Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ
Η εφαρμογή μέτρου «υπενθύμισης του νόμου» (rappel à la loi) σε ανήλικη προσφεύγουσα για ψευδή καταμήνυση βιασμού, κατόπιν αρχειοθέτησης της καταγγελίας της, χωρίς η ενδιαφερόμενη να αναγνωρίσει ποτέ τα αποδιδόμενα πραγματικά περιστατικά και χωρίς να μπορέσει να αμφισβητήσει τον χαρακτηρισμό της ως «δράστη» ενώπιον δικαστηρίου, παραβίασε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (ποινικό σκέλος) της ΕΣΔΑ, εξετάζοντας τη διαδικαστική ακολουθία στο σύνολό της – από την καταγγελία βιασμού μέχρι το μέτρο υπενθύμισης του νόμου.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η προσφεύγουσα, B.G. (γεν. 2000), κάτοικος Nieul (Γαλλία), κατήγγειλε στις 3 Ιουνίου 2016, σε ηλικία 16 ετών, ότι ο L.A. (17 ετών), συμμαθητής της, της είχε επιβάλει στοματική σεξουαλική πράξη στις τουαλέτες του λυκείου τους στις 27 Μαΐου 2016 υπό την απειλή αποκάλυψης της σχέσης τους σε κοινό φίλο (Y.). Ο L.A. ισχυρίστηκε ότι η πράξη ήταν συναινετική. Η αστυνομική διεύθυνση διαβίβασε τον φάκελο στον εισαγγελέα με σχόλιο ότι η καταγγέλλουσα «δεν φώναξε, δεν αντιστάθηκε και δεν εξέφρασε σαφώς την άρνησή της». Στις 20 Ιουνίου 2016 υποβλήθηκε σε γυναικολογική εξέταση, η οποία δεν ανέδειξε καμία βλάβη. Στις 6 Οκτωβρίου 2016 η καταγγελία αρχειοθετήθηκε λόγω «ανεπαρκούς στοιχειοθέτησης» της παράβασης.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 2016 η μητέρα του L.A. κατέθεσε μήνυση κατά της προσφεύγουσας για ψευδή καταμήνυση περί βιασμού. Η προσφεύγουσα κλήθηκε ενώπιον εκπροσώπου του εισαγγελέα για εφαρμογή μέτρου «υπενθύμισης του νόμου» (εναλλακτικό μέτρο αντί ποινικής δίωξης). Οι γονείς της απηύθυναν επιστολή στον εισαγγελέα, επικαλούμενοι τη σχετική εγκύκλιο του 2004 που περιόριζε τα εναλλακτικά μέτρα σε «απλά, διαλευκανθέντα, αναγνωρισθέντα ή τουλάχιστον μη σοβαρά αμφισβητήσιμα» πραγματικά περιστατικά και ζήτησαν είτε αρχειοθέτηση είτε τυπική ποινική δίωξη ώστε τα πραγματικά περιστατικά να εξεταστούν ενώπιον δικαστηρίου.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 2017 η προσφεύγουσα εμφανίστηκε ενώπιον του εκπροσώπου του εισαγγελέα, συνοδευόμενη από τους γονείς και το δικηγόρο της, και της γνωστοποιήθηκε το μέτρο. Στο σχετικό πρακτικό αναφέρθηκε ρητά ότι η προσφεύγουσα «είχε διαπράξει» το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης. Η ίδια δήλωσε ότι δεν αποδέχεται τους όρους του μέτρου. Η εγγραφή της στο αρχείο αστυνομικών προηγουμένων (TAJ) είχε πενταετή διάρκεια λόγω ανηλικότητας, με δυνατότητα πρόσβασης στο πλαίσιο διοικητικών ελέγχων για ορισμένες θέσεις δημοσίου.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ (ποινικό σκέλος). Παραβίαση
Παραδεκτό – Ένσταση ασυμβατότητας ratione materiae: Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η υπενθύμιση του νόμου δεν συνιστά «κατηγορία ποινικής φύσεως» κατά τα κριτήρια Engel, αλλά απλή διοικητική προειδοποίηση. Το ΕΔΔΑ, υιοθετώντας «ουσιαστική» και όχι «τυπική» προσέγγιση της έννοιας της «κατηγορίας» (Deweer κατά Βελγίου), ένωσε την ένσταση με την εξέταση της ουσίας. Σημείωσε ότι η ίδια η Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η υπενθύμιση του νόμου συνεπαγόταν τον «επίσημο καταλογισμό τέλεσης ποινικού αδικήματος» στην προσφεύγουσα. Κρίσιμη ήταν η εξέταση της διαδικασίας στο σύνολό της – από την καταγγελία βιασμού μέχρι την υπενθύμιση του νόμου – ως αδιάσπαστου συνόλου, δεδομένου ότι η δεύτερη αποτελούσε αναπόσπαστη συνέπεια της πρώτης.
Παραδεκτό – Ένσταση απουσίας σημαντικής βλάβης (άρθρο 35 § 3 β): Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η μόνη συνέπεια ήταν η πενταετής εγγραφή στο TAJ. Το ΕΔΔΑ απέρριψε την ένσταση, εκτιμώντας ότι η θέση σε αμφισβήτηση της αξιοπιστίας και του λόγου της προσφεύγουσας από τη δικαστική αρχή, η εγγραφή στο αστυνομικό αρχείο, η μη οριστική εγκατάλειψη των διώξεων εντός της παραγραφής και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας του μέτρου συνιστούσαν σημαντική βλάβη.
Ουσία: Το ΕΔΔΑ ανέδειξε τα ακόλουθα:
(α) Η εισαγγελική αρχή θεώρησε, χωρίς αιτιολογία, ότι η προσφεύγουσα – η οποία ουδέποτε αναγνώρισε την αποδιδόμενη παράβαση – είχε καταγγείλει ψευδώς, βασιζόμενη σε δύο ασυμβίβαστες εκδοχές.
(β) Οι αρχές δεν απέδωσαν ισοδύναμη σημασία στις δηλώσεις της προσφεύγουσας και του L.A., χωρίς να αιτιολογήσουν γιατί οι πρώτες θεωρήθηκαν αναξιόπιστες.
(γ) Η αντίληψη των εθνικών αρχών περί συναίνεσης, όπως εφαρμόστηκε στην υπόθεση, δεν ήταν σύμφωνη με τη νομολογία του ΕΔΔΑ (H.W. κατά Γαλλίας, E.A. κατά Γαλλίας), ενώ τα κριτήρια που χρησιμοποίησε η αστυνομία κατά τη διαβίβαση του φακέλου αντανακλούσαν στερεότυπα.
(δ) Η προσφεύγουσα στερήθηκε τις εγγυήσεις της κατ’ αντιμωλία εξέτασης του ψευδούς χαρακτήρα της καταγγελίας ενώπιον δικαστηρίου, δυνατότητα που προβλέπεται ρητά από το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 226-10 του γαλλικού ΠΚ (Klouvi κατά Γαλλίας).
(ε) Η προσφεύγουσα δεν παραιτήθηκε από τις εγγυήσεις του άρθρου 6 § 1, δεδομένης της σταθερής άρνησής της να αναγνωρίσει τα αποδιδόμενα πραγματικά περιστατικά.
Παραβίαση. Το Δικαστήριο εξέτασε το παράπονο της προσφεύγουσας αποκλειστικά υπό το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, θεωρώντας ότι, στις περιστάσεις της υπόθεσης, το άρθρο 6 § 1 λειτουργούσε ως lex specialis έναντι του άρθρου 13.
Άρθρο 41 ΕΣΔΑ: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε 7.500 ευρώ ηθική βλάβη και 600 ευρώ για δικαστικά έξοδα.
Χωριστή γνώμη δικαστή Serghides: Ο δικαστής Serghides, αν και ψήφισε υπέρ της παραβίασης, διαφώνησε με τη μη αυτοτελή εξέταση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, ιδίως όπως αυτή διατυπώθηκε στις παρ. 30 και 32 της απόφασης. Υποστήριξε ότι η απορρόφηση του άρθρου 13 στο πεδίο του άρθρου 6 § 1 ως lex specialis αποδυναμώνει την αυτοτελή κανονιστική ισχύ του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής. Κατά το δικαστή Serghides, κάθε δικαίωμα της Σύμβασης έχει αυτοτελές κανονιστικό περιεχόμενο, ιδία σκοπιμότητα και ξεχωριστή λειτουργία· η υπαγωγή του ενός στο πεδίο του άλλου δημιουργεί κίνδυνο «δογματικής αοριστίας» (doctrinal indeterminacy). Ειδικότερα, η διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 6 § 1 καθιστά σαφή την αθέμιτη λειτουργία μιας συγκεκριμένης διαδικασίας, αλλά δεν εξετάζει αν το εσωτερικό δίκαιο παρέχει αποτελεσματικό μηχανισμό πρόληψης ή αποκατάστασης τέτοιων ελλείψεων. Η μη εξέταση του άρθρου 13 αφήνει αναξιοποίητη τη δυνατότητα εντοπισμού δομικών ανεπαρκειών. Παρέπεμψε στην αρχή της επικουρικότητας, επισημαίνοντας ότι η αποφυγή αυτοτελούς κρίσης κατ’ άρθρο 13 στερεί τα κράτη μέλη από σαφή καθοδήγηση ως προς τη συμβατότητα των εσωτερικών τους ένδικων μέσων με τη Σύμβαση.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Η προσφεύγουσα υπέστη μέτρο υπενθύμισης του νόμου, το οποίο την παρουσίαζε ως “δράστη” ψευδούς καταμήνυσης, κατόπιν της αρχειοθέτησης της καταγγελίας της για βιασμό, ενώ δεν είχε σε κανένα στάδιο παραιτηθεί από το σύνολο των εγγυήσεων του άρθρου 6 § 1, ελλείψει αναγνώρισης των πραγματικών περιστατικών, ούτε είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τον χαρακτηρισμό αυτόν ενώπιον “δικαστηρίου” που παρέχει τις εγγυήσεις αυτές» (παρ. 75).
«Μια τέτοια κρίση δεν στηρίζεται σε ορθή αντίληψη της έννοιας της συναίνεσης όπως αυτή ορίζεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου» (παρ. 72).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Ενιαία εκτίμηση αλληλεξαρτώμενων ποινικών διαδικασιών: Το ΕΔΔΑ δεν εξέτασε μεμονωμένα το μέτρο της «υπενθύμισης του νόμου» αλλά ολόκληρη τη διαδικαστική ακολουθία – αρχειοθέτηση καταγγελίας βιασμού, ποινική αντίδραση για ψευδή καταμήνυση – ως αδιάσπαστο σύνολο (παρ. 47-48). Η μεθοδολογία αυτή καθιερώνει ότι αλληλένδετες εισαγγελικές αποφάσεις μπορούν να αξιολογηθούν ενιαία υπό το πρίσμα του άρθρου 6 § 1.
Εφαρμοσιμότητα του ποινικού σκέλους σε εναλλακτικά μέτρα δίωξης: Η απόφαση αποσαφηνίζει ότι ένα μέτρο εναλλακτικό της ποινικής δίωξης, όπως η «υπενθύμιση του νόμου», μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ποινικού σκέλους του άρθρου 6 § 1 όταν, εξεταζόμενο στο σύνολο της διαδικαστικής ακολουθίας, συνιστά «επίσημο καταλογισμό τέλεσης ποινικού αδικήματος». Η σημασία της απόφασης δεν περιορίζεται, πάντως, στο ήδη καταργηθέν rappel à la loi: ο συλλογισμός της αγγίζει ευρύτερα κάθε εναλλακτικό εισαγγελικό μηχανισμό που συνεπάγεται επίσημο καταλογισμό ποινικής ευθύνης χωρίς πραγματική δυνατότητα δικαστικού ελέγχου.
Συναίνεση και στερεότυπα στις υποθέσεις σεξουαλικής βίας: Το ΕΔΔΑ κατέκρινε ρητά τη χρήση στερεότυπων κριτηρίων (απουσία κραυγής, αντίστασης ή σαφούς λεκτικής άρνησης) ως δείκτη συναίνεσης, ενισχύοντας τη νομολογιακή γραμμή H.W. κατά Γαλλίας και E.A. κατά Γαλλίας. Η συναίνεση, ανακλητή εκ φύσεως, πρέπει να αντανακλά ελεύθερη βούληση κατά τον χρόνο της πράξης και υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.
Μη παραίτηση από εγγυήσεις δίκαιης δίκης: Η σταθερή άρνηση αναγνώρισης πραγματικών περιστατικών αποκλείει κάθε τεκμήριο παραίτησης από τις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης, σε αντιδιαστολή με την υπόθεση R. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, όπου ο ανήλικος είχε αναγνωρίσει τα πραγματικά περιστατικά.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Από: echrcaselaw
Η απόφαση B.G. κατά Γαλλίας αποτελεί σημαντική εξέλιξη στη νομολογία του ΕΔΔΑ ως προς τη διασταύρωση τριών θεμελιωδών ζητημάτων: τη δικονομική προστασία θυμάτων σεξουαλικής βίας, τα όρια εφαρμογής εναλλακτικών ποινικών μέτρων και την ορθή ερμηνεία της έννοιας της σεξουαλικής συναίνεσης.
Η μεθοδολογία του ενιαίου ελέγχου. Η πιο καινοτόμα πτυχή της απόφασης έγκειται στη μεθοδολογική επιλογή του Δικαστηρίου να εξετάσει τη διαδικαστική ακολουθία ως ενιαίο σύνολο και όχι αποσπασματικά. Σε αντίθεση με την τυποκρατική θεώρηση κατά την οποία «η υπενθύμιση του νόμου» εξαντλείται σε «απλή προειδοποίηση», το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι μια σειρά διαδοχικών εισαγγελικών αποφάσεων μπορεί αθροιστικά να φθάσει στο όριο του «επίσημου καταλογισμού ποινικού αδικήματος» (παρ. 76). Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί νέα δυνατότητα ελέγχου εθνικών μηχανισμών αποκλίνουσας δικαιοσύνης (diversion mechanisms) υπό το πρίσμα του άρθρου 6 § 1.
Η διαγνωστική λειτουργία των στερεοτύπων. Το Δικαστήριο, παραπέμποντας στο σχόλιο της αστυνομίας κατά τη διαβίβαση του φακέλου (παρ. 9), χρησιμοποίησε ρητά τον όρο «στερεότυπα» (παρ. 72) ως κριτήριο διαπίστωσης ελλιπούς αξιολόγησης των καταγγελλομένων πραγματικών περιστατικών. Πρόκειται όχι για ευθεία «επέκταση» της νομολογίας M.C. κατά Βουλγαρίας, η οποία εδράζεται πρωτίστως στα άρθρα 3 και 8, αλλά για μεταφορά της αντι- στερεότυπης λογικής της και της έμφασης στην έλλειψη ελεύθερης συναίνεσης στο πεδίο του άρθρου 6 § 1.
Η σχέση αρχειοθέτησης και ψευδούς καταμήνυσης. Η απόφαση καθιστά σαφές ότι η αρχειοθέτηση καταγγελίας λόγω «ανεπαρκούς στοιχειοθέτησης» δεν ισοδυναμεί με τη διαπίστωση ψευδούς χαρακτήρα των καταγγελλομένων (παρ. 74). Η αυτόματη μετάβαση από την αρχειοθέτηση στην κατηγορία ψευδούς καταμήνυσης, χωρίς αυτοτελή αιτιολόγηση, αντιβαίνει στις δικονομικές εγγυήσεις. Η κρίση αυτή είναι σημαντική δεδομένου του «αποτρεπτικού αποτελέσματος» (chilling effect) που ενδέχεται να ασκεί η πρακτική αυτή σε υποψήφιες καταγγέλλουσες σεξουαλικής βίας.
Συγκριτική αναφορά προς Klouvi κατά Γαλλίας. Η σύγκριση με την Klouvi κατά Γαλλίας (αριθ. προσφ. 30754/03, 30.06.2011) αναδεικνύει μια νομολογιακή συνέχεια αλλά και ένα ουσιώδες βήμα: η Klouvi αφορούσε ποινική καταδίκη για ψευδή καταμήνυση μετά από τυπική δίκη, ενώ εδώ η κρίση εκτείνεται σε εναλλακτικό μέτρο χωρίς δίκη, δηλαδή σε μια κατάσταση ακόμη μεγαλύτερης δικονομικής ανεπάρκειας.
Συγκριτική αναφορά προς R. κατά Ηνωμένου Βασιλείου. Η διάκριση από την R. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αριθ. προσφ. 33506/05, αποφ. 04.01.2007) είναι δογματικά ουσιώδης: εκεί ο ανήλικος είχε αναγνωρίσει τα πραγματικά περιστατικά και το μέτρο (admonestation/warning) είχε εκπαιδευτικό-προληπτικό χαρακτήρα. Εδώ η αμφισβήτηση ήταν σταθερή, η φύση της υποκείμενης υπόθεσης (σεξουαλική βία) ουσιωδώς διαφορετική και η «κατηγορία» ουσιαστικά καταλόγιζε ψεύδος στο θύμα.
Συγκριτική αναφορά προς H.W. κατά Γαλλίας και E.A. κατά Γαλλίας. Η ρητή παραπομπή στις αποφάσεις H.W. κατά Γαλλίας (αριθ. προσφ. 13805/21, 23.01.2025) και E.A. κατά Γαλλίας (αριθ. προσφ. 30556/22, 04.09.2025) για τον ορισμό της συναίνεσης – ελεύθερη βούληση κατά τον χρόνο της πράξης, ανακλητή εκ φύσεως – ενισχύει μια αναπτυσσόμενη νομολογιακή γραμμή που αναμένεται να επηρεάσει τα εθνικά δικαιϊκά συστήματα ως προς τον ορισμό του βιασμού. Η συσχέτιση αυτή είναι ορθή, αλλά χρειάζεται δογματική αποσαφήνιση: η H.W. δεν είναι υπόθεση ποινικής δίωξης για βιασμό, αλλά υπόθεση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ για τη σεξουαλική αυτονομία στο πλαίσιο του γάμου και του διαζυγίου· η αξία της για τη B.G. έγκειται στον γενικό ορισμό της συναίνεσης. Αντίθετα, η E.A. αφορά άμεσα τις θετικές υποχρεώσεις του κράτους έναντι μη συναινετικών σεξουαλικών πράξεων υπό τα άρθρα 3 και 8.
Η χωριστή γνώμη Serghides – Δογματική αξία. Η γνώμη του δικαστή Serghides υπέρ αυτοτελούς εξέτασης του άρθρου 13 ανοίγει σημαντικό δογματικό ζήτημα. Η πάγια πρακτική του Δικαστηρίου να απορροφά το άρθρο 13 στο άρθρο 6 § 1 ως lex specialis ασκεί κριτική από το δικαστή Serghides ως μεθοδολογία που οδηγεί σε δομική αποδυνάμωση ενός αυτοτελούς δικαιώματος. Η ανάλυσή του – ιδίως η μεταφορά του «ξεχωριστού δοχείου» κάθε δικαιώματος – αποτελεί γόνιμη αφετηρία προβληματισμού για την πρακτική της «απορρόφησης δικαιωμάτων» στη νομολογία του ΕΔΔΑ.
Συμπέρασμα. Η απόφαση B.G. κατά Γαλλίας αποτελεί νομολογιακό σταθμό στη σύγκλιση δικαιοδοσίας σεξουαλικής βίας και δίκαιης δίκης. Καθιστά σαφές ότι εναλλακτικά ποινικά μέτρα δεν λειτουργούν σε δικαιϊκό κενό και ότι η «οικονομία» της ποινικής δικαιοσύνης δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον επίσημο καταλογισμό ποινικού αδικήματος χωρίς τις βασικές εγγυήσεις δίκαιης δίκης, ιδίως όταν τα υποκείμενα πραγματικά περιστατικά αφορούν σεξουαλική βία και η κατηγορούμενη είναι το ίδιο το εικαζόμενο θύμα.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΟΓΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΗΓΕΣ
Α) Klouvi v. France, 30.06.2011, αρ. προσφ. 30754/03: Θεμελιώδης απόφαση για τις δικονομικές εγγυήσεις στις υποθέσεις ψευδούς καταμήνυσης, ιδίως όταν η αρχική καταγγελία αφορά βιασμό. Η B.G. επεκτείνει τη λογική αυτή σε εναλλακτικά μέτρα αντί ποινικής δίωξης. Πηγή: HUDOC.
Β) H.W. v. France, 23.01.2025, αρ. προσφ. 13805/21: Ορισμός της σεξουαλικής συναίνεσης ως ελεύθερης, ανακλητής βούλησης κατά τον χρόνο της πράξης. Δεν πρόκειται για υπόθεση ποινικής δίωξης για βιασμό, αλλά για απόφαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ σχετική με τη σεξουαλική αυτονομία και το λεγόμενο «συζυγικό καθήκον». Η B.G. εφαρμόζει τον ορισμό αυτόν ως κριτήριο ελέγχου εισαγγελικών αποφάσεων. Πηγή: HUDOC.
Γ) E.A. and Association européenne contre les violences faites aux femmes au travail v. France, 04.09.2025, αρ. προσφ. 30556/22: Απόφαση-κλειδί υπό τα άρθρα 3 και 8 ΕΣΔΑ για την προστασία απέναντι σε μη συναινετικές σεξουαλικές πράξεις και για την ενίσχυση του ορισμού της συναίνεσης· η B.G. παραπέμπει σε αυτήν ρητά. Πηγή: HUDOC.
Δ) R. v. the United Kingdom (αποφ.), 04.01.2007, αρ. προσφ. 33506/05: Η απόφαση από την οποία το ΕΔΔΑ διακρίνει ρητά την παρούσα υπόθεση: εκεί η αναγνώριση πραγματικών περιστατικών και ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας του μέτρου (warning) δικαιολογούσαν τη μη εφαρμοσιμότητα του άρθρου 6 § 1. Πηγή: HUDOC.
Ε) M.C. v. Bulgaria, 04.12.2003, αρ. προσφ. 39272/98: Πηγή αναφοράς για τις θετικές υποχρεώσεις αποτελεσματικής διερεύνησης βιασμού και για την απαγόρευση εξάρτησης της στοιχειοθέτησης αποκλειστικά από τη φυσική αντίσταση του θύματος. Πηγή: HUDOC.
ΣΤ) Allée v. France, 18.01.2024, αρ. προσφ. 20725/20: Κρίσιμη για την προστασία προσώπων που καταγγέλλουν ηθική ή σεξουαλική παρενόχληση υπό το πρίσμα του άρθρου 10 ΕΣΔΑ. Πηγή: HUDOC.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ: • Klouvi v. France, 30.06.2011, Application no. 30754/03 • H.W. v. France, 23.01.2025, Application no. 13805/21 • E.A. and Association européenne contre les violences faites aux femmes au travail v. France, 04.09.2025, Application no. 30556/22 • R. v. the United Kingdom (dec.), 04.01.2007, Application no. 33506/05 • M.C. v. Bulgaria, 04.12.2003, Application no. 39272/98 • Allée v. France, 18.01.2024, Application no. 20725/20 • Engel and Others v. the Netherlands, 08.06.1976, Application no. 5100/71 and others • Deweer v. Belgium, 27.02.1980, Application no. 6903/75 • Natsvlishvili and Togonidze v. Georgia, 29.04.2014, Application no. 9043/05 • Dvorski v. Croatia [GC], 20.10.2015, Application no. 25703/11 • Thiam v. France, 18.10.2018, Application no. 80018/12 • Grzęda v. Poland [GC], 15.03.2022, Application no. 43572/18
