ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 12ης Μαρτίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Τομέας των τηλεπικοινωνιών – Οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 – Ευρωπαϊκός Κώδικας Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών – Άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο – Δικαίωμα των τελικών χρηστών να καταγγείλουν τη σύμβασή τους χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση λόγω αλλαγών που προτείνονται μονομερώς από τον πάροχο υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών – Εξαιρέσεις – Αλλαγές που επιβάλλονται άμεσα από το ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο »
Στην υπόθεση C‑514/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο, Ουγγαρία) με απόφαση της 26ης Ιουνίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιουλίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
Magyar Telekom Nyrt.
κατά
Nemzeti Média- és Hírközlési Hatóság Elnöke,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Jürimäe, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του δευτέρου τμήματος, F. Schalin, M. Gavalec (εισηγητή) και Z. Csehi, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona
γραμματέας: I. Illéssy, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Ιουνίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Magyar Telekom Nyrt., εκπροσωπούμενη από τη V. Brengel και τον Gy. V. Radics, ügyvédek, και τους M. L. Keresztury και B. Modok,
– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Csoknyai και Z. Fehér,
– η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από την M. Browne, Chief State Solicitor, την S. Finnegan και τον A. Joyce, επικουρούμενους από την B. Quigley, SC, και τον S. Brittain, BL,
– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Pere,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους V. Bottka, G. Conte και O. Gariazzo,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (ΕΕ 2018, L 321, σ. 36).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Magyar Telekom Nyrt., παρόχου υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και του Nemzeti Média- és Hírközlési Hatóság Elnöke (προέδρου της Εθνικής Υπηρεσίας Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, Ουγγαρία, στο εξής: πρόεδρος της NMHH) με αντικείμενο απόφαση με την οποία ο τελευταίος υποχρέωσε την εν λόγω εταιρία, μεταξύ άλλων, να τροποποιήσει τις συναφθείσες με τους τελικούς χρήστες συμβάσεις παροχής συνδρομητικών υπηρεσιών οι οποίες περιείχαν μια τιμολογιακή επιλογή γνωστή ως «μηδενικής χρέωσης».
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/2120
3 Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, για τη θέσπιση μέτρων σχετικά με την πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/22/ΕΚ για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 531/2012 για την περιαγωγή σε δημόσια δίκτυα κινητών επικοινωνιών εντός της Ένωσης (ΕΕ 2015, L 310, σ. 1), το οποίο επιγράφεται «Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κοινούς κανόνες για τη διασφάλιση ισότιμης και μη διακριτικής διαχείρισης της κίνησης κατά την παροχή υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και των σχετικών δικαιωμάτων των τελικών χρηστών.»
4 Το άρθρο 3 του κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Διασφάλιση πρόσβασης στο ανοικτό διαδίκτυο», ορίζει στις παραγράφους 1 έως 3 τα εξής:
«1. Μέσω της υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο που διαθέτουν, οι τελικοί χρήστες έχουν το δικαίωμα να έχουν πρόσβαση και να διανέμουν πληροφορίες και περιεχόμενο, να χρησιμοποιούν και να παρέχουν εφαρμογές και υπηρεσίες και να χρησιμοποιούν τερματικό εξοπλισμό της επιλογής τους, ανεξαρτήτως του τόπου του τελικού χρήστη ή του παρόχου ή του τόπου, της προέλευσης ή του προορισμού της πληροφορίας, του περιεχομένου, της εφαρμογής ή της υπηρεσίας.
[…]
2. Οι συμφωνίες μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και των τελικών χρηστών σχετικά με τις εμπορικές και τεχνικές προϋποθέσεις και τα χαρακτηριστικά των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως η τιμή, ο όγκος των δεδομένων ή η ταχύτητα, καθώς και οποιεσδήποτε εμπορικές πρακτικές των παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, δεν περιορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών όπως προσδιορίζονται στην παράγραφο 1.
3. Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, όταν παρέχουν υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο, αντιμετωπίζουν ισότιμα κάθε κίνηση, χωρίς αποκλεισμούς, περιορισμούς ή παρεμβάσεις και ανεξαρτήτως του αποστολέα και του παραλήπτη, του περιεχομένου στο οποίο έχει γίνει πρόσβαση ή του διανεμηθέντος περιεχομένου, των χρησιμοποιούμενων ή παρεχόμενων εφαρμογών ή υπηρεσιών ή του χρησιμοποιούμενου τερματικού εξοπλισμού.
Το πρώτο εδάφιο δεν εμποδίζει τους παρόχους υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο από το να εφαρμόζουν εύλογα μέτρα διαχείρισης της κίνησης. Για να θεωρηθούν εύλογα, τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι διαφανή και αναλογικά, να μην εισάγουν διακρίσεις και να μη βασίζονται σε εμπορικά κριτήρια, αλλά σε αντικειμενικά διαφορετικές απαιτήσεις τεχνικής ποιότητας των υπηρεσιών για συγκεκριμένες κατηγορίες κίνησης. Τα εν λόγω μέτρα δεν παρακολουθούν το συγκεκριμένο περιεχόμενο και δεν διατηρούνται πέραν του απαιτουμένου.
Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο δεν εφαρμόζουν μέτρα διαχείρισης της κίνησης που υπερβαίνουν αυτά που ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο και, κυρίως, δεν παρεμποδίζουν, επιβραδύνουν, αλλοιώνουν, περιορίζουν, εισάγουν παρεμβολές, υποβαθμίζουν ή επιβάλλουν διακρίσεις έναντι συγκεκριμένου περιεχομένου, εφαρμογών ή υπηρεσιών ή συγκεκριμένων κατηγοριών αυτών, εκτός αν αυτό είναι αναγκαίο και μόνο για όσο διάστημα είναι αναγκαίο, ούτως ώστε:
α) να συμμορφωθούν με τις ενωσιακές νομοθετικές πράξεις ή την εθνική νομοθεσία που συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο, στην οποία υπάγεται ο πάροχος υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, ή με τα μέτρα που συμμορφώνονται με το ενωσιακό δίκαιο [και θέτουν] σε εφαρμογή τις εν λόγω ενωσιακές νομοθετικές πράξεις ή εθνική νομοθεσία, μεταξύ άλλων και με τις αποφάσεις δικαστηρίων ή δημόσιων αρχών που διαθέτουν τις σχετικές αρμοδιότητες·
β) να διασφαλίσουν την ακεραιότητα και την ασφάλεια του δικτύου, των υπηρεσιών που παρέχονται μέσω του εν λόγω δικτύου και του τερματικού εξοπλισμού των τελικών χρηστών·
γ) να προλάβουν την εμφάνιση εμποδίων λόγω συμφόρησης του δικτύου και να αμβλύνουν τις επιπτώσεις από τυχόν εξαιρετική ή προσωρινή συμφόρηση του δικτύου, υπό την προϋπόθεση ότι ανάλογες κατηγορίες κίνησης αντιμετωπίζονται ισότιμα.»
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1971
5 Η αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1971 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την ίδρυση του Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC) και του Οργανισμού για την υποστήριξη του BEREC (Υπηρεσία του BEREC), την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1211/2009 (ΕΕ 2018, L 321, σ. 1), διαλαμβάνει τα εξής:
«Ο [Φορέας Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC) και ο Οργανισμός για την υποστήριξη του BEREC (Υπηρεσία του BEREC)] συστάθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1211/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[, της 25ης Νοεμβρίου 2009, για την ίδρυση του Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC) και της Υπηρεσίας (ΕΕ 2009 L 337, σ. 1)]. Ο BEREC αντικατέστησε την [ομάδα των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ERG)] και είχε ως στόχο να συμβάλει, αφενός, στην ανάπτυξη και, αφετέρου, στην καλύτερη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με σκοπό να εξασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Ο BEREC λειτουργεί ως φόρουμ συνεργασίας μεταξύ των [εθνικών ρυθμιστικών αρχών (ΕΡΑ)] και ανάμεσα στις ΕΡΑ και την [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή, κατά την άσκηση του πλήρους φάσματος των αρμοδιοτήτων τους βάσει του ενωσιακού ρυθμιστικού πλαισίου. Ο BEREC συστάθηκε για να παρέχει εμπειρογνωμοσύνη και να ενεργεί ανεξάρτητα και με διαφάνεια.»
6 Το άρθρο 3 του κανονισμού 2018/1971, το οποίο επιγράφεται «Στόχοι του BEREC», ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:
«Ο BEREC επιδιώκει τους στόχους που ορίζονται στο άρθρο 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972. Συγκεκριμένα, ο BEREC έχει ως στόχο να διασφαλίζει τη συνεπή εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες εντός του πεδίου εφαρμογής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.»
7 Το άρθρο 4 του κανονισμού, το επιγράφεται «Ρυθμιστικά καθήκοντα του BEREC», προβλέπει στις παραγράφους 1 και 4 τα εξής:
«1. Τα ρυθμιστικά καθήκοντα του BEREC είναι τα εξής:
[…]
δ) εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά την εφαρμογή του ενωσιακού ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, ιδίως όπως αναφέρεται, στους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 531/2012 [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2012, για την περιαγωγή σε δημόσια δίκτυα κινητών επικοινωνιών εντός της Ένωσης (ΕΕ 2012, L 172, σ. 10),] και [2015/2120] και στην οδηγία [2018/1972] σχετικά με:
[…]
ε) εκδίδει άλλες κατευθυντήριες γραμμές που εξασφαλίζουν τη συνέπεια της εφαρμογής του ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και τη συνέπεια των ρυθμιστικών αποφάσεων των ΕΡΑ με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος από ΕΡΑ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] ή την Επιτροπή, ιδίως για ρυθμιστικά θέματα που επηρεάζουν σημαντικό αριθμό κρατών μελών ή με διασυνοριακή διάσταση,
[…]
4. Με την επιφύλαξη της συμμόρφωσης με τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης, οι ΕΡΑ και η Επιτροπή λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη κάθε κατευθυντήρια γραμμή, γνώμη, σύσταση, κοινή θέση και βέλτιστη πρακτική που έχει εγκρίνει ο BEREC με στόχο τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες εντός του πεδίου εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1.
Όταν ΕΡΑ παρεκκλίνει από τις κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) αναφέρει τους σχετικούς λόγους.»
Η οδηγία 2018/1972
8 Η αιτιολογική σκέψη 275 της οδηγίας 2018/1972 έχει ως εξής:
«Τυχόν αλλαγές των συμβατικών όρων που προτείνονται από τους παρόχους διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, οι οποίες δεν είναι προς όφελος του τελικού χρήστη, για παράδειγμα όσον αφορά επιβαρύνσεις, τιμολόγια, περιορισμούς του όγκου δεδομένων, ταχύτητες δεδομένων, κάλυψη ή την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, θα πρέπει να παρέχουν το δικαίωμα στον τελικό χρήστη να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς κανένα κόστος, ακόμη και αν συνδυάζονται με ορισμένες επωφελείς αλλαγές. Οποιαδήποτε αλλαγή των συμβατικών όρων από τον πάροχο θα πρέπει συνεπώς να δίνει το δικαίωμα στον τελικό χρήστη να καταγγείλει τη σύμβαση, εκτός αν κάθε αλλαγή είναι καθ’ αυτή επωφελής για τον τελικό χρήστη ή οι αλλαγές είναι αμιγώς διοικητικής φύσης, όπως η αλλαγή της διεύθυνσης του παρόχου, και δεν έχουν αρνητικό αντίκτυπο στον τελικό χρήστη ή οι αλλαγές επιβάλλονται αυστηρά από νομοθετικές ή ρυθμιστικές αλλαγές, όπως νέες απαιτήσεις για τις πληροφορίες της σύμβασης που επιβάλλονται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο. Το κατά πόσον μια αλλαγή είναι αποκλειστικά προς όφελος του τελικού χρήστη θα πρέπει να αξιολογείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Το δικαίωμα του τελικού χρήστη να καταγγείλει τη σύμβαση θα πρέπει να αποκλείεται μόνο αν ο πάροχος είναι σε θέση να αποδείξει ότι όλες οι αλλαγές στη σύμβαση είναι αποκλειστικά προς όφελος του τελικού χρήστη ή είναι αμιγώς διοικητικής φύσης χωρίς αρνητικό αντίκτυπο στον τελικό χρήστη.»
9 Το άρθρο 3 της οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Γενικοί στόχοι», ορίζει στην παράγραφο 2, στοιχείο δʹ, τα εξής:
«Στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, οι [ΕΡΑ] και λοιπές αρμόδιες αρχές, καθώς και ο BEREC, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη επιδιώκουν καθέναν από τους γενικούς στόχους που παρατίθενται κατωτέρω, οι οποίοι παρατίθενται χωρίς σειρά προτεραιότητας:
[…]
δ) προάγουν τα συμφέροντα των πολιτών της Ένωσης, διασφαλίζοντας τη συνδεσιμότητα και την εκτεταμένη διαθεσιμότητα και χρήση δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας, συμπεριλαμβανομένων των σταθερών, κινητών και ασύρματων δικτύων, και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθιστώντας δυνατή την επίτευξη μέγιστων οφελών όσον αφορά την επιλογή, την τιμή και την ποιότητα με βάση τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, διατηρώντας την ασφάλεια των δικτύων και των υπηρεσιών, διασφαλίζοντας υψηλό και ενιαίο επίπεδο προστασίας για τους τελικούς χρήστες μέσω των απαραίτητων ειδικών τομεακών κανόνων και ανταποκρινόμενες στις ανάγκες, όπως οι προσιτές τιμές, συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, ιδίως των τελικών χρηστών με αναπηρία, των ηλικιωμένων τελικών χρηστών και των τελικών χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες, καθώς και την επιλογή και ισοδύναμη πρόσβαση για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες.»
10 Το άρθρο 10 της οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Συμμετοχή των [ΕΡΑ] στον BEREC», προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες [ΕΡΑ] υποστηρίζουν ενεργά τους στόχους του BEREC όσον αφορά την προώθηση μεγαλύτερου ρυθμιστικού συντονισμού και συνέπειας.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι [ΕΡΑ] λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές, τις γνωμοδοτήσεις, τις συστάσεις, τις κοινές θέσεις, τις βέλτιστες πρακτικές και τις μεθοδολογίες που εκδίδει ο BEREC κατά τη λήψη των αποφάσεών τους για τις εθνικές τους αγορές.»
11 Το άρθρο 105 της οδηγίας, το επιγράφεται «Διάρκεια και καταγγελία της σύμβασης», ορίζει στην παράγραφο 4 τα εξής:
«Οι τελικοί χρήστες έχουν το δικαίωμα να καταγγέλλουν τη σύμβασή τους χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση κατόπιν κοινοποίησης αλλαγών στους συμβατικούς όρους που προτείνονται από τον πάροχο διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, πλην των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, εκτός αν οι προτεινόμενες αλλαγές είναι αποκλειστικά προς όφελος του τελικού χρήστη, είναι αυστηρώς διοικητικού χαρακτήρα και δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις στον τελικό χρήστη, ή επιβάλλονται άμεσα από το ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο.
Οι πάροχοι κοινοποιούν κάθε αλλαγή των συμβατικών όρων στους τελικούς χρήστες, τουλάχιστον ένα μήνα νωρίτερα, και ταυτόχρονα τους ενημερώνουν για το δικαίωμά τους να καταγγείλουν τη σύμβασή τους χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση αν δεν αποδέχονται τους νέους όρους. Το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης μπορεί να ασκείται εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση. Τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν το εν λόγω διάστημα έως τρεις μήνες. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η κοινοποίηση γίνεται με σαφή και κατανοητό τρόπο, σε σταθερό μέσο.»
Το ουγγρικό δίκαιο
12 Το άρθρο 132 του az elektronikus hírközlésről szóló 2003. évi C. törvény (νόμου C του 2003 περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος 2003/100), προβλέπει στις παραγράφους 5 και 6 τα εξής:
«5. Ο συνδρομητής μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση παροχής συνδρομητικών υπηρεσιών με άμεση ισχύ και χωρίς περαιτέρω έννομες συνέπειες εντός προθεσμίας 45 ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης από τον πάροχο διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
6. Ο συνδρομητής δεν έχει δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης σύμφωνα με την παράγραφο 5, εάν η τροποποίηση:
α) συνεπάγεται τροποποίηση της σύμβασης παροχής συνδρομητικών υπηρεσιών ή των όρων χρήσης της υπηρεσίας, η οποία είναι αποκλειστικά προς όφελος του συνδρομητή,
β) είναι αυστηρώς διοικητικού χαρακτήρα και δεν έχει αρνητικές επιπτώσεις για τον συνδρομητή ή
γ) στηρίζεται ρητά σε νομοθετική ή κανονιστική αλλαγή ή σε διοικητική ή δικαστική απόφαση.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Η Magyar Telekom είναι επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον τομέα των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών. Η επιχείρηση αυτή πρότεινε στους τελικούς χρήστες, για ορισμένα από τα πακέτα πρόσβασης στο διαδίκτυο, μια τιμολογιακή επιλογή γνωστή ως «μηδενικής χρέωσης», δυνάμει της οποίας δεν αφαιρούνταν από τον όγκο δεδομένων που περιλαμβάνονταν στα πακέτα αυτά τα δεδομένα που καταναλώνονταν με τη χρήση ορισμένων εφαρμογών ή/και ορισμένων ειδικών υπηρεσιών.
14 Με απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2022 (στο εξής: απόφαση της NMHH), η NMHH διαπίστωσε ότι η εν λόγω επιχείρηση δεν τηρούσε τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2015/2120, διότι, στο πλαίσιο της εφαρμογής της εν λόγω τιμολογιακής επιλογής, δεν αντιμετώπιζε το σύνολο της διαδικτυακής κίνησης με ισότιμο τρόπο και χωρίς διακρίσεις. Με την απόφαση αυτή, η NMHH διέταξε τη Magyar Telekom να παύσει, το αργότερο έως τις 15 Νοεμβρίου 2022, κάθε προσφορά που περιείχε την εν λόγω τιμολογιακή επιλογή και να τροποποιήσει, το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου 2023, τις συμβάσεις των οικείων συνδρομητών, συμπεριλαμβανομένων των γενικών όρων και των επιμέρους συμβάσεων παροχής συνδρομητικών υπηρεσιών, προκειμένου να απαλειφθεί οποιαδήποτε αναφορά στην εν λόγω τιμολογιακή επιλογή.
15 Στην απόφαση αυτή η NMHH υπογράμμισε ότι, στο μέτρο που η ανάγκη τροποποίησης των συμβάσεων των οικείων συνδρομητών οφειλόταν στην ασυμβατότητα της πρακτικής της Magyar Telekom προς το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2015/2120, η μονομερής τροποποίηση των συμβάσεων αυτών εις βάρος των συνδρομητών αυτών τους παρείχε δικαίωμα καταγγελίας, σύμφωνα με το άρθρο 132, παράγραφος 5, του νόμου 2003/100, με το οποίο μεταφέρεται στο ουγγρικό δίκαιο το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972. Συναφώς, έκρινε ότι δεν είχε εφαρμογή η εξαίρεση του άρθρου 132, παράγραφος 6, στοιχείο c, του νόμου 2003/100, περί μεταφοράς στο ουγγρικό δίκαιο της τρίτης εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, in fine, της οδηγίας 2018/1972.
16 Με απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2022 (στο εξής: απόφαση του προέδρου της NMHH), ο πρόεδρος της NMHH, επιληφθείς ιεραρχικής προσφυγής που άσκησε η Magyar Telekom, επικύρωσε την απόφαση της NMHH.
17 Στην απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2022 ο πρόεδρος της NMHH επισήμανε ότι, με τις αποφάσεις της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, Vodafone (C‑854/19, EU:C:2021:675), της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, Vodafone (C‑5/20, EU:C:2021:676), και της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, Telekom Deutschland (C‑34/20, EU:C:2021:677), το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η αποκαλούμενη τιμολογιακή επιλογή «μηδενικής χρέωσης» ήταν ασυμβίβαστη με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2015/2120. Επομένως, η υποχρέωση της Magyar Telekom να τροποποιήσει τις ισχύουσες επιμέρους συμβάσεις παροχής συνδρομητικών υπηρεσιών προέκυπτε από τη διάταξη αυτή, όπως ορθώς ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο με τις εν λόγω αποφάσεις.
18 Στην εν λόγω απόφαση ο πρόεδρος της NMHH υπογράμμισε ότι, κατόπιν των ανωτέρω αποφάσεων του Δικαστηρίου, η Magyar Telekom όφειλε να παύσει οικειοθελώς να προσφέρει και να χρησιμοποιεί μια τέτοια τιμολογιακή επιλογή και ότι σκοπός της απόφασης της NMHH ήταν να διασφαλιστεί ότι η Magyar Telekom θα εφάρμοζε τον κανονισμό 2015/2120 συμφώνως προς τις εν λόγω αποφάσεις, οι διαπιστώσεις των οποίων ενσωματώθηκαν στις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού για το ανοικτό διαδίκτυο της 9ης Ιουνίου 2022 [BoR (22) 81, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του BEREC του 2022].
19 Ο πρόεδρος της NMHH προσέθεσε ότι ενώ στις προηγούμενες κατευθυντήριες γραμμές του BEREC σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ουδετερότητας των δικτύων σε ευρωπαϊκό επίπεδο από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές της 30ής Αυγούστου 2016 [BoR (16) 127, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του BEREC του 2016], οι διατάξεις του κανονισμού 2015/2120 είχαν ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επέτρεπαν ορισμένες τιμολογιακές επιλογές γνωστές ως «μηδενικής χρέωσης», κατόπιν της απόφασης της 15ης Σεπτεμβρίου 2020, Telenor Magyarország (C‑807/18 και C‑39/19, EU:C:2020:708), και των αποφάσεων που μνημονεύονται στη σκέψη 17 της παρούσας απόφασης, ο BEREC εξέδωσε τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC του 2022, με τις οποίες οι διατάξεις αυτές ερμηνεύθηκαν υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπουν τέτοιες τιμολογιακές επιλογές.
20 Με την προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Fővárosi Törvényszék (περιφερειακού δικαστηρίου Βουδαπέστης-Πρωτευούσης, Ουγγαρία) κατά της απόφασης του προέδρου της NMHH, η Magyar Telekom υποστήριξε ότι ουδόλως υποχρεούταν να εφαρμόσει τις εν λόγω δικαστικές αποφάσεις, ότι η πρακτική της είχε διαμορφωθεί με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC του 2016 και ότι δεν υπείχε καμία υποχρέωση τροποποίησης των συμβάσεων αυτών βάσει των κατευθυντήριων γραμμών του BEREC του 2022, καθόσον οι τελευταίες απευθύνονται στις ΕΡΑ. Κατά την άποψη της Magyar Telekom, η απόφαση του προέδρου της NMHH έπρεπε να θεωρηθεί ως «εθνικό δίκαιο», κατά την έννοια του άρθρου 105, παράγραφος 4, της οδηγίας 2018/1972, το οποίο της επέβαλλε άμεσα την τροποποίηση των εν λόγω συμβάσεων.
21 Το Fővárosi Törvényszék (περιφερειακό δικαστήριο Βουδαπέστης-Πρωτευούσης) απέρριψε την προσφυγή της Magyar Telekom.
22 Το δικαστήριο αυτό υπενθύμισε ότι το άρθρο 132, παράγραφος 6, στοιχείο c, του νόμου 2003/100 προβλέπει μια εξαίρεση της οποίας το γράμμα αναφέρεται σαφώς σε αλλαγή που επιβάλλεται άμεσα από το ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο και εφαρμόζεται μόνον στις πράξεις του δικαίου της Ένωσης, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 288 ΣΛΕΕ, και στις εθνικές νομοθετικές πράξεις. Κατά την κρίση του, η απόφαση του προέδρου της NMHH, η οποία ελήφθη σε μεμονωμένη περίπτωση, δεν αποτελεί νομοθετική ή κανονιστική πράξη, δεδομένου ότι εκδόθηκε από διοικητική αρχή κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της για την εφαρμογή του δικαίου και, ως εκ τούτου, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να εμπίπτει στην εξαίρεση που προβλέπει η ανωτέρω διάταξη. Όπως έκρινε, οι αλλαγές που επέρχονται στην ερμηνεία ή την εφαρμογή του δικαίου δεν μπορούν να εξομοιωθούν με νομοθετικές ή κανονιστικές αλλαγές.
23 Με την αναίρεση που άσκησε ενώπιον του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ουγγαρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, η Magyar Telekom υποστηρίζει ότι το Fővárosi Törvényszék (περιφερειακό δικαστήριο Βουδαπέστης-Πρωτευούσης) ερμήνευσε εσφαλμένα τη σχέση μεταξύ της αιτιολογικής σκέψης 275 και του άρθρου 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972, κρίνοντας ότι ο όρος «ρυθμιστικές», ο οποίος περιλαμβάνεται στη δεύτερη περίοδο της εν λόγω αιτιολογικής σκέψης, δεν μπορεί να αφορά απόφαση εκδιδόμενη στο πλαίσιο της άσκησης αρμοδιοτήτων για την εφαρμογή του δικαίου.
24 Κατά τη Magyar Telekom, η εξαίρεση από το δικαίωμα καταγγελίας συμβάσεων συνδρομητικών υπηρεσιών που έχουν οι τελικοί χρήστες λόγω μονομερών τροποποιήσεων των συμβάσεων αυτών από τον οικείο πάροχο εφαρμόζεται όχι μόνον στην περίπτωση που οι οικείες τροποποιήσεις επιβάλλονται άμεσα από νομοθετικές πράξεις της Ένωσης ή κράτους μέλους, αλλά και όταν επιβάλλονται από το ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο, υπό ευρύτερη έννοια.
25 Κατά το αιτούν δικαστήριο, απαιτούνται διευκρινίσεις του Δικαστηρίου ως προς την ερμηνεία του άρθρου 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972, προκειμένου το ίδιο να μπορέσει να εκδώσει την απόφασή του, καθόσον καλείται να αποφανθεί επί του ζητήματος εάν οι τελικοί χρήστες έχουν το δικαίωμα να καταγγείλουν τη σύμβασή τους χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση λόγω των αλλαγών που προτείνει η Magyar Telekom στους συμβατικούς όρους, ενώ η διάταξη αυτή αποκλείει ένα τέτοιο δικαίωμα καταγγελίας χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση όταν οι προτεινόμενες αλλαγές «επιβάλλονται άμεσα από το ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο».
26 Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, δυνάμει του μηχανισμού που θεσπίζει η οδηγία 2018/1972, ο BEREC είναι αρμόδιος για την εναρμόνιση της ερμηνείας των διατάξεων του κανονισμού 2015/2120 σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με τις ΕΡΑ. Όπως, όμως, προσθέτει, οι κατευθυντήριες γραμμές του BEREC του 2016 δημιούργησαν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη Magyar Telekom. Βάσει των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, η Magyar Telekom δεν ήταν σε θέση να προβλέψει την πρακτική που έπρεπε να ακολουθηθεί σύμφωνα με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου που μνημονεύονται στη σκέψη 17 της παρούσας απόφασης και προς την οποία συμμορφώθηκε η NMHH με την απόφαση της μετά την ενσωμάτωση της πρακτικής αυτής στις κατευθυντήριες γραμμές του ORECE του 2022.
27 Κατά το αιτούν δικαστήριο, το γεγονός ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου ακολουθούνται κατ’ ανάγκην από τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC, οι οποίες ακολουθούνται κατ’ ανάγκην, με τη σειρά τους, από τις αποφάσεις των ΕΡΑ, σε συμμόρφωση προς την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού 2015/2120 στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, υποδηλώνει ότι χαρακτηριστικό στοιχείο της διαδικασίας αυτής είναι η ύπαρξη ενός «κανονιστικού στοιχείου» το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλή εφαρμογή του δικαίου.
28 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Μπορεί μια απόφαση του Δικαστηρίου να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που επιβάλλουν άμεσα τροποποίηση των συμβατικών όρων κατά το άρθρο 105, παράγραφος 4, [της οδηγίας 2018/1972], ή πρέπει να θεωρηθεί ότι πρόκειται για ερμηνεία του δικαίου η οποία δεν συνιστά τροποποίηση της προγενέστερης νομοθεσίας υπό το πρίσμα του άρθρου 105, παράγραφος 4, του [της οδηγίας 2018/1972];
2) Μπορεί να θεωρηθεί ότι οι [κατευθυντήριες γραμμές του BEREC του 2016], οι οποίες αντικαταστάθηκαν, όσον αφορά την υπό κρίση διαφορά, από τις [κατευθυντήριες γραμμές του BEREC του 2022], υπό το πρίσμα, ιδίως, του άρθρου 10, παράγραφος 2, [της οδηγίας 2018/1972] και του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού [2018/1971], αποτελούν μέρος του ενωσιακού δικαίου ή των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου που επιβάλλουν άμεσα τροποποίηση των συμβατικών όρων και ότι, ως εκ τούτου, συνιστούν τροποποίηση της νομοθεσίας η οποία δικαιολογεί την εφαρμογή της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 105, παράγραφος 4, [της οδηγίας 2018/1972], ή πρόκειται απλώς για ερμηνεία του δικαίου –ιδίως κατά την εφαρμογή απόφασης του Δικαστηρίου– η οποία δεν συνιστά τροποποίηση της προγενέστερης νομοθεσίας υπό το πρίσμα του άρθρου 105, παράγραφος 4, [της οδηγίας 2018/1972];
3) Εάν η εφαρμογή της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 105, παράγραφος 4, [της οδηγίας 2018/1972] δεν δικαιολογείται ούτε από απόφαση του Δικαστηρίου ούτε από τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC του 2022, μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος των διατάξεων του εθνικού δικαίου που επιβάλλουν άμεσα τροποποίηση των συμβατικών όρων, κατά το άρθρο 105, παράγραφος 4, [της οδηγίας 2018/1972], η απόφαση [ΕΡΑ] η οποία εφαρμόζει, έναντι παρόχου υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ένα τροποποιημένο νομολογιακό κριτήριο σχετικά με το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού [2015/2120], το οποίο βασίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC του 2022, όπως αυτές τροποποιήθηκαν κατόπιν αποφάσεως του Δικαστηρίου, με την επισήμανση ότι η διάταξη του κανονισμού 2015/2120 παραμένει η ίδια και δεν έχει μεταβληθεί κατά το χρονικό διάστημα το οποίο αφορά η διαφορά;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
29 Με τα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972 έχει την έννοια ότι ο τελικός χρήστης έχει το δικαίωμα να καταγγείλει χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση τη σύμβαση που έχει συνάψει με πάροχο υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όταν ο τελευταίος προτείνει αλλαγές στη σύμβαση προκειμένου να την καταστήσει σύμφωνη με την ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο προδικαστικής απόφασης σε διάταξη του δικαίου της Ένωσης που διέπει ορισμένες πτυχές μιας τέτοιας σύμβασης ή με τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC που εκδόθηκαν κατόπιν της απόφασης αυτής ή ακόμη με απόφαση που έλαβε μια ΕΡΑ έναντι του συγκεκριμένου παρόχου βάσει της εν λόγω δικαστικής απόφασης και των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών.
30 Κατά πάγια νομολογία, κατά την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας η διάταξη αυτή αποτελεί μέρος (βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, και της 8ης Μαΐου 2025, Pielatak, C‑410/23, EU:C:2025:325, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972 προβλέπει ότι οι τελικοί χρήστες έχουν το δικαίωμα να καταγγέλλουν τη σύμβασή τους χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση κατόπιν κοινοποίησης αλλαγών στους συμβατικούς όρους που προτείνονται από τον πάροχο διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός αν οι προτεινόμενες αλλαγές είναι αποκλειστικά προς όφελος του τελικού χρήστη, είναι αυστηρώς διοικητικού χαρακτήρα και δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις στον τελικό χρήστη, ή επιβάλλονται άμεσα από το ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο.
32 Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 275 της οδηγίας, οποιαδήποτε αλλαγή των συμβατικών όρων από τον πάροχο θα πρέπει να δίνει το δικαίωμα στον τελικό χρήστη να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς κανένα κόστος, εκτός αν κάθε αλλαγή είναι καθ’ αυτή επωφελής για τον τελικό χρήστη ή οι αλλαγές είναι αμιγώς διοικητικής φύσης, όπως η αλλαγή της διεύθυνσης του παρόχου, και δεν έχουν αρνητικό αντίκτυπο στον τελικό χρήστη ή οι αλλαγές επιβάλλονται αυστηρά από νομοθετικές ή ρυθμιστικές αλλαγές.
33 Από τη συνδυασμένη ανάγνωση του άρθρου 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας και της αιτιολογικής σκέψης 275 προκύπτει ότι η τρίτη εξαίρεση, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, in fine, της οδηγίας 2018/1972, εφαρμόζεται, σε περίπτωση που ο πάροχος προτείνει αλλαγές στους συμβατικούς όρους, μόνον όταν οι αλλαγές των εν λόγω συμβατικών όρων επιβάλλονται άμεσα και αυστηρά από το ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο κατόπιν της ενάρξεως ισχύος ή της τροποποίησης νομοθετικής ή κανονιστικής πράξης του.
34 Η γενική οικονομία του άρθρου 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972 και ο σκοπός της εν λόγω οδηγίας επιρρωννύουν την ερμηνεία αυτή.
35 Πράγματι, το εν λόγω άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, προβλέπει γενικό κανόνα κατά τον οποίο ενδεχόμενη αλλαγή στους συμβατικούς όρους την οποία προτείνει ο πάροχος διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών παρέχει στους τελικούς χρήστες δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασής τους χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση. Ο γενικός αυτός κανόνας συνοδεύεται από τρεις εξαιρέσεις, οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται στενά.
36 Η στενή ερμηνεία των εξαιρέσεων αυτών συνάδει με τον γενικό σκοπό της διασφάλισης υψηλού και ενιαίου επιπέδου προστασίας για τους τελικούς χρήστες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2018/1972. Επομένως, το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας έχει την έννοια ότι, για την εφαρμογή της τρίτης εξαίρεσης που προβλέπει η διάταξη αυτή, είναι αναγκαίο η προτεινόμενη από τον οικείο πάροχο αλλαγή στους συμβατικούς όρους να επιβάλλεται άμεσα και αυστηρά από μια αλλαγή που έχει επέλθει στο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο που αποτελεί το σχετικό νομοθετικό ή κανονιστικό πλαίσιο.
37 Εν προκειμένω, τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν, πρώτον, το ζήτημα του κατά πόσον μια προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να θεωρηθεί ως αλλαγή στο δίκαιο της Ένωσης, κατά την έννοια της προηγούμενης σκέψης της παρούσας απόφασης.
38 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η ερμηνεία που δίδει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του απονέμει το 267 ΣΛΕΕ, σε κανόνα του δικαίου της Ένωσης διασαφηνίζει και ορίζει, όταν παρίσταται ανάγκη, την έννοια και το περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, όπως αυτός πρέπει ή έπρεπε να γίνει αντιληπτός και να εφαρμοστεί από τη θέση του σε ισχύ. Με άλλα λόγια, η προδικαστική απόφαση έχει αμιγώς αναγνωριστική και όχι διαπλαστική ισχύ, με αποτέλεσμα τα αποτελέσματά της να ανάγονται, κατ’ αρχήν, στην ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του ερμηνευομένου κανόνα (αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2008, Kempter, C‑2/06, EU:C:2008:78, σκέψη 35, της 28ης Ιανουαρίου 2015, Starjakob, C‑417/13, EU:C:2015:38, σκέψη 63, και της 10ης Μαρτίου 2022, Grossmania, C‑177/20, EU:C:2022:175, σκέψη 41).
39 Επομένως, οι διοικητικές αρχές οφείλουν να εφαρμόζουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, όπως και τα εθνικά δικαστήρια, τον ούτως ερμηνευθέντα κανόνα δικαίου της Ένωσης ακόμη και σε έννομες σχέσεις που δημιουργήθηκαν πριν από την έκδοση της απόφασης με την οποία το Δικαστήριο αποφαίνεται επί του ζητήματος ερμηνείας [πρβλ. αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2008, Kempter, C‑2/06, EU:C:2008:78, σκέψη 36, της 14ης Μαΐου 2020, Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság Dél-alföldi Regionális Igazgatóság, C‑924/19 PPU και C‑925/19 PPU, EU:C:2020:367, σκέψη 186, της 16ης Μαρτίου 2023, Towercast, C‑449/21, EU:C:2023:207, σκέψη 56, και της 20ής Απριλίου 2023, Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato (Δήμος Ginosa), C‑348/22, EU:C:2023:301, σκέψη 73].
40 Υπό τις συνθήκες αυτές, μια προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου η οποία αφορά ιδίως την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2015/2120, όπως οι αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 2020, Telenor Magyarország (C‑807/18 και C‑39/19, EU:C:2020:708), της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, Vodafone (C‑854/19, EU:C:2021:675), της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, Vodafone (C‑5/20, EU:C:2021:676), και της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, Telekom Deutschland (C‑34/20, EU:C:2021:677), δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τροποποίηση νομοθετικής ή κανονιστικής πράξης του δικαίου της Ένωσης ικανή να επιβάλει άμεσα σε πάροχο υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών την υποχρέωση να τροποποιήσει τους συμβατικούς όρους των συμβάσεων παροχής συνδρομητικών υπηρεσιών που έχει συνάψει με τους τελικούς χρήστες.
41 Δεύτερον, όσον αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC, επισημαίνεται ότι αυτές δεν συνιστούν ούτε νομοθετικές ή κανονιστικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης ούτε τροποποιήσεις τους.
42 Ασφαλώς, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2018/1971, οι ΕΡΑ και η Επιτροπή «λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη κάθε κατευθυντήρια γραμμή, γνώμη, σύσταση, κοινή θέση και βέλτιστη πρακτική που έχει εγκρίνει ο BEREC». Ομοίως, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2018/1972, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ΕΡΑ «λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές, τις γνωμοδοτήσεις, τις συστάσεις, τις κοινές θέσεις, τις βέλτιστες πρακτικές και τις μεθοδολογίες που εκδίδει ο BEREC κατά τη λήψη των αποφάσεών τους για τις εθνικές τους αγορές».
43 Ωστόσο, οι πράξεις αυτές στερούνται νομικώς δεσμευτικού χαρακτήρα και δεν εντάσσονται στο πλαίσιο της διαδικασίας κατάρτισης της νομοθεσίας της Ένωσης στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Μοναδικός σκοπός του BEREC είναι να λειτουργεί ως φόρουμ συνεργασίας μεταξύ των ΕΡΑ και ανάμεσα στις ΕΡΑ και την Επιτροπή, με σκοπό να εξασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 2018/1971, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 5 του κανονισμού (απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2023, Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑632/20 P, EU:C:2023:28, σκέψη 85).
44 Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του BEREC, όπως αυτές του 2022, οι οποίες διαπιστώνουν, αντιθέτως προς τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC του 2016, ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2015/2120 δεν επιτρέπει τις λεγόμενες «μηδενικής χρέωσης» τιμολογιακές επιλογές, επιβάλλουν άμεσα σε πάροχο υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών την υποχρέωση να τροποποιήσει τους συμβατικούς όρους, κατά την έννοια του άρθρου 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972.
45 Τρίτον, όσον αφορά το ζήτημα εάν τούτο ισχύει παρά ταύτα στην περίπτωση απόφασης ΕΡΑ, επισημαίνεται ότι, με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά απόφαση που έλαβε ο πρόεδρος της NMHH στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του διοικητικής εποπτείας προκειμένου ο αποδέκτης της, ο πάροχος υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών Magyar Telekom, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2015/2120, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.
46 Μια τέτοια απόφαση, όμως, δεν έχει κανονιστικό χαρακτήρα, διότι, εκδίδοντάς την, μια ΕΡΑ περιορίζεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, στην ερμηνεία και την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, η οποία αποτελεί μέρος της νομοθεσίας της Ένωσης στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
47 Επομένως, απόφαση την οποία εκδίδει ΕΡΑ, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της περί διοικητικής εποπτείας, έναντι παρόχου υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών προκειμένου αυτός να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από διάταξη του δικαίου της Ένωσης, η οποία εμπίπτει στη νομοθεσία περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβάλλει άμεσα στον πάροχο αυτόν την υποχρέωση να τροποποιήσει συμβατικούς όρους, κατά την έννοια του άρθρου 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972.
48 Κατά τα λοιπά, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ο κανονισμός «είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος» και ότι, κατά πάγια νομολογία, δυνάμει της διάταξης αυτής και λόγω ακριβώς της φύσης των κανονισμών και της λειτουργίας τους στο σύστημα των πηγών του δικαίου της Ένωσης, οι διατάξεις των κανονισμών έχουν, εν γένει, άμεσο αποτέλεσμα στις εθνικές έννομες τάξεις, χωρίς να απαιτείται από τις εθνικές αρχές να λαμβάνουν μέτρα εφαρμογής (απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2024, Österreichische Datenschutzbehörde, C‑33/22, EU:C:2024:46, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
49 Βεβαίως, για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων κανονισμού, ενδέχεται να απαιτείται η λήψη μέτρων εφαρμογής από τα κράτη μέλη (απόφαση της 15ης Ιουνίου 2021, Facebook Ireland κ.λπ., C‑645/19, EU:C:2021:483, σκέψη 110 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εντούτοις, εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο δεν μνημονεύει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως τέτοια εθνικά μέτρα εφαρμογής και, σε τελική ανάλυση, από το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2015/2120 δεν προκύπτει ότι για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, είναι αναγκαία η θέσπιση τέτοιων εθνικών μέτρων εφαρμογής.
50 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972 έχει την έννοια ότι ο τελικός χρήστης έχει το δικαίωμα να καταγγείλει χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση τη σύμβαση που έχει συνάψει με πάροχο υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όταν ο τελευταίος προτείνει αλλαγές στη σύμβαση προκειμένου να την καταστήσει σύμφωνη με την ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο προδικαστικής απόφασης σε διάταξη του δικαίου της Ένωσης που διέπει ορισμένες πτυχές μιας τέτοιας σύμβασης ή με τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC που εκδόθηκαν κατόπιν της απόφασης αυτής ή ακόμη με απόφαση που έλαβε μια ΕΡΑ έναντι του συγκεκριμένου παρόχου βάσει της εν λόγω δικαστικής απόφασης και των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών.
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών,
έχει την έννοια ότι:
ο τελικός χρήστης έχει το δικαίωμα να καταγγείλει χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση τη σύμβαση που έχει συνάψει με πάροχο υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όταν ο τελευταίος προτείνει αλλαγές στη σύμβαση προκειμένου να την καταστήσει σύμφωνη με την ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο προδικαστικής απόφασης σε διάταξη του δικαίου της Ένωσης που διέπει ορισμένες πτυχές μιας τέτοιας σύμβασης ή με τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC που εκδόθηκαν κατόπιν της απόφασης αυτής ή ακόμη με απόφαση που έλαβε μια εθνική ρυθμιστική αρχή έναντι του συγκεκριμένου παρόχου βάσει της εν λόγω δικαστικής απόφασης και των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών.
(υπογραφές)
