Αίτηση ακυρώσεως κατά απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου με την οποία απερρίφθη υποψηφιότητα Εφέτη για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά πράξης δικαστικής αρχής.
Πρόεδρος: Δ. Μακρής, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Β. Γκέρτσος, Πάρεδρος
Ο αιτών, δικαστικός λειτουργός στον βαθμό του Εφέτη, άσκησε αίτηση ακυρώσεως, με την οποία ζήτησε την ακύρωση απόφασης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης (εφεξής «ΑΔΣ»), καθ’ ο μέρος με αυτήν απερρίφθη η αίτηση υποψηφιότητάς του για την θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα ως απαράδεκτη, λόγω του ότι δεν πληρούσε την βασική προϋπόθεση του νόμου, διότι δεν κατείχε την εισαγγελική ιδιότητα.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι για τον διορισμό στην θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, ως έκτακτου υπαλλήλου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, προβλέπεται στο άρθρο 16 του Κανονισμού 2017/1939 του Συμβουλίου “σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας”, διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει δύο στάδια: το πρώτο στάδιο, το οποίο διεξάγεται σε εθνικό επίπεδο, κατά το οποίο το κράτος μέλος που συμμετέχει στην ενισχυμένη συνεργασία προτείνει τρεις υποψηφίους και το δεύτερο στάδιο, σε ενωσιακό επίπεδο, κατά το οποίο το Συμβούλιο επιλέγει έναν εκ των τριών υποψηφίων, αφού λάβει την αιτιολογημένη γνώμη επιτροπής επιλογής. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν περιορισμένο περιθώριο εκτίμησης ως προς την επιλογή του προσώπου που θα ασκήσει τα καθήκοντα του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, με την έννοια ότι δεσμεύονται από την πρόταση του κράτους μέλους ως προς τους υποψηφίους που προκρίθηκαν να λάβουν μέρος στην επιλογή αυτή.
Συνεπεία της ανωτέρω κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών αρχών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης στην οποία προβαίνει ο κανονισμός 2017/1939 και ειδικότερα του ελέγχου που διενεργείται από τον δικαστή της Ένωσης επί της απόφασης του Συμβουλίου, με την οποία διορίζεται ο Ευρωπαίος Εισαγγελέας, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης του ΑΔΣ, με την οποία διενεργήθηκε η επιλογή των τριών υποψηφίων για την θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, αφού προηγουμένως είχε απορριφθεί η υποψηφιότητα του αιτούντος ως απαράδεκτη, δεν ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η κρινόμενη αίτηση δεν είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη από την άποψη αυτή ούτε προκύπτει λόγος αναβολής της υπόθεσης, προκειμένου το Δικαστήριο να αναμείνει την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της προσφυγής που έχει ασκήσει ενώπιόν του ο αιτών κατά της απόφασης του Συμβουλίου, με την οποία διορίσθηκε ως Έλληνας Ευρωπαίος Εισαγγελέας εισαγγελικός λειτουργός εκ των προταθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση του ΑΔΣ.
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του ΑΔΣ, ως πράξη οργάνου ενταγμένου στην δικαστική λειτουργία, δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 95 του Συντάγματος, σε έλεγχο με το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως ακυρώσεως.
Ο αιτών προέβαλε ότι ο αποκλεισμός του δικαστικού ελέγχου που συνεπάγεται το ανωτέρω απαράδεκτο της αιτήσεως ακυρώσεως έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ), στην οποία ορίζεται ότι: «Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης». Επίσης, προέβαλε ότι το ΑΔΣ και η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όταν αποφαίνεται επί προσφυγής κατά απόφασης του ΑΔΣ, δεν αποτελούν δικαστήρια κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και δεν παρέχουν ισοδύναμη δικαστική προστασία με αυτήν που απαιτείται από την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 της ΣΕΕ, με αποτέλεσμα να μη καταλείπεται στον αιτούντα άλλη δυνατότητα ένδικης προστασίας από την εξέταση της κρινόμενης αιτήσεως ακυρώσεως, κατά παράκαμψη του τυπικού κριτηρίου που τίθεται από το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος.
Το Δικαστήριο απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς με την ακόλουθη αιτιολογία: Όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 4786/2021, κατά της απόφασης του ΑΔΣ χωρεί προσφυγή ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 68 και 79 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ήδη άρθρα 81 και 91 του νέου Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ. – ν. 4938/2022). Συνεπώς, προβλέπεται κατ’ αρχήν ένδικη προστασία κατά της απόφασης του ΑΔΣ, με την οποία διενεργείται η κρίση των υποψηφίων για την θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Ο έλεγχος της συμβατότητας ή μη προς το άρθρο 19 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο της ΣΕΕ της θεσπιζόμενης με την παραπάνω διάταξη ένδικης προστασίας δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, διότι τούτο συνιστά έλεγχο πράξης δικαστικής αρχής, ο οποίος δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 95 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 1157/2020). Εξ άλλου, το κατά τα προεκτεθέντα απαράδεκτο της υπό κρίση αιτήσεως ακυρώσεως δεν δύναται να αρθεί, λόγω της πρόβλεψης στο άρθρο 81 παρ. 8 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ ως προϋπόθεσης παραδεκτού για την άσκηση της προσφυγής ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, να έχει λάβει ο κρινόμενος δικαστικός λειτουργός υπέρ αυτού ορισμένο αριθμό ψήφων (πρβλ. ΣτΕ 1088/2023). Και τούτο, πάντως διότι εν προκειμένω ο αιτών δεν έχει ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης του ΑΔΣ, με αποτέλεσμα να καθίσταται άδηλο αν η παραπάνω προϋπόθεση του παραδεκτού θα ετύγχανε εφαρμογής στην υπόθεσή του.
