ΑΠΟΦΑΣΗ
Benghezal κατά Γαλλίας της 24.03.2022 (προσφ. αριθ. 48045/15)
Βλ. [εδώ]
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 2 (τεκμήριο αθωότητας) αλλά διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο) στην υπόθεση Benghezal κατά Γαλλίας. Ο προσφεύγων είχε αθωωθεί αμετακλήτως από κατηγορία απάτης, ωστόσο το εφετείο, κρίνοντας αποκλειστικά επί της πολιτικής αγωγής, τον αναγνώρισε «στο αστικό επίπεδο» ως υπαίτιο τέλεσης απάτης, χρησιμοποιώντας ποινική ορολογία που αμφισβητούσε το βάσιμο της αθώωσής του. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο (Cour de cassation), αν και απέρριψε την αναίρεση, επέκρινε ρητά και αναμφίβολα τη χρήση ακατάλληλων εκφράσεων από το εφετείο. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η επανόρθωση αυτή αρκούσε για να αποκατασταθεί η προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας. Ωστόσο, η καταδίκη του προσφεύγοντος στην καταβολή του σχετικά υψηλού ποσού των δικαστικών εξόδων του αντιδίκου ενώπιον του Ακυρωτικού αποτέλεσε δυσανάλογο περιορισμό στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ — BENGHEZAL ΚΑΤΑ ΓΑΛΛΙΑΣ (2022)
Η απόφαση Benghezal κατά Γαλλίας αφορά τον Rachid Benghezal, γάλλο υπήκοο γεννηθέντα το 1960, ο οποίος εμπλέκεται σε υπόθεση ενδιάμεσης παρέμβασης κατά τη σύναψη σύμβασης κατασκευής δύο κατοικιών. Ο προσφεύγων είχε παραπεμφθεί στο ποινικό δικαστήριο για απάτη (escroquerie), κατηγορούμενος ότι μετήλθε δόλιες μεθοδεύσεις (manœuvres frauduleuses) σε βάρος του ζεύγους L. Στις 24 Μαΐου 2012 αθωώθηκε αμετακλήτως στο ποινικό σκέλος.
Η πολιτικώς ενάγουσα άσκησε έφεση αποκλειστικά ως προς το αστικό σκέλος. Στις 11 Δεκεμβρίου 2013, το εφετείο του Saint-Denis de la Réunion, εισάγοντας την αιτιολογία του υπό τον τίτλο «Περί των πράξεων απάτης», τον αναγνώρισε «στο αστικό επίπεδο» ως υπαίτιο τέλεσης του αδικήματος της απάτης, χρησιμοποιώντας σε πλειστάκις σημεία ποινικό λεξιλόγιο – «δόλιες μεθοδεύσεις», «δόλια πρόθεση», «ελατήριο» – και επικρίνοντας ρητά τη σκέψη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που οδήγησε στην αθώωση. Ο προσφεύγων καταδικάστηκε αλληλεγγύως στην καταβολή αποζημίωσης 35.000 ευρώ.
Ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, παραβίαση των άρθρων 6 και 13 ΕΣΔΑ. Στις 25 Μαρτίου 2015, το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση, κρίνοντας ωστόσο ρητά ότι εσφαλμένα οι εφέτες συνήγαγαν ότι ο προσφεύγων «στο αστικό επίπεδο αναγνωρίζεται ότι τέλεσε το αδίκημα της απάτης», δεδομένου ότι είχε αθωωθεί αμετακλήτως. Η αναίρεση απερρίφθη εφόσον η αιτιολογία αρκούσε για τη θεμελίωση αστικού πταίσματος. Ο προσφεύγων καταδικάστηκε επίσης στην καταβολή 2.000 ευρώ ως δικαστικά έξοδα υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας.
Ο προσφεύγων προσέφυγε στο ΕΔΔΑ επικαλούμενος προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρο 6 § 2) και προσβολή του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο (άρθρο 6 § 1).
Το Δικαστήριο (Πέμπτο Τμήμα) δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 2, εκτιμώντας ότι η Cour de cassation, μολονότι απέρριψε την αναίρεση στο διατακτικό, επέκρινε αναμφίβολα τόσο τις ακατάλληλες εκφράσεις του εφετείου όσο και τη γενικότερη προσέγγισή του στη συλλογιστική. Ωστόσο, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (ομόφωνα), κρίνοντας ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος στην καταβολή 2.000 ευρώ υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας ενώπιον του Ακυρωτικού – ενώ η ίδια η διαδικασία του είχε εξασφαλίσει επανόρθωση για την προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας, και ενώ η Cour de cassation μπορούσε να μην προβεί στην εν λόγω καταδίκη για λόγους επιείκειας – αποτέλεσε δυσανάλογο περιορισμό στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο.
Το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον προσφεύγοντα 2.000 ευρώ για υλική ζημία και 7.052,50 ευρώ για δικαστικά έξοδα, κρίνοντας ότι η διαπίστωση παραβίασης αποτελεί αφ’ εαυτής επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ BENGHEZAL ΚΑΤΑ ΓΑΛΛΙΑΣ
Ο προσφεύγων, Rachid Benghezal, γεννηθείς το 1960, διαμένει στο Tampon (Réunion). Κατά το 2006, το ζεύγος L. αγόρασε οικόπεδο για ανέγερση κύριας κατοικίας. Ο προσφεύγων, ιδιοκτήτης του ακινήτου που μίσθωναν και εργολάβος, τους συμβούλευσε στο έργο τους και τους σύστησε τον G.-N.P., και στη συνέχεια την εταιρεία EGB, φερόμενη ως διευθυνόμενη από τον G.P. Κατά τη σύναψη της σύμβασης χορηγήθηκε πιστοποιητικό δεκαετούς εγγύησης.
Κατά τη διάρκεια συνάντησης εργοταξίου, το ζεύγος L. ανακάλυψε ότι ο προσφεύγων είχε εισπράξει προμήθεια 25.000 ευρώ, ότι η εταιρεία δεν ήταν εγγεγραμμένη και στερούνταν νομικής υπόστασης από το 2003, και ότι το πιστοποιητικό εγγύησης ήταν πλαστό. Στις 18 Φεβρουαρίου 2009, το ζεύγος υπέβαλε μήνυση με πολιτική αγωγή για πλαστογραφία, χρήση πλαστού και κατάχρηση εμπιστοσύνης. Στις 4 Απριλίου 2011, ο ανακριτής παρέπεμψε τον προσφεύγοντα για απάτη.
Στις 24 Μαΐου 2012 αθωώθηκε αμετακλήτως ελλείψει αποδείξεων. Η πολιτικώς ενάγουσα άσκησε έφεση επί του αστικού σκέλους. Στις 11 Δεκεμβρίου 2013, το εφετείο εξέδωσε απόφαση αναγνωρίζοντας τον προσφεύγοντα «στο αστικό επίπεδο» ως υπαίτιο τέλεσης απάτης, χρησιμοποιώντας ποινικό λεξιλόγιο. Καταδικάστηκε αλληλεγγύως στην καταβολή 35.000 ευρώ. Στις 25 Μαρτίου 2015, η Cour de cassation απέρριψε την αναίρεση αλλά επέκρινε ρητώς τον χαρακτηρισμό «τέλεσης αδικήματος απάτης», επαναπροσδιορίζοντας τη βάση αποκλειστικά ως αστικό πταίσμα. Ο προσφεύγων επιβαρύνθηκε με 2.000 ευρώ δικαστικά έξοδα υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας.
ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ
Άρθρο 6 § 1 – Άρθρο 6 § 2
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ – Μη παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας
Το Δικαστήριο έκρινε κατ’ αρχάς ότι το άρθρο 6 § 2 ήταν εφαρμοστέο, καθώς τόσο η συλλογιστική όσο και η ορολογία που χρησιμοποίησε το εφετείο δημιούργησαν πρόδηλο σύνδεσμο μεταξύ ποινικής διαδικασίας και αστικής αγωγής, δικαιολογώντας την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της διάταξης (παρ. 26). Διαπίστωσε ότι η αιτιολογία του εφετείου – χρήση ποινικής ορολογίας, ρητή αναφορά σε «δόλιες μεθοδεύσεις», «ελατήριο» και «δόλια πρόθεση», και αναγνώριση τέλεσης αδικήματος «στο αστικό επίπεδο» – αμφισβητούσε το βάσιμο της αθώωσης (παρ. 28-30), κατά παραβίαση των αρχών που διαμορφώθηκαν στις αποφάσεις Lagardère κατά Γαλλίας (αριθμ. προσφ. 18851/07, 12.04.2012) και Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] (αριθμ. προσφ. 25424/09, 2013).
Ωστόσο, η Cour de cassation εξέτασε τους λόγους αναίρεσης και δικαίωσε τον προσφεύγοντα ως προς τις ακατάλληλες εκφράσεις, κρίνοντας ρητώς ότι εσφαλμένα οι εφέτες τον αναγνώρισαν ως τελέσαντα αδίκημα. Η αιτιολογία της Cour de cassation «επέκρινε αναμφίβολα» τόσο τους ακατάλληλους όρους όσο και τη γενικότερη προσέγγιση του εφετείου, αντικαθιστώντας τη βάση σε αστικό πταίσμα (παρ. 36). Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η αιτιολογία και το διατακτικό του εφετείου πρέπει να αναγνωσθούν υπό το πρίσμα της απόφασης της Cour de cassation (παρ. 36). Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση (ομόφωνα).
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ – Παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η υποχρέωση καταβολής δικαστικών εξόδων δεν συνιστά αφ’ εαυτής ασύμβατο με το άρθρο 6 § 1 περιορισμό, αλλά το ύψος τους υπό τις ειδικές περιστάσεις κάθε υπόθεσης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα (Stankov κατά Βουλγαρίας, αριθμ. προσφ. 68490/01, 12.07.2007, παρ. 52). Η επιβάρυνση σημαντικού οικονομικού βάρους κατά την ολοκλήρωση δίκης μπορεί να ασκεί αποτρεπτικό αποτέλεσμα (Klauz κατά Κροατίας, αριθμ. προσφ. 28963/10, 18.07.2013, παρ. 77· Cindrić και Bešlić κατά Κροατίας, αριθμ. προσφ. 72152/13, 06.09.2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, η μοναδική αποτελεσματική ένδικη οδός για την επανόρθωση της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας ήταν η αναίρεση, η οποία αποδείχθηκε αποτελεσματική. Παρ’ όλα αυτά, ο προσφεύγων καταδικάστηκε στην καταβολή 2.000 ευρώ δικαστικών εξόδων υπέρ του αντιδίκου, ποσό σχετικά υψηλό, ενώ η Cour de cassation μπορούσε, για λόγους επιείκειας, να μην προβεί στην εν λόγω καταδίκη (άρθρο 618-1 ΚΠΔ). Ο συνδυασμός αυτός κατέστησε τον περιορισμό στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό (παρ. 47). Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση (ομόφωνα).
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Μολονότι το διατακτικό της απόφασής του καταλήγει σε απόρριψη της αναίρεσης, η αιτιολογία της Cour de cassation επικρίνει αναμφίβολα τόσο τους όρους της εφετειακής απόφασης που συνιστούσαν προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας όσο και, γενικότερα, την προσέγγιση του εφετείου στη συλλογιστική του» (παρ. 36).
«Η καταδίκη του προσφεύγοντος στην καταβολή των δικαστικών εξόδων, σχετικά υψηλών, στα οποία υποβλήθηκε ο πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, ενώ αφενός η διαδικασία του είχε εξασφαλίσει επανόρθωση για την προσβολή του άρθρου 6 § 2 και αφετέρου η Cour de cassation μπορούσε να μην προβεί στην εν λόγω καταδίκη για λόγους επιείκειας, αποτέλεσε δυσανάλογο περιορισμό στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο» (παρ. 47).
ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ BENGHEZAL ΚΑΤΑ ΓΑΛΛΙΑΣ
Αποτελεσματική αποκατάσταση μέσω αιτιολογικού χωρίς αναίρεση: Η απόφαση αναγνωρίζει ότι ακόμη και χωρίς αναίρεση στο διατακτικό, η Cour de cassation μπορεί να αποκαταστήσει αποτελεσματικά την προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας μέσω αναμφίβολης επίκρισης στο αιτιολογικό. Τούτο διευρύνει τα μέσα αποκατάστασης πέραν της τυπικής αναίρεσης.
Δικαίωμα πρόσβασης και δικαστικά έξοδα ως αποτρεπτικός παράγοντας: Η υπόθεση αναδεικνύει ότι η καταδίκη σε δικαστικά έξοδα μπορεί να θίξει αυτοτελώς το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, ακόμη και όταν η ουσιαστική κρίση δικαιώνει το διάδικο, ιδίως όταν η σχετική αρμοδιότητα επιτρέπει τη μη επιβολή τους.
Σύνδεσμος ποινικής και αστικής διαδικασίας: Η απόφαση εμπεδώνει την αρχή ότι ο σύνδεσμος μεταξύ ποινικής και μεταγενέστερης αστικής διαδικασίας δεν εξαρτάται μόνο από το αντικείμενο αλλά και από τη γλώσσα και τη συλλογιστική που υιοθετούν τα εθνικά δικαστήρια.
ΣΧΟΛΙΟ — ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ BENGHEZAL ΚΑΤΑ ΓΑΛΛΙΑΣ
Η απόφαση Benghezal κατά Γαλλίας αποτελεί σημαντική εξέλιξη στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την προστασία του τεκμηρίου αθωότητας στο πλαίσιο μεταγενέστερων αστικών διαδικασιών, σε συνέχεια της νομολογίας Lagardère κατά Γαλλίας (αριθμ. προσφ. 18851/07, 12.04.2012).
Η δυνατότητα επανόρθωσης μέσω αιτιολογικού: Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η αναγνώριση ότι η αναμφίβολη επίκριση στο αιτιολογικό αρκεί ως μέσο αποκατάστασης, χωρίς να απαιτείται αναίρεση. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με τη γαλλική νομολογιακή τεχνική, όπου απαντά και η πρακτική του «rejet avec censure / neutralisation» (δηλ. ρητή αποδοκιμασία άστοχων όρων χωρίς αναίρεση του διατακτικού, εφόσον η κρίση μπορεί να στηριχθεί στη faute civile). Η σύγκριση με την υπόθεση Orr κατά Νορβηγίας (αριθμ. προσφ. 31283/04, 15.05.2008), όπου διαπιστώθηκε παραβίαση, αναδεικνύει τη σημασία που αποδίδει το ΕΔΔΑ στο κατά πόσον το ανώτατο δικαστήριο αντιμετώπισε ουσιαστικά το ζήτημα. Σε αντιδιαστολή, στην υπόθεση Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου ([Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθμ. προσφ. 25424/09, 2013), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η χρήση ακατάλληλης γλώσσας κατά την εξέταση αστικών αξιώσεων μπορεί να αμφισβητήσει αθωωτική απόφαση ακόμη και χωρίς τυπική δήλωση ενοχής. Η Benghezal εξειδικεύει αυτή την αρχή, δεχόμενη ότι η αποκατάσταση μπορεί να λάβει χώρα εντός του ιδίου συστήματος ενδίκων μέσων.
Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών οργάνων: Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007) για το δικαίωμα σε ισότητα ενώπιον των δικαστηρίων (άρθρο 14 ΔΣΑΠΔ), τονίζει ότι η επιβολή τελών ή εξόδων που de facto εμποδίζουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη μπορεί να θέσει ζήτημα υπό το άρθρο 14 § 1, καθώς και ότι μία άκαμπτη επιδίκαση εξόδων χωρίς στάθμιση ενδέχεται να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα στην επιδίωξη δικαστικής προστασίας (βλ. GC 32, παρ. 10). Η Διαμερικανική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε πλείονες εκθέσεις, έχει αναγνωρίσει ότι τα οικονομικά εμπόδια μπορούν να λειτουργήσουν ως de facto περιορισμοί πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
Επιστημονικές απόψεις για τη Benghezal: Στη γαλλική επιστημονική βιβλιογραφία (σημείωμα σε Revue de science criminelle et de droit pénal comparé, μέσω Cairn) έχει υποστηριχθεί ότι, ενώ το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ρητώς πως η εφετειακή απόφαση «έριξε σκιά» στη relaxe μέσω ποινικού λεξιλογίου, η κατάληξη σε μη παραβίαση του άρθρου 6 § 2 ενδέχεται να αποτελεί προβληματική υποχώρηση του δεύτερου σκέλους του τεκμηρίου αθωότητας (μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας). Στο ίδιο πλαίσιο, διατυπώνεται ο προβληματισμός μήπως η λύση αυτή κινδυνεύει να καταστήσει την προστασία «θεωρητική και ψευδαισθητική», ακριβώς εκεί όπου ο πυρήνας του διακυβεύματος είναι η κοινωνική πρόσληψη και η φήμη του αθωωθέντος (σε συνέχεια της γραμμής Minelli).
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η απόφαση εγείρει σημαντικά δογματικά ερωτηματικά:
Τα όρια της αποκατάστασης μέσω αιτιολογίας: Η αναγνώριση ότι η επίκριση στο αιτιολογικό αρκεί, χωρίς αναίρεση, θέτει το ερώτημα κατά πόσον η «αποκατάσταση» είναι πλήρης και αποτελεσματική. Η εφετειακή απόφαση εξακολουθεί να υφίσταται τυπικά ως αμετάκλητη και να φέρει ρητή αναγνώριση τέλεσης αδικήματος. Η πρακτική αυτή ενδέχεται να αφήνει κενό προστασίας, ιδίως στις περιπτώσεις που τρίτοι – εργοδότες, τράπεζες, δημόσιες αρχές – ανατρέχουν στο διατακτικό της εφετειακής απόφασης χωρίς γνώση της αιτιολογίας της Cour de cassation.
Η αντίφαση μεταξύ δικαίωσης και οικονομικής κύρωσης: Η διαπίστωση ότι η Cour de cassation δικαίωσε ουσιαστικά τον προσφεύγοντα ως προς το τεκμήριο αθωότητας αλλά τον καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα: τα εθνικά δικονομικά συστήματα δεν είναι πάντοτε διαρθρωμένα ώστε να αποφεύγουν τέτοιες δυσαρμονίες. Η απόφαση του ΕΔΔΑ λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η αποτελεσματικότητα ένδικου μέσου δεν κρίνεται μόνο από το ουσιαστικό αποτέλεσμα αλλά και από τις οικονομικές του συνέπειες.
Συμπέρασμα: Η απόφαση Benghezal κατά Γαλλίας αναδεικνύει τη λεπτή ισορροπία μεταξύ αστικής αξιολόγησης πράξεων και σεβασμού αμετάκλητης ποινικής αθώωσης, καθώς και τη σημασία μιας ολιστικής αξιολόγησης του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο, που περιλαμβάνει και τις οικονομικές επιπτώσεις της ένδικης προστασίας.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Lagardère v. France, 12.04.2012, Application no. 18851/07 • Allen v. the United Kingdom [GC], 2013, Application no. 25424/09 • G.I.E.M. S.R.L. and Others v. Italy [GC], 28.06.2018, Application nos. 1828/06 et al. • Ringvold v. Norway, 2003, Application no. 34964/97 • Y v. Norway, 2003, Application no. 56568/00 • Orr v. Norway, 15.05.2008, Application no. 31283/04 • Stankov v. Bulgaria, 12.07.2007, Application no. 68490/01 • Klauz v. Croatia, 18.07.2013, Application no. 28963/10 • Cindrić and Bešlić v. Croatia, 06.09.2016, Application no. 72152/13 • Čolić v. Croatia, 18.11.2021, Application no. 49083/18 • Stankiewicz v. Poland, 2006, Application no. 46917/99 • Brualla Gómez de la Torre v. Spain, 19.12.1997 • Airey v. Ireland, 09.10.1979 • Association Burestop 55 and Others v. France, 01.07.2021, Application no. 56176/18 et al.
