ΑΡΙΘΜΟΣ 568/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση του υπ’ αριθμ. 247/2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Με κατηγορούμενους τους: 1.Ε. Π. του Ι. και 2. Θ. Μ. του Ι., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, εφόσον δεν κλητεύθηκαν.
Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με ημερομηνία 4 Οκτωβρίου 2024 έκθεση αναίρεσης της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Σ. Τ., έλαβε αριθμό 39/2024, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μαριάννα Ψαρουδάκη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την από 9 Οκτωβρίου 2024 και με αριθμό 215 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Κωσταρέλλου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
“Εισάγω στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠΔ, την υπ’αρ. 39/2024 αναίρεση κατά του υπ’αρ.247/2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης και εκθέτω τα ακόλουθα:
Η ανωτέρω αναίρεση ασκήθηκε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και για τους διαλαμβανόμενους σ’αυτή νόμιμους και βάσιμους λόγους, στους οποίους και αύθις αναφέρομαι. Επομένως η ως άνω αναίρεση πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο με άλλη σύνθεση, αφού αυτό είναι δυνατό.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στυλιανός Κωσταρέλλος”
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 306, 479, 480, 483 παρ.3, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 παρ.44 Ν.4637/2019), 484 παρ. 1 και 485 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, παραπεμπτικού ή απαλλακτικού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με τα οποία τα συμβούλια πλημμελειοδικών και εφετών αποφαίνονται αμετακλήτως, για όλους τους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ, με σχετική δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 480, το δεύτερο εδάφιο του οποίου εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την επομένη της έκδοσης αυτού. Ειδικότερα, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών αρχίζει από την λήξη της προθεσμίας έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία είναι επίσης ενός μηνός και αρχίζει από την έκδοση του βουλεύματος, κατ’άρθρ.306 εδ.τελευταίο ΚΠΔ, δηλαδή μόλις τούτο καθαρογραφεί και υπογραφεί (ΑΠ 1170/2023, ΑΠ 443/2023). Μετά την προθεσμία αυτή ο ίδιος ο Εισαγγελέας μπορεί να ασκήσει αναίρεση του βουλεύματος υπέρ του νόμου και για οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων που αφορούν την προδικασία χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων (άρθρ. 483 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠΔ) (1170/2023, ΑΠ 676/2023, ΑΠ 443/2023, ΑΠ 243/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 4/10/2024 και με αριθμό έκθεσης 39/2024 αίτηση αναίρεσης, της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατά του υπ’αριθ. 247/2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με το οποίο το ως άνω Δικαστικό Συμβούλιο παρέπεμψε τους κατηγορούμενους 1) Ε. Π. του Ι. και 2) Θ. Μ. του Ι., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης για να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου αξίας άνω των 120.000 ευρώ, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, η οποία (πράξη) φέρεται τελεσθείσα από 7-6-2017 έως 4-11-2019, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου και εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός μηνός από την έκδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, καθόσον το βούλευμα αυτό εκδόθηκε στις 4/9/2024, η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 4/10/2024 (άρθρα 464, 480, 483 παρ.3 εδ.α και β ΚΠΔ), περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β’ και στ’ του ΚΠΔ, ήτοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης εξουσίας. Eίναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
Σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ.1 του ΚΠΔ, οι λόγοι αναιρέσεως, που μπορεί να επικαλεστεί ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κατά βουλευμάτων, είναι, μεταξύ άλλων η υπέρβαση εξουσίας (περίπτωση στ’), η οποία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το Συμβούλιο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, όπως συμβαίνει και στην ειδικότερη περίπτωση που παρέπεμψε σε δίκη τον κατηγορούμενο για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρ. 485 παρ.1 στοιχ.στ’ εδαφ.δ’ του ΚΠΔ), ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι για το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ1/2008, ΟλΑΠ3/2005, ΑΠ 1114/2023, ΑΠ 737/2023, ΑΠ 667/2023, ΑΠ504/2023, ΑΠ1515/2022, ΑΠ 95/2022). Η ως άνω διάταξη του άρθρου 484 στοιχ.στ’ του ΚΠΔ ενδεικτικά αναφέρει μόνο μερικές μόνο περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας, όπως όταν α) το συμβούλιο αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων γ) αποφάνθηκε πέρα από την εξουσία του κατά τα άρθρα 307, 310 και 318 ΚΠΔ και δ) παρέπεμψε σε δίκη τον κατηγορούμενο για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη την ποινική δίωξη αίτηση ή έγκληση, (αρ.41 και 53) ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης (αρ. 56), ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση (άρ. 438) ( ΑΠ 1206/2024, ΑΠ 420/2023, ΑΠ 135/2022). Κατά το άρθρο 381 παρ.1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ για την ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων εγκλημάτων και αυτού της υπεξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 375 παρ.1 ΠΚ, του οποίου η ποινική δίωξη υπό το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς ασκείτο αυτεπαγγέλτως από τον Εισαγγελέα ύστερα από αναφορά, μήνυση ή άλλη είδηση για τη διάπραξή του (άρ. 27 και 36 προϊσχύσαντος ΚΠΔ), απαιτείται πλέον έγκληση, διάταξη που είναι προδήλως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, σε σχέση με το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, κατά το οποίο η εν λόγω πράξη διωκόταν αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1206/2024, ΑΠ 136/2023, ΑΠ 690/2022, ΑΠ 672/2020). Κατά δε τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του ίδιου Κώδικα ” Εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα, ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδό τους”. Όπως γίνεται δεκτό η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής που είχε γίνει, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου (και μετά τον ΝΠΚ η δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας), έχει την έννοια της συμμετοχής στην ποινικής δίκη και της επιδίωξης της αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίηση και αναπληρώνει τη δήλωση που επιτάσσει η ως άνω διάταξη του άρθρου 464 του νέου ΠΚ ότι επιθυμεί την πρόοδο της δίκης, η οποία μπορούσε να υπάρξει και πριν τη ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα και σε καμία περίπτωση (δεν αναπληρώνει) την έγκληση, στις περιπτώσεις που αυτή είναι απαραίτητη για την ποινική δίωξη, αφού κατά τις ταυτάριθμες και ρητές διατάξεις του άρθρου 82 παρ.3 του ισχύοντος αλλά και του προϊσχύσαντος ΚΠΔ “η δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας (“η δήλωση πολιτικής αγωγής” υπό τον προγενέστερο ΚΠΔ) δεν αναπλήρωνει την έγκληση στις περιπτώσεις που αυτή είναι απαραίτητη για την ποινική δίωξη, ούτε η έγκληση από μόνη της εξομοιώνεται με δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας” (ΑΠ 751/2024, ΑΠ 1442/2023, ΑΠ 136/2023, ΑΠ 1153/2022, ΑΠ 47/2021, ΑΠ 58/2020 – πρβλ. υπό τον προγενέστερο ΚΠΔ ΑΠ 352/2003). ΑΠ 58/2020).
Εξάλλου , αν ο παθών από το έγκλημα είχε υποβάλει έγκληση ακόμα και υπό το προγενέστερο καθεστώς της αυτεπάγγελτης δίωξης του συγκεκριμένου εγκλήματος, είναι αυτονόητο ότι δεν χρειάζεται να επαναληφθεί η δήλωση αυτή περί επιθυμίας συνέχισης της εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας, καθόσον η υποβολή της έγκλησης, δηλώνει και τη βούληση του παθόντος για την πρόοδο της διαδικασίας και υποκαθιστά την προβλεπόμενη από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ απλή άλλωστε δήλωση και, επομένως, πληροί τον σκοπό αυτής ( ΑΠ 751/2024, ΑΠ 1442/2023, ΑΠ 903/2024, ΑΠ 335/2023, ΑΠ 1440/2022, ΑΠ 2010/2019). Αναπλήρωση της δήλωσης αυτής επέρχεται επισης, σε περίπτωση υποβολής μήνυσης από τον παθόντα, κατά το χρόνο κατά τον οποίο η πράξη διωκόταν αυτεπαγγέλτως, η οποία επέχει θέση έγκλησης σύμφωνα με τα άρθρα 51 και 42 του ΚΠΔ (ΑΠ 543/2023, ΑΠ 1153/2022, ΑΠ 557/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 51 παρ.1 του ισχύοντος από 1/7/2019 νέου ΚΠΔ (Ν.4620/2019), (όμοια με του άρθρου 46 παρ.1 του προσχύσαντος ΚΠΔ) έγκληση είναι η δήλωση του παθόντος προς την αρμόδια δικαστική αρχή ότι επιθυμεί την δίωξη της κατ’ αυτού τελεσθείσας αξιοποίνου πράξεως, η οποία υποβάλλεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ.2,3, και 4 του ΚΠΔ, (όπως η παρ.1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 παρ.7 περ.δ του ν.4637/18-11-2019). Η έγκληση αποτελεί αφενός θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, διότι αφενός ενεργοποιεί την υπόσταση της αξιόποινης πράξης στο χώρο της έννομης τάξης και αφετέρου η παραμέληση της υποβολής της, εντός της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας οδηγεί στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως (ΟλΑΠ 1, 2/2007, ΑΠ 543/2023, ΑΠ 795/2020), και αφετέρου δικονομικό θεσμό, διότι αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση για την έγκαιρη γένεση της ποινικής δίκης (άρθρ.51 παρ1 ΚΠΔ) (ΟλΑΠ 2/2007, ΑΠ 795/2020) και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως η έλλειψή της. Δικαιούχος για την υποβολή εγκλήσεως είναι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 115 του νέου ΠΚ ( όμοια με του άρθρου 118 παρ.1 προϊσχύσαντος), ο αμέσως παθών από την αξιόποινη πράξη, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατ’ εξαίρεση δηλαδή από τον κανόνα του άμεσα παθόντος, ως δικαιούχου για την υποβολή έγκλησης, το άρθρο 115 παρ.1 ΠΚ επιφυλάσσει και σε άλλα πρόσωπα πέρα από τον παθόντα, το δικαίωμα για την υποβολή έγκλησης. Τέτοιου είδους, κατ’εξαίρεση, επέκταση του δικαιούχου έγκλησης συνιστά η περίπτωση που ο παθών έχει τεθεί σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης.
Στην περίπτωση αυτή, από την έκδοση της σχετικής απόφασης περί θέσεως αυτού σε δικαστική συμπαράσταση, το δικαίωμα για την υποβολή έγκλησης έχει ο δικαστικός συμπαραστάτης του (ΑΠ 458/2020, ΑΠ 814/2006), η δε τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή της έγκλησης (άρθρ.114 ΠΚ) αφετηριάζεται από την έκδοση της απόφασης που διορίζει τον δικαστικό συμπαραστάτη, ενώ μέχρι τότε η ως άνω προθεσμία τελεί σε αναστολή (ΑΠ 353/2003). Όσον αφορά τον τύπο και το περιεχόμενο της έγκλησης, αυτή αφενός υποβάλλεται κατά τα οριζόμενα στο 42 παρ.2,3 και 4 ΚΠΔ και αφετέρου πρέπει να περιέχει τα πραγματικά περιστατικά της αντικειμενικής υπόστασης του καταγγελθέντος εγκλήματος, έστω και χωρίς νομικό χαρακτηρισμό, αφού αυτό είναι έργο του Εισαγγελέα, και τελικώς του Δικαστικού Συμβουλίου, του Δικαστηρίου, κ.λ.π (ΑΠ 1463/2004, ΣυμβΑΠ 1505/2005), ενώ δεν απαιτείται όπως η δήλωση βουλήσεως του εγκαλούντος για την τιμωρία του δράστη να είναι ρητή και πανηγυρική, αλλά αρκεί να συνάγεται με σαφήνεια από το όλο περιεχόμενο της έγκλησης (ΑΠ 1442/2023, ΑΠ 903/2024, ΑΠ 737/2020). Η έγκληση αποτελεί αφενός θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, διότι αφενός ενεργοποιεί την υπόσταση της αξιόποινης πράξης στο χώρο της έννομης τάξης και αφετέρου η παραμέληση της υποβολής της, εντός της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας οδηγεί στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως (ΟλΑΠ 1,2/2007, ΑΠ 543/2023, ΑΠ 795/2020), και αφετέρου δικονομικό θεσμό, διότι αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση για την έγκαιρη γένεση της ποινικής δίκης (άρθρ.51 παρ1 ΚΠΔ) (ΟλΑΠ 2/2007, ΑΠ 795/2020) και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως η έλλειψή της.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Ο Κ. Π. υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ξάνθης, τις από 2/9/2019 και 27/9/2019 μηνυτήριες αναφορές, ατομικά και στο όνομά του, με τις οποίες κατήγγειλε την τέλεση από τους α) Ε. Π. και β) Ι. Μ. αξιόποινων πράξεων (απάτης και υπεξαίρεσης) σε βάρος της αδελφής του Δ. Α., σε σχέση τόσο με τη σύναψη συμβολαίων όσο και με την μείωση των τραπεζικών της καταθέσεων, ζητούσε δε τη νόμιμη τιμωρία τους. Συνεπεία των ανωτέρω αναφορών, παραγγέλθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ξάνθης, στις 3/6/2019, η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, κατόπιν δε κανονισμού αρμοδιότητας (άρθρ.130 ΚΠΔ) από το Συμβούλιο Εφετών Θράκης η υπόθεση παραπέμφθηκε στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Καβάλας, οπότε ο (κατά παραπομπή) αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμ/κών Καβάλας παρήγγειλε στις 25/11/2019, τη διενέργεια προκαταρτικής εξέταση παραγγέλθηκε. Μετά την ολοκλήρωση αυτής, ο ως άνω Εισαγγελέας άσκησε κατά των κατηγορουμένων την από 3/6/2021 ποινική δίωξη με παραγγελία κύριας ανάκρισης για απάτη με προκληθείσα ζημία υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση. Ακολούθως, εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 24/2023 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας το οποίο αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων για απάτη και να παραπεμφθούν, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, για υπεξαίρεση άνω των 120.000 ευρώ, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση. Κατά του βουλεύματος αυτού οι κατηγορούμενοι ασκήσαν εφέσεις επί των οποίων εκδόθηκε το υπ’αριθ.139/2023 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με το οποίο έγιναν εν μέρει δεκτές οι εφέσεις, ως προς τον πρώτο λόγο αυτών περί απόλυτης ακυρότητας λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας και ακυρώθηκε (άρθρ.482 ΚΠΔ) το εκκαλούμενο 24/2023 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θράκης, κατά το μέρος που αφορά την παραπομπή των κατηγορουμένων για κακουργηματική υπεξαίρεση και διατάχθηκε η διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης από τον (κατά παραπομπή) αρμόδιο Ανακριτή Καβάλας προκειμένου αυτός: 1) να ζητήσει από τον (κατά παραπομπή) αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καβάλας άσκηση συμπληρωματικής ποινικής δίωξης σε βάρος των κατηγορουμένων για κακουργηματική υπεξαίρεση 2) να εξετάσει συμπληρωματικά το Κ. Π. για την αίτια μη υποβολής έγκλησης για κακουργηματική υπεξαίρεση, υπό την ιδιότητά του ως προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη της αδελφής του Δ. Α., κατά το χρονικό διάσημα από 16-7-2020 έως 19-11-2020 και 3) να αποδώσει κατηγορία κακουργματικής υπεξαίρεσης σε βάρος των κατηγορουμένων. Σε εκτέλεση του διατακτικού του ανωτέρω βουλεύματος ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων για κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου άνω των 120.000 ευρώ, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, κατέθεσε συμπληρωματικά ο Κ. Π. και οι κατηγορούμενοι απολογήθηκαν. Μετά το πέρας της ως άνω συμπληρωματικής κύριας ανάκρισης η υπόθεση εισήχθη στο αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών Καβάλας με πρόταση της Αντεισαγγελέως Εφετών Θράκης (αρ.228/2024) να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη των κατηγορουμένων για κακουργηματική υπεξαίρεση, ελλείψει νομότυπης έγκλησης. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με το υπ’αριθμ.209/27-6-2024 βούλευμα, αντίθετα με την ως άνω εισαγγελική πρόταση, έκρινε ότι υπήρχε νομότυπη υποβολή έγκλησης, με το ακόλουθο, επί λέξει σκεπτικό : “Κατά τον χρόνο που δόθηκε η παραγγελία προκαταρκτικής εξέτασης τόσο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ξάνθης όσο και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καβάλας, δεν υπήρχε έγκληση της φερόμενης ως παθούσας Δ. Α., η οποία, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, ήταν αναγκαία, για την άσκηση ποινικής δίωξης κακουργηματικής υπεξαίρεσης για την οποία οι κατηγορούμενοι είχαν κριθεί παραπεμπτέοι με το περαιτέρω αξιολογούμενο βούλευμα… Ωστόσο η έλλειψη αυτή καλύφθηκε με όσα έλαβαν χώρα ενώπιον της ασκούσας καθήκοντα Πταισματοδίκου για την κρινόμενη υπόθεση Ειρηνοδίκου Ξάνθης στις 18/12/2020, οπότε, ο Κ. Π. εξετάστηκε ενώπιόν της και, αφού επικαλέστηκε τη δημοσίευση της 159/19-11-2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, δήλωσε στο τέλος της κατάθεσής του ότι “παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για την υποστήριξη της κατηγορίας” και στην κατάθεσή του αυτή επισυνάφθηκε δήλωση παράστασης πολικής αγωγής με ειδική αναφορά σε αυτή ότι η πολιτική αγωγή δηλώνεται για λογαριασμό της συμπαραστατέας αδελφής του. Η ανωτέρω δήλωση με την έγγραφη διευκρίνιση ότι υποβάλλεται για λογαριασμό της της συμπαραστατέας αδελφής του επείχε θέση έγκλησης υπό την ιδιότητα αυτού ως προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη της αδελφής του…. Η αφετηρίαση της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 114 ΠΚ προϋποθέτει πρόσωπο που να είναι σε θέση νομικώς και πραγματικώς να υποβάλει έγκληση και τέτοιο δύναται να είναι και ο δικαστικός συμπαραστάτης αλλά στην προκειμένη περίπτωση ο Κ. Π. δεν είχε δυνατότητα να υποβάλει την αναγκαία έγκληση πριν από τις 19-11-2020, οπότε δημοσιεύτηκε 159/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης με την οποία διορίστηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης της αδελφής Δ. Α., χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό, με επακόλουθο από την ημέρα εκείνη να αποκτήσει τη νομική δυνατότητα της υποβολής έγκλησης για λογαριασμό της”. Ενόψει όμως του ότι δεν είχε υποβληθεί εισαγγελική πρόταση επί της ουσίας της υπόθεσης το ως άνω Συμβούλιο απείχε από την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης μέχρι την υποβολή σχετικής πρότασης από τον Εισαγγελέα Εφετών Θράκης. Στη συνέχεια, αφού υποβλήθηκε εισαγγελική επί της ουσίας πρόταση (228/2024) η υπόθεση επανεισήχθη στο Συμβούλιο, και εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ’άριθμ.247/2024 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, το οποίο παρέπεμψε τους κατηγορούμενους στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης άνω των 120.000 ευρώ, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας σε βάρος της Δ. Α.. Όσον δε αφορά το ζήτημα της ύπαρξης έγκλησης, που ενδιαφέρει εν προκειμένω στα πλαίσια της έρευνας του πρώτου αναιρετικού λόγου της (υπέρβαση εξουσίας ελλείψει έγκλησης) το ως άνω Συμβούλιο, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δέχθηκε στο αιτιολογικό του (σελ.36), τα εξής: “Δεδομένου ότι με το προηγούμενο 209/2024 βούλευμα του παρόντος Συμβουλίου έχει γίνει δεκτό ότι υφίσταται έγκυρη έγκληση σε βάρος αυτών ως υποβληθείσα με όσα έλαβαν χώρα ενώπιον τη ασκούσας καθήκοντα Πταισματοδίκου για την κρινόμενη υπόθεση Ειρηνοδίκου Ξανθης στις 18-12-2020, όποτε ο Κ. Π. εξετάστηκε ενώπιόν της και αφού επικαλέστηκε τη δημοσίευση της 159/19-11-2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δήλωσε στο τέλος της κατάθεσής του ότι “παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για την υποστήριξη της κατηγορίας” και στην κατάθεσή του αυτή επισυνάφθηκε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής με ειδική αναφορά σε αυτή ότι η “πολιτική αγωγή δηλώνεται “για λογαριασμό της συμπαραστατέας αδελφής του” πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 42, 51 ΚΠΔ, 115, 372 παρ.2-1 και 381 παρ.1 εδ.α ΠΚ, όπως η τελευταία ίσχυε ευμενέστερα για τους κατηγορούμενους απαιτώντας την υποβολή έγκλησης ακόμα και για κακουργηματική μορφή υπεξαίρεσης της παρ.2 του άρθρου 375 ΠΚ…”. Η προαναφερόμενη “δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής”, που παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του ως άνω αναιρετικού λόγου, διαλαμβάνει εξής: 1 .Κατέθεσα ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ξάνθης, την από 2 Σεπτεμβρίου 2019 αναφορά μου και ομοίως την από 27 Σεπτεμβρίου 2019 συμπληρωματική της πρώτης, αναφορά μου, επί των οποίων έχει σχηματιστεί η με αριθ. Α2020/2510 δικογραφία, για τη διερεύνηση των περιεχομένων στις ανωτέρω αναφορές μου, αξιόποινων πράξεων, που φέρονται τελεσθείσες εις βάρος της περιουσίας της αδερφής μου Δ. Α. του Π., κατοίκου … 2. Επειδή η ανωτέρω σχηματισθείσα δικογραφία βρίσκεται στο στάδιο της προκαταρκτικής, σε στάδιο δηλαδή κατά το οποίο δεν έχει χωρήσει εισέτι αμετάκλητη παραπομπή οποιουδήποτε κατηγορουμένου/ κατηγορουμένων στο ακροατήρια. 3. Επειδή έχω οριστεί με την υπ’αριθ. 159/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, της αδερφής μου Δ. Α., τεθείσας της τελευταίας σε καθεστώς πλήρως στερητικής, δικαστικής συμπαραστάσεως. 4. Επειδή κατά τα οριζόμενα της ανωτέρω αποφάσεως νομιμοποιούμαι να προβώ σε άσκηση ενδίκων μέσων, κατάθεση δικογράφων κ.τ.λπρος την κατεύθυνση της προστασίας των εννόμων συμφερόντων της συμπαραστατέας αδερφής μου. 5. Επειδή η αδερφή μου κατ’ εξαπάτηση της και κατ’ εκμετάλλευση της ψυχιατρικής της καταστάσεως, υπέστη τεράστια οικονομική βλάβη και ζημία, από τις ενέργειες των διερευνουμένων, της οποίας ζημίας την αποκατάσταση θα αξιώσω στα αστικά Δικαστήρια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΗΛΩΝΩ
Ότι παρίσταμαι και θα παρασταθώ ενώπιον ακροατηρίου όπου και όταν ορισθεί, ως πολιτική αγωγή για λογαριασμό της συμπαραστατέας αδερφής μου προς υποστήριξη της κατηγορίας κατά το άρθρο 63 του ΚΠΔ”. Η δήλωση αυτή, υποβληθείσα κατά τα άνω και έχουσα το παραπάνω περιεχόμενο, επέχει θέση “εγκλήσεως”, καθόσον πληροί όλους τους κατά νόμο όρους τόσο από τυπική όσο και από ουσιαστική άποψη, (άρθρ.57, 42 ΚΠΔ), για να θεωρηθεί ως έγκληση, και τούτο διότι υποβλήθηκε από τον δικαιούμενο για την υποβολή της (δικαστικό συμπαραστάτη της παθούσας), ενώπιον αρμόδιας προς τούτο αρχής και περιλαμβάνει (κατά περιεχόμενο) τις καταγγελλόμενες αξιόποινες πράξεις (απάτη, υπεξαίρεση) και ρητή δήλωση για την ποινική δίωξη των υπαιτίων, αφού γίνεται επίκληση και παραπομπή στις υποβληθείσες από 2/9/2019 και 27/9/2019 μηνυτήριες αναφορές οι οποίες διαλαμβάνουν τα ανωτέρω. Επίσης, η ως άνω “έγκληση” είναι εμπρόθεσμη, καθόσον από την δημοσίευση στις 18-11-2020 της 159/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ανωτέρω (Κ.Π.) διορίστηκε ως δικαστικός συμπαραστάτης της αδελφής του, Δ. Α. (παθούσα), όποτε και εκκίνησε από τότε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η προθεσμία για την υποβολή έγκλησης, από αυτόν για λογαριασμό της συμπαραστατούμενης, μέχρι την υποβολή της έγκλησης” (18/12/2020) δεν παρήλθε τρίμηνο. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών, που δέχθηκε με τις ανωτέρω παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι υπήρχε νομότυπη έγκληση και κατόπιν τούτου παρέπεμψε τους κατηγορούμενους να δικασθούν για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης δεν υπερέβη (θετικά) την εξουσία του και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η αναιρετική πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, με την αιτίαση, κατά το πρώτο σκέλος, ότι οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν να δικασθούν για κατ’ έγκληση διωκόμενο αδίκημα, χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη έγκληση και κατά το δεύτερο σκέλος, χωρίς να υπάρχει εμπρόθεσμη έγκληση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Για τη στοιχειοθέτηση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 375 ΠΚ αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης της οποίας δεν διαφοροποιήθηκαν με τον ισχύοντα από 1/7/2019 νέο ΠΚ, απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητά του, όπως νοείται στο αστικό δίκαιο, ανήκει σε άλλον, και όχι στον δράστη, τέτοια δε περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου ή από τον κύριο τούτων για ορισμένο σκοπό με την υποχρέωση να τα αποδώσει όταν του ζητηθούν ή με την εντολή να τα παραδώσει σε τρίτο, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν ο τελευταίος ενσωματώνει τούτο στην περιουσία του, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια εμφαίνουσα εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει στην περιουσία του το βρισκόμενο στην κατοχή του ξένο κινητό πράγμα, εξουσιάζοντας και διαθέτοντας αυτό σαν να ήταν κύριος, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο (ΑΠ 580/2024, ΑΠ 1119/2023, ΑΠ 742/2023) Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωμάτωσή του στην περιουσία του (ΑΠ 580/2024, ΑΠ 1119/2023, ΑΠ 817/2022, ΑΠ 101/2022).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 719 του ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Έτσι, ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή αποκτά από την εκτέλεσή της, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές ή με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του, με την οποία γίνεται αυτός δικαιούχος και αποκτά δικαίωμα αναλήψεώς τους, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.Δ. της 17.7/17-8-1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών”. Γι’ αυτό, σε περίπτωση μη αναλώσεως των χρημάτων κατά τους σχετικούς όρους της εντολής και επακολουθησάσης παράνομης ιδιοποιήσεως αυτών, ο εντολοδόχος διαπράττει το αξιόποινο αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ (ΑΠ 580/2024, ΑΠ 1119/2023, ΑΠ 948/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 101/2022), όπως και ειδικότερα ο εντολοδόχος ο οποίος απολαμβάνει και ιδιοποιείται παράνομα τα χρήματα ακόμη και από προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό, στον οποίο ο εντολέας του τα ανέβασε προς εκτέλεση της εντολής, διότι η μεταξύ τους συμφωνία περιέχει αναγκαίως την πρόσθετη σιωπηρή συμφωνία ότι η κυριότητα των χρημάτων θα περιέλθει στον εντολέα αμέσως με την ανάληψη, με αντιφώνηση της νομής τους, καθόσον μόνον έτσι μπορεί η εντολή να εκτελεσθεί στο όνομα και δια χρημάτων του εντολέως (ΑΠ 580/2024, ΑΠ 1636/2002). Η αντιφώνηση αυτή της νομής δεν απαγορεύεται να γίνει και πριν από την κτήση της από τον μεταβιβάζοντα (προαντιφώνηση), οπότε μετά την τέτοια κτήση της επέρχεται χωρίς άλλο και η μεταβίβασή της στον αποκτώντα (ΑΠ 580/2024, ΑΠ 796/2019, ΑΠ 5/2016, ΑΠ 1800/2012, ΑΠ 1371/2007).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. α’ του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 και 1 παρ. 1 του ν.5638/1932 “Περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό”, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.Δ’ στοιχ.α’ του ν.δ. 118/1973, προκύπτει ότι η τράπεζα, στην οποία έγινε κατάθεση χρημάτων σε κοινό λογαριασμό, καθίσταται κύρια των χρημάτων αυτών από το χρόνο της καταθέσεώς τους, ότι υποχρεούται να αποδώσει, κατά το χρόνο που συμφωνήθηκε, στον καθένα δικαιούχο του κοινού λογαριασμού μέρος ή ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων δικαιούχων, και ότι εκείνος από τους δικαιούχους, που ανέλαβε τα χρήματα μίας τέτοιας καταθέσεως, γίνεται κύριος αυτών και είναι αδιάφορο σε ποιόν από τους καταθέτες ανήκαν αυτά, όπως είναι αδιάφορη και η μεταξύ των καταθετών σχέση που οδήγησε σε κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, και δεν διαπράττει υπεξαίρεση καθώς δε συντρέχει ο όρος του “ξένου” πράγματος. Εκτός αν υπάρχει προαντιφώνηση της νομής των κατατεθειμένων χρημάτων (άρθ. 977 εδ.α ΑΚ) ή η κατάθεση χρημάτων σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό έγινε για την εκτέλεση συγκεκριμένης εντολής (ΑΠ 580/2024, ΑΠ 65/2016, ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1800/2012). Ειδικότερα, επί αντιφωνήσεως της νομής στα πλαίσια εκτέλεσης σύμβασης εντολής, ο αναλαβών από κοινό τραπεζικό λογαριασμό χρήματα προς εξυπηρέτηση της εντολής (συνδικαιουχος-εντολοδόχος), γίνεται με την ανάληψη των χρημάτων κύριος αυτών, σύμφωνα με τους νόμους που διέπουν τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς (ν. 5638/1932 και ν.δ. 951/1951), μόνον όμως για μία ιδεατή χρονική στιγμή, και αμέσως μετά μεταβιβάζεται η νομή και κυριότητα των αναληφθέντων από αυτόν χρημάτων στον εντολέα, με προαντιφώνηση της νομής (σύμφωνα με τα οριζόμενα για την προαντιφώνηση στο άρθρο 977 εδ.α ΑΚ) και ο ίδιος παραμένει μόνο κάτοχος των χρημάτων για να εκτελέσει της εντολή, με συνέπεια, εάν δεν διαθέσει τα αναληφθέντα χρήματα κατά τους όρους της εντολής να διαπράττει σε βάρος του εντολέα υπεξαίρεση. Κατά το άρθρο 486 παρ. στοιχ. (β) του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β’ του ΚΠΔ συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 1160/2023, ΑΠ 846/2023, ΑΠ 756/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με το αναιρεσιβαλλόμενο 247/2024 βούλευμα, παρέπεμψε τους κατηγορούμενους για να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου άνω των 120.000 ευρώ, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, δεχόμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του εν λόγω βουλεύματος, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος αναφέρει προέκυψαν, αναιρετικώς ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Περί τις αρχές Απριλίου-Μαΐου του έτους 2017, η Δ. Α. συνυπέγραψε τα αναγκαία τραπεζικά έγγραφα προκειμένου οι κατηγορούμενοι Ε. Π. και Θ. Μ. να αναφέρονται ως συνδικαιούχοι σε μέχρι τότε ατομικούς τραπεζικούς της λογαριασμούς, μετατρέποντάς τους σε κοινούς (διαζευκτικούς) λογαριασμούς καταθέσεων, και συγκεκριμένα α) στον με αριθμό … τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου στην “Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος”, β) στον με αριθμό … τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου στην “Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος”, γ) στον με αριθμό … τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου στην “Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος”, δ) στον με αριθμό … τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου στην “Τράπεζα Πειραιώς”, ε) στον με αριθμό … τραπεζικό λογαριασμό προς εξυπηρέτηση προθεσμιακών καταθέσεων στην “Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος” και στ) στον με αριθμό … τραπεζικό λογαριασμό στην “Τράπεζα Πειραιώς” προς εξυπηρέτηση προθεσμιακής κατάθεσης με ημερομηνία αρχικής σύμβασης 1-6-2011.
Επειδή στους παραπάνω λογαριασμούς περιέχονταν χρήματα αποκλειστικά αποταμιεύσεων της Δ. Α., προτού συνυπογραφούν τα έγγραφα που ήταν αναγκαία για την τραπεζική τροπή των άνω λογαριασμών από ατομικών της θανούσας σε κοινούς, είχε προηγηθεί προφορική συμφωνία των Δ. Α., Ε. Π. και Θ. Μ., κατά την οποία οι κατηγορούμενοι Ε. Π. και Θ. Μ., θα πραγματοποιούσαν τις πληρωμές που αφορούσαν τις ανάγκες της Δ. Α., η οποία άμα την εν γένει ανάληψη των χρημάτων εκ μέρους των κατηγορουμένων από τους παραπάνω τυπικά κοινούς λογαριασμούς (είτε με φυσική παρουσία τους, είτε ηλεκτρονικά), θα καθίστατο νομέας και κύριος των αναλαμβανόμενων χρημάτων, ενώ αυτοί (κατηγορούμενοι – εντολοδόχοι), θα παρέμεναν κάτοχοι αυτών για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εντολής (συμφωνία προαντιφώνησης της νομής – άρθρο 977 εδ. α’ ΑΚ), κάλυψης των ατομικών αναγκών της θανούσας με τα αναλαμβανόμενα χρήματα, ενώ θα απέδιδαν σε αυτή και σχετικό λογαριασμό για την εκτέλεση της εντολής της, όποτε ζητούσε να πράξουν αυτό. Δηλαδή, η Δ. Α. κατέστησε συνδικαιούχους τη μακρινή συγγενή της Ε. Π. και τον σύζυγο αυτής Θ. Μ., λόγω της εμπιστοσύνης της προς αυτούς, προκειμένου να διακινούν τους λογαριασμούς της με αναλήψεις, ως άμεσοι αντιπρόσωποι της, και με εντολή να εισπράττουν – εν γένει αναλαμβάνουν χρήματα από τους παραπάνω κοινούς λογαριασμούς για να καλύπτουν τις εκάστοτε ανάγκες της, πληρώνοντας τις εκάστοτε οφειλές της. Έτσι οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι, σύμφωνα με τα οριζόμενα για την προαντιφώνηση στο άρθρο 977 εδ.ά ΑΚ, με την εν γένει ανάληψη κάθε χρηματικού ποσού από τους παραπάνω κοινούς λογαριασμούς (σημειώνεται ότι με τη διατύπωση “εν γένει ανάληψη” καλύπτεται η κάθε μορφή λογιστικής “χρέωσης” των παραπάνω λογαριασμών μετά από ενέργειες των κατηγορουμένων, δηλαδή, όχι μόνο η “τυπική” ανάληψη από ένα τραπεζικό κατάστημα ή από ένα Α.Τ.Μ., αλλά και οι εντολές αυτών για ηλεκτρονική μεταφορά – έμβασμα ή πληρωμές προς τρίτους), γίνονταν κύριοι αυτών για μία ιδεατή χρονική στιγμή και αμέσως μεταβιβάζονταν η νομή και κυριότητα του κάθε εν γένει αναλαμβανόμενου χρηματικού ποσού στη Δ. Α. και αυτοί έμεναν στην κατοχή του με βάση την ορισμένη αυτή σχέση εντολής. Η άτυπη αυτή σχέση της προαντιφώνησης εμπεριεχόταν στη βασική σχέση εντολής προς εξυπηρέτηση της τελευταίας. Όποτε, λοιπόν, οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι εν γένει αναλάμβαναν τα κατ’ ιδίαν αναφερόμενα χρηματικά ποσά στις παρακάτω αναφερόμενες ημερομηνίες, καθίσταντο τυπικά κύριοι αυτών και αμέσως στη συνέχεια η κυριότητα μεταβιβαζόταν στην ήδη θανούσα εντολέα τους, με προαντιφώνηση της νομής και οι ίδιοι (κατηγορούμενοι) παρέμειναν μόνο κάτοχοι αυτών για να εκτελέσουν την εντολή. Τα βιβλιάρια των λογαριασμών αυτών τα διατήρησε στην κατοχή της η Δ. Α., καθώς είχε την πεποίθηση ότι με τον τρόπο διασφάλιζε ότι θα γινόταν ορθή εφαρμογή της ανωτέρω συμφωνίας και θα διατηρούσε τη δυνατότητα ελέγχου αυτής…… Το θέρος του έτους 2019 διατάχθηκε εκ νέου η διενέργεια κοινωνικής έρευνας αναφορικά με την Δ. Α., κατόπιν παραγγελίας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ξάνθης…… Εν συνεχεία, δυνάμει της με αριθμό 49/6-8-2019 εγγράφου παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης, η Δ. Α. εξετάστηκε από ιατρούς ψυχιάτρους του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας στις 8-8-2019, και, γνωμάτευσαν υπέρ της ακούσιας νοσηλείας αυτής, όπου και κρατήθηκε στην Ψυχιατρική Κλινική έως και 16-8-2019 …. Στο δεύτερο εξάμηνο του έτους εκείνου η Δ. Α. νοσηλεύθηκε επανειλημμένα στο Γενικό Νοσοκομείο Ξάνθης και δη: α) από 27-8-2019 … έως… 10-12-2019 …… Κατά την ίδια χρονική περίοδο, κατατέθηκε η από ….αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης για τη θέση σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση της Δ. Α., προτείνοντας ως δικαστικό συμπαραστάτη αυτής τον Κ. Π., επί της οποίας, κατόπιν συζήτησης που έγινε στο ακροατήριο του στις 20-11-2019, δημοσιεύθηκε αρχικά η με αριθμό 216/17-12-2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, χωρίς, όμως, να γίνει διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη. Μετά τη σύνταξη της 11/24-6-2020 ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, μετά την υποβολή της από 25-6-2020 κλήσης για επαναφορά προς συζήτηση της άνω αίτησης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης, διαβιβάστηκε στο Πρωτοδικείο Ξάνθης η από 2-7-2020 αίτηση του Κ. Π., με την οποία αυτός εξέθετε λόγους για τους οποίους έπρεπε να γίνει διορισμός του με προσωρινή διαταγή ως προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη της προαναφερόμενης αδελφής του. Ωστόσο, μολονότι, μεταξύ άλλων, επικαλούταν ” … το ζεύγος Θ. Μ. και Ε. Π., που διαχειρίζονται όλως παρανόμως κατά τη γνώμη μου – εδώ και χρόνια, τόσο τις καταθέσεις και τους τραπεζικούς λογαριασμούς της αδερφής μου, όσο και τις συντάξεις και τις εισπράξεις των μηνιαίων μισθωμάτων της, είναι δε συγκάτοχοι του τραπεζικού της, ανωτέρω αναφερόμενου, λογαριασμού …”, εν τέλει ζητούσε μόνο “την κατά νόμο υποβολή στο αρμόδιο Δικαστήριο αιτήματος έκδοσης προσωρινής διαταγής περί ορισμού προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη με εξουσία να προσλάβει για την 24ωρη περίθαλψη της αδελφής του ειδικό νοσηλευτικό προσωπικό μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης περί δικαστικής συμπαράστασής της”, εκδόθηκε η από 7/7/2020 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης με το ακόλουθο επακριβές περιεχόμενο:
“ΔΙΟΡΙΖΕΙ προσωρινό μέχρι τη συζήτηση της. 185/19 αίτησης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης, που επανεισάγεται προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 2ας-9-2020 και υπό τον όρο ότι θα συζητηθεί κατά την εν λόγω δικάσιμο (2-9-2020), προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη της Δ. Α…., τον αδελφό της, Κ. Π. του Π., κάτοικο ομοίως, αποκλειστικά και μόνον προκειμένου: 1)… 2) … 3)……. Η κατ’ επαναφορά συζήτηση της παραπάνω αίτησης έγινε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης στις 2-9-2020, και δημοσιεύθηκε η 159/19-11-2020 απόφασή του (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), με την οποία έγινε δεκτή η παραπάνω αίτηση (185/22-10-2019) και η Δ. Α. τέθηκε σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, με προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης και οριστικό έκτοτε τον προαναφερόμενο Κ. Π., με εποπτικό συμβούλιο αποτελούμενο από την κατηγορουμένη Ε. Π., την Ι. Π. του Κ., τη Γ. Π. του Κ. και τον έτερο κατηγορούμενο Θ. Μ. Η ρύθμιση αυτή ίσχυσε ελάχιστα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η Δ. Α. απεβίωσε στις … Στο μεταξύ στις 17-7-2020 ο Κ. Π. είχε εμφανιστεί ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ροδόπης και κατέθεσε την από 16-7-2020 “έγκληση” σε βάρος των εδώ κατηγορουμένων, όπου, μεταξύ άλλων, εξέθεσε ότι, κατόπιν των από 14-7-2020 και από 16-7-2020 ενημερώσεων των Τραπεζών “Πειραιώς” και “Εθνική” αντίστοιχα, που περιήλθαν στην κατοχή του μετά τον διορισμό του ως προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη της προαναφερόμενης αδελφής του, διαπίστωσε ότι στους τραπεζικούς” λογαριασμούς της που τηρούνταν σε αυτές παρέμενε διαθέσιμο συνολικό ποσό 0,01 ευρώ και 263,80 ευρώ αντίστοιχα. Ειδικότερα, από τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών της Δ. Α. προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι Ε. Π. και ο Θ. Μ., μετά τη συμπερίληψή τους ως τυπικά συνδικαιούχων σε τραπεζικούς λογαριασμούς της Δ. Α., η οποία έγινε, όπως προαναφέρθηκε, με την εντολή να προβαίνουν σε αναλήψεις χρηματικών ποσών που ήταν απαραίτητα για την εξυπηρέτηση των αναγκών της, προέβησαν στις ακόλουθες ενέργειες αναφορικά με τους με αριθμούς … και … τραπεζικούς λογαριασμούς αυτής στις τράπεζες “Εθνική” και “Πειραιώς” αντίστοιχα, με συναπόφαση και επιμερισμό κατά την εκτέλεσηαλλά με αμοιβαία γνώση και αποδοχή από τον καθέναν από αυτούς της κάθε επιμέρους πράξης που τελούσε ο άλλος από αυτούς : α]….. β]….., γ]…. δ]……. ε]….. στ]…. ζ] ……η]…. θ]…. ι]……ια] …..ιβ]…. ιγ] α. β. γ. δ. ε. Από τις παραπάνω ενέργειες των κατηγορουμένων οι υπό στοιχεία δ’ και θ’ ανωτέρω δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι δεν αφορούσαν δαπάνες που είχε αναλάβει οικειοθελώς η θανούσα, το αντίθετο μάλιστα, δηλαδή μάλλον η Δ. Α. είχε δεχθεί να αναλάβει η ίδια όλα τα έξοδα που συνέχονταν με την κατάρτιση των. άνω συμβολαίων δωρεάς, για τα οποία έχει κριθεί αμετάκλητα πια, ποινικά, με το 24/2023 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ποινική ευθύνη σε βάρος των κατηγορούμενων. Επίσης, δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι δεν κάλυπταν ανάγκες της θανούσας οι υπό στοιχεία ε’ και ια’ ανωτέρω αναλήψεις, ενόψει του ότι αφορούσαν ποσά όχι μεγαλύτερα των 500,00 ευρώ η καθεμία από τις αναλήψεις αυτές, οι οποίες δεν έγιναν σε διαδοχικές ημέρες. Η δε βούληση της θανούσας καλύπτει και την υπό στοιχείο ιγ’, (β) μεταφορά ποσού 100.000,00 ευρώ προς λογαριασμό της κατηγορουμένης Ε. Π., αφού αυτή (μεταφορά) έγινε στο δικό της όνομα (Δ. Α.). Αντίθετα, οι λοιπές εν γένει αναλήψεις δεν έλαβαν χώρα προς εξυπηρέτηση των βιοτικών, και σαφώς μειωμένων, αναγκών της δικαιούχου, Δ. Α., η οποία δεν προκύπτει ότι προέβη σε οποιαδήποτε διαχειριστική ενέργεια ως προς τους επίδικους λογαριασμούς μετά την φερόμενη τροπή αυτών ως κοινών με τους κατηγορούμενους Ε. Π. και Θ. Μ., με την εξαίρεση της άνω μεταφοράς 100.000 ευρώ προς την πρώτη κατηγορούμενη. Η κρίση αυτή, δηλαδή, ότι οι λοιπές προαναφερόμενες ενέργειες των κατηγορουμένων Ε. Π. και Θ. Μ. δεν συνέχονται με κάλυψη αναγκών της θανούσας αληθούς δικαιούχου, συνάγεται ιδίως ενόψει α) της παρατιθέμενης αιτιολογίας για τις υπό στοιχεία α’, β’, γ’, στ’, ζ’ και ι’ ανωτέρω αναλήψεις, β) του ότι η υπό στοιχεία η’ ανωτέρω ανάληψη συνολικού ποσού 1.680,00 ευρώ σε μία ημέρα δεν παρίσταται εύλογο να κάλυπτε ανάγκες της Δ. Α. και γ) της αναλυόμενης μεθοδευμένης δράσης και του συνολικού ποσού που αφορούσαν οι υπό στοιχεία ιβ’ και ιγ’ ανωτέρω αναλήψεις [με την προαναφερόμενη εξαίρεση υπό στοιχείο ιγ’ (β)]. Οι άνω περισσότερες επιμέρους πράξεις έγιναν με ενότητα σχεδίου από τους κατηγορούμενους, οι οποίοι αξιοποίησαν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, συνολικής αξίας μεγαλύτερης των 120.000,00 ευρώ, και δη (600, 2.001,10 + 4.300, + 40.150 + 11.000 + 840, + 840, + 260 + 200.051,51 + 764.841,18 =) 1.024.883,79 ευρώ, που είχαν περιέλθει στην κατοχή τους με την ιδιότητα αυτών ως εντολοδόχων, όπως παραπάνω περιγράφηκε, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, παράνομα, χωρίς τη συναίνεση της εντολέως αυτών Δ. Α. και κατά παράβαση του περιεχομένου της εντολής που τους είχε δοθεί, ενσωματώνοντας έτσι αυτά στην περιουσία τους, καλύπτοντας ανάγκες της δικής τους οικογένειας και αποταμιεύοντας αυτά. Μάλιστα, το ποσό των 120.000,00 ευρώ υπερβαίνει ακόμα και μόνη η συνολική μεταφορά ποσού 780.228,51 ευρώ σε δικούς τους λογαριασμούς στις 4-11-2019, ήτοι σε χρόνο που εκκρεμούσε η πρώτη συζήτηση της άνω αίτησης για υποβολή εκείνης σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, που έγινε καταφανώς αντίθετα με οποιοδήποτε συμφέρον και βούληση της θανούσας, αφού κατέλειπε αυτήν πρακτικά χωρίς αποταμιεύσεις και δη σε μία περίοδο με σημαντικά προβλήματα υγείας. Προκύπτει, λοιπόν, ότι οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2020, οπότε ο Κ. Π. ορίστηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης με προσωρινή διαταγή, είχαν προβεί σε εν γένει ανάληψη πρακτικά του συνόλου των κατατεθειμένων σε λογαριασμούς της Δ. Α. χρηματικών ποσών, ενώ η τελευταία δεν προκύπτει ότι έλαβε γνώση μέχρι και τον θάνατό της των παραπάνω ενεργειών-εν γένει αναλήψεων συνολικού ποσού 1.024.883, 79 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε. Έπεται ότι ανεξάρτητα από την ήδη αμετάκλητη κρίση του 24/2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας περί έλλειψης επαρκών ενδείξεων παράστασης ψευδών γεγονότων από μέρους των μελών της οικογένειας Ε. Π. – Θ. Μ., από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι η αρχική δικαιούχος, και νόμιμη κάτοχος και κυρία των κατατεθειμένων χρημάτων στους ανωτέρω έξι τραπεζικούς λογαριασμούς Δ. Α. κατέστησε τους κατηγορούμενους Ε. Π. και Θ. Μ. τυπικά συνδικαιούχους στους τραπεζικούς της λογαριασμούς υπό την εσωτερική σχέση εντολής περί διαχείρισης των χρηματικών ποσών προς όφελος και μόνο της ίδιας και των προσωπικών αναγκών της, έχοντας την πεποίθηση η ίδια ότι τα ανωτέρω πρόσωπα θα πράξουν προς το συμφέρον της και χωρίς να υπάρχει εκπεφρασμένη και πραγματική βούληση από αυτήν (Δ. Α.) να τους καταστήσει και ουσιαστικά συνδικαιούχους των χρηματικών ποσών παρέχοντάς τους παράλληλα τη δυνατότητα να τα χρησιμοποιούν εκείνοι κατά το δοκούν. Η κρίση αυτή συνάγεται ιδίως από τη γενική καχυποψία που επεδείκνυε η Δ. Α. στο σύνολο των κοινωνικών της σχέσεων και τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας των τριών παραπάνω διαμερισμάτων στα τέκνα της οικογένειας Ε. Π. – Θ. Μ. με την ταυτόχρονη παρακράτηση του δικαιώματος επικαρπίας εφ’ όρου ζωής για την ίδια.
Εξάλλου, η εσωτερική σχέση της Δ. Α. και των Ε. Π. και Θ. Μ. ως προς τους επίδικους τραπεζικούς λογαριασμούς δεν συνιστά δωρεά σε καμία περίπτωση, καθότι στην περίπτωση που υπήρχε τέτοια βούληση της πρώτης, αλλά και σχετική συμφωνία (σύμπτωση δήλωσης βουλήσεων) μεταξύ των μερών, η Δ. Α. θα είχε προβεί σε πράξη δωρεάς του σχετικού ποσού, όπως έπραξε και με τα επίδικα διαμερίσματα κατά τη μεταβίβαση τους, χωρίς να χάσει τον έλεγχο της διαχείρισης του συνόλου της περιουσίας της, δεδομένου και του φόβου της να μην την εκμεταλλευτούν σε σχέση με την κινητή και ακίνητη περιουσία της, ενώ η ίδια λόγω του μορφωτικού της επιπέδου και της ηλικίας της κατά τον χρόνο της υπογραφής των συμβάσεων μετατροπής των ατομικών λογαριασμών της σε κοινούς διαζευκτικούς δεν μπορούσε να γνωρίζει τη δυνατότητα ανάληψης του συνολικού ποσού αυτών από έκαστο των συνδικαιούχων, χωρίς τη χρήση βιβλιαρίου καταθέσεων. Το επιχείρημα που προβάλλεται από την πλευρά των κατηγορουμένων ότι ο όρος που διατυπώθηκε κατά την τροπή των ατομικών της λογαριασμών σε κοινών για διατήρηση του χρηματικού υπολοίπου του κάθε κοινού λογαριασμού από τους λοιπούς συνδικαιούχους σε περίπτωση θανάτου ενός από αυτούς, είναι έωλο, αφού πρόκειται για συνήθη όρο τέτοιων συμβάσεων. Κυρίως, όμως, η άνω μεταφορά του σημαντικού ποσού των 100.000,00 ευρώ από λογαριασμό της (Δ. Α.), με συμμετοχή της ιδίας, προς λογαριασμό της Ε. Π. στις 7-3-2018, καταδεικνύει ποια θα ήταν η μεθοδολογία της θανούσας σε περίπτωση που επιθυμούσε να προβεί σε δωρεά προς κάποιον από τους δύο κατηγορούμενους, δηλαδή με ισόποση μεταφορά από κάποιον λογαριασμό της προς κάποιον δικό τους λογαριασμό, κάτι που δεν προέκυψε ότι συνέβη σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, εντός από την ειδικά προαναφερόμενη………”.
Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο παρέπεμψε τους κατηγορούμενους για να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας , άνω των 120.000 ευρώ με, το ακόλουθο διατακτικό :
“ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης (α’ βαθμού), τους άνω κατηγορούμενους για να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι: Στην Ξάνθη κατά το χρονικό διάστημα από τις 7-6-2017 έως τις 4- 11-2019, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, από πρόθεση τέλεσαν έγκλημα, το οποίο προβλέπεται από τον νόμο και τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας και χρηματική ποινή και ειδικότερα, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκαν με πρόθεση παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή τους λόγω εσωτερικής σχέσης εντολής με την παθούσα Δ. Α., η δε αξία των αντικειμένων υπερβαίνει τις 120.000,000 ευρώ. Ειδικότερα, στην Ξάνθη, στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, ενεργώντας από κοινού, και υπό την ιδιότητα τους, ως τυπικά συνδικαιούχων των τραπεζικών λογαριασμών, που τηρούσε η παθούσα, Δ. Α. το γένος Π. Π., η οποία τους είχε καταστήσει τυπικά συνδικαιούχους αυτών, λόγω της εμπιστοσύνης της προς αυτούς, προκειμένου να διακινούν τους λογαριασμούς της με αναλήψεις, ως άμεσοι αντιπρόσωποι της, και με εντολή να εισπράττουν – εν γένει αναλαμβάνουν χρήματα από αυτούς για να καλύπτουν τις εκάστοτε ανάγκες της, πληρώνοντας τις εκάστοτε οφειλές της, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, προέβησαν στις πιο κάτω μνημονευόμενες εν γένει αναλήψεις χρηματικών ποσών σε μετρητά από τους λογαριασμούς που τηρούσε ουσιαστικά η ανωτέρω παθούσα, καίτοι στους λογαριασμούς αυτούς φερόταν τυπικά ως συνδικαιούχοι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, τα οποία χρηματικά ποσά διατηρούσε η ανωτέρω παθούσα προς αποκλειστική εκμετάλλευση της ιδίας και προκειμένου να πληρώνονται από τους λογαριασμούς, με τη βοήθεια των κατηγορουμένων, έξοδα και δαπάνες της (παθούσας). Ακολούθως, και αντίθετα στην ανωτέρω βούληση της παθούσας, που είχε εκδηλωθεί και με συμφωνία προαντιφώνησης υπέρ αυτής της νομής και έτσι δικής της κυριότητας των εκάστοτε εν γένει αναλαμβανόμενων από τους κατηγορούμενους χρηματικών ποσών από τους κοινούς αυτούς λογαριασμούς, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι με διαδοχικές πράξεις εν γένει ανάληψης και μεταφοράς σε προσωπικούς τους λογαριασμούς καθώς και σε τρίτους, ιδιοποιήθηκαν παράνομα, ενσωματώνοντας το στην δική τους περιουσία χωρίς νόμιμη προς τούτο αιτία και αποστερώντας το οριστικά από τη Δ. Α., εν γνώσει τους ότι δεν τους ανήκει, το συνολικό ποσό των 1.024.883,79 ευρώ από τους με αριθμό … (καταθέσεων προθεσμίας) και … (ταμιευτηρίου) τραπεζικούς λογαριασμούς στις τράπεζες με την επωνυμία “Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος” και “Τράπεζα Πειραιώς” για το χρονικό διάστημα από 7-6-2017 έως 4-11-2019, και συγκεκριμένα από κοινού, ήτοι με συναπόφαση και επιμερισμό κατά την εκτέλεση (με ειδική αναφορά όπου κατέστη εφικτή η διακρίβωση), αλλά με αμοιβαία γνώση και αποδοχή από τον καθένα από αυτούς της κάθε επιμέρους πράξης που τελούσε ο άλλος από αυτούς: 1] (περίπτωση α’ κατηγορητηρίου) στις 15-6-2017 μετέφεραν από τον ανωτέρω δεύτερο λογαριασμό ποσό 600,00 ευρώ σε λογαριασμό τρίτου, τα στοιχεία του οποίου δεν προέκυψαν, 2] (περίπτωση β’ κατηγορητηρίου) στις 19-6-2017 πλήρωσαν από τον δεύτερο λογαριασμό οφειλή προς τη ΔΕΗ για ακίνητο ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου Θ. Μ., ποσού 2.001,10 ευρώ, 3] (περίπτωση γ’ κατηγορητηρίου) στις 27-6-2017 (και όχι 2019, όπως ανακριβώς, από προφανή παραδρομή, αναγράφεται στο κατηγορητήριο) μετέφεραν από τον δεύτερο λογαριασμό ποσού 4.300,00 ευρώ για πληρωμή δανείου του κατηγορουμένου Θ. Μ. (με προσδιορισμό … στην αιτιολόγηση της κίνησης), 4] (περίπτωση στ’ κατηγορητηρίου) στις 6-7- 2017 μετέφεραν χρήματα από τον δεύτερο λογαριασμό προς εξόφληση υπόλοιπου δανείου του κατηγορουμένου Θ. Μ. στην “Τράπεζα Πειραιώς”, ποσού 40.150,00 ευρώ, 5] (περίπτωση ζ’ κατηγορητηρίου) στις 17-7-2017 μετέφεραν από τον δεύτερο λογαριασμό ποσό 11.000,00 ευρώ σε λογαριασμό της κατηγορουμένης Ε. Π. (με προσδιορισμό … στην αιτιολόγηση της κίνησης), 6] (περίπτωση η’ κατηγορητηρίου) στις 24-7-2017 ο κατηγορούμενος Θ. Μ. ανέλαβε δύο φορές ποσό 840,00 ευρώ από τον δεύτερο λογαριασμό (ήτοι συνολικά 1.680,00 ευρώ την ημέρα εκείνη), 7] (περίπτωση ι’ ” κατηγορητηρίου) στις 2-11-2017 πλήρωσαν από τον δεύτερο λογαριασμό δόσης πιστωτικής κάρτας της θυγατέρας τους ποσού 260.00 ευρώ (με προσδιορισμό … στην αιτιολόγηση της κίνησης), 8] (περίπτωση ιβ’ κατηγορητηρίου) στις 4-11-2019 έκλεισαν την προθεσμιακή κατάθεση ποσού 200.000.00 ευρώ στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ” με ισόποση μεταφορά που αυτοί προέβησαν στον με αριθμό….τραπεζικό λογαριασμό του δεύτερου κατηγορούμενου 9] (περίπτωση ιγ κατηγορητηρίου) του παρόντος) στις 4-11-2019 έκλεισαν την προθεσμιακή κατάθεση της Δ. Α. στην Εθνική Τράπεζα, που εξυπηρετούνταν από τον παραπάνω με αριθμό … τραπεζικό λογαριασμό, που είχε ανοίξει στις 14-4-2014 με πιστωτικό υπόλοιπο 850.000,00 ευρώ (με τροφοδότη λογαριασμό τον … λογαριασμό της ίδιας Τράπεζας, με τυπικά συνδικαιούχους της Δ. Α. τους ίδιους), και κατά το χρόνο που η θανούσα ενήργησε ώστε να αναγράφονται ως τυπικά συνδικαιούχοι του λογαριασμού οι δύο εκκαλούντες κατηγορούμενοι στις 18-5-2017 είχε υπόλοιπο 855.000,00 ευρώ (κατά την προηγούμενη καταχώριση της 12ης-4-2017), από τον οποίο λογαριασμό εξυπηρέτησης της προθεσμιακής κατάθεσης: (α) έκαναν πρόωρη εξόφληση ποσού 155.000,00 ευρώ στις 7-6-2017, που μεταφέρθηκε την ίδια ημέρα στον τροφοδότη κοινό λογαριασμό …, αυξάνοντας το πιστωτικό του υπόλοιπο σε 158.675,72 ευρώ, το οποίο, όμως, περιορίστηκε σταδιακά από τους δύο αυτούς κατηγορούμενους σε ποσό μόλις 940,87 ευρώ στις 27-6-2017 και δη: …….”. Με τις ανωτέρω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 375 παρ. 2-1 ΠΚ για την παραπομπή των κατηγορουμένων, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναλυτικά και με πληρότητα εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά τις στο σκεπτικό παραδοχές του, όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την ποινική υπόσταση του ως άνω αδικήματος. Και συγκεκριμένα ότι οι κατηγορούμενοι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (2017 έως 4.11.2019 με πρόθεση, άνευ νομίμου δικαιώματος, ιδιοποιήθηκαν το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 1.024.883,79 ευρώ συνολικά, και το ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους , το οποίο είχε περιέλθει στην κατοχή τους δυνάμει της αναφερομένης εννόμου σχέσεως, ήτοι ως εντολοδόχων, καθόσον η Δ. Α. τους είχε καταστήσει συνδικαιούχους στους αναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς που αυτή τηρούσε και περιείχαν χρήματα αποκλειστικά δικά της, ερχόμενη σε ιδιαίτερη προφορική συμφωνία μαζί τους, με βάση την οποία αυτοί [κατηγορούμενοι] μπορούσαν να πραγματοποιούν αναλήψεις-μεταφορές-πληρωμές χρημάτων από τους επίδικους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς για τους αναφερόμενους σκοπούς [ήτοι για να πληρώνουν τις εκάστοτε οφειλές της Δ. Α. και τις οφειλές σε σχέση την κάλυψη των αναγκών της], αυτή δε (εντολέας), άμα τη αναλήψει χρημάτων από τους κατηγορούμενους από τους επίμαχους κοινους τραπεζικούς λογαριασμούς να καθίσταται νομέας και κύριος των αναλαμβανομένων χρημάτων, οι δε κατηγορούμενοι (εντολοδόχοι) να παραμένουν κάτοχοι αυτών για την εκτέλεση της συγκεκριμένης κάθε φορά εντολής. Με αυτές τις αναιρετικώς παραδοχές, ότι δηλαδή η Δ. Α. συμπεριέλαβε τους κατηγορούμενους, ως συνδικαιούχους στους μέχρι τότε ατομικούς της τραπεζικούς λογαριασμούς, που περιείχαν χρήματα αποκλειστικά από αποταμιεύσεις της ιδίας, με την εντολή να αναλαμβάνουν χρήματα για την κάλυψη των οφειλών και των καθημερινών αναγκών της και ότι προηγήθηκε προφορική συμφωνία τους να καθίσταται αυτή, με την εκάστοτε ανάληψη κυρία και νομέας των χρημάτων, ενώ οι κατηγορούμενοι θα παρέμεναν μόνο κάτοχοι αυτών για να εκτελέσουν την εντολή το άνω Συμβούλιο δέχθηκε συμφωνία υπέρ της Δ. Α. προαντιφώνησης της νομής, με συνέπεια, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, με την εν γένει ανάληψη από τους κατηγορούμενους των χρημάτων να μεταβιβάζεται αμέσως η κυριότητα αυτών στην εντολέα, ενώ οι κατηγορούμενοι να παραμένουν απλοί κάτοχοι. Εφόσον δε οι κατηγορούμενοι, κατά τις επίσης ανέλεγκτες παραδοχές του βουλεύματος, δεν διέθεσαν τα αναληφθέντα χρηματικά ποσά, κατά τους όρους της εντολής, αλλά είτε τα δαπάνησαν για δικές τους ανάγκες είτε τα μετέφεραν σε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, στοιχειοθετείται το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 παρ.1 ΠΚ. Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείσουσας Εισαγγελέως, που περιέχονται στον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, επειδή, όπως διατείνεται, οι κατηγορούμενοι, ως συνδικαιούχοι των κοινών τραπεζικών λογαριασμών ήταν κύριοι των χρημάτων των λογαριασμών, δικαιούμενοι με την εν λόγω ιδιότητά τους να προβαίνουν στις επίδικες αναλήψεις-μεταφορές χρημάτων από τους επίμαχους κοινούς λογαριασμούς στους αναφερόμενους δικούς τους τραπεζικούς λογαριασμούς, χωρίς να διαπράττουν υπεξαίρεση, είναι αβάσιμες. Συνακόλουθα , ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο του 486 παρ.1 στοιχ.β, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν τούτων, και, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/10/2024 και με αριθμό έκθεσης 39/2024 αίτηση αναίρεσης της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατά του υπ’αριθ. 247/2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης,
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2025.
Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
