Αριθμός 82/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. χας Δ. Α., το γένος Κ. Χ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Τιτίκα Νικέα – Μουράτογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “… ΑΕ”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “… ΑΕ”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “… AΕ”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “…” και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “…”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν. Κοινοποιουμένη η αναίρεση στον: Φ. Χ. του Κ., κάτοικο Καλλιθέας Αττικής, που δεν παραστάθηκε.
Α. Της προσθέτως υπέρ της “… ΑΕ” παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…” και δ.τ. “…” (πρώην “…”), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία “…”, ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “… ΑΕ”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κικιλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Β. Της προσθέτως υπέρ της “…” παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…” και δ.τ. “…”, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία “…”, ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “Τράπεζα …” και δ.τ. “…”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αφροδίτη Πετροπούλου.
Γ. Της προσθέτως υπέρ της “…” παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…” και δ.τ. “…”, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία “…”, ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “…”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κωφό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών και συνεκδικάστηκε με την από 5-5-2021 πρόσθετη παρέμβαση του προς κοινοποίηση η αναίρεση, Φ. Χ. του Κ..
Εκδόθηκε η … απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-5-2023 αίτησή της, η δε υπό στοιχ. Α προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 3-10-2024 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι προσθέτως παρεμβαίνουσες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των προσθέτως στο ακροατήριο παρεμβαινουσών ζήτησαν την παραδοχή των πρόσθετων παρεμβάσεων και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β’, 309 εδ. α’, 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των τελεσίδικων αποφάσεων, δηλαδή εκείνων που, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με τα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Η τελεσιδικία, της οποίας η ύπαρξη ερευνάται αυτεπάγγελτα, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που ασκείται η αναίρεση, δηλ. κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση. Οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε έφεση μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης από εκείνον τον διάδικο που έχασε το δικαίωμα να ασκήσει έφεση, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη, μετά την επίδοση, η προθεσμία για άσκηση έφεσης κατ’ αυτής, είτε γιατί παραιτήθηκε, έστω και σιωπηρά, από αυτό. Τέτοια παραίτηση, με εξαίρεση τις διαφορές του άρθρου 592 του νέου ΚΠολΔ, ενέχει η άσκηση εκ μέρους του αναίρεσης, ενώ διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, υπό την προϋπόθεση ότι ο δικηγόρος που υπογράφει την αναίρεση έχει σχετική ειδική πληρεξουσιότητα ή ότι εκ των υστέρων εγκρίθηκε, κατά διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 544 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, η άσκηση αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα, όπως συμβαίνει όταν ο τελευταίος παρίσταται αυτοπροσώπως στον Άρειο Πάγο για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή παρέχει πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο για τη συζήτησή της, δεδομένου ότι η σιωπηρή αυτή παραίτηση είναι επιτρεπτή και χωρίς τη τήρηση του κατά το άρθρο 297 του ΚΠολΔ τύπου, αφού ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά τη παραίτηση από το δικόγραφο ή από το δικαίωμα ένδικου μέσου που έχει ήδη ασκηθεί. Το αποτέλεσμα της παραίτησης, δηλαδή η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης, ανατρέχει στο χρόνο άσκησης της αναίρεσης, έστω και αν η επίδοση του δικογράφου της έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο (Ολ.ΑΠ 17/2013, ΑΠ 1907/2024, ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1147/2021, ΑΠ 221/2020, ΑΠ 470/2017, ΑΠ 318/2017). Υπό τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση, από 11-5-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. …), αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η με αριθ. … απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 “ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων”), ασκήθηκε παραδεκτά, παρά το ότι δεν προκύπτει ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης, καθόσον από την απευθείας άσκηση της αναίρεσης συνάγεται (σιωπηρή) παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικαίωμά της να ασκήσει έφεση. Η παραίτησή της αυτή, για την οποία δεν παρασχέθηκε στη πληρεξούσια δικηγόρο της Τ. συζ. Β. Μ., το γένος Π. Ν., η απαιτούμενη, κατ’ άρθρ. 98 περ. β’ του ΚΠολΔ, ειδική πληρεξουσιότητα, εγκρίθηκε σιωπηρά από αυτή και έτσι θεραπεύτηκε η έλλειψη, όπως αυτό προκύπτει από τη, με το προσκομιζόμενο με αριθ. … έγγραφο της συμβολαιογράφου Καρπενησίου Ν. Ξ. Ο., πληρεξουσιότητα που παρασχέθηκε, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, στη πιο πάνω δικηγόρο να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου. Η έγκριση, ενεργώντας αναδρομικά, ισχυροποίησε τη παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης κατά τα προαναφερόμενα. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι παρά την ερημοδικία της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των καθών η αίτηση ανώνυμων τραπεζικών εταιριών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών και ήδη δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024, ΑΠ 596/2024).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024). Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους “μετέχοντες στη δίκη” πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από την αναιρεσείουσα με αριθ. … εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Β. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 11-5-2023, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, όπως και στον υπέρ αυτής (αιτούσας) προσθέτως παρεμβαίνοντα Φ. Χ.. Επομένως, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ’ του ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων….”, “Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις”. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, “Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης” (ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 368/2019). Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρίας διαχείρισης ως μη δικαιούχου διαδίκου, διευκολύνει τις εταιρίες απόκτησης, οι οποίες συνήθως έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδίωξής τους, αφού αυτή ασκείται αποκλειστικά από τις εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ. γ`του ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών – καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιριών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος(Ολ.ΑΠ 1/2023, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1714/2022, ΑΠ 1871/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η εδρεύουσα στην Αθήνα (οδός …), ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία “…” και διακριτικό τίτλο “….”, όπως μετονομάστηκε η εταιρεία με την επωνυμία “…”, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις … και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά σύντμηση της προθεσμίας, στην αναιρεσείουσα και τις αναιρεσίβλητες, όπως εμφαίνεται από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα με αριθ. … και … εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη Περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά Α. Κ., άσκησε, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “… ΑΕ”, υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων με δικαιούχο την εδρεύουσα στο Δουβλίνο Ιρλανδίας εταιρία με την επωνυμία “…”, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρίας, ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “… ΑΕ” υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 του ΚΠολΔ). Επίσης, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, η εδρεύουσα στο Μαρούσι Αττικής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “…” και το διακριτικό τίτλο “….”, με προφορική της δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις, από 1-11-2024, προτάσεις της, άσκησε, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με την επωνυμία “Τράπεζα … AE” και “… AE”, επικαλούμενη έννομο προς τούτο συμφέρον ενόψει του ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων, των οποίων δικαιούχοι τυγχάνουν οι αλλοδαπές εταιρείες με την επωνυμία “…” και “…”, αντίστοιχα, ειδικών διαδόχων των παραπάνω τραπεζικών εταιρειών υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 του ΚΠολΔ, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1102/2022). Επομένως, οι ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις, οι οποίες έχουν σαφώς χαρακτήρα αυτοτελών πρόσθετων παρεμβάσεων, είναι παραδεκτές και νόμιμες, κατ` άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα, μεταξύ των κυρίων διαδίκων (πρώτης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων) και των προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαινόντων, να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτές να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 του ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 1/2023, ΑΠ 561/2024, ΑΠ 1851/2024).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 “Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων…”, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 27-8-2013, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α’ 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: “φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής”. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι “ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές”. Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι “Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται”. Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που “θέλει” την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το “αποδέχεται” (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1508/2022). Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη “περιέλευση” του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022). Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β’ της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι’ αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ. με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1060/2023, ΑΠ 808/2023). Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 549/2022). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν “αιτιολογία” της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1061/2023). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Ειρηνοδικείο Αχαρνών, που δίκασε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β’του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), με τη προσβαλλόμενη, τελεσίδικη, απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά:” ……… Η αιτούσα, γεννηθείσα το έτος 1944, τελεί σε καθεστώς χηρείας από το έτος 1998 και έχει δύο τέκνα, ήτοι: α) τον Α. Ι. του Δ., γεννηθέντα το έτος 1966, και β) την Α. Ε. του Δ., γεννηθείσα το έτος 1968. Είναι συνταξιούχος λαμβάνοντας μηνιαίως σύνταξη πληρωτέου ποσού περίπου €1.300,00 ευρώ. Το ετήσιο εισόδημα της αιτούσας κατά τα τελευταία έτη διαμορφώθηκε ως εξής: κατά το οικονομικό έτος 2003 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 21.227,08 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2004 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 21.836,03 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2005 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 22.923,57 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2006 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 23.972,20 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2007 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 24.931,16 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2008 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 26.406.29 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2009 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 26.859,46 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2010 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 27.357,06 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2011 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 25.578,06 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2012 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 24.686,50 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2013 το εισόδημα της αιτούσας α¬νήλθε σε 23.945,17 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2014 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 19.708,23 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2014 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 19.349,46 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2015 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 18.991,68 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2016 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 17.911,01 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2017 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 16.805,60 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2018 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 16.830,80 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2019 το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε σε 17.662,26 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα είχε αναλάβει, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης: 1) έναντι της πρώτης καθ’ ης η αίτηση πιστώτριας: α) οφειλή εκ της υπ’ αριθμ. … σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια και η οποία την 25.07.2013 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 37.832,26 ευρώ, β) οφειλή εκ της υπ’ αριθμ. … σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια και η οποία την 25.07.2013 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 13.343,06 ευρώ, γ) οφειλή εκ της υπ’ αριθμ. … σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια και η οποία την 25.07.2013 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 41.017,02 ευρώ, δ) οφειλή εκ της υπ’ αριθμ. … σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως οφειλέτρια και η οποία την 25.07.2013 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 95.056,33 ευρώ, ε) οφειλή εκ της υπ’ αριθμ. … σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια και η οποία την 25.07.2013 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 30.080,69 ευρώ (….), 2) έναντι της δεύτερης καθ’ ης η αίτηση πιστώτριας: α) οφειλή εκ της υπ’ αριθμ. … σύμβασης καταναλωτικής πίστης, η οποία την 12.08.2013 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 13.109,28 ευρώ, β) οφειλή απορρέουσα από σύμβαση καταναλωτικής πίστης με αρ. λογ. …, η οποία την 01.08.2013 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 16.313,01 ευρώ (….), 3) έναντι της τρίτης καθ’ ης η αίτηση πιστώτριας οφειλή απορρέουσα από σύμβαση καταναλωτικού δανείου με αριθμό …, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια και η οποία την 25.07.2013 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 13.715,39 ευρώ (…), 4) έναντι της τέταρτης καθ’ ης η αίτηση πιστώτριας οφειλή με αρ. λογ. …, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια και η οποία την 29.07.2013 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 12.648,96 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω το συνολικό ύψος των οφειλών της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 273.116,00 ευρώ. Από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό και δη από το με ημερομηνία 29.07.2013 έγγραφο της πρώτη καθ’ ης η αίτηση πιστώτριας και από τις προαναφερόμενες βεβαιώσεις οφειλών της δεύτερης καθ’ ης η αίτηση πιστώτριας, της τρίτης καθ’ ης η αίτηση πιστώτριας και της τέταρτης καθ’ ης η αίτηση πιστώτριας, όπου αναγράφεται το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης αυτών, αποδείχθηκε ότι η συνολική μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων της αιτούσας ανερχόταν κατά τον χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης στο ποσό 2.111,80 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω, σε συνδυασμό με το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών της αιτούσας, καθίσταται σαφές ότι τα εισοδήματά της, ακόμη και στο υψηλότερο επίπεδο τους, ήτοι κατά το οικονομικό έτος 2010, οπότε και τα εισοδήματά της ανέρχονταν στο ποσό των 27.357,06 ευρώ, ποτέ δεν θα της επέτρεπαν να καλύπτει τις δαπάνες διαβίωσής της και ταυτόχρονα να ανταποκρίνεται στην εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων. Συγκεκριμένα, η μηνιαία δόση αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεων της αιτούσας ανερχόταν στο ποσό των €2.111,80 ευρώ και τα εισοδήματά της διαχρονικά, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος της, δεν της επέτρεπαν να είναι συνεπής έναντι των δανειακών της υποχρεώσεων ικανοποιώντας ταυτόχρονα και τις βιοτικές ανάγκες της. Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι η αιτούσα ενήργησε δολίως, αφού με την εν γένει συμπεριφορά της συνέβαλε στη πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρεών της. Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα της αιτούσας είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών της) ως πιθανό και το αποδέχθηκε.
Συνεπώς, προκύπτει σαφώς ότι η αιτούσα, κατά το χρόνο που αναλάμβανε τις εν λόγω δανειακές υποχρεώσεις της, δια της καταβολής από αυτήν προς τις πιστώτριές της μηνιαίων δόσεων δυσανάλογων με τα εισοδήματά της, από τα οποία (εισοδήματα) θα έπρεπε να καλύπτει και τις βιοτικές ανάγκες της, γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στα χρέη της. Δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών της αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του. Με βάση τα ανωτέρω, η αιτούσα δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της και κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της προταθείσας από την πρώτη καθ’ ης η αίτηση πιστώτρια ένστασης δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών…..”. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 27-8-2013 αίτηση της αιτούσας. Κρίνοντας έτσι το, ως άνω δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, διότι αυτή, κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων, είχε προβλέψει την αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της ως οφειλέτης και εγγυήτρια και αποδέχθηκε αυτό, διέλαβε επαρκή και σαφή αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσής της από ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων. Πιο συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των, από τις εννέα συμβάσεις, δανειακών υποχρεώσεων (στεγαστικών, καταναλωτικών) που ανέλαβε η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, από τέσσερα τραπεζικά ιδρύματα, οι οποίες ανέρχονται, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, στο ποσό των 273.116 ευρώ, β) το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά της κατά τα οικονομικά έτη 2003 έως 2019, γ) την ηλικία της (γεννηθείσα το έτος 1944), ότι είναι συνταξιούχος με κατά μήνα αποδοχές 1.300 ευρώ περίπου και ότι από το έτος 1998 είναι χήρα, δ) τις μηνιαίες υποχρεώσεις της προς τις πιστώτριες από τα ως άνω δάνεια οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 2.111,80 ευρώ, ε) ότι συμβλήθηκε ως οφειλέτης και ως εγγυήτρια στις συμβάσεις στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, γνωρίζοντας, ενόψει των κατά μήνα αποδοχών της, την οικονομική αδυναμία της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, που ανέρχονταν στο παραπάνω ποσό, στ) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι των πιστωτών της, προβαίνοντας σε συνεχή δανεισμό με διαρκείς λήψεις δανείων, χωρίς να υφίσταται εμφανής λόγος γι’ αυτό, υπερέβαιναν τις δυνατότητές της, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν, εν γνώσει της ότι το εισόδημά της δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής της θέσης ή προσωπικής της κατάστασης, αφού ήδη ήταν συνταξιούχος, ώστε να ανταποκριθεί στα χρέη της. Τα περιστατικά αυτά που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και του άρθρου 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα, μπορούσε να προβλέψει ότι ο ως άνω δανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές της δυνατότητες, θα την οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε τη συμπεριφορά αυτή δηλ. η αναιρεσείουσα, έχουσα πάντα ως μοναδικό της εισόδημα τη σύνταξή της και γνωρίζοντας την πρόδηλη αναντιστοιχία των εισοδημάτων της προς τις οφειλές της, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία ανέλαβε, προέβλεψε την αδυναμία της να ανταποκριθεί στη πληρωμή των χρεών της και παραταύτα αποδέχτηκε το ως άνω αποτέλεσμα. Η πρώτη καθής η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία “Τράπεζα … AE”, με τις από 24-2-2021 προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, πρότεινε την ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υποστηρίζοντας, εκτός των άλλων, ότι: “…. η αντίδικος έχει λάβει τα επίδικα τραπεζικά προϊόντα για τα οποία οφείλει σήμερα το συνολικό ποσό των 273.000 € περίπου, προκειμένου να ικανοποιήσει τις επιθυμίες τις δικές της αλλά και της οικογένειάς της, εις βάρος φυσικά των Τραπεζών, αν και γνώριζε την αδυναμία κάλυψής τους, καθόσον κατά το χρονικό διάστημα του δανεισμού της, ήταν ήδη συνταξιούχος και δεν είχε επαρκή εισοδήματα για την κάλυψη των μηνιαίων δόσεων των επίδικων στεγαστικών δανείων. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η υπαιτιότητά της είχε τη μορφή ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών της) ως πιθανό και το αποδέχθηκε. Δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών της αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα. Κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του. Συγκεκριμένα, η αντίδικός μας προφανώς έλαβε υπόψη της το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών της και αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στην παροχή εγγυήσεων για την λήψη των επίδικων στεγαστικών δανείων, καταναλώνοντας μαζί με την οικογένεια της το ποσό των 273.000 € και πλέον και αψηφώντας για τις συνέπειες. Είναι προφανές ότι η δημιουργία των επίδικων χρεών οφείλεται σε υπαιτιότητα της αντιδίκου διότι ενώ αυτή γνώριζε ότι δεν είχε επαρκή εισοδήματα για την κάλυψη όλων των δανείων της, και συνεπώς ότι δεν θα μπορούσε να πληρώσει τις υποχρεώσεις της, εντούτοις προέβη σε μεγάλο δανεισμό, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης σε αυτήν και την οικογένειά της, από αυτό που επέτρεπαν τα περιουσιακά της στοιχεία, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή…… Η αντίδικος ισχυρίζεται όλως αορίστως, ότι οδηγήθηκε στον υπερδανεισμό λόγω δήθεν πιεστικών οικογενειακών υποχρεώσεων, απρόβλεπτων γεγονότων κλπ και λόγω έλλειψης βεβαίως οικονομικών πόρων, ήτοι αποδεικνύεται πλήρως ότι αυτή αλόγιστα και χωρίς επιμέλεια και σύνεση προέβαινε σε διαρκείς λήψεις δανείων, που εκ των προτέρων γνώριζε ότι θα ήταν αδύνατον να τις αποπληρώσει, λόγω των μη επαρκών εισοδημάτων της…..”. . Η ένσταση αυτή, της πρώτης καθής η αίτηση και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη (η οποία αρκεί να προβληθεί από μία των πιστωτών, λόγω της μεταξύ τους οιονεί αναγκαστικής ομοδικίας) είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει τα απαιτούμενα, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι η αιτούσα, ήδη αναιρεσείουσα, συμφώνησε και με την ως άνω πιστώτρια, όπως και με την δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των καθών η αίτηση, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που της επέτρεπε το εισόδημά της, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, θα την οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε ορισμένη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της οφειλέτου-πιστώτριας. Σημειώνεται ότι, αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της αιτούσας κατά την ανάληψη των χρεών της, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτής με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής της κατάστασης και της πρόθεσής της να μην αποπληρώσει τα δάνεια, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής της ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου (ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 991/2023). Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την παραδοχή της πιο πάνω ένστασης ως ουσιαστικά βάσιμης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας. Συνακόλουθα, ο πρώτος και δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τους οποίους προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατά εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, δέχθηκε ως ορισμένη και συνακόλουθα ως και κατ’ ουσία βάσιμη την προβληθείσα, με τις προτάσεις της ενώπιον του (πρωτοβάθμιου) δικαστηρίου, από την παριστάμενη πρώτη των καθών η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρία-πιστώτρια και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ένσταση δόλιας περιέλευσής της (αιτούσας) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις πιστώτριες, καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Τέλος, απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, κρίνεται και ο τρίτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδ. α` του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η ληφθείσα υπόψη από τη προσβαλλόμενη απόφαση ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις πιστώτριες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες δεν προβλήθηκε από τις απολειπόμενες δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των καθών η αίτηση-πιστώτριες, καθόσον στη παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδ. α` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 625/2024, ΑΠ 686/2024, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδ. α` του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 808/2023, ΑΠ 651/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020), πλέον και της ουσιαστικής της αβασιμότητας καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, αρκεί ότι η εν λόγω ένσταση, προβλήθηκε παραδεκτά από την παριστάμενη πρώτη των καθών η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρία και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, εξαιτίας της μεταξύ των πιστωτών οιονεί αναγκαστικής ομοδικίας. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β`του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία “δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται…” και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1713/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 11-5-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. …), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. … απόφασης του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 82/2025 Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένου – Υπαγωγή στο ν. 3869/2010 – Έλλειψη δόλου -Απορριπτέες Απαιτήσεις Πιστωτών
Πηγή :
