Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-679/24 | UniCredit Bank και Momentum Credit
Τον Φεβρουάριο του 2008 ο ιδιώτης HL συνήψε με την UniCredit Bank, ουγγρικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, σύμβαση ενυπόθηκου δανείου σε ελβετικά φράγκα (CHF), το ποσό του οποίου έπρεπε να αποπληρώσει σε ουγγρικά φιορίνια (HUF) εντός χρονικού διαστήματος 360 μηνών (30 ετών). Η σύμβαση δανείου περιείχε ρήτρα βάσει της οποίας τον κίνδυνο που συνδέεται με την ανατίμηση του ξένου νομίσματος σε σχέση με το ουγγρικό φιορίνι έφερε εξ ολοκλήρου ο καταναλωτής. Το 2012 η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου λόγω καθυστέρησης καταβολής και κίνησε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του HL.
Ο HL προσέφυγε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ζητώντας να διαπιστωθεί η ακυρότητα της σύμβασης δανείου λόγω της ανεπαρκούς πληροφόρησης που του παρασχέθηκε σχετικά με τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Όσον αφορά τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από τη διαπίστωση της ακυρότητας, ζήτησε να διατηρηθούν σε ισχύ τα έννομα αποτελέσματα της σύμβασης, με εξαίρεση τη ρήτρα συναλλαγματικού κινδύνου η οποία έπρεπε να θεωρηθεί ως μη γεγραμμένη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του HL ως παραγεγραμμένη, θεωρώντας ότι το αίτημα του ενδιαφερομένου περί εφαρμογής από το δικαστήριο των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας είχε υποπέσει σε παραγραφή. Ο HL άσκησε έφεση ενώπιον του δικαστηρίου περιφέρειας Βουδαπέστης, επικαλούμενος την ερμηνεία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο 1 στην οδηγία σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές 2: για την επιστροφή ποσών τα οποία καταβλήθηκαν αχρεωστήτως βάσει καταχρηστικής ρήτρας, ουδεμία προθεσμία παραγραφής μπορεί να αντιταχθεί σε καταναλωτή ο οποίος αγνοεί τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας που περιλαμβάνεται σε σύμβαση δανείου.
Το δικαστήριο περιφέρειας Βουδαπέστης, διατηρώντας αμφιβολίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να υπολογιστεί η πενταετής προθεσμία παραγραφής που προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο για την αγωγή με την οποία ο καταναλωτής ζητεί από το δικαστήριο την εφαρμογή των εννόμων συνεπειών που προκύπτουν από την ακυρότητα της σύμβασης δανείου, υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας.
Όσον αφορά το σημείο έναρξης της προθεσμίας παραγραφής, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται σε νομολογιακή ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία ο καταναλωτής μπορεί να επιδιώξει δικαστικώς τις έννομες συνέπειες της διαπίστωσης της ακυρότητας αποκλειστικά και μόνον εντός προθεσμίας πέντε ετών από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης, εφόσον κατά την ημερομηνία αυτή δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της επίμαχης συμβατικής ρήτρας. Λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, της ασθενέστερης θέσης στην οποία βρίσκεται ο καταναλωτής σε σχέση με τον επαγγελματία όσον αφορά τόσο τη δυνατότητα διαπραγματεύσεως όσο και το επίπεδο πληροφορήσεως, καθώς και του γεγονότος ότι οι συμβάσεις ενυπόθηκων δανείων είναι μεγάλης διάρκειας, η εφαρμογή μιας τέτοιας προθεσμίας παραγραφής δύναται να καταστήσει υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων του καταναλωτή και, ως εκ τούτου, να παραβιάσει την αρχή της αποτελεσματικότητας.
Το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται επίσης στο να λαμβάνεται υπόψη, για τους σκοπούς του καθορισμού της αφετηρίας της προθεσμίας παραγραφής, η ημερομηνία κατά την οποία το ανώτατο εθνικό δικαστήριο αποφάνθηκε επί του καταχρηστικού χαρακτήρα ρητρών οι οποίες περιλαμβάνονται σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές ή η ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ερμηνείας της οδηγίας. Δεν μπορεί να απαιτείται από τον ευλόγως επιμελή και συνετό μέσο καταναλωτή να ενημερώνεται σε τακτική βάση για τις αποφάσεις του ανωτάτου εθνικού δικαστηρίου ούτε να καθορίζει ο ίδιος, βάσει αποφάσεως του εν λόγω δικαστηρίου, αν ρήτρες οι οποίες περιλαμβάνονται σε συγκεκριμένη σύμβαση είναι καταχρηστικές. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τις αποφάσεις του Δικαστηρίου, το οποίο εξάλλου δεν αποφαίνεται επί του καταχρηστικού χαρακτήρα επιμέρους ρητρών και αφήνει συστηματικώς τον έλεγχό τους στην εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου.
Τέλος, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η συνέχιση της παραγραφής μετά την παύση της περιόδου αναστολής πρέπει να συνοδεύεται από τις ίδιες εγγυήσεις με εκείνες που προβλέπονται για τον καθορισμό της έναρξης της προθεσμίας παραγραφής. Ως εκ τούτου, το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται επίσης στο να λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία της αποφάσεως του ανωτάτου εθνικού δικαστηρίου ή του Δικαστηρίου για τους σκοπούς της συνέχισης της παραγραφής μετά την παύση της αναστολής της προθεσμίας παραγραφής.
ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 19ης Μαρτίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Σύμβαση δανείου συνομολογηθέντος σε ξένο νόμισμα – Ρήτρα η οποία μετακυλίει στον καταναλωτή τον συναλλαγματικό κίνδυνο – Αποτελέσματα της διαπίστωσης του καταχρηστικού χαρακτήρα τέτοιας ρήτρας – Αξίωση επιστροφής των ποσών που καταβλήθηκαν δυνάμει της καταχρηστικής ρήτρας – Χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής της αξίωσης επιστροφής – Συνέχιση της παραγραφής μετά την παύση της περιόδου αναστολής »
Στην υπόθεση C‑679/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Fővárosi Törvényszék (δικαστήριο περιφέρειας Βουδαπέστης, Ουγγαρία) με απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Οκτωβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
HL
κατά
UniCredit Bank Zrt.,
Momentum Credit Zrt.,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Condinanzi (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, N. Jääskinen και R. Frendo, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η UniCredit Bank Zrt., εκπροσωπούμενη από τον Z. Lajer, ügyvéd,
– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Csoknyai και M. Z. Fehér,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον P. Kienapfel και την Zs. Teleki,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 1 και 7 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).
2 Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του HL, καταναλωτή, και των UniCredit Bank Zrt. και Momentum Credit Zrt., δύο ουγγρικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, σχετικά με αγωγή την οποία άσκησε ο HL με αίτημα, αφενός, να διαπιστωθεί η ακυρότητα της σύμβασης δανείου που είχε συνάψει με την UniCredit Bank, για τον λόγο ότι περιέχει καταχρηστική ρήτρα, και, αφετέρου, να διατηρηθούν σε ισχύ τα έννομα αποτελέσματα της εν λόγω σύμβασης, εξαιρουμένης της συγκεκριμένης ρήτρας.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Η δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13 διαλαμβάνει τα εξής:
«[Εκτιμώντας] ότι είναι δυνατόν να επιτευχθεί αποτελεσματικότερη προστασία των καταναλωτών με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες· […]».
4 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία έχει αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή.»
5 Το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:
[…]
β) “καταναλωτής”: κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες».
6 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.»
7 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.»
8 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
9 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»
Το ουγγρικό δίκαιο
Ο προϊσχύσας αστικός κώδικας
10 Το άρθρο 209, παράγραφος 1, του Polgári Törvénykönyvről szóló 1959. évi IV. törvény (νόμου IV του 1959 περί εισαγωγής αστικού κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: προϊσχύσας αστικός κώδικας), όριζε τα εξής:
«Γενική συμβατική ρήτρα ή συμβατική ρήτρα η οποία δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο σύμβασης που συνάπτεται με καταναλωτή είναι καταχρηστική εάν, αντιθέτως προς τις επιταγές της καλής πίστης και της ισότητας των συμβαλλομένων, ορίζει μονομερώς και άνευ δικαιολογητικής βάσης τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, όπως απορρέουν από τη σύμβαση, κατά τρόπο ώστε να περιάγει σε μειονεκτική θέση τον αντισυμβαλλόμενο του προσώπου το οποίο επιβάλλει την οικεία συμβατική ρήτρα.»
11 Το άρθρο 234, παράγραφος 1, του προϊσχύσαντος αστικού κώδικα είχε ως εξής:
«Πλην προβλεπόμενων από τον νόμο εξαιρέσεων, οποιοσδήποτε μπορεί να προβάλει το ανίσχυρο άκυρης σύμβασης, χωρίς χρονικό περιορισμό. Για την κήρυξη της ακυρότητας δεν απαιτείται η κίνηση χωριστής διαδικασίας.»
12 Το άρθρο 237 του προϊσχύσαντος αστικού κώδικα είχε ως εξής:
«1. Σε περίπτωση άκυρης σύμβασης, επιβάλλεται η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη σύναψη της σύμβασης.
2. Στην περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της συνάψεως της συμβάσεως κατάσταση, ο δικαστής μπορεί να κρίνει ότι η σύμβαση παράγει αποτελέσματα για το χρονικό διάστημα έως την έκδοση της αποφάσεώς του. Επικύρωση της εν λόγω άκυρης συμβάσεως χωρεί στην περίπτωση κατά την οποία είναι δυνατή η άρση του λόγου ακυρώσεως, ιδίως, σε περίπτωση ασυμμετρίας μεταξύ των παροχών των συμβαλλομένων καθώς και σε περίπτωση τοκογλυφικής συμβάσεως, διά της εξαλείψεως του δυσανάλογου οφέλους. Στις περιπτώσεις αυτές διατάσσεται η επιστροφή τυχόν αχρεωστήτως καταβληθείσας παροχής, εφόσον συντρέχει περίπτωση.
[…]»
13 Το άρθρο 321 του προϊσχύσαντος αστικού κώδικα προέβλεπε τα εξής:
«1. Όποιος έχει δικαίωμα καταγγελίας βάσει της σύμβασης ή εκ του νόμου ασκεί το δικαίωμα αυτό με δήλωση απευθυνόμενη στον αντισυμβαλλόμενό του. Με την καταγγελία λύεται η σύμβαση.
2. Εάν η καταγγελία δεν αρχίσει να παράγει αμέσως αποτελέσματα, η σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει μέχρι τη λήξη της συμβατικής ή νόμιμης προειδοποίησης.»
14 Το άρθρο 324 του προϊσχύσαντος αστικού κώδικα προέβλεπε τα εξής:
«1. Εκτός αν άλλως ορίζεται, ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων είναι πέντε έτη.
2. Η παραγραφή της κύριας απαίτησης συνεπάγεται την παραγραφή των παρεπόμενων απαιτήσεων. Η παραγραφή των παρεπόμενων απαιτήσεων δεν επηρεάζει την κύρια απαίτηση.
[…]»
15 Το άρθρο 326 του προϊσχύσαντος αστικού κώδικα προέβλεπε τα εξής:
«1. Η προθεσμία παραγραφής αρχίζει να τρέχει από την ημέρα κατά την οποία η απαίτηση καθίσταται απαιτητή.
2. Αν ο δικαιούχος της απαίτησης αδυνατεί δικαιολογημένως να την προβάλει, μπορεί να επιδιώξει την ικανοποίησή της εντός προθεσμίας ενός έτους (ή τριών μηνών, αν η προθεσμία παραγραφής δεν υπερβαίνει το ένα έτος) από την εξάλειψη του εμποδίου, ακόμη και αν η προθεσμία παραγραφής έχει ήδη εκπνεύσει ή αν το εναπομένον χρονικό διάστημα είναι μικρότερο του έτους (ή των τριών μηνών, αν η προθεσμία παραγραφής δεν υπερβαίνει το ένα έτος). Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στην περίπτωση που, μετά τη λήξη της προθεσμίας, ο δικαιούχος της απαίτησης χορηγήσει παράταση στον οφειλέτη για την ικανοποίηση της απαίτησης.»
16 Το άρθρο 327 του προϊσχύσαντος αστικού κώδικα προέβλεπε τα εξής:
«1. Η έγγραφη πρόσκληση προς τον οφειλέτη να ικανοποιήσει την απαίτηση, η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης, η τροποποίησή της με συμφωνία (ακόμη και με συμβιβασμό) και, τέλος, η αναγνώριση της οφειλής από τον οφειλέτη, διακόπτουν την παραγραφή.
2. Η προθεσμία παραγραφής αρχίζει και πάλι από την ημέρα διακοπής της παραγραφής ή από την ημερομηνία κατά την οποία περατώθηκε οριστικά η διαδικασία που τη διέκοψε.
[…]»
Ο νόμος DH1
17 Το άρθρο 1 του Kúriának a pénzügyi intézmények fogyasztói kölcsönszerződéseire vonatkozó jogegységi határozatával kapcsolatos egyes kérdések rendezéséről szóló 2014. évi XXXVIII. Törvény [νόμου XXXVIII του 2014 για τη ρύθμιση ορισμένων ζητημάτων σχετικά με την απόφαση του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) χάριν ομοιόμορφης ερμηνείας των διατάξεων του αστικού δικαίου για τις δανειακές συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και καταναλωτών], όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος DH1), προβλέπει τα εξής:
«1. Ο παρών νόμος εφαρμόζεται σε δανειακές συμβάσεις που συνήφθησαν με καταναλωτές μεταξύ της 1ης Μαΐου 2004 και της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, ως συμβάσεις δανείου που έχουν συναφθεί με τους καταναλωτές θεωρούνται οι συμβάσεις πίστωσης, δανείου ή χρηματοδοτικής μίσθωσης σε ξένο νόμισμα (που συνομολογούνται σε ξένο νόμισμα ή χορηγούνται σε ξένο νόμισμα και αποπληρώνονται σε ουγγρικά φιορίνια) ή σε ουγγρικά φιορίνια, οι οποίες έχουν συναφθεί μεταξύ χρηματοπιστωτικού ιδρύματος και καταναλωτή, αν η σύμβαση αυτή περιέχει γενική ρήτρα ή ρήτρα η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και περιέχει έναν από τους όρους του άρθρου 3, παράγραφος 1, ή του άρθρου 4, παράγραφος 1.
[…]
6. Όσον αφορά απαιτήσεις οι οποίες απορρέουν από συμβάσεις δανείου που συνάπτονται με καταναλωτές, οι διατάξεις [του προϊσχύσαντος αστικού κώδικα] περί παραγραφής έχουν την έννοια ότι οι εν λόγω απαιτήσεις δεν παραγράφονται όσο η σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει, η δε προθεσμία παραγραφής τους αρχίζει να τρέχει το πρώτον από την ημέρα κατά την οποία λύεται η σύμβαση.
7. Η παραγραφή των απαιτήσεων της παραγράφου 6 αναστέλλεται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου μέχρι την ημερομηνία που ορίζεται σε χωριστό νόμο κατά το άρθρο 3, παράγραφος 5, και το άρθρο 4, παράγραφος 3.
[…]»
Ο νόμος DH2
18 Το άρθρο 9 του Kúriának a pénzügyi intézmények fogyasztói kölcsönszerződéseire vonatkozó jogegységi határozatával kapcsolatos egyes kérdések rendezéséről szóló 2014. évi XXXVIII. törvényben rögzített elszámolás szabályairól és egyes egyéb rendelkezésekről szóló 2014. évi XL. törvény [νόμου XL του 2014 περί των κανόνων που διέπουν την εκκαθάριση λογαριασμών κατά τον νόμο XXXVIII του 2014 για τη ρύθμιση ορισμένων ζητημάτων σχετικά με την απόφαση του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) χάριν ομοιόμορφης ερμηνείας των διατάξεων του αστικού δικαίου για τις δανειακές συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και καταναλωτών και περί διαφόρων άλλων διατάξεων], όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος DH2), προβλέπει τα εξής:
«Η προβλεπόμενη στο άρθρο 1, παράγραφος 7, του [νόμου DH1] προθεσμία παραγραφής των απαιτήσεων που απορρέουν από συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές αναστέλλεται έως την ημερομηνία κοινοποίησης στον καταναλωτή του προβλεπόμενου από τον παρόντα νόμο εκκαθαριστικού λογαριασμού και το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015.»
19 Το άρθρο 37, παράγραφος 1, του νόμου DH2 προβλέπει τα εξής:
«Κάθε αγωγή με την οποία ο διάδικος ζητεί από το δικαστήριο να διαπιστώσει την ακυρότητα σύμβασης η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου ή την ακυρότητα ορισμένων όρων της σύμβασης αυτής (στο εξής: μερική ακυρότητα), ανεξαρτήτως του προβαλλόμενου λόγου ακυρότητας, πρέπει να συνοδεύεται από αίτημα με το οποίο ζητείται από το δικαστήριο να εφαρμόσει τις έννομες συνέπειες της ακυρότητας, δηλαδή να αναγνωρίσει το κύρος ή την ισχύ της σύμβασης μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασής του. Άλλως, και εφόσον δεν γίνει χρήση της παρασχεθείσας στον διάδικο δυνατότητας θεραπείας των πλημμελειών, ο δικαστής δεν δύναται να κρίνει την ουσία της υπόθεσης. Το αίτημα του διαδίκου ο οποίος ζητεί από το δικαστήριο να εφαρμόσει τις έννομες συνέπειες της ακυρότητας ή της μερικής ακυρότητας προσδιορίζει επακριβώς τις έννομες συνέπειες των οποίων ζητείται η εφαρμογή. Στο πλαίσιο αυτό, το αίτημα πρέπει να είναι ακριβές και ποσοτικώς προσδιορισμένο και να περιλαμβάνει τον λογαριασμό εκκαθάρισης των εκατέρωθεν απαιτήσεων.»
Η εθνική νομολογία
20 Κατά την 1/2010. (VI. 28.) PK (Legfelsőbb Bíróság Polgári Kollégiuma) vélemény az érvénytelenség jogkövetkezményeiről [γνωμοδότηση 1/2010 (VI. 28.) του μικτού τμήματος αστικών υποθέσεων του Legfelsőbb Bíróság (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ουγγαρία) σχετικά με τις έννομες συνέπειες της ακυρότητας (στο εξής: γνωμοδότηση 1/2010)]:
«[…]
2. Η άκυρη δικαιοπραξία έχει ως γενική έννομη συνέπεια την αδυναμία δημιουργίας δικαιωμάτων, ήτοι την αδυναμία επελεύσεως των εννόμων αποτελεσμάτων που επιδίωκαν τα μέρη. Πρόκειται για έννομη συνέπεια την οποία το δικαστήριο πρέπει να εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως σε περίπτωση ακυρότητας και την οποία, πλην των προβλεπόμενων από τον νόμο εξαιρέσεων, μπορεί να επικαλεσθεί οποιοσδήποτε, χωρίς χρονικό περιορισμό. Ωστόσο, σε περίπτωση ακυρωσίας, η γενική αυτή έννομη συνέπεια μπορεί να εφαρμοστεί μόνον εφόσον η σύμβαση προσβληθεί επιτυχώς με ένδικο βοήθημα από όποιον νομιμοποιείται προς τούτο.
Ανεξαρτήτως του αν η σύμβαση είναι άκυρη ή ακυρώσιμη, το δικαστήριο δεν εφαρμόζει τις λοιπές συνέπειες της ακυρότητας (άρθρο 237 του [προϊσχύσαντος Αστικού Κώδικα]) παρά μόνον κατόπιν αιτήσεως ενός εκ των διαδίκων, εντός των ορίων της παραγραφής και της χρησικτησίας.
3. Η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε είδος. Δεν συνιστά επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση η δυνατότητα ενός από τους συμβαλλομένους να επιστρέψει το πράγμα που έλαβε κατόπιν απλής καταβολής του αντιτίμου του σε χρήμα.
[…]»
21 Η 2/2014. számú PJE [Polgári jogegységi] határozat [απόφαση 2/2014 του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου), της 16ης Ιουνίου 2014, η οποία εκδόθηκε χάριν ομοιόμορφης εφαρμογής του αστικού δικαίου] διαλαμβάνει τα εξής:
«[…] Στην περίπτωση που από τους όρους της σύμβασης και από τις πληροφορίες που παρέσχε το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα συγκεκριμένος καταναλωτής ο οποίος θεωρείται “μέσος καταναλωτής” μπορούσε σαφώς να αντιληφθεί ότι αναλάμβανε εξ ολοκλήρου και χωρίς περιορισμό συναλλαγματικό κίνδυνο και ότι οι δυσμενείς για αυτόν μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν υπέκειντο σε κανένα ανώτατο όριο, δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί καταχρηστικός χαρακτήρας της σχετικής ρήτρας βάσει του άρθρου 209, παράγραφος 5, του προϊσχύσαντος αστικού κώδικα.
Επομένως, το γεγονός ότι ο καταναλωτής έλαβε τις προβλεπόμενες από τον νόμο πληροφορίες και υπέγραψε δήλωση γνώσης των κινδύνων πρέπει να ερμηνευθεί, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, υπό την έννοια ότι ήταν ή θα έπρεπε να είναι σαφές και κατανοητό για τον καταναλωτή ότι έφερε εξ ολοκλήρου και χωρίς περιορισμό τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα απόκειται να αποδείξει ότι ο καταναλωτής ενημερώθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Αντιθέτως, αν ο όρος που προβλέπει την ανάληψη απεριόριστου συναλλαγματικού κινδύνου δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτός ή κατανοητός από τον καταναλωτή λόγω υπαιτιότητας του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της σύμβασης.
[…]
Στον καταναλωτή απόκειται να αποδείξει ότι οι πληροφορίες ήταν ανεπαρκείς και ότι, κατά συνέπεια, η διατύπωση της συμβατικής ρήτρας συναλλαγματικού κινδύνου δεν ήταν σαφής και κατανοητή γι’ αυτόν.»
22 Η απόφαση Gfv.VI.30.382/2023/3 του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου), της 14ης Φεβρουαρίου 2024, διαλαμβάνει τα εξής:
«26. Το Kúria επισημαίνει ότι, μολονότι, δυνάμει του άρθρου 234, παράγραφος 1, του προϊσχύσαντος αστικού κώδικα και πλην των προβλεπόμενων από τον νόμο εξαιρέσεων, το ανίσχυρο άκυρης σύμβασης μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε, χωρίς χρονικό περιορισμό, και μπορεί να διαπιστωθεί χωρίς να απαιτείται η κίνηση χωριστής διαδικασίας, το δικαστήριο εφαρμόζει τις λοιπές έννομες συνέπειες της ακυρότητας (άρθρο 237 του προϊσχύσαντος αστικού κώδικα) μόνον κατόπιν αιτήματος του διαδίκου και εντός των ορίων της παραγραφής και της χρησικτησίας {γνωμοδότηση 1/2010, σημείο [2, δεύτερο εδάφιο]}. Από την έναρξη ισχύος, την 1η Νοεμβρίου 2014, του άρθρου 37, παράγραφος 1, του νόμου DH2, κάθε αγωγή με την οποία ο διάδικος ζητεί από το δικαστήριο να διαπιστώσει την ακυρότητα σύμβασης η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης πρέπει να συνοδεύεται από αίτημα με το οποίο ζητείται από το δικαστήριο να εφαρμόσει τις έννομες συνέπειες της ακυρότητας. Στην περίπτωση αγωγής με την οποία ζητείται από το δικαστήριο να διαπιστώσει την ακυρότητα της σύμβασης και ταυτόχρονα να εφαρμόσει τις σχετικές έννομες συνέπειες, δεν πρόκειται για σώρευση αιτημάτων, αλλά για ενιαίο αίτημα νομολογιακής προέλευσης για την έκδοση εκτελεστής απόφασης [απόφαση Gfv.VII.30.758/2017/10 του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου)]. Στο πλαίσιο διαδικασίας με τέτοιο αντικείμενο, δεν συντρέχει λόγος να αποφανθεί ο δικαστής με παρεμπίπτουσα απόφαση επί της νομικής βάσης του αιτήματος.
27. Βάσει των ειδικών διατάξεων που διέπουν την επίδικη σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα, ήτοι το άρθρο 1, παράγραφος 6, του νόμου DH1, η αφετηρία της προθεσμίας παραγραφής συμπίπτει με τη λύση της σύμβασης και όχι με τη χρονική στιγμή κατά την οποία ο δανειστής μπορεί να αξιώσει την ικανοποίηση της τραπεζικής απαίτησής του που απορρέει από τη σύμβαση. Πράγματι, κατά την εν λόγω διάταξη, οι κανόνες του προϊσχύσαντος αστικού κώδικα περί παραγραφής πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι οι απαιτήσεις που απορρέουν από συμβάσεις δανείου που συνάπτονται με καταναλωτές δεν υπόκεινται σε παραγραφή για όσο διάστημα η σύμβαση παραμένει σε ισχύ, η δε προθεσμία παραγραφής αρχίζει να τρέχει το πρώτον από την ημέρα κατά την οποία επέρχεται η λύση της σύμβασης. Στην περίπτωση που η σύμβαση λύεται λόγω εκτέλεσής της, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δεν έχει εξ ορισμού καμία απαίτηση έναντι του οφειλέτη κατά την ημερομηνία αυτή, αλλά, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης με άμεση ισχύ (άρθρο 321, παράγραφος 1, του προϊσχύσαντος αστικού κώδικα), η απαίτηση εξακολουθεί ευλόγως να υφίσταται και μετά τη λύση της σύμβασης.
[…]
40. Σε περίπτωση προβολής ένστασης παραγραφής, η ένσταση αυτή εξετάζεται πριν από την εξέταση της ουσίας της απαίτησης, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη απαίτησης η οποία έχει υποπέσει σε παραγραφή. Το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας παραγραφής των απαιτήσεων που απορρέουν από συμβάσεις δανείου που συνάπτονται με καταναλωτές καθορίζεται ενιαίως, δυνάμει ειδικής διάταξης, και συμπίπτει με την ημερομηνία λύσης της σύμβασης. Η παραγραφή της αξίωσης του καταναλωτή να ζητήσει από το δικαστήριο την εφαρμογή των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας της σύμβασης κρίνεται αυτοτελώς, ανεξάρτητα από την παραγραφή της απαίτησης του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
23 Στις 14 Φεβρουαρίου 2008 ο HL συνήψε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου με την UniCredit Bank σε ελβετικά φράγκα (CHF), για ποσό το οποίο αντιστοιχούσε σε 5 100 000 ουγγρικά φιορίνια (HUF) (περίπου 12 750 ευρώ) και το οποίο έπρεπε να αποπληρώσει σε ουγγρικά φιορίνια εντός χρονικού διαστήματος 360 μηνών.
24 Η σύμβαση περιείχε ρήτρα βάσει της οποίας τον κίνδυνο που συνδέεται με την ανατίμηση του ξένου νομίσματος σε σχέση με το ουγγρικό φιορίνι έφερε εξ ολοκλήρου ο καταναλωτής (στο εξής: ρήτρα συναλλαγματικού κινδύνου).
25 Στις 17 Μαΐου 2012 η UniCredit Bank κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου λόγω καθυστέρησης καταβολής των οφειλόμενων από τις 15 Νοεμβρίου 2011 μηνιαίων δόσεων.
26 Στις 28 Δεκεμβρίου 2012 η UniCredit Bank απέκτησε εκτελεστό τίτλο βάσει του οποίου κίνησε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του HL, η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί. Στις 17 Μαρτίου 2017 η UniCredit Bank εκχώρησε στη Momentum Credit την απαίτηση που έχει από τη σύμβαση δανείου.
27 Στις 4 Απριλίου 2023 ο HL προσέφυγε ενώπιον του αρμόδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ζητώντας, στηριζόμενος στην αθέτηση της υποχρέωσης ενημέρωσης εκ μέρους της τράπεζας και στην ανεπαρκή πληροφόρηση που του παρασχέθηκε σχετικά με τον συναλλαγματικό κίνδυνο, να διαπιστωθεί η ακυρότητα της σύμβασης δανείου και να διατηρηθούν σε ισχύ, ως έννομες συνέπειες απορρέουσες από τη διαπίστωση αυτή, τα έννομα αποτελέσματα της σύμβασης, εξαιρουμένης της ρήτρας συναλλαγματικού κινδύνου, θεωρούμενης ως μη γεγραμμένη. Ο HL ζήτησε επίσης την κατάρτιση λογαριασμού εκκαθάρισης των εκατέρωθεν απαιτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου DH2, λαμβανομένης υπόψη και της απόφασης της 31ης Μαρτίου 2022, Lombard Lízing (C‑472/20, EU:C:2022:242), και ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει, από την ημερομηνία έκδοσης της τελεσίδικης απόφασης, την οφειλή του ως είχε στις 5 Σεπτεμβρίου 2012, ήτοι το ποσό των 5 223 492 HUF (περίπου 13 058 ευρώ), πλέον τόκων.
28 Επικουρικώς, ο HL ζήτησε από το επιληφθέν δικαστήριο να διαπιστώσει την ακυρότητα της συμβάσεως δανείου και, βάσει των εννόμων συνεπειών που προκύπτουν από αυτήν, να κρίνει ότι η σύμβαση αυτή παράγει αποτελέσματα μόνο μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της εκδοθησομένης αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφος 1, του νόμου DH2.
29 Η UniCredit Bank και η Momentum Credit προέβαλαν ένσταση παραγραφής της αξίωσης του HL και ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής.
30 Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του HL ως παραγεγραμμένη. Δεν αποφάνθηκε επί της ακυρότητας της συμβάσεως, θεωρώντας ότι, σε κάθε περίπτωση, το αίτημα του ενδιαφερομένου περί εφαρμογής από το δικαστήριο των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας είχε υποπέσει σε παραγραφή.
31 Ο HL άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ενώπιον του Fővárosi Törvényszék (δικαστηρίου περιφέρειας Βουδαπέστης, Ουγγαρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, την ακυρότητα της επίμαχης σύμβασης δανείου λόγω της ανεπαρκούς πληροφόρησης που έλαβε από την τράπεζα όσον αφορά τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Επιπλέον, θεωρεί ότι η απαίτησή του δεν ήταν παραγεγραμμένη και, παραπέμποντας στις αποφάσεις της 10ης Ιουνίου 2021, BNP Paribas Personal Finance (C‑609/19, EU:C:2021:469), και της 10ης Ιουνίου 2021, BNP Paribas Personal Finance (C‑776/19 έως C‑782/19, EU:C:2021:470), υπογράμμισε ότι, για την επιστροφή ποσών τα οποία καταβλήθηκαν αχρεωστήτως βάσει καταχρηστικής ρήτρας, ουδεμία προθεσμία παραγραφής μπορεί να αντιταχθεί σε καταναλωτή ο οποίος αγνοεί τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας, περιλαμβανόμενης σε σύμβαση δανείου.
32 Η UniCredit Bank και η Momentum Credit ζήτησαν την επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως.
33 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι καλείται να αποφανθεί ως προς την τύχη σύμβασης δανείου που συνομολογήθηκε σε ξένο νόμισμα, στην περίπτωση που ρήτρα της σύμβασης αυτής, η οποία επιρρίπτει εξ ολοκλήρου τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον καταναλωτή, κριθεί καταχρηστική λόγω ανεπαρκούς ενημέρωσης όσον αφορά τη φύση του εν λόγω κινδύνου και η απάλειψη της ρήτρας, η οποία αποτελεί και το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, συνεπάγεται την ακυρότητα της σύμβασης στο σύνολό της.
34 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι διατηρεί αμφιβολίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να υπολογιστεί η προθεσμία παραγραφής που ισχύει για την αγωγή με την οποία ο καταναλωτής ζητεί από το δικαστήριο την εφαρμογή των εννόμων συνεπειών που προκύπτουν από την ακυρότητα της σύμβασης δανείου.
35 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, βάσει του ουγγρικού δικαίου, και ιδίως βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 6, του νόμου DH1, αφετηρία της προθεσμίας παραγραφής των απαιτήσεων που απορρέουν από σύμβαση που συνάπτεται με καταναλωτή είναι, κατ’ αρχήν, η ημερομηνία λήξης της σύμβασης.
36 Συναφώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στηριζόμενο στο σημείο 2 της γνωμοδότησης 1/2010, καθώς και στην απόφαση Gfv.VI.30.382/2023/3 του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) της 14ης Φεβρουαρίου 2024, έκρινε, αφενός, ότι το αίτημα του HL να εφαρμόσει το δικαστήριο τις έννομες συνέπειες που προκύπτουν από την ακυρότητα της επίμαχης σύμβασης δανείου ενέπιπτε στις διατάξεις περί παραγραφής και, ειδικότερα, στο άρθρο 324, παράγραφος 1, του προϊσχύσαντος αστικού κώδικα, κατά το οποίο οι απαιτήσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή.
37 Αφετέρου, όσον αφορά το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας παραγραφής της αξίωσης αυτής, έκρινε ότι η εν λόγω προθεσμία είχε αρχίσει να τρέχει από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης δανείου, δεδομένου ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρότητας υφίσταντο ήδη κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 1, παράγραφος 6, του νόμου DH1 δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω, για τον λόγο ότι μια ανίσχυρη και, ως εκ τούτου, αναδρομικώς άκυρη σύμβαση δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, παρά να θεωρηθεί ότι ουδέποτε παρήγαγε έννομα αποτελέσματα και, ως εκ τούτου, διακρίνεται από σύμβαση η οποία, κάποια στιγμή, λύεται ή παύει να παράγει τα αποτελέσματά της.
38 Όσον αφορά την αναστολή της παραγραφής, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, με την πρωτόδικη απόφαση, διευκρινίζεται ότι η αναστολή αυτή διαρκεί μόνον κατά το χρονικό διάστημα που καθορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 7, του νόμου DH1 καθώς και στο άρθρο 9 του νόμου DH2, ήτοι μέχρι την ημερομηνία κοινοποίησης στον καταναλωτή της εκκαθάρισης που προβλέπει ο νόμος DH2 και το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή στις απαιτήσεις που απορρέουν από την ακυρότητα σύμβασης.
39 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν υπήρξε διακοπή της παραγραφής καθόσον, αν το άρθρο 1, παράγραφος 6, του νόμου DH1 ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι η προθεσμία παραγραφής είχε εφαρμογή στις απαιτήσεις που απέρρεαν από την ακυρότητα συμβάσεως και άρχιζε να τρέχει από την ημερομηνία λήξης της σύμβασης αυτής, θα έπρεπε να διαπιστωθεί η συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής, την οποία προβλέπει ο προϊσχύσας αστικός κώδικας, δεδομένου ότι η σχετική προθεσμία παρήλθε μεταξύ της ημερομηνίας καταγγελίας της σύμβασης, η οποία έλαβε χώρα στις 17 Μαΐου 2012, και της ημερομηνίας άσκησης της αγωγής στη διαφορά της κύριας δίκης, ήτοι στις 4 Απριλίου 2023.
40 Το ίδιο το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, σε μια περίπτωση όπως είναι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, όπου η καταχρηστική ρήτρα αφορά το κύριο αντικείμενο της σύμβασης δανείου και συνεπάγεται την ολική ακυρότητα της σύμβασης, η ως άνω πενταετής προθεσμία αρχίζει να τρέχει από τις 14 Φεβρουαρίου 2008, ημερομηνία σύναψης της σύμβασης, χωρίς δυνατότητα παράτασής της δυνάμει ενδεχόμενης αναστολής της παραγραφής που προβλέπουν οι νόμοι DH1 και DH2, η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα ήταν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015 το αργότερο. Μια τέτοια παράταση θα είχε παράσχει, ενδεχομένως, στον καταναλωτή τη δυνατότητα να αντιληφθεί τον καταχρηστικό χαρακτήρα της συμβατικής ρήτρας συναλλαγματικού κινδύνου.
41 Κατά συνέπεια, διερωτάται αν, υπό το πρίσμα της αποφάσεως 2/2014, της 16ης Ιουνίου 2014, του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) και της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με το επίπεδο πληροφόρησης που οφείλει να παρέχει η τράπεζα στον καταναλωτή, η εν λόγω προθεσμία παραγραφής αρκεί ώστε ο καταναλωτής να έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας και να ασκήσει τα δικαιώματά του, όταν αυτή έχει ως αφετηρία την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης.
42 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Fővárosi Törvényszék (δικαστήριο περιφέρειας Βουδαπέστης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Επιτυγχάνονται οι σκοποί των άρθρων 1 και 7 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, όταν, στην περίπτωση αξίωσης την οποία ασκεί καταναλωτής στο πλαίσιο διαδικασίας που κίνησε ο ίδιος και η οποία βασίζεται στον καταχρηστικό χαρακτήρα του κύριου αντικειμένου δανειακής σύμβασης συναφθείσας με τον καταναλωτή (σε σχέση με την ενημέρωση σχετικά με τον συναλλαγματικό κίνδυνο), η οικονομική αξίωση υπόκειται στην πενταετή παραγραφή που προβλέπεται στον ουγγρικό αστικό κώδικα, η οποία αρχίζει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο μπορεί να ασκηθεί η αξίωση –λαμβανομένων επίσης υπόψη των διατάξεων των νόμων DH1 και DH2 που προβλέπουν τη δυνατότητα αναστολής της προθεσμίας παραγραφής, μολονότι ο καταχρηστικός χαρακτήρας του κύριου αντικειμένου της σύμβασης συνεπάγεται την ακυρότητα της σύμβασης στο σύνολό της και, επομένως, η μονομερής καταγγελία της εν λόγω σύμβασης δεν μπορεί να επιφέρει τη λύση της, με αποτέλεσμα η ημερομηνία σύναψης της σύμβασης να καθορίζει την έναρξη της προθεσμίας παραγραφής;
2) Έχουν σημασία για την επίτευξη των σκοπών που καθορίζονται στην προμνησθείσα οδηγία οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την παραγραφή, σε σχέση με την προθεσμία για την άσκηση των αξιώσεων καταναλωτή, καθώς και οι αποφάσεις του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ουγγαρία), που εκδόθηκαν βάσει των προμνησθεισών αποφάσεων του Δικαστηρίου και δεσμεύουν τα ουγγρικά δικαστήρια, έστω και υπό τη μορφή κατευθύνσεων, χάρη στις οποίες ο καταναλωτής είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα του κύριου αντικειμένου της σύμβασης που συνήψε; Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, μπορεί η ημερομηνία των εν λόγω αποφάσεων να θεωρηθεί ως ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας παραγραφής για την άσκηση της αξίωσης που αφορά την αναγνώριση του καταχρηστικού χαρακτήρα ή πρέπει να θεωρηθεί απλώς και μόνον ότι η προθεσμία παραγραφής ανεστάλη στο διάστημα από τη σύναψη της σύμβασης έως την ημερομηνία έκδοσης των ανωτέρω αποφάσεων;
3) Επιπλέον της ημερομηνίας έκδοσης των αποφάσεων που μνημονεύονται στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο καταναλωτής έλαβε γνώση των εν λόγω αποφάσεων να ληφθεί υπόψη ως ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας παραγραφής ή ως χρονικό σημείο λήξης της περιόδου, η οποία άρχισε με τη σύναψη της σύμβασης, κατά τη διάρκεια της οποίας η προθεσμία παραγραφής ανεστάλη;
4) Σε περίπτωση αξίωσης καταναλωτή η οποία βασίζεται στον καταχρηστικό χαρακτήρα του κύριου αντικειμένου της σύμβασης, εάν η προθεσμία παραγραφής αρχίζει από το χρονικό σημείο σύναψης της σύμβασης, δικαιολογείται να παρέχεται στον καταναλωτή η δυνατότητα να ασκήσει την αξίωσή του έως την ημερομηνία λήξης της συναφθείσας σύμβασης, όταν η διάρκεια της σύμβασης υπερβαίνει την επί του παρόντος ισχύουσα πενταετή προθεσμία παραγραφής;»
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
43 Η UniCredit Bank υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα, δεδομένου ότι με αυτά το αιτούν δικαστήριο δεν ζητεί την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, καθόσον η οδηγία 93/13 δεν περιέχει κανέναν κανόνα περί παραγραφής, τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν στην πραγματικότητα την ερμηνεία των σχετικών κανόνων του εθνικού αστικού δικαίου, οι οποίοι εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
44 Συναφώς, επισημαίνεται ότι το επιχείρημα της UniCredit Bank στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι η άσκηση, από τα κράτη μέλη, του δικαιώματός τους να καθορίζουν το λεπτομερές πλαίσιο για τη διαπίστωση της καταχρηστικότητας ρήτρας περιεχόμενης σε σύμβαση και για την υλοποίηση των συγκεκριμένων έννομων αποτελεσμάτων της διαπίστωσης αυτής εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης [απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2023, Getin Noble Bank (Προθεσμία παραγραφής των αξιώσεων επιστροφής), C‑28/22, EU:C:2023:992, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
45 Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η διαμόρφωση από το εθνικό δίκαιο του πλαισίου για την προστασία την οποία εγγυάται στους καταναλωτές η οδηγία 93/13 δεν επιτρέπεται να τροποποιήσει την έκταση και, ως εκ τούτου, την ουσία της προστασίας αυτής ούτε και να υπονομεύσει την ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς της μέσω της θέσπισης ενιαίων κανόνων για τις καταχρηστικές ρήτρες, σκοπό τον οποίο επιδίωξε ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως επισημαίνεται στη δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13 [απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2023, Getin Noble Bank (Προθεσμία παραγραφής των αξιώσεων επιστροφής), C‑28/22, EU:C:2023:992, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
46 Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι η διαδικασία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ αποτελεί μηχανισμό συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, χάρη στον οποίο το μεν παρέχει στα δε τα ερμηνευτικά στοιχεία του ενωσιακού δικαίου που τους είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς επί της οποίας καλούνται να αποφανθούν. Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, το εθνικό δικαστήριο το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς, δεδομένου ότι είναι το μόνο που έχει άμεση γνώση του ιστορικού της και φέρει την ευθύνη για τη δικαστική απόφαση η οποία πρόκειται να εκδοθεί, είναι και αποκλειστικώς αρμόδιο να εκτιμήσει, με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο το αν η προδικαστική απόφαση είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το αν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι λυσιτελή. Κατά συνέπεια, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο οφείλει, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί [απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2023, mBank (Δήλωση του καταναλωτή), C‑140/22, EU:C:2023:965, σκέψη 47].
47 Εξάλλου, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί ούτε επί της ερμηνείας εθνικών νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων ούτε επί του ζητήματος κατά πόσον τέτοιες διατάξεις συμβιβάζονται με το δίκαιο της Ένωσης. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο μπορεί μόνο να ερμηνεύσει το δίκαιο της Ένωσης εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που έχουν απονεμηθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση [απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2023, Getin Noble Bank (Προθεσμία παραγραφής των αξιώσεων επιστροφής), C‑28/22, EU:C:2023:992, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
48 Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να υπολογιστεί η πενταετής προθεσμία παραγραφής που ισχύει για την άσκηση της αγωγής με την οποία ο καταναλωτής ζητεί από το εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει τις έννομες συνέπειες που προκύπτουν από την ακυρότητα της σύμβασης δανείου.
49 Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η οδηγία 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία η πενταετής προθεσμία παραγραφής την οποία προέβλεπε ο προϊσχύσας αστικός κώδικας αρχίζει από την ημερομηνία σύναψης σύμβασης δανείου με καταναλωτή, σε περίπτωση που ρήτρα της εν λόγω σύμβασης κριθεί καταχρηστική και η απάλειψη της ρήτρας αυτής, η οποία αποτελεί και το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, συνεπάγεται την ακυρότητα της σύμβασης στο σύνολό της. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο πρόσθετα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με τον προσδιορισμό του χρονικού σημείου έναρξης της προθεσμίας παραγραφής, σε περίπτωση που ο υπολογισμός από την ημερομηνία σύναψης της επίμαχης σύμβασης δεν κριθεί από το Δικαστήριο συμβατός με τους στόχους και τους σκοπούς της οδηγίας 93/13.
50 Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του ουγγρικού δικαίου και, ως εκ τούτου, το επιχείρημα της UniCredit Bank περί αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθεί.
51 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
52 Η UniCredit Bank αμφισβητεί επίσης το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, για τον λόγο ότι, αφενός, το αιτούν δικαστήριο δεν αποδεικνύει την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ του ουγγρικού δικαίου και του δικαίου της Ένωσης. Αφετέρου, τα νομικά ζητήματα στα οποία στηρίζονται τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα είναι υποθετικά, δεδομένου ότι δεν είναι αναγκαίο να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης. Συναφώς, η UniCredit Bank υποστηρίζει ότι τίποτα δεν εμποδίζει το αιτούν δικαστήριο να ακολουθήσει τη νομολογία του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου), η οποία μάλιστα δεν παρατίθεται ορθώς στην αίτηση αυτή.
53 Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας την οποία καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει (απόφαση της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
54 Ως εκ τούτου, συντρέχει τεκμήριο λυσιτέλειας για τα ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
55 Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο είναι αναγκαία προκειμένου να αποφανθεί επί της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.
56 Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς τον υπολογισμό της προθεσμίας παραγραφής, ιδίως υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την οδηγία 93/13 και, ειδικότερα, ως προς το επίπεδο πληροφόρησης που οφείλει να παρέχει η τράπεζα στον καταναλωτή σχετικά με τον συναλλαγματικό κίνδυνο.
57 Εξάλλου, όσον αφορά τις αναφορές που κάνει το αιτούν δικαστήριο στη νομολογία του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου), δεν απόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο του κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ συστήματος δικαστικής συνεργασίας, να διακριβώνει ή να θέτει εν αμφιβόλω την ακρίβεια της εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου ερμηνείας των εθνικών διατάξεων, δεδομένου ότι η ερμηνεία αυτή εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο οφείλει, οσάκις αποφαίνεται προδικαστικώς επί ερωτημάτων που του υποβάλλει εθνικό δικαστήριο, να δέχεται την ερμηνεία του εθνικού δικαίου, όπως αυτή παρατίθεται από το οικείο δικαστήριο (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2024, Volvo Group Belgium, C‑436/23, EU:C:2024:1023, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
58 Συνεπώς, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
59 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 1 και 7 της οδηγίας 93/13, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομολογιακή ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία, σε περίπτωση ακυρότητας σύμβασης δανείου η οποία δεν μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει χωρίς την καταχρηστική ρήτρα, για τον λόγο ότι η ρήτρα αυτή αφορά το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, ο καταναλωτής μπορεί να επιδιώξει δικαστικώς τις έννομες συνέπειες της διαπίστωσης της ακυρότητας αποκλειστικά και μόνον εντός προθεσμίας πέντε ετών από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης.
60 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, η εν λόγω οδηγία έχει ως αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή.
61 Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.
62 Κατά πάγια νομολογία, ελλείψει σχετικών κανόνων της Ένωσης, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες περί ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία αντλούν οι πολίτες από το δίκαιο της Ένωσης, υπό τον όρο ωστόσο ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους διέποντες παρόμοιες καταστάσεις που υπόκεινται στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) [πρβλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2022, D.B.P. κ.λπ. (Ενυπόθηκο δάνειο σε ξένο νόμισμα), C‑80/21 έως C‑82/21, EU:C:2022:646, σκέψη 86 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
63 Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, η οποία είναι η μόνη επίμαχη στην παρούσα διαδικασία, επισημαίνεται ότι κάθε περίπτωση στην οποία τίθεται το ζήτημα αν εθνική δικονομική διάταξη καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένης υπόψη της θέσης της διατάξεως αυτής στην όλη διαδικασία ενώπιον των διαφόρων εθνικών οργάνων, της εξέλιξης της διαδικασίας και των ιδιαιτεροτήτων της. Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εφόσον παρίσταται ανάγκη, οι αρχές που αποτελούν τη βάση του εθνικού δικαιοδοτικού συστήματος, όπως η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και η ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, Caixabank (Προθεσμία παραγραφής), C‑484/21, EU:C:2024:360, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
64 Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων που οι διάδικοι αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως των δικαιωμάτων που απορρέουν από την οδηγία 93/13, ενέχει απαίτηση περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ισχύει, μεταξύ άλλων, ως προς τον καθορισμό των δικονομικών προϋποθέσεων των ενδίκων βοηθημάτων που βασίζονται σε τέτοια δικαιώματα (απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, BNP Paribas Personal Finance, C‑776/19 έως C‑782/19, EU:C:2021:470, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
65 Όσον αφορά το αντιτάξιμο παραγραφής σε αγωγή που ασκεί καταναλωτής με σκοπό την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών λόγω καταχρηστικών ρητρών κατά την έννοια της οδηγίας 93/13, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως επιβεβαιώσει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία δεν προβλέπει μεν αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση αγωγής με αίτημα να διαπιστωθεί η ακυρότητα καταχρηστικής ρήτρας περιεχόμενης σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, αλλά ορίζει προθεσμία παραγραφής για την άσκηση αγωγής εκ μέρους του καταναλωτή για τη δικαστική επιδίωξη των αποτελεσμάτων της διαπιστώσεως αυτής με επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως, μεταξύ άλλων, της αρχής της αποτελεσματικότητας [απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2024, Caixabank (Παραγραφή της αξιώσεως επιστροφής των εξόδων εγγραφής υποθήκης), C‑810/21 έως C‑813/21, EU:C:2024:81, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
66 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το να αντιτάσσεται προθεσμία παραγραφής σε αγωγές με αντικείμενο την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, τις οποίες ασκούν καταναλωτές προκειμένου να ζητήσουν την προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν από την οδηγία 93/13, δεν αντιβαίνει, αυτό καθεαυτό, στην αρχή της αποτελεσματικότητας, υπό την προϋπόθεση ότι η εφαρμογή της εν λόγω προθεσμίας δεν καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, Caixabank (Προθεσμία παραγραφής), C‑484/21, EU:C:2024:360, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
67 Όσον αφορά την ανάλυση των χαρακτηριστικών μιας προθεσμίας παραγραφής όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η ανάλυση αυτή πρέπει να αφορά τη διάρκεια της προθεσμίας και τις ρυθμίσεις εφαρμογής της, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου κινήσεως της εν λόγω προθεσμίας (απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, BNP Paribas Personal Finance, C‑776/19 έως C‑782/19, EU:C:2021:470, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
68 Όσον αφορά το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας παραγραφής, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εφαρμογή πενταετούς παραγραφής η οποία αρχίζει να τρέχει από της συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως, στο μέτρο που συνεπάγεται ότι ο καταναλωτής μπορεί να ζητήσει την επιστροφή των ποσών που κατέβαλε σε εκτέλεση συμβατικής ρήτρας η οποία κρίθηκε καταχρηστική μόνον κατά τα πρώτα πέντε έτη μετά την υπογραφή της συμβάσεως, ανεξαρτήτως του αν γνώριζε ή μπορούσε ευλόγως να γνωρίζει την καταχρηστικότητα της ρήτρας αυτής, δύναται να καταστήσει υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που ο καταναλωτής αντλεί από την οδηγία 93/13 και, ως εκ τούτου, να παραβιάσει την αρχή της αποτελεσματικότητας, σε συνδυασμό με την αρχή της ασφάλειας δικαίου (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 91).
69 Η ημερομηνία σύναψης της σύμβασης που περιέχει την καταχρηστική ρήτρα δεν μπορεί επομένως, αυτή καθεαυτήν, να αποτελέσει το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, Caixabank (Προθεσμία παραγραφής), C‑484/21, EU:C:2024:360, σκέψη 31].
70 Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση σε σχέση με τον επαγγελματία όσον αφορά τόσο τη δυνατότητα διαπραγματεύσεως όσο και το επίπεδο πληροφορήσεως, και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να προσχωρήσει στους όρους που έχει εκ των προτέρων καταρτίσει ο επαγγελματίας, χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους. Ομοίως, υπενθυμίζεται ότι είναι δυνατόν οι καταναλωτές να αγνοούν τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας περιλαμβανόμενης σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου ή να μην αντιλαμβάνονται την έκταση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από την οδηγία 93/13 (απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, BNP Paribas Personal Finance, C‑776/19 έως C‑782/19, EU:C:2021:470, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
71 Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι συμβάσεις δανείου όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εκτελούνται γενικώς στο πλαίσιο μεγάλων χρονικών περιόδων και, ως εκ τούτου, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο, τουλάχιστον ως προς μέρος των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν, να επέλθει παραγραφή ακόμη και πριν τη λήξη της εν λόγω σύμβασης, με αποτέλεσμα ένα τέτοιο καθεστώς παραγραφής να μπορεί συστηματικά να στερεί τους καταναλωτές από τη δυνατότητα να ζητήσουν την απόδοση των πληρωμών στις οποίες προέβησαν βάσει ρητρών αντίθετων προς την εν λόγω οδηγία [πρβλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2022, D.B.P. κ.λπ. (Ενυπόθηκο δάνειο σε ξένο νόμισμα), C‑80/21 έως C‑82/21, EU:C:2022:646, σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
72 Συνεπώς, όσον αφορά την αφετηρία της επίμαχης προθεσμίας παραγραφής στην υπόθεση της κύριας δίκης, υφίσταται μη αμελητέος κίνδυνος, λαμβανομένου υπόψη του τρόπου προσδιορισμού του εν λόγω χρονικού σημείου από την εθνική νομολογία, να μην είναι ο καταναλωτής σε θέση να ασκήσει λυσιτελώς τα δικαιώματα που του παρέχει η οδηγία 93/13.
73 Πράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, αν επιβεβαιωθεί η νομολογιακή ερμηνεία του εθνικού δικαίου, η οποία οδήγησε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να ορίσει ως αφετηρία της προθεσμίας παραγραφής την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης δανείου που συνομολογήθηκε μεταξύ της UniCredit Bank και του HL, ήτοι στις 14 Φεβρουαρίου 2008, η προθεσμία αυτή θα είχε αρχίσει να τρέχει ανεξαρτήτως του αν ο HL γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας συναλλαγματικού κινδύνου και, ως εκ τούτου, να ασκήσει λυσιτελώς τα δικαιώματα που του παρέχει η οδηγία 93/13. Συναφώς, από κανένα στοιχείο της αίτησης προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει ότι κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης ο καταναλωτής γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας συναλλαγματικού κινδύνου και, κατά συνέπεια, ότι ήταν σε θέση να ασκήσει λυσιτελώς τα δικαιώματα που του παρέχει η εν λόγω οδηγία, ζήτημα το οποίο, εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
74 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομολογιακή ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία, σε περίπτωση ακυρότητας σύμβασης δανείου η οποία δεν μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει χωρίς την καταχρηστική ρήτρα, για τον λόγο ότι η ρήτρα αυτή αφορά το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, ο καταναλωτής μπορεί να επιδιώξει δικαστικώς τις έννομες συνέπειες της διαπίστωσης της ακυρότητας αποκλειστικά και μόνον εντός προθεσμίας πέντε ετών από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης, εφόσον κατά την ημερομηνία αυτή δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της επίμαχης συμβατικής ρήτρας και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να ασκήσει λυσιτελώς τα δικαιώματα που του παρέχει η οδηγία 93/13.
Επί του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
75 Με το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στο να λαμβάνεται υπόψη, για τους σκοπούς του καθορισμού της αφετηρίας της προθεσμίας παραγραφής αγωγής την οποία ασκεί καταναλωτής με αίτημα την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν βάσει ρήτρας ανάλογης προς εκείνη που οδήγησε στην ερμηνεία της εν λόγω οδηγίας από το Δικαστήριο ή προς εκείνη επί της οποίας αποφάνθηκε το εθνικό δικαστήριο ή για τους σκοπούς της συνέχισης της παραγραφής μετά την παύση της αναστολής της προθεσμίας παραγραφής, η ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ερμηνείας της οδηγίας ή η ημερομηνία κατά την οποία το ανώτατο εθνικό δικαστήριο αποφάνθηκε επί του καταχρηστικού χαρακτήρα ρητρών οι οποίες περιλαμβάνονται σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές.
76 Προκειμένου να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα, και λαμβανομένου υπόψη του ιστορικού της διαφοράς, όπως περιγράφεται στην απόφαση περί παραπομπής, η ανάλυση πρέπει να περιοριστεί μόνο στην περίπτωση άσκησης αγωγής εκ μέρους του καταναλωτή για τη δικαστική επιδίωξη των αποτελεσμάτων της διαπίστωσης του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας με επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
77 Υπενθυμίζεται ότι, προκειμένου ιδίως να διασφαλιστεί η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων που αντλεί ο καταναλωτής από την οδηγία 93/13, αυτός πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προβάλει, ανά πάσα στιγμή, τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας όχι μόνον ως μέσο άμυνας, αλλά και για να αναγνωριστεί από το δικαστήριο ο καταχρηστικός χαρακτήρας συμβατικής ρήτρας, πράγμα που σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται να προβλεφθεί οποιαδήποτε προθεσμία παραγραφής για την άσκηση αγωγής από καταναλωτή με σκοπό τη διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περιλαμβανόμενης σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή (απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, BNP Paribas Personal Finance, C‑776/19 έως C‑782/19, EU:C:2021:470, σκέψη 38).
78 Πλην όμως, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο καθορισμός, ως χρονικού σημείου έναρξης της παραγραφής της προβληθείσας από καταναλωτή αξίωσης για επιστροφή ποσών που κατέβαλε βάσει καταχρηστικής συμβατικής ρήτρας, της ημερομηνίας κατά την οποία το ανώτατο εθνικό δικαστήριο εξέδωσε αποφάσεις κηρύσσουσες καταχρηστικές τυποποιημένες ρήτρες που αντιστοιχούν στη ρήτρα της επίδικης σύμβασης θα παρείχε, σε πολλές περιπτώσεις, τη δυνατότητα στον επαγγελματία να κρατήσει τα ποσά που αποκόμισε αχρεωστήτως εις βάρος του εν λόγω καταναλωτή βάσει της καταχρηστικής ρήτρας, όπερ θα αντέβαινε προς την απαίτηση που απορρέει από την υπομνησθείσα στη σκέψη 68 της παρούσας αποφάσεως νομολογία, κατά την οποία το ως άνω χρονικό σημείο έναρξης δεν μπορεί να καθορίζεται ανεξαρτήτως του αν ο καταναλωτής γνώριζε ή μπορούσε ευλόγως να γνωρίζει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της τελευταίας αυτής ρήτρας, ο οποίος θεμελιώνει το δικαίωμα επιστροφής, και χωρίς να επιβάλλεται στον επαγγελματία υποχρέωση επιμέλειας και πληροφόρησης έναντι του καταναλωτή, με αποτέλεσμα να καθίσταται ακόμη ασθενέστερη η θέση του καταναλωτή την οποία αποσκοπεί να βελτιώσει η οδηγία 93/13 [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, Banco Santander (Χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής), C‑561/21, EU:C:2024:362, σκέψη 47].
79 Επιπλέον, αν ο επαγγελματίας δεν υπέχει σχετική υποχρέωση πληροφόρησης, δεν πρέπει να τεκμαίρεται ότι ο καταναλωτής μπορεί ευλόγως να γνωρίζει ότι ρήτρα περιλαμβανόμενη στη σύμβασή του έχει περιεχόμενο ισοδύναμο με ρήτρα η οποία έχει κριθεί καταχρηστική από το ανώτατο εθνικό δικαστήριο. Βεβαίως, μια τέτοια νομολογία, εφόσον έχει λάβει επαρκή δημοσιότητα, μπορεί να παράσχει στον μέσο καταναλωτή τη δυνατότητα να λάβει γνώση του καταχρηστικού χαρακτήρα τυποποιημένης ρήτρας περιλαμβανόμενης στη σύμβασή του με επαγγελματία. Εντούτοις δεν είναι δυνατόν να αναμένεται από τον καταναλωτή αυτόν, του οποίου η προστασία επιδιώκεται με την οδηγία 93/13 λόγω της ασθενέστερης θέσης του σε σχέση με τον επαγγελματία, να προβεί σε ενέργειες που εμπίπτουν στο πεδίο της νομικής έρευνας [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, Banco Santander (Χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής), C‑561/21, EU:C:2024:362, σκέψεις 48 και 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
80 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι από το γράμμα του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 93/13 προκύπτει ότι η προστασία που παρέχει η εν λόγω οδηγία εξαρτάται από τους σκοπούς για τους οποίους ενεργεί ένα φυσικό πρόσωπο, ήτοι σκοπούς οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Μολονότι, όμως, μπορεί να απαιτηθεί από τους επαγγελματίες να ενημερώνονται για τις νομικές πτυχές που αφορούν τις ρήτρες τις οποίες αναλαμβάνουν με πρωτοβουλία τους να ενσωματώσουν στις συμβάσεις τις οποίες συνάπτουν με καταναλωτές στο πλαίσιο της συνήθους εμπορικής δραστηριότητας, ιδίως υπό το πρίσμα της εθνικής νομολογίας σχετικά με τις ρήτρες αυτές, δεν μπορεί να αναμένεται παρόμοια συμπεριφορά από τους καταναλωτές, λαμβανομένου υπόψη του περιστασιακού ή ακόμη και εξαιρετικού χαρακτήρα της συνάψεως συμβάσεως περιέχουσας τέτοια ρήτρα [απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2024, Caixabank (Παραγραφή της αξιώσεως επιστροφής των εξόδων εγγραφής υποθήκης), C‑810/21 έως C‑813/21, EU:C:2024:81, σκέψη 60].
81 Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι μια τέτοια εθνική νομολογία δεν επιτρέπει κατ’ ανάγκην να κηρυχθούν αυτοδικαίως καταχρηστικές όλες οι ρήτρες αυτού του είδους που περιλαμβάνονται σε οποιαδήποτε σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή εντός του εν λόγω κράτους μέλους. Όταν μια τυποποιημένη ρήτρα έχει κηρυχθεί καταχρηστική από το ανώτατο εθνικό δικαστήριο, πρέπει επίσης, κατ’ αρχήν και συμφώνως προς το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, να καθορίζεται, κατά περίπτωση, σε ποιον βαθμό ρήτρα που περιλαμβάνεται σε συγκεκριμένη σύμβαση είναι ισοδύναμη με την ως άνω τυποποιημένη ρήτρα και πρέπει, όπως και η τελευταία, να θεωρείται καταχρηστική [πρβλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, Banco Santander (Χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής), C‑561/21, EU:C:2024:362, σκέψεις 50 και 51].
82 Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι δεν μπορεί να απαιτείται από τον ευλόγως επιμελή και συνετό μέσο καταναλωτή, όχι μόνον να ενημερώνεται σε τακτική βάση, με δική του πρωτοβουλία, για τις αποφάσεις του ανωτάτου εθνικού δικαστηρίου σχετικά με τις τυποποιημένες ρήτρες συμβάσεων του ίδιου είδους με εκείνες που ενδεχομένως έχει συνάψει με επαγγελματίες, αλλά και να καθορίζει, βάσει αποφάσεως ανωτάτου εθνικού δικαστηρίου, αν ρήτρες όπως οι περιλαμβανόμενες σε συγκεκριμένη σύμβαση είναι καταχρηστικές [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, Banco Santander (Χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής), C‑561/21, EU:C:2024:362, σκέψη 52].
83 Συνεπώς, η οδηγία 93/13 αντιτίθεται στο να λογίζεται, για τον καθορισμό του χρονικού σημείου ενάρξεως της παραγραφής της αξιώσεως του καταναλωτή για επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως σε εκτέλεση καταχρηστικής συμβατικής ρήτρας, η ύπαρξη –ακόμη και πάγιας– εθνικής νομολογίας σχετικά με την ακυρότητα παρόμοιων ρητρών ως απόδειξη ότι πληρούται η προϋπόθεση της γνώσεως, εκ μέρους του οικείου καταναλωτή, του καταχρηστικού χαρακτήρα της εν λόγω ρήτρας και των εντεύθεν έννομων συνεπειών [πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2024, Caixabank (Παραγραφή της αξιώσεως επιστροφής των εξόδων εγγραφής υποθήκης), C‑810/21 έως C‑813/21, EU:C:2024:81, σκέψη 61].
84 Το σκεπτικό που εκτίθεται στις σκέψεις 78 έως 81 της παρούσας αποφάσεως, από το οποίο συνάγεται ότι η ύπαρξη αποφάσεων ανωτάτου εθνικού δικαστηρίου με τις οποίες διαπιστώνεται η καταχρηστικότητα ορισμένων τυποποιημένων ρητρών δεν μπορεί να συνεπάγεται, αφ’ εαυτής, ότι ο καταναλωτής γνωρίζει ή μπορεί ευλόγως να γνωρίζει την καταχρηστικότητα παρόμοιας ρήτρας σύμβασης που έχει συνάψει με επαγγελματία, ισχύει, mutatis mutandis, και στην περίπτωση αποφάσεων του Δικαστηρίου με τις οποίες αυτό αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας της οδηγίας 93/13.
85 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, μολονότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου με τις οποίες αυτό αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης τυγχάνουν δημοσιότητας ικανής να διευκολύνει την πρόσβαση σε αυτές, και για τους καταναλωτές, το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί του καταχρηστικού χαρακτήρα επιμέρους ρητρών και αφήνει συστηματικώς τον έλεγχο των εκάστοτε ρητρών στην εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου, δεδομένου ότι ο έλεγχος αυτός δεν εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Επομένως, ο καταναλωτής, έστω και αν τον αφορά άμεσα η διαδικασία της κύριας δίκης, ουδόλως μπορεί να συναγάγει μετά βεβαιότητας, από μια τέτοια απόφαση του Δικαστηρίου, την καταχρηστικότητα συμβατικής ρήτρας περιεχόμενης σε σύμβαση την οποία συνήψε με επαγγελματία, με αποτέλεσμα οι μνημονευόμενες από το αιτούν δικαστήριο αποφάσεις του Δικαστηρίου να μην μπορούν να θεωρηθούν πηγή πληροφόρησης για τον μέσο καταναλωτή ως προς την καταχρηστικότητα συγκεκριμένης συμβατικής ρήτρας [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, Banco Santander (Χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής), C‑561/21, EU:C:2024:362, σκέψεις 58 και 59].
86 Αντιθέτως, δικαστική απόφαση έχουσα ισχύ δεδικασμένου, η οποία διαπιστώνει τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας και έχει δεόντως κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο καταναλωτή σύμφωνα με τους εφαρμοστέους εθνικούς κανόνες, υπό την ιδιότητά του ως αποδέκτη της αποφάσεως αυτής, μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία της προθεσμίας παραγραφής. Εφόσον μια τέτοια απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, ο καταναλωτής θεωρείται ότι έχει πλήρη γνώση του παράνομου χαρακτήρα της ρήτρας και, επομένως, είναι σε θέση να εκτιμήσει ο ίδιος τη σκοπιμότητα άσκησης αγωγής για την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν δυνάμει της καταχρηστικής ρήτρας εντός της προθεσμίας που τάσσει το εθνικό δίκαιο [πρβλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, Banco Santander (Χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής), C‑561/21, EU:C:2024:362, σκέψεις 36 και 37].
87 Πλην όμως, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, καίτοι η οδηγία 93/13 αντιτίθεται στην έναρξη της παραγραφής της αξίωσης για την επιστροφή των ποσών που κατέβαλε ο οικείος καταναλωτής δυνάμει καταχρηστικής συμβατικής ρήτρας, ανεξαρτήτως του αν ο καταναλωτής αυτός γνώριζε ή μπορούσε ευλόγως να γνωρίζει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της εν λόγω ρήτρας, η οδηγία δεν αποκλείει, ωστόσο, την ευχέρεια του επαγγελματία να αποδείξει ότι ο εν λόγω καταναλωτής γνώριζε ή μπορούσε ευλόγως να γνωρίζει το γεγονός αυτό πριν από την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της εν λόγω ρήτρας [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, Caixabank (Προθεσμία παραγραφής), C‑484/21, EU:C:2024:360, σκέψη 35].
88 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι δεν υφίσταται τελεσίδικη δικαστική απόφαση διαπιστώνουσα τον καταχρηστικό χαρακτήρα και την ακυρότητα της ρήτρας συναλλαγματικού κινδύνου.
89 Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο HL έλαβε γνώση των σχετικών αποφάσεων του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) ή των αποφάσεων του Δικαστηρίου, ούτε η ημερομηνία έκδοσης των εν λόγω αποφάσεων ούτε η ημερομηνία κατά την οποία ο HL έλαβε πράγματι γνώση αυτών μπορούν να αποτελέσουν την αφετηρία της προθεσμίας παραγραφής.
90 Εναπόκειται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν η UniCredit Bank και η Momentum Credit απέδειξαν ότι ο HL γνώριζε ή μπορούσε ευλόγως να γνωρίζει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας περί συναλλαγματικού κινδύνου [πρβλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, Banco Santander (Χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής), C‑561/21, EU:C:2024:362, σκέψη 38].
91 Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα της συνέχισης της παραγραφής μετά την παύση της αναστολής της προθεσμίας παραγραφής, επισημαίνεται ότι σκοπός της αναστολής της παραγραφής είναι να διασφαλίσει ότι η παραγραφή, η οποία στηρίζεται ακριβώς στη λογική της κύρωσης της αδράνειας του δικαιούχου του δικαιώματος, δεν παράγει αποτελέσματα σε μια κατάσταση η οποία δικαιολογεί την αδράνεια αυτή. Επομένως, σε καταστάσεις στις οποίες, για αντικειμενικούς λόγους προβλεπόμενους από τον νόμο, ο δικαιούχος του δικαιώματος αντιμετωπίζει αντικειμενικά δυσκολίες οι οποίες τον εμποδίζουν να ασκήσει το δικαίωμα αυτό, η αναστολή λειτουργεί προστατευτικά, αποτρέποντας το ενδεχόμενο η πάροδος του χρόνου να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση του δικαιώματος.
92 Επομένως, η συνέχιση της παραγραφής μετά την παύση της περιόδου αναστολής πρέπει να συνοδεύεται από τις ίδιες εγγυήσεις με εκείνες που προβλέπονται για τον καθορισμό του χρονικού σημείου έναρξης της προθεσμίας παραγραφής.
93 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στο να λαμβάνεται υπόψη, για τους σκοπούς του καθορισμού της αφετηρίας της προθεσμίας παραγραφής αγωγής την οποία ασκεί καταναλωτής με αίτημα την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν βάσει ρήτρας ανάλογης προς εκείνη που οδήγησε στην ερμηνεία της εν λόγω οδηγίας από το Δικαστήριο ή προς εκείνη επί της οποίας αποφάνθηκε το εθνικό δικαστήριο ή για τους σκοπούς της συνέχισης της παραγραφής μετά την παύση της αναστολής της προθεσμίας παραγραφής, η ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ερμηνείας της οδηγίας ή η ημερομηνία κατά την οποία το ανώτατο εθνικό δικαστήριο αποφάνθηκε επί του καταχρηστικού χαρακτήρα ρητρών οι οποίες περιλαμβάνονται σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές.
Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
94 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
95 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 1, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας,
έχουν την έννοια ότι:
αντιτίθενται σε νομολογιακή ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία, σε περίπτωση ακυρότητας σύμβασης δανείου η οποία δεν μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει χωρίς την καταχρηστική ρήτρα, για τον λόγο ότι η ρήτρα αυτή αφορά το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, ο καταναλωτής μπορεί να επιδιώξει δικαστικώς τις έννομες συνέπειες της διαπίστωσης της ακυρότητας αποκλειστικά και μόνον εντός προθεσμίας πέντε ετών από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης, εφόσον κατά την ημερομηνία αυτή δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της επίμαχης συμβατικής ρήτρας και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να ασκήσει λυσιτελώς τα δικαιώματα που του παρέχει η οδηγία 93/13.
2) Η οδηγία 93/13 έχει την έννοια ότι:
αντιτίθεται στο να λαμβάνεται υπόψη, για τους σκοπούς του καθορισμού της αφετηρίας της προθεσμίας παραγραφής αγωγής την οποία ασκεί καταναλωτής με αίτημα την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν βάσει ρήτρας ανάλογης προς εκείνη που οδήγησε στην ερμηνεία της εν λόγω οδηγίας από το Δικαστήριο ή προς εκείνη επί της οποίας αποφάνθηκε το εθνικό δικαστήριο ή για τους σκοπούς της συνέχισης της παραγραφής μετά την παύση της αναστολής της προθεσμίας παραγραφής, η ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ερμηνείας της οδηγίας ή η ημερομηνία κατά την οποία το ανώτατο εθνικό δικαστήριο αποφάνθηκε επί του καταχρηστικού χαρακτήρα ρητρών οι οποίες περιλαμβάνονται σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές.
(υπογραφές)
