστωση της παραβίασης θα αποτελούσε επαρκή και ικανοποιητική δίκαιη αποκατάσταση.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Υπό τις περιστάσεις αυτές, ενόψει της απάντησης που έδωσε το Αναιρετικό Δικαστήριο επί του επίμαχου λόγου αναίρεσης και, ειδικότερα, της απουσίας οποιασδήποτε αιτιολογίας ως προς το για ποιον λόγο θεώρησε ότι ο λόγος αυτός συνιστούσε τέσσερις χωριστούς λόγους αναίρεσης – λύση που ήταν κάθε άλλο παρά προφανής ενόψει των ανωτέρω στοιχείων – δεν αποδεικνύεται ότι διατηρήθηκε δίκαιη ισορροπία μεταξύ, αφενός, του νόμιμου σκοπού τήρησης των δικονομικών απαιτήσεων άσκησης αναίρεσης και, αφετέρου, του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο» (παρ. 37).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Επιβεβαίωση και εξέλιξη της νομολογίας κατά της τυπολατρίας του Αναιρετικού Δικαστηρίου. Η απόφαση Ghrenassia εντάσσεται σε μια μακρά σειρά καταδικαστικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ κατά του Λουξεμβούργου, που αφορούν την αυστηρή – και συχνά απρόβλεπτη – ερμηνεία του άρθρου 10 του νόμου της 18.02.1885 επί των αναιρέσεων, ιδίως ως προς τις δικονομικές απαιτήσεις περί σαφήνειας και διάρθρωσης των λόγων αναίρεσης (Dattel κατά Λουξεμβούργου της 30.07.2009, Nunes Guerreiro κατά Λουξεμβούργου της 05.11.2009, Sturm κατά Λουξεμβούργου της 27.06.2017). Η νέα συνεισφορά της Ghrenassia έγκειται στο ότι αφορά ειδικάς την εφαρμογή της πρώτης περιόδου του άρθρου 10, εδ. 2, του νόμου, ενώ η Sturm αφορούσε διαφορετική, αν και συγγενή, δικονομική απαίτηση του ίδιου άρθρου. Έτσι, η Ghrenassia διευρύνει τη σχετική νομολογία σε νέο πεδίο αναιρετικής τυπολατρίας.
Η απαίτηση ειδικής αιτιολογίας επί μη προβλέψιμων δικονομικών λύσεων. Η απόφαση εδραιώνει την αρχή ότι, οσάκις το ανώτατο δικαστήριο υιοθετεί δικονομική ερμηνεία η οποία δεν ήταν προφανώς προβλέψιμη ούτε είχε επισημανθεί από τον εισαγγελικό λειτουργό (στην προκειμένη περίπτωση τον parquet général), οφείλει να παράσχει ειδική και αυτοτελή αιτιολογία. Η παράλειψη ειδικής αιτιολογίας, σε συνδυασμό με την απουσία παραπομπής σε πάγια νομολογία, μπορεί, στο συγκεκριμένο πλαίσιο στάθμισης του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ, να οδηγήσει σε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ, ανεξαρτήτως του αν η ουσιαστική ερμηνεία του εθνικού δικαίου ήταν, καθ’ εαυτή, ορθή.
Η σημασία της απουσίας δικηγόρου ειδικού στις αναιρέσεις. Το Δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι, σε έννομες τάξεις όπου δεν υφίσταται εξειδικευμένο δικηγορικό σώμα για τη διαδικασία ενώπιον του Αναιρετικού Δικαστηρίου (όπως στη Γαλλία με τους avocats aux Conseils), τα όρια ανοχής της υπερβολικής τυπολατρίας είναι σαφώς χαμηλότερα. Η επισήμανση αυτή, ήδη γνωστή από τη νομολογία Dattel και Nunes Guerreiro, επανέρχεται ως καθοριστικός παράγοντας στάθμισης.
Η οριοθέτηση του αντικειμένου της υπόθεσης βάσει Radomilja. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεθοδική οριοθέτηση του αντικειμένου της δίκης από το Δικαστήριο. Παρά το γεγονός ότι ο Γενικός Εισαγγελέας είχε προτείνει την παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, και ότι το Αναιρετικό Δικαστήριο δεν έλαβε θέση επ’ αυτού, το ΕΔΔΑ αρνήθηκε να επεκτείνει την εξέταση στο ζήτημα της παράλειψης αιτιολόγησης της άρνησης προδικαστικής παραπομπής (βλ. κατά τα λοιπά Ullens de Schooten και Rezabek κατά Βελγίου της 20.09.2011, παρ. 56, και Sanofi Pasteur κατά Γαλλίας της 13.02.2020, παρ. 68-71 και 79-80), διότι ο προσφεύγων είχε οριοθετήσει την αιτίασή του αυστηρά γύρω από το απαράδεκτο του λόγου αναίρεσης. Η αυστηρή τήρηση της αρχής Radomilja αποκαλύπτει τη μεθοδολογική συνέπεια του Δικαστηρίου ως προς την αυτοδέσμευσή του από τον τρόπο διατύπωσης της προσφυγής.
Η επιδίκαση ηθικής βλάβης επί δικονομικών παραβιάσεων. Η αποκλίνουσα γνώμη του Δικαστή Ravarani ανακινεί ένα διαρκώς παρόν ζήτημα της νομολογίας: κατά πόσον η διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 6 § 1 λόγω δικονομικής τυπολατρίας μπορεί να συνιστά αφ’ εαυτής επαρκή δίκαιη αποκατάσταση. Η επιδίκαση 12.000 ευρώ από την πλειοψηφία, σε μια υπόθεση όπου το Δικαστήριο ρητά αρνήθηκε να αναγνωρίσει αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραβίασης και του προβαλλόμενου αιτήματος αποζημίωσης (15 εκατομμυρίων ευρώ), αποτυπώνει μια ορισμένη βαρύτητα που το Δικαστήριο αποδίδει στην ψυχολογική επιβάρυνση του προσφεύγοντος από την έλλειψη πρόσβασης σε δικαστική εξέταση της υπόθεσής του.
Συγκριτικά, η λύση της Ghrenassia συμβαδίζει και με την κατεύθυνση της Succi κ.α. κατά Ιταλίας, όπου το ΕΔΔΑ δέχθηκε μεν κατ’ αρχήν τη λειτουργία τεχνικών αναιρετικών απαιτήσεων, αλλά έθεσε ως όριο τη δυσανάλογη ή απρόβλεπτη τυπολατρία.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Από: echrcaselaw
Η απόφαση Ghrenassia κατά Λουξεμβούργου εγγράφεται στη νομολογιακή γραμμή των υποθέσεων που εξετάζουν την υπερβολική τυπολατρία (formalisme excessif) ως αυτοτελή μορφή παραβίασης του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο. Το ισχυρό σημείο της είναι η μεθοδολογική εστίαση στην απαίτηση ειδικής αιτιολογίας επί μη προβλέψιμης ερμηνείας δικονομικού κανόνα. Το αδύναμο σημείο της είναι η συνειδητή αποφυγή να τοποθετηθεί το Δικαστήριο επί του αυτόνομου ζητήματος της άρνησης προδικαστικής παραπομπής, παρά τον κρίσιμο ρόλο που αυτή διαδραμάτισε στην υπόθεση.
Η διαρκής παθολογία του Αναιρετικού Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου. Η απόφαση αποκαλύπτει ένα δομικό πρόβλημα που έχει καταγραφεί επανειλημμένα στη νομολογία του Στρασβούργου κατά του Λουξεμβούργου: την τάση του εθνικού Αναιρετικού Δικαστηρίου να μεταφέρει αυτούσιους τους δικονομικούς κανόνες του γαλλικού αναιρετικού συστήματος – τα οποία αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον εξειδικευμένων δικηγόρων aux Conseils – χωρίς τις αναγκαίες προσαρμογές που να λαμβάνουν υπόψη την απουσία παρόμοιου συστήματος στο Λουξεμβούργο. Η παραπομπή που κάνει η ίδια η γαλλική δογματική θεωρία (Jacques και Louis Boré, Pourvoi en cassation, Répertoire Dalloz de procédure civile) στην ιδιαιτερότητα του γαλλικού συστήματος συνιστά ιδιαίτερα εύγλωττη επισήμανση της αναντιστοιχίας.
Η δογματική καινοτομία. Ο κίνδυνος της «τεχνικής διαφοροποίησης» λόγων αναίρεσης. Το Αναιρετικό Δικαστήριο εφάρμοσε μια εξαιρετικά συσταλτική ερμηνεία της έννοιας του cas d’ouverture, θεωρώντας ότι η επίκληση πολλαπλών διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, σε σχέση με μια εθνική διάταξη, συνιστά αντίστοιχα πολλαπλούς «λόγους αναίρεσης». Η ερμηνεία αυτή είναι προβληματική σε πολλαπλά επίπεδα: πρώτον, συγχέει τη διάκριση μεταξύ «λόγου αναίρεσης» (cas d’ouverture, όπως η παράβαση του νόμου, η ανεπαρκής αιτιολογία κλπ.) και «θεμελίωσης του λόγου» (οι συγκεκριμένες διατάξεις που επικαλείται ο αναιρεσείων). Δεύτερον, καθιστά πρακτικώς αδύνατη την πολυεπίπεδη επιχειρηματολογία στηριζόμενη στο ενωσιακό δίκαιο, η οποία αποτελεί σύγχρονη αναγκαιότητα, ιδίως όταν ο αναιρεσείων επιδιώκει την προδικαστική παραπομπή. Τρίτον, καταλήγει σε ένα παράδοξο αποτέλεσμα: όσο πιο προσεκτικά και πολυεπίπεδα θεμελιώνει ένας διάδικος τον λόγο του, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος να κηρυχθεί απαράδεκτος για «κατάτμηση».
Η σιωπή επί του προδικαστικού ερωτήματος ως συνιστώσα της παθολογίας. Αν και το ΕΔΔΑ, εφαρμόζοντας αυστηρά την αρχή Radomilja, αρνήθηκε να εξετάσει αυτοτελώς την παράλειψη αιτιολόγησης της άρνησης προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ, η σιωπή του Αναιρετικού Δικαστηρίου αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της συνολικής παθολογίας. Το Αναιρετικό Δικαστήριο, ως δικαστήριο τελευταίου βαθμού κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, είχε, κατ’ αρχήν, υποχρέωση είτε παραπομπής είτε, πάντως, ειδικής και ρητής αιτιολόγησης της μη παραπομπής υπό το πρίσμα των εξαιρέσεων της νομολογίας CILFIT. Η κήρυξη του λόγου απαραδέκτου λειτούργησε, στην πράξη, ως δικονομικό φίλτρο που απέκλεισε κάθε ουσιαστική τοποθέτηση επί του αιτήματος παραπομπής. Η κριτική αυτή ενισχύεται από τη διπλή παρατήρηση του ίδιου του προσφεύγοντος: τόσο ότι ο parquet général είχε προτείνει την παραπομπή, όσο και ότι η απόφαση δεν ήταν δεκτική περαιτέρω ένδικου μέσου (Ullens de Schooten και Rezabek).
Συγκριτική αναφορά στη διεθνή νομολογία για τη δικονομική τυπολατρία. Η αρχή κατά της υπερβολικής τυπολατρίας ανευρίσκεται, mutatis mutandis, και σε άλλα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στη νομολογία του για τα άρθρα 8 και 25 της Αμερικανικής Σύμβασης, στην υπόθεση Cantos v. Argentina, 28.11.2002, παρ. 54-56, έκρινε ότι υπέρογκες και δυσανάλογες δικαστικές επιβαρύνσεις και ρυθμισμένες αμοιβές επαγγελματιών μπορούν να αποτελέσουν πραγματικό και δυσανάλογο εμπόδιο στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Παρομοίως, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007) επί του άρθρου 14 ΔΣΑΠΔ, ιδίως στις παρ. 9-12, υπογραμμίζει ότι τέλη ή επιβαρύνσεις που de facto εμποδίζουν την πρόσβαση σε δικαστήριο εγείρουν ζήτημα συμβατότητας με το δικαίωμα ισότιμης πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
Η στάθμιση Zubac και η εφαρμογή της στην υπόθεση. Το τριπλό κριτήριο που τέθηκε στην υπόθεση Zubac κατά Κροατίας [GC] (νομικό έρεισμα – καταλογισμός στον προσφεύγοντα – βαθμός τυπολατρίας) συνιστά τη σύγχρονη δογματική ραχοκοκαλιά της ανάλυσης. Στην υπόθεση Ghrenassia, το ΕΔΔΑ ουσιαστικά εστίασε στον τρίτο παράγοντα: το γεγονός ότι η λύση του Αναιρετικού Δικαστηρίου ήταν «κάθε άλλο παρά προφανής» και ότι απουσίαζε οποιαδήποτε ειδική αιτιολογία, κατέστησε την τυπολατρία δυσανάλογη. Η ανάλυση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση της νομολογίας του Στρασβούργου να μεταθέτει το βάρος της αποφυγής της τυπολατρίας από την ερμηνεία του κανόνα (που ανήκει στα εθνικά δικαστήρια) στην ποιότητα της αιτιολογίας (που ελέγχεται αυτοτελώς από το ΕΔΔΑ).
Συμπέρασμα. Η απόφαση Ghrenassia κατά Λουξεμβούργου θεμελιώνει έναν λειτουργικό δικονομικό μηχανισμό ελέγχου της υπερβολικής τυπολατρίας μέσω της απαίτησης ειδικής αιτιολογίας. Η ιδιαίτερη συνεισφορά της έγκειται στο ότι το ΕΔΔΑ αρνείται να παρακάμψει την έλλειψη αιτιολογίας επικαλούμενο τη γενική του επιφύλαξη να μην ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο: η απουσία αιτιολογίας, από μόνη της, καθίσταται λόγος παραβίασης του άρθρου 6 § 1. Η απόφαση επιβεβαιώνει, παράλληλα, ότι οι ανώτατες δικαιοδοσίες που λειτουργούν χωρίς εξειδικευμένο δικηγορικό σώμα για αναιρέσεις φέρουν εντονότερο καθήκον σαφήνειας και προβλεψιμότητας των δικονομικών απαιτήσεών τους.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) Για την ίδια την Ghrenassia: ο Fokke Fernhout (EHRC 2022/8, European Human Rights Cases Updates, 28.02.2022) σημειώνει ότι το παράπονο ενώπιον του ΕΔΔΑ δεν στρεφόταν κατά των προδικαστικών ερωτημάτων καθαυτών, αλλά κατά της απαραδέκτου κρίσης για τυπικούς λόγους, την οποία το ΕΔΔΑ θεώρησε προϊόν υπερβολικής τυπολατρίας.. Πηγή: Fokke Fernhout, «Recht op toegang tot de rechter, Eisen cassatiemiddel (Gherenassia t. Luxemburg)», EHRC 2022/8, European Human Rights Cases Updates, 28.02.2022.
Β) Για τη συστημική διάσταση στο Λουξεμβούργο: οι Sabrina Martin και Meschac Felisma (Chambers, 14.10.2025) χρησιμοποιούν ρητώς την Ghrenassia ως παράδειγμα επαναλαμβανόμενης λουξεμβουργιανής τυπολατρίας και υπογραμμίζουν ότι η έλλειψη εξειδικευμένου σώματος αναιρετικών δικηγόρων λειτουργεί ως επιβαρυντικός παράγοντας. Πηγή: Sabrina Martin / Meschac Felisma, «Excessive Formalism: When Luxembourg’s Administrative Procedure Challenges Access to Justice», Chambers and Partners, 14.10.2025.
Γ) Για το γενικό δογματικό πλαίσιο: ο F.J. Fernhout τονίζει ότι το δικονομικό δίκαιο οφείλει να αναζητεί «ισορροπία μεταξύ excessive formalism και ‘anything goes’», θέση που ταιριάζει απολύτως με τη ratio της Ghrenassia. Πηγή: F.J. Fernhout, «Formal Rules in Civil Procedure and Access to Justice: Striking a Balance between Excessive Formalism and ‘Anything Goes’», in C.H. van Rhee / A. Uzelac (eds.), Civil Justice between Efficiency and Quality: From Ius Commune to the CEPEJ, Intersentia, 2008, σ. 207-216.
Δ) Για τη Zubac κατά Κροατίας: ο Fokke Fernhout, ήδη από τον τίτλο και τη συστηματική ένταξη της σχετικής case note (EHRC 2018/150), αντιμετωπίζει τη Zubac ως την κεντρική απόφαση για την απαγόρευση της υπερβολικής τυπολατρίας στην πρόσβαση σε ανώτατο δικαστήριο. Πηγή: Fokke Fernhout, «Recht op toegang tot de rechter; verbod op excessief formalisme (Zubac vs. Kroatië) …», European Human Rights Cases, 2018, EHRC 2018/150.
Ε) Για την Ullens de Schooten και Rezabek κατά Βελγίου: οι Helena Majić και Ljerka Mintas Hodak επισημαίνουν ότι η απόφαση θεμελίωσε τις αρχές του ελέγχου του ΕΔΔΑ επί της μη παραπομπής στο ΔΕΕ και ότι το Στρασβούργο επιβάλλει πρόσθετες υποχρεώσεις αιτιολόγησης που συμπληρώνουν τα κριτήρια της νομολογίας CILFIT. Πηγή: Helena Majić / Ljerka Mintas Hodak, «Preliminary Reference Procedure and the Scope of Judicial Review of the European Court of Human Rights», EU and Comparative Law Issues and Challenges Series (ECLIC), 3 (2019), 3-17.
ΣΤ) Για τη Sanofi Pasteur κατά Γαλλίας: ο Johan Callewaert συνοψίζει την απόφαση ως καταδίκη του γαλλικού Cour de cassation επειδή περιορίσθηκε να πει ότι δεν υπήρχε λόγος παραπομπής στο ΔΕΕ, χωρίς την απαιτούμενη αιτιολογία. Πηγή: Johan Callewaert, «Judgment of the ECHR in the case of Sanofi Pasteur v. France», 14.02.2020.
Ζ) Για τη Succi κ.α. κατά Ιταλίας: οι Dario Augello και Gabriella De Mattia παρατηρούν ότι το ΕΔΔΑ «διέσωσε» κατ’ αρχήν την απαίτηση self-sufficiency στην αναίρεση, αλλά ταυτόχρονα προειδοποίησε ότι η υπέρβασή της μπορεί να οδηγήσει σε παραβίαση του άρθρου 6 § 1. Αυτή η ανάγνωση βοηθάει συγκριτικά και στην κατανόηση της Ghrenassia. Πηγή: Dario Augello / Gabriella De Mattia, «Controversy over self-sufficiency in Cassation», LAWP, 09.04.2022.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Dattel κατά Λουξεμβούργου, 30.07.2009, προσφ. αριθ. 18522/06 • Nunes Guerreiro κατά Λουξεμβούργου, 05.11.2009, προσφ. αριθ. 33094/07 • Sturm κατά Λουξεμβούργου, 27.06.2017, προσφ. αριθ. 55291/15 • Zubac κατά Κροατίας [GC], 05.04.2018, προσφ. αριθ. 40160/12 • Dos Santos Calado κ.ά. κατά Πορτογαλίας, 31.03.2020, προσφ. αριθ. 55997/14 κ.ά. • Barrenechea Atucha κατά Ισπανίας, 22.07.2008, προσφ. αριθ. 34506/02 • Radomilja κ.ά. κατά Κροατίας [GC], 20.03.2018, προσφ. αριθ. 37685/10 και 22768/12 • Papaioannou κατά Ελλάδος, 02.06.2016, προσφ. αριθ. 18880/15 • Ullens de Schooten και Rezabek κατά Βελγίου, 20.09.2011, προσφ. αριθ. 3989/07 και 38353/07 • Sanofi Pasteur κατά Γαλλίας, 13.02.2020, προσφ. αριθ. 25137/16 • Moreira Ferreira κατά Πορτογαλίας (αριθ. 2) [GC], 11.07.2017, προσφ. αριθ. 19867/12 • Succi κ.ά. κατά Ιταλίας, 28.10.2021, προσφ. αριθ. 55064/11 κ.ά.
