ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Κοινωνική ασφάλιση – Προσφυγή του e-ΕΦΚΑ κατά απόφασης Τ.Δ.Ε., καθ`ό μέρος με αυτήν έγινε μερικώς δεκτή ένσταση των καθ’ών και αποφασίστηκε ότι ο καταλογισμός που είχε χωρήσει σε βάρος τους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων συνταξιούχου, ποσών που αντιστοιχούν σε αχρεωστήτως καταβληθείσα οικογενειακή προσαύξηση επί της σύνταξης γήρατος που λάμβανε αυτός πρέπει να γίνει μόνο για το χρονικό διάστημα της τελευταίας πενταετίας πριν από την κοινοποίηση σε αυτούς της από 28-12-2020 καταλογιστικής απόφασης – Με την 532/2025 απόφαση ΣτΕ κρίθηκε μεταξύ άλλων ότι, κατ’ εξαίρεση του κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής, αποκλείεται η αναζήτηση των παροχών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή παρανόμως, όταν η οικονομική θυσία στην οποία θα υποβληθεί ο λήπτης των παροχών εξαιτίας της επιστροφής τους είναι σε τέτοιο βαθμό που θα επιφέρει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωσή του, και τούτο, όμως, μόνον εφόσον αυτός είναι καλόπιστος, δηλαδή μόνον εφόσον αγνοούσε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι η παροχή που έλαβε ήταν αχρεώστητη ή παράνομη και, συνεπώς, επιστρεπτέα – Σε περίπτωση καταλογισμού απευθείας των κληρονόμων του λήπτη των παροχών (, ήτοι στην περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος απεβίωσε πριν βεβαιωθούν σε βάρος του οι αχρεώστητες παροχές), για την απαλλαγή τους από την ευθύνη της σχετικής καταβολής απαιτείται η επίκληση και απόδειξη μόνον ότι η καταβολή του ποσού της οφειλής θα επιφέρει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωση των ίδιων και όχι και η καλοπιστία του λήπτη – κληρονομουμένου κατά την είσπραξη από εκείνον των αχρεώστητων παροχών, λόγω της δυσχέρειας απόδειξης του στοιχείου αυτού εκ μέρους των κληρονόμων – Οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος e-Ε.Φ.Κ.Α. περί κακόπιστης είσπραξης από τον κληρονομούμενο των επίδικων προσαυξήσεων επί της σύνταξής του, οι οποίοι αποτελούν και τον μοναδικό λόγο της προσφυγής, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, καθώς η συνδρομή ή όχι δόλου στο πρόσωπο του θανόντος λήπτη των αχρεωστήτως εισπραχθεισών παροχών δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή επί της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης της Τ.Δ.Ε. – Απορρίπτει την προσφυγή
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2025, με δικαστή τη Σταυρούλα Ιωσηφίδου, Πρωτοδίκη Δ.Δ. και γραμματέα την Κυριακή Αμπατζή, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την προσφυγή με χρονολογία κατάθεσης 17.11.2021 (αρ. καταχ. ΠΡ…/2021),
του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e-Ε.Φ.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται από τον Διοικητή του, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Στέλιου Λεμονίδη,
κατά των: 1. …. του …., κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός … αρ. …, ….) και 2. …….. του ….., κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός … αρ. …, ….), οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ίνας Μπυλύκμπασι.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον νόμο
1. Επειδή, η κρινόμενη προσφυγή νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση μετά τη δημοσίευση της 5575/2022 ανασταλτικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (Τμήμα Γ΄, Μονομελές), της 2137/2024 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας (επταμελούς σύνθεσης) και της 532/2025 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ολομέλειας).
2. Επειδή, με την υπό κρίση προσφυγή, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου [άρθρο 62 παρ. 3 περ. θ΄ του ν. 4387/2016, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 31 του ν. 4445/2016 (Α΄ 236/19.12.2016)], ζητείται, παραδεκτώς, η ακύρωση της …/Συν.17η/29.9.2021 απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) της Β΄ Τοπικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης του προσφεύγοντος, κατά το μέρος της, με το οποίο έγινε δεκτή ένσταση των καθ’ ων κατά της …/28.12.2020 απόφασης του Διευθυντή του Ζ΄ Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών του προσφεύγοντος. Με την τελευταία απόφαση καταλογίστηκε σε βάρος της ιδιαίτερης περιουσίας των καθ’ ων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του συνταξιούχου … …, το συνολικό ποσό των 10.440,53 ευρώ και, ειδικότερα, στον … … ποσό 5.220,26 ευρώ (κεφάλαιο ύψους 3.973,56 ευρώ και τόκοι 1.246,70 ευρώ) και στον …. …. ποσό 5.220,27 ευρώ (κεφάλαιο ύψους 3.973,56 ευρώ και τόκοι 1.246,71 ευρώ), που αντιστοιχεί σε αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά οικογενειακής προσαύξησης επί της σύνταξης γήρατος που ελάμβανε ο ανωτέρω συνταξιούχος, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 31.8.2019. Με την προσβαλλόμενη δε απόφαση της Τ.Δ.Ε. έγινε δεκτό, κατά μερική αποδοχή της ανωτέρω ένστασης, ότι οι καθ’ ων υποχρεούνται να επιστρέψουν στον προσφεύγοντα φορέα τα αχρεωστήτως καταβληθέντα στον πατέρα τους ποσά προσαύξησης οικογενειακών βαρών, για το χρονικό διάστημα της τελευταίας πενταετίας πριν από την κοινοποίηση σε αυτούς της προαναφερόμενης (από 28.12.2020) απόφασης του ως άνω Διευθυντή, εντόκως από την ημερομηνία κοινοποίησης αυτής και εφεξής, ενώ απαλλάχθηκαν για το προηγούμενο χρονικό διάστημα.
3. Επειδή, ο ν. 4093/2012 (Α΄ 222) ορίζει στο άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 2 ότι: «Αξιώσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που αφορούν την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών παραγράφονται μετά εικοσαετία από την τελευταία καταβολή. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται». Περαιτέρω, ο ν. 4387/2016 (Α΄ 85) ορίζει στο άρθρο 103 παρ. 1 ότι: «Κάθε παροχή που έχει καταβληθεί από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αχρεώστητα, επιστρέφεται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λαβόντος και αναζητείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Σε περίπτωση υπαιτιότητάς του αναζητείται εντόκως, με επιτόκιο 3%. …».
4. Επειδή, όπως έχει κριθεί με την 532/2025 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και την 2137/2024 απόφαση του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε επταμελή σύνθεση, από τη διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 2 του ν. 4093/2012, ερμηνευόμενη σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4) και τελολογικώς, συνάγεται ότι ο ασφαλιστικός φορέας έχει δικαίωμα να αναζητήσει ως αχρεώστητες τις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές που έχει καταβάλει στον ασφαλισμένο/συνταξιούχο χωρίς να έχει κατά νόμον υποχρέωση προς καταβολή τους (όπως όταν έχει μεσολαβήσει γεγονός διακοπτικό της χορήγησης της παροχής ή γεγονός που επηρεάζει το ύψος της ή ελλείπει προϋπόθεση απονομής της). Για την αναζήτηση του αχρεωστήτου αρκεί η επίκληση και η απόδειξη από τον φορέα του θετικού γεγονότος της καταβολής και έλλειψης υποχρέωσης καταβολής (έλλειψης νόμιμης αιτίας). Δεν απαιτείται υπαιτιότητα του λήπτη των παροχών. Υποχρέωση προς επιστροφή των παροχών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή παρανόμως έχουν κατ’ αρχήν και οι καλόπιστοι ασφαλισμένοι/συνταξιούχοι (όπως αναλύεται κατωτέρω), είναι δε αδιάφορο το ότι οι παροχές καταβλήθηκαν με πράξεις των οργάνων του ασφαλιστικού φορέα κατόπιν αίτησης – υπεύθυνης δήλωσης του ίδιου του λήπτη των παροχών (με βάση στοιχεία που κατέχει ο φορέας και στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο ασφαλισμένος). Κρίσιμο ζήτημα είναι ότι ο λήπτης των παροχών ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία και με ζημία του ασφαλιστικού φορέα. Προβλέπεται σύμφωνα με τον υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος σκοπό της διάταξης του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 2 του ν. 4093/2012 ότι αξίωση του ασφαλιστικού φορέα για επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή από την τελευταία καταβολή, τούτο δε ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λαβόντος. Εντούτοις, κατ’ εξαίρεση του ανωτέρω κανόνα, αποκλείεται η αναζήτηση των παροχών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή παρανόμως λόγω της εφαρμογής της αρχής της χρηστής διοίκησης, όταν η οικονομική θυσία στην οποία θα υποβληθεί ο λήπτης των παροχών εξαιτίας της επιστροφής (απόδοσής) τους είναι σε τέτοιο βαθμό που θα επιφέρει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωσή του, και τούτο, όμως, μόνον εφόσον αυτός είναι καλόπιστος, δηλαδή μόνον εφόσον αγνοούσε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι η παροχή που έλαβε ήταν αχρεώστητη ή παράνομη και, συνεπώς, επιστρεπτέα. Αν υπάρχει είτε γνώση είτε υπαίτια άγνοια του λήπτη (αν δηλαδή αυτός όφειλε να προβλέψει την έλλειψη ή το ενδεχόμενο της έλλειψης της νόμιμης αιτίας), ο λήπτης δεν μπορεί να θεωρηθεί καλής πίστης. Ο λήπτης μπορεί κατ’ αρχήν να είναι καλόπιστος με την έννοια ότι και μετά την εκπλήρωση της υποχρέωσής του να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστικό φορέα οποιαδήποτε μεταβολή που επηρεάζει το ύψος της καταβαλλόμενης παροχής ή το δικαίωμα λήψης της παροχής [δηλαδή μεταβολή που αφορά τον λήπτη ή μέλη της οικογένειάς του για τα οποία χορηγούνται στον λήπτη παροχές και αναφέρεται στην προσωπική κατάσταση (υγεία κ.λπ.) ή οικογενειακή κατάσταση (γάμος, διαζύγιο, γέννηση τέκνων, θάνατος κ.λπ.) ή οικονομική κατάσταση (ανάληψη εργασίας, συνταξιοδότηση για οποιαδήποτε αιτία ή λήψη επιδόματος κ.λπ.) του ιδίου ή/και των μελών της οικογένειάς του] πιστεύει ότι λαμβάνει την παροχή με νόμιμη αιτία. Εξάλλου, μετά την πάροδο ικανού κατά περίπτωση χρόνου (από την εκ μέρους του λήπτη ενημέρωση του φορέα για τη μεταβολή έως τη διακοπή καταβολής ή τη μείωση της παροχής) μπορεί να συναχθεί καλή πίστη του λαβόντος εν όψει των περιστάσεων και των ιδιαζουσών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Περαιτέρω, η αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου, απαιτεί να είναι οι νομικοί κανόνες σαφείς, επακριβείς και προβλέψιμοι ως προς το αποτέλεσμά τους και ερμηνεύεται συσταλτικώς. Και ναι μεν η αρχή αυτή εμποδίζει τα όργανα του ασφαλιστικού φορέα να καθυστερούν επ’ αόριστον την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Ωστόσο, η καθυστέρηση του ασφαλιστικού φορέα να επιδιώξει την αναζήτηση των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών δεν συνεπάγεται ότι η πράξη αναζήτησης/επιστροφής είναι παράνομη ούτε συνιστά νόμιμο λόγο αποκλεισμού της αναζήτησης των παροχών αυτών, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Επίσης, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που απορρέει από την αρχή της ασφάλειας του δικαίου και εφαρμόζεται συνδυαστικώς με αυτήν αφορά κάθε πρόσωπο που μπορεί να έχει βάσιμες προσδοκίες επειδή έλαβε ακριβείς, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις από τα αρμόδια όργανα του ασφαλιστικού φορέα ότι δεν θα αναζητηθούν οι αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθείσες παροχές. Επομένως, ο λήπτης της παροχής δεν μπορεί να επικαλεσθεί ότι η χορήγηση της παροχής δημιούργησε σε αυτόν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι η παροχή αυτή δεν θα αναζητηθεί. Ομοίως, ο λήπτης της παροχής δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι είχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι η χορήγηση της παροχής ήταν νόμιμη και, συνεπώς, δεν δημιουργεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και δεν μπορεί να αποκλείσει την αναζήτηση των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών η αδράνεια του ασφαλιστικού φορέα για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο ασφαλιστικός φορέας έχει το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις της αξίωσης της αναζήτησης των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών, δηλαδή πρέπει να αποδείξει το θετικό γεγονός της καταβολής των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών και το αχρεώστητο ή παράνομο αυτής και γενικότερα την ανυπαρξία της νόμιμης αιτίας, ενώ ο ασφαλισμένος/συνταξιούχος για να απαλλαγεί από την υποχρέωση επιστροφής των παροχών που του καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή παρανόμως πρέπει αυτός να επικαλεσθεί και να αποδείξει σωρευτικώς α) την ύπαρξη των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την καλή πίστη του και β) τις σοβαρές δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις καθώς και την έκταση των επιπτώσεων αυτών στην αξιοπρεπή διαβίωσή του (εν όψει της προσωπικής, οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης αυτού) σε περίπτωση επιστροφής των παροχών. Τέλος, ο ασφαλιστικός φορέας μπορεί να αντιτάξει κακοπιστία του λήπτη, οπότε βαρύνεται με την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών από τα οποία αυτή προκύπτει. Περαιτέρω, η ανωτέρω διάταξη του ν. 4093/2012, κατά την έννοιά της, δεν καταλαμβάνει αξιώσεις των ασφαλιστικών φορέων οι οποίες έχουν ήδη υποπέσει σε παραγραφή κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος της (12.11.2012), καθόσον τέτοιες αξιώσεις αφορούν ήδη περατωθείσες βιοτικές σχέσεις. Ακολούθως, ως προς τις αξιώσεις οι οποίες δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή κατά τον χρόνο αυτόν, δεν περιλαμβάνεται στον ανωτέρω νόμο ειδική μεταβατική διάταξη. Τέλος, υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 σκοπού υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στη διαφύλαξη των συμφερόντων των ασφαλιστικών φορέων μέσω της προστασίας του ασφαλιστικού κεφαλαίου τους και εντεύθεν στη βιωσιμότητα των φορέων αυτών και στην εξασφάλιση της καταβολής παροχών στους νυν και στους μελλοντικούς δικαιούχους και ενόψει της μνημονιακής δεσμεύσεως της Χώρας για μείωση-εξάλειψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, η επίμαχη ρύθμιση δεν παρίσταται προδήλως απρόσφορη για την επίτευξη του ως άνω επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπ’ όψιν ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν δυσμενούς οικονομικής κατάστασης και της αδηρίτου ανάγκης για δημοσιονομική εξυγίανση υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και όσων έχουν γίνει δεκτά ως προς την έννοια της επίμαχης διάταξης του ν. 4093/2012, η ρύθμιση περί εικοσαετούς γενικής παραγραφής που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή δεν αντίκειται στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο) ούτε σε άλλη συνταγματική ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη και αρχή. Περαιτέρω, όπως κρίθηκε με την προαναφερθείσα 532/2025 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 103 του ν. 4387/2016 ερμηνευόμενες σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4) συνάγεται ότι, κατ’ εξαίρεση του κανόνα της αναζητήσεως (ατόκως ή εντόκως) των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών, αποκλείεται η αναζήτηση όταν ο λήπτης είναι καλόπιστος και η επιστροφή των παροχών θα επιφέρει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωσή του. Επομένως, ο ασφαλισμένος ή συνταξιούχος του π. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. απαλλάσσεται από την υποχρέωση για το σύνολο της οφειλής (κεφάλαιο και τόκους) αν επικαλεσθεί και αποδείξει σωρευτικώς (α) την ύπαρξη των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την καλή πίστη του και (β) τις σοβαρές δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις καθώς και την έκταση των επιπτώσεων αυτών στην αξιοπρεπή διαβίωσή του (ενόψει της προσωπικής, οικογενειακής και οικονομικής καταστάσεως αυτού) σε περίπτωση επιστροφής των παροχών. Στην περίπτωση όμως της αναζητήσεως εντόκως των αχρεωστήτως καταβληθεισών παρoχών ο ανωτέρω ασφαλιστικός φορέας (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., μετέπειτα Ε.Φ.Κ.Α. και ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.) φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των περιστατικών από τα οποία προκύπτει υπαιτιότητα (κακοπιστία) του λήπτη, που αποτελεί κατά νόμον αναγκαία προϋπόθεση για την επιβολή τόκων. Αν όμως ο λήπτης αντιτάξει απέναντι στον φορέα και αποδείξει την καλοπιστία του (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία αυτή προκύπτει), αλλά δεν αποδείξει ότι σε περίπτωση επιστροφής του συνολικού ποσού των παροχών και των τόκων θα επέλθουν σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στο επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβιώσεώς του, θα απαλλαγεί μόνον από τους τόκους (δηλαδή μόνον όσον αφορά την παρεπόμενη απαίτηση) αλλά όχι από το κεφάλαιο (δηλαδή όσον αφορά την κύρια απαίτηση αχρεωστήτου). Εξάλλου, η αναζήτηση των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών ισχύει, όπως πλέον ρητώς προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 103 του ν. 4387/2016, και για τον κληρονόμο του λήπτη των παροχών, αν δεν έχει αποποιηθεί την κληρονομία (κατά τα άρθρα 1847 έως 1859 του Α.Κ.) και δεν είχε εκδοθεί εις βάρος του κληρονομουμένου – οφειλέτη εν ζωή σχετική καταλογιστική πράξη (εν ευρεία εννοία βεβαίωση της οφειλής). Και τούτο, διότι η υποχρέωση επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών παροχών αποτελεί χρέος της κληρονομίας. Ειδικότερα, ο απλός κληρονόμος ευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 1901 εδ. πρώτο του Α.Κ. σε συνδυασμό με το άρθρο 1710 του Α.Κ., αφενός και με την ατομική περιουσία του για τα χρέη του κληρονομουμένου και, επομένως, και για τις οφειλές (χρέη) του λήπτη – κληρονομουμένου έναντι του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και αφετέρου απεριόριστα, δηλαδή ακόμη και αν το παθητικό της κληρονομίας υπερβαίνει το ενεργητικό της ή δεν υπάρχει καθόλου ενεργητικό. Τέλος, κατά την ίδια 532/2025 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο απλός κληρονόμος για να απαλλαγεί από την ευθύνη καταβολής της σχετικής οφειλής (δηλαδή το ποσό που του έχει καταλογισθεί με την οικεία πράξη του αρμόδιου οργάνου του ανωτέρω φορέα) πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει μόνον ότι η καταβολή του ποσού της οφειλής (κεφάλαιο και τυχόν τόκοι) θα επιφέρει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωσή του, όχι όμως και την καλοπιστία του λήπτη – κληρονομουμένου όσον αφορά τις από εκείνον αχρεωστήτως εισπραχθείσες παροχές, τούτο δε, λόγω της δυσχέρειας αποδείξεως του στοιχείου αυτού (καλή πίστη του λήπτη) εκ μέρους του κληρονόμου.
5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την …/10.12.1999 απόφαση Διευθυντή του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. χορηγήθηκε στον πατέρα των καθ’ ων, … …., σύνταξη γήρατος πλήρης από 26.4.1999 έως και 31.8.2019, όταν και απεβίωσε (βλ. σχετ. την …/4/2019/5.8.2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Κορδελιού – Ευόσμου). Με την ίδια απόφαση χορηγήθηκε σε αυτόν προσαύξηση οικογενειακών βαρών, κατ’ άρθρο 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179), για τη σύζυγό του … …, από την ίδια ως άνω ημερομηνία. Εν συνεχεία, όπως προέκυψε από τις από 16.12.2019 και 11.12.2020 βεβαιώσεις του Ο.Γ.Α. η τελευταία λάμβανε σύνταξη γήρατος από τον Οργανισμό από τον 7/1997. Ενόψει των ανωτέρω, εκδόθηκε η …/28.12.2020 απόφαση του Διευθυντή του Ζ΄ Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών του προσφεύγοντος, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος της ιδιαίτερης περιουσίας των καθ’ ων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του συνταξιούχου … … (σχετ. το …/27.4.2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου …), το συνολικό ποσό των 10.440,53 ευρώ και, ειδικότερα, στον … ποσό 5.220,26 ευρώ (κεφάλαιο ύψους 3.973,56 ευρώ και τόκοι 1.246,70 ευρώ) και στον …. ποσό 5.220,27 ευρώ (κεφάλαιο ύψους 3.973,56 ευρώ και τόκοι 1.246,71 ευρώ), που αντιστοιχεί στα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά οικογενειακής προσαύξησης επί της σύνταξης γήρατος που ελάμβανε ο ανωτέρω συνταξιούχος, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 31.8.2019 και δη εντόκως προς 3%, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 103 του ν. 4387/2016. Κατά της απόφασης αυτής, οι καθ’ ων άσκησαν εμπρόθεσμα την …/2.2.2021 ένστασή τους, με την οποία προέβαλαν ότι δεν γνώριζαν για την παροχή που ελάμβανε ο πατέρας τους και δεν είχαν δόλο, καθώς και ότι βρίσκονται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και αντιμετωπίζουν πρόβλημα βιοπορισμού. Η Τ.Δ.Ε. της Β΄ Τοπικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης του προσφεύγοντος, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του φακέλου, καθώς και τους ισχυρισμούς των καθ’ ων και της δικηγόρου τους, Ίνας Μπυλύκμπασι, ενώπιον της Επιτροπής, αφού έκρινε ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο τους το στοιχείο του δόλου, συνεπώς, η αναζήτηση σε βάρος τους για πρώτη φορά το έτος 2020 των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών οικογενειακής προσαύξησης, που έλαβε ο εκλιπών πατέρας τους κατά το χρονικό διάστημα 1.1.2001 έως 31.8.2019, λαμβάνει χώρα μετά την πάροδο του ευλόγου χρόνου (της πενταετίας) και, για το λόγο αυτό, αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης, έκρινε ότι αυτοί οφείλουν να επιστρέψουν τα ποσά της επίμαχης προσαύξησης της σύνταξής του πατέρα τους, για το χρονικό διάστημα της τελευταίας πενταετίας πριν από την κοινοποίηση σε αυτούς (στις 8.1.2021) της προαναφερόμενης καταλογιστικής απόφασης του Διευθυντή, εντόκως από την ως άνω κοινοποίηση και εφεξής, διότι η αναζήτηση των ποσών αυτών δεν θα έχει απρόβλεπτες και δυσμενείς για τη διαβίωσή τους συνέπειες.
6. Επειδή, ήδη, με την υπό κρίση προσφυγή, ο προσφεύγων Φορέας ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης της Τ.Δ.Ε., κατά το μέρος που με αυτήν έγινε δεκτή η ένσταση των καθ’ ων, προβάλλοντας ότι εσφαλμένα η Τ.Δ.Ε. περιόρισε το διάστημα καταλογισμού των αχρεωστήτως καταβληθεισών συντάξεων στην πενταετία (εύλογος χρόνος), διότι, εν προκειμένω, συνέτρεξε δόλος του εν λόγω συνταξιούχου και, ως εκ τούτου, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη υπόθεση η αρχή της χρηστής διοίκησης. Αντιθέτως, οι καθ’ ων με τα νομίμως κατατεθέντα υπομνήματά τους, ζητούν την απόρριψη της κρινόμενης προσφυγής, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η αναζήτηση του καταλογισθέντος ποσού από τους ίδιους θα έχει απρόβλεπτες οικονομικές συνέπειες σε βάρος τους, με άμεση δυσμενή επίδραση στα μέσα βιοπορισμού τους, καθότι τα εισοδήματά τους είναι περιορισμένα.
7. Επειδή, εν προκειμένω, η ένδικη αναζήτηση των αχρεωστήτως ποσών συντάξεων στον πατέρα των καθ’ ων, διενεργείται σε βάρος των τελευταίων, υπό την ιδιότητά τους ως νομίμων κληρονόμων του λαβόντος, χωρίς να έχει εκδοθεί καταλογιστική εν ευρεία εννοία πράξη σε βάρος του λαβόντος πριν από τον θάνατό του. Με το δεδομένο αυτό και σύμφωνα με όσα έγιναν συναφώς δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι σε περίπτωση αχρεώστητης καταβολής παροχών από τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα, κατ’ εξαίρεση του κανόνα της αναζήτησής τους εντός της εικοσαετούς παραγραφής από την τελευταία καταβολή, μπορεί να αποκλειστεί η αναζήτησή τους κατ’ εφαρμογή της αρχής της χρηστής διοίκησης, εφόσον ο κληρονόμος του λαβόντος αποδείξει ότι η οικονομική θυσία στην οποία θα υποβληθεί εξαιτίας της επιστροφής τους θα επιφέρει σοβαρές δυσμενείς συνέπειες στην αξιοπρεπή διαβίωσή του, χωρίς να απαιτείται απόδειξη της καλοπιστίας του λήπτη – κληρονομουμένου, όσον αφορά τις από εκείνον αχρεωστήτως εισπραχθείσες παροχές, τούτο δε, λόγω της δυσχέρειας απόδειξης, του στοιχείου αυτού (καλή πίστη του λήπτη) εκ μέρους του κληρονόμου. Εν όψει των ανωτέρω, οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος e-Ε.Φ.Κ.Α. περί κακόπιστης είσπραξης από τον …., των επίδικων προσαυξήσεων επί της σύνταξής του, οι οποίοι αποτελούν και τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση προσφυγής, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, καθώς η ένδικη καταλογιστική πράξη εκδόθηκε σε βάρος των νομίμων κληρονόμων του αχρεωστήτως λαβόντος και ως εκ τούτου, η συνδρομή ή όχι δόλου στο πρόσωπο του ως άνω κληρονομουμένου, δεν ασκεί επιρροή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα επί της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης της Τ.Δ.Ε. και δεν οδηγεί σε ακύρωσή της. Συνακολούθως, η υπό κρίση προσφυγή είναι απορριπτέα.
8. Επειδή, κατ’ ακολουθία, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, ενώ, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί ο προσφεύγων Φορέας από τα δικαστικά έξοδα των καθ’ ων (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την προσφυγή.
Απαλλάσσει τον προσφεύγοντα Φορέα από τα δικαστικά έξοδα των καθ’ ων η προσφυγή.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 30.1.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
