ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 5ης Μαρτίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία – Οδηγία 2000/78/ΕΚ – Απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας – Περιφερειακή ρύθμιση για τις αποδοχές των συμβασιούχων υπαλλήλων – Συνυπολογισμός των περιόδων απασχόλησης που συμπληρώθηκαν πριν από την ηλικία των 18 ετών – Νέο σύστημα αποδοχών που αντικαθιστά προγενέστερη ρύθμιση η οποία κρίθηκε ότι εισάγει διακρίσεις »
Στην υπόθεση C‑757/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Arbeits- und Sozialgericht Wien (δικαστήριο διαφορών εργατικού δικαίου και δικαίου κοινωνικής ασφάλισης Βιέννης, Αυστρία) με απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Νοεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
SG
κατά
Gemeinde Wien,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Condinanzi, πρόεδρο τμήματος, R. Frendo και A. Kornezov (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: R. Norkus
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο SG, εκπροσωπούμενος από τον A. Obereder, Rechtsanwalt,
– ο Gemeinde Wien, εκπροσωπούμενος από τον C. Gamauf, Rechtsanwalt,
– η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Posch, τη J. Schmoll και τη C. Leeb,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον B.‑R. Killmann και την E. Schmidt,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ 2000, L 303, σ. 16), σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του SG (στο εξής: ενάγων) και του Gemeinde Wien (Δήμου Βιέννης, Αυστρία) σχετικά με τον καθορισμό της ημερομηνίας αναφοράς για την προαγωγή του SG στη μισθολογική κλίμακα που ισχύει για τον Δήμο Βιέννης.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σκοπός», προβλέπει τα εξής:
«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη.»
4 Το άρθρο 2 της οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Η έννοια των διακρίσεων», ορίζει τα εξής:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:
α) συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο,
β) συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική ενδέχεται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός προσώπου μιας ορισμένης θρησκείας ή πεποιθήσεων, με μια ορισμένη ειδική ανάγκη, μιας ορισμένης ηλικίας, ή ενός ορισμένου γενετήσιου προσανατολισμού, σε σχέση με άλλα άτομα εκτός εάν,
i) η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία, […]
[…]».
5 Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στην παράγραφο 1, στοιχείο γʹ, τα εξής:
«Εντός των ορίων των εξουσιών που απονέμονται στην Κοινότητα, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων, όσον αφορά:
[…]
γ) τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων και των αμοιβών».
6 Το άρθρο 6 της οδηγίας 2000/78, το οποίο επιγράφεται «Δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας», έχει ως εξής:
«1. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.
[…]
2. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι δεν συνιστά διάκριση λόγω ηλικίας, όσον αφορά τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, ο καθορισμός ηλικίας για την ένταξη ή την αποδοχή σε παροχές συνταξιοδότησης ή αναπηρίας, συμπεριλαμβανομένου και του καθορισμού για τα καθεστώτα αυτά διαφορετικού ορίου ηλικίας για εργαζόμενους ή για ομάδες ή κατηγορίες εργαζομένων και της χρήσης στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών κριτηρίων ηλικίας στους αναλογιστικούς υπολογισμούς, υπό τον όρο ότι αυτό δεν καταλήγει σε διακρίσεις λόγω φύλου.»
Το αυστριακό δίκαιο
Η BO του 1994
7 Το άρθρο 49v της Besoldungsordnung 1994 (κανονιστικής αποφάσεως του 1994 περί μισθολογικού καθεστώτος) (LGBl. αριθ. 55/1994, στο εξής: BO του 1994), όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl. αριθ. 38/2023, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ημερομηνία αναφοράς για τη σύγκριση», προβλέπει τα εξής:
«(1) Η ημερομηνία αναφοράς για τη σύγκριση υπολογίζεται κατά τρόπον ώστε οι περίοδοι οι οποίες έπρεπε να συνυπολογιστούν ως προγενέστερες της προσλήψεως περίοδοι κατά τον υπολογισμό της ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή ή οι οποίες θα έπρεπε να έχουν συνυπολογιστεί ως προγενέστερες της προσλήψεως περίοδοι μη λαμβανομένου υπόψη του ορίου ηλικίας των 18 ετών και του περιορισμού που προβλέπεται στο άρθρο 15a, παράγραφος 1, σημείο 1, στοιχείο b), του Dienstordnung 1994 [(κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του 1994) (LGBl. αριθ. 56/1994, στο εξής: DO του 1994), όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl. αριθ. 38/2023], να συνυπολογίζονται με αναδρομή στον χρόνο πριν από την ημερομηνία προσλήψεως σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 7.
(2) Κατά τον υπολογισμό της ημερομηνίας αναφοράς για τη σύγκριση σύμφωνα με τις παραγράφους 3 έως 6, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις σχετικά με την ημερομηνία αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή:
1. άρθρο 14 του [DO του 1994, όπως τροποποιήθηκε με τον 28. Novelle (28ο τροποποιητικό νόμο) (LGBl. αριθ. 42/2010)],
2. άρθρο 15 του [DO του 1994, όπως τροποποιήθηκε με τον 20. Novelle (20ό τροποποιητικό νόμο) (LGBl. αριθ. 36/2005)],
3. άρθρο 112 του [DO του 1994],
4. άρθρο 114 του [DO του 1994, όπως τροποποιήθηκε με τον 8. Novelle (8ο τροποποιητικό νόμο) (LGBl. αριθ. 47/1999)],
5. άρθρο 115f του [DO του 1994, όπως τροποποιήθηκε με τον 20. Novelle (20ό τροποποιητικό νόμο) (LGBl. αριθ. 36/2005)], και
6. το παράρτημα του [DO του 1994], όπως τροποποιήθηκε με τον 23. Novelle (23ο τροποποιητικό νόμο) (LGBl. αριθ. 42/2006].
Κρίσιμες είναι οι διατάξεις που αφορούν την κατηγορία προσωπικού στην οποία ανήκαν οι δημόσιοι υπάλληλοι κατά τον χρόνο του καθορισμού της ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή κατά το άρθρο 15a, παράγραφος 4, τελευταία περίοδος, του [DO του 1994, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης].
(3) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραγράφου 2, σημεία 1 έως 6
[…]
3. Οι λοιπές περίοδοι, υπολογιζόμενες κατά το ήμισυ με αναδρομή από τον χρόνο της πρόσληψης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον στο μέτρο που συμπληρώθηκαν μετά την 30ή Ιουνίου του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο ολοκληρώθηκε η γενική υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση των εννέα σχολικών ετών φοίτησης· εάν ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει λιγότερα από εννέα σχολικά έτη φοίτησης, κρίσιμη είναι η 30ή Ιουνίου του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία περί γενικής υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης, θα είχε συμπληρώσει εννέα σχολικά έτη φοίτησης·
[…]».
Ο DO του 1994
8 Το άρθρο 15a του DO του 1994, όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl. αριθ. 38/2023, το οποίο επιγράφεται «Μεταφορά της οδηγίας 2000/78/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο», ορίζει στις παραγράφους 1, 4 και 5 τα εξής:
«(1) Η μισθολογική κατάσταση δημοσίου υπαλλήλου τελούντος εν ενεργεία κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως του [4. Dienstrechts-Novelle 2019 (τετάρτου νόμου του 2019 περί τροποποιήσεως του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου) (LGBl. αριθ. 63/2019) επανακαθορίζεται οίκοθεν, εφόσον […] υπήρξε μετάβαση του υπαλλήλου στο σύστημα αποδοχών που προβλέπει ο [Dienstrechts-Novelle 2015 (νόμος του 2015 περί τροποποιήσεως του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου) (LGBl. αριθ. 28/2015)] και
1. ο προσδιορισμός της ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή όσον αφορά την τρέχουσα υπηρεσιακή σχέση πραγματοποιήθηκε αποκλειομένων των περιόδων που συμπληρώθηκαν
a) πριν τη συμπλήρωση του 18ου έτους ή
b) πριν την 1η Ιουλίου του έτους κατά το οποίο συμπληρώθηκαν ή επρόκειτο να συμπληρωθούν δώδεκα έτη σχολικής φοιτήσεως από την ένταξη στην πρώτη βαθμίδα σχολικής εκπαιδεύσεως ή
2. ο συνυπολογισμός των περιόδων που αναφέρονται στο σημείο 1, στοιχείο b), επέφερε επιμήκυνση του απαιτούμενου για την πρώτη μισθολογική προαγωγή χρόνου […]
[…]
[…]
(4) Ο επαναπροσδιορισμός της μισθολογικής κατάστασης που προβλέπεται στις παραγράφους 1 έως 3 γίνεται αφού καθορισθεί η ημερομηνία αναφοράς για τη σύγκριση (άρθρο 49v της [BO του 1994, όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στο LGBl. αριθ. 38/2023]) και αναθεωρηθεί, με απόφαση, η συνακόλουθη μισθολογική αρχαιότητα κατά την ημερομηνία της 31ης Ιουλίου 2015, χωρεί δε προσαύξηση της μισθολογικής αρχαιότητας που έχει καθοριστεί βάσει του άρθρου 49l της [BO του 1994, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης] αντίστοιχη προς το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας αναφοράς για τη σύγκριση και της ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή, όταν η ημερομηνία αναφοράς για τη σύγκριση είναι προγενέστερη της ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή, ενώ, στην αντίθετη περίπτωση, χωρεί μείωση της μισθολογικής αρχαιότητας αντίστοιχη προς το ίδιο χρονικό διάστημα. Η σύγκριση γίνεται με βάση την τελευταία ημερομηνία αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή, η οποία καθορίστηκε αποκλειομένων των περιόδων που συμπληρώθηκαν πριν από το 18ο έτος της ηλικίας ή πριν από την 1η Ιουλίου του έτους κατά το οποίο συμπληρώθηκαν ή επρόκειτο να συμπληρωθούν δώδεκα έτη σχολικής φοιτήσεως από την ένταξη στην πρώτη βαθμίδα σχολικής εκπαιδεύσεως.
(5) Για (πρώην) υπαλλήλους βάσει των παραγράφων 1 έως 3, ο εκ νέου υπολογισμός αξιώσεων μισθολογικής φύσεως (για περιόδους πριν από την 1η Αυγούστου 2015 με εφαρμογή του άρθρου 49l, παράγραφος 6b, της [BO του 1994, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης] και του άρθρου 11 της [BO του 1994], όπως τροποποιήθηκε με τον Dienstrechts-Novelle 2015 [νόμο του 2015 περί τροποποιήσεως του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου]) λαμβάνει χώρα αναδρομικώς με συνεκτίμηση του χρόνου υπηρεσίας που επηρεάζει τη μισθολογική προαγωγή με βάση την αναθεωρηθείσα μισθολογική αρχαιότητα. Τυχόν συμπληρωματικές καταβολές που προκύπτουν από τον ανωτέρω εκ νέου υπολογισμό πρέπει να πραγματοποιούνται οίκοθεν για το χρονικό διάστημα από την 1η Μαΐου 2016 και εφεξής. Για τις μισθολογικής φύσεως αξιώσεις που θεμελιώνουν μεταγενέστερες καταβολές, το χρονικό διάστημα από την 1η Μαΐου 2019 έως την οριστική περάτωση της διαδικασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 3, δεν συνυπολογίζεται στην προθεσμία παραγραφής βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 1, της [BO του 1994, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης]. Μισθολογικής φύσεως αξιώσεις που αφορούν περιόδους πριν από την 1η Μαΐου 2016 είναι παραγεγραμμένες. Το αυτό ισχύει και για τις [μισθολογικής φύσεως] αξιώσεις στις διαδικασίες των παραγράφων 7 και 8.»
Ο VBO του 1995
9 Το άρθρο 18 του Vertragsbedienstetenordnung (κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεων των συμβασιούχων υπαλλήλων) (LGBl. αριθ. 50/1995, όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl. αριθ. 11/2021) (στο εξής: VBO του 1995), το οποίο φέρει τον τίτλο «Συνυπολογισμός των περιόδων για τη μισθολογική προαγωγή», ορίζει στις παραγράφους 1, 2 και 5 τα εξής:
«(1) Τα άρθρα 14 και 15 του [DO του 1994, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης] εφαρμόζονται mutatis mutandis στους συμβασιούχους υπαλλήλους […].
(2) Τα άρθρα 15a έως 15c του [DO του 1994, όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl. αριθ. 38/2023] και το άρθρο 49v της [BO του 1994, όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl. αριθ. 38/2023] εφαρμόζονται mutatis mutandis στους συμβασιούχους υπαλλήλους, εξυπακουομένου ότι
1. για τον καθορισμό της ημερομηνίας αναφοράς για τη σύγκριση χρησιμοποιούνται οι μνημονευόμενες στο άρθρο 49v, παράγραφος 2, σημεία 1 έως 6, της [BO του 1994, όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl αριθ. 38/2023] διατάξεις του [DO του 1994, όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl αριθ. 38/2023], τηρουμένων των κατωτέρω διατάξεων του παρόντος νόμου:
a) του άρθρου 18 όπως τροποποιήθηκε με τον [10. Novelle (10ο τροποποιητικό νόμο) (LGBl. αριθ. 22/2001)] και
b) του άρθρου 57 στην αρχική του μορφή […]·
2. τη θέση της αναθεώρησης της μισθολογικής αρχαιότητας με απόφαση υπέχει η αναθεώρηση από τον εργοδότη, η οποία πρέπει να κοινοποιείται στον συμβασιούχο υπάλληλο εγγράφως και με απόδειξη παραλαβής·
3. κατά την εφαρμογή του άρθρου 15a, παράγραφος 5, του άρθρου 15b, παράγραφος 5, και του άρθρου 15c, παράγραφοι 5 και 6, του [DO του 1994, όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl. αριθ. 38/2023], τη θέση της οριστικής περάτωσης της διαδικασίας υπέχει η εκ μέρους του εργοδότη κοινοποίηση της αναθεώρησης της μισθολογικής αρχαιότητας (σημείο 2)·
4. αντί του άρθρου 15a, παράγραφοι 7 και 8 του [DO του 1994, όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl. αριθ. 38/2023], ενδεχομένως σε συνδυασμό με το άρθρο 15b, παράγραφος 5, τελευταία περίοδος, ή το άρθρο 15c, παράγραφος 7, του [DO του 1994, όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl αριθ. 38/2023], εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις των παραγράφων 3 και 4.
[…]
(5) Ο συμβασιούχος υπάλληλος πρέπει να προβάλει ενώπιον δικαστηρίου τυχόν εσφαλμένο μη συνυπολογισμό περιόδων προϋπηρεσίας το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημέρα της κοινοποίησης σύμφωνα με την παράγραφο 2, σημείο 2, διαφορετικά αποκλείεται περαιτέρω επανακαθορισμός της μισθολογικής κατάστασης, εκτός αν πρόκειται για διόρθωση προφανών τυπογραφικών ή αριθμητικών λαθών. Η ως άνω έννομη συνέπεια πρέπει να επισημαίνεται ρητώς στην κοινοποίηση βάσει της παραγράφου 2, σημείο 2.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
10 Ο ενάγων γεννήθηκε το 1969. Την 1η Αυγούστου 2002 ο Δήμος Βιέννης τον προσέλαβε ως συμβασιούχο υπάλληλο. Από την ηλικία των 14 ετών και μέχρι την ανάληψη υπηρεσίας στον Δήμο Βιέννης, ο ενάγων ασκούσε επαγγελματικές δραστηριότητες διαφορετικές από αυτές που ασκούσε στον Δήμο.
11 Με οριστική απόφαση, της 16ης Σεπτεμβρίου 2022, σχετικά με την αναθεώρηση της αρχαιότητας του ενάγοντος στην μισθολογική κλίμακα που ισχύει για τον Δήμο Βιέννης (στο εξής: επίδικη απόφαση), ο Δήμος ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι, για τον καθορισμό της ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή του στην εν λόγω κλίμακα, έπρεπε να ληφθεί υπόψη συνολικό χρονικό διάστημα ενός έτους και έξι μηνών για τις περιόδους κατάρτισης και επαγγελματικών δραστηριοτήτων που είχε συμπληρώσει πριν αναλάβει υπηρεσία στον Δήμο (στο εξής: περίοδοι προϋπηρεσίας) και ότι, ως εκ τούτου, ως ημερομηνία αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή έπρεπε να ορισθεί η 1η Φεβρουαρίου 2001.
12 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η επίδικη απόφαση στηριζόταν σε ρύθμιση του Land Wien (ομόσπονδου κράτους της Βιέννης, Αυστρία) η οποία ήταν παρόμοια με την αυστριακή ομοσπονδιακή ρύθμιση που εξέτασε το Δικαστήριο με την απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, Landespolizeidirektion Niederösterreich και Finanzamt Österreich (C‑650/21, EU:C:2023:300).
13 Δυνάμει των ρυθμίσεων αυτών, η κατάταξη υπαλλήλου καθοριζόταν βάσει της μισθολογικής αρχαιότητάς του στο πλαίσιο προγενέστερου συστήματος αποδοχών και στη συνέχεια διορθωνόταν μέσω «ημερομηνίας αναφοράς για τη σύγκριση». Για τον υπολογισμό της τελευταίας αυτής ημερομηνίας, έπρεπε να ληφθούν υπόψη στο σύνολό τους ορισμένες επακριβώς προσδιοριζόμενες περίοδοι προϋπηρεσίας, μεταξύ των οποίων και εκείνες που θεωρούνταν συναφείς με τη θέση στην οποία προσλαμβάνεται ο συμβασιούχος υπάλληλος. Όλες οι λοιπές επιλέξιμες περίοδοι προϋπηρεσίας (στο εξής: λοιπές περίοδοι), συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συμπληρώθηκαν πριν από τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας, λαμβάνονταν υπόψη κατά το ήμισυ και μέχρι ανωτάτου ορίου επτά ετών, κατόπιν κατ’ αποκοπήν αφαιρέσεως τεσσάρων ετών.
14 Ο ενάγων άσκησε αγωγή ενώπιον του Arbeits- und Sozialgericht Wien (δικαστηρίου διαφορών εργατικού δικαίου και δικαίου κοινωνικής ασφάλισης Βιέννης), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, βάλλοντας κατά της επίδικης αποφάσεως.
15 Ενόσω διαξαγόταν η διαδικασία της κύριας δίκης, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, κατ’ ουσίαν, με την απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, Landespolizeidirektion Niederösterreich και Finanzamt Österreich (C‑650/21, EU:C:2023:300), ότι τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η κατάταξη δημοσίου υπαλλήλου καθορίζεται βάσει της μισθολογικής αρχαιότητάς του στο πλαίσιο προγενέστερου συστήματος αποδοχών, το οποίο κρίθηκε ότι εισήγε διακρίσεις, και στη συνέχεια διορθώνεται μέσω «ημερομηνίας αναφοράς για τη σύγκριση», για τους σκοπούς της οποίας λαμβάνονται υπόψη, προσμετρώμενες κατά το ήμισυ, όλες οι επιλέξιμες «λοιπές περίοδοι», συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συμπληρώθηκαν πριν από το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας, αλλά με ανώτατο όριο τα επτά έτη και μόνον στο μέτρο που υπερβαίνουν τα τέσσερα έτη.
16 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατόπιν αυτού, το ομόσπονδο κράτος της Βιέννης τροποποίησε, το 2023, το άρθρο 15a του DO του 1994 καθώς και το άρθρο 49v της BO του 1994, τα οποία έχουν εφαρμογή στους συμβασιούχους υπαλλήλους δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφοι 1 και 2, του VBO του 1995 (στο εξής: ρύθμιση του 2023), καταργώντας τη διάταξη που προέβλεπε κατ’ αποκοπήν αφαίρεση τεσσάρων ετών εφαρμοστέα στις «λοιπές περιόδους» και μειώνοντας το ανώτατο όριο που ισχύει για τον συνυπολογισμό των «λοιπών περιόδων» από επτά σε τρία έτη, διατηρώντας παράλληλα τον συνυπολογισμό των εν λόγω περιόδων κατά το ήμισυ.
17 Όσον αφορά τη ρύθμιση του 2023, ο ενάγων υποστηρίζει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι το άρθρο 49v, παράγραφος 3, σημείο 3, της BO του 1994 εισάγει δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας, καθόσον η διάταξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει «λοιπές περιόδους» πριν από την ηλικία των 18 ετών να επωφελούνται του συνυπολογισμού των περιόδων αυτών σε περιορισμένο μόνον βαθμό, ενώ οι εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει τέτοιες περιόδους μετά το 18ο έτος της ηλικίας τους επωφελούνται του συνυπολογισμού των περιόδων αυτών στο σύνολό τους. Κατά συνέπεια, ζητεί να συνυπολογιστούν στο σύνολό τους οι περίοδοι προϋπηρεσίας του και, ως εκ τούτου, να καθοριστεί ότι η συνολική αρχαιότητά του στις 31 Ιουλίου 2015 ανέρχεται σε 32 έτη, 5 μήνες και 3 ημέρες, προκειμένου αυτή να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της μισθολογικής κλίμακας του Δήμου Βιέννης, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η κατάταξή του σε υψηλότερα μισθολογικά κλιμάκια με ισχύ από 1ης Μαΐου 2016.
18 Λαμβανομένων υπόψη των τροποποιήσεων που επέφερε η ρύθμιση του 2023 και της επιχειρηματολογίας του ενάγοντος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται επίσης και στη ρύθμιση του 2023, δυνάμει της οποίας οι περίοδοι προϋπηρεσίας που συμπληρώθηκαν πριν από το 18ο έτος της ηλικίας λαμβάνονται υπόψη, για τον υπολογισμό της αρχαιότητας, μόνον κατά το ήμισυ.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Arbeits- und Sozialgericht Wien (δικαστήριο διαφορών εργατικού δικαίου και δικαίου κοινωνικής ασφάλισης Βιέννης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78, [ερμηνευόμενα] σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του [Χάρτη], την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση (ιδίως στο άρθρο 49v, παράγραφος 3, σημείο 3, [της BO του 1994, όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl. αριθ. 38/2023]) η οποία, με σκοπό την εξάλειψη υφιστάμενης διάκρισης λόγω ηλικίας [βλ., όσον αφορά την πανομοιότυπη προϊσχύσασα διάταξη του ομοσπονδιακού δικαίου, απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Leitner, C‑396/17, EU:C:2019:375], εισάγει ρύθμιση δυνάμει της οποίας λαμβάνονται μεν υπόψη περίοδοι προϋπηρεσίας που συμπληρώθηκαν πριν από το 18ο έτος της ηλικίας, πλην όμως, στη συνέχεια, συμβάλλουν μόνον κατά το ήμισυ στην προσαύξηση των περιόδων προϋπηρεσίας και στην αντιστάθμιση της διάκρισης λόγω ηλικίας, έστω και αν εξαλείφθηκε εκ νέου η διά της κατ’ αποκοπήν αφαιρέσεως πλήρης εξουδετέρωση των περιόδων προϋπηρεσίας;»
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
20 Η Αυστριακή Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως για τον λόγο ότι δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, κατά την άποψή της, το αιτούν δικαστήριο, κατ’ αρχάς, εξέθεσε τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης κατά τρόπο συνοπτικό και ελλιπή, εν συνεχεία, περιορίστηκε στην παράθεση ορισμένων διατάξεων του εθνικού δικαίου, χωρίς ωστόσο να εκθέσει το πλαίσιο στο οποίο αυτές εντάσσονται, και, τέλος, δεν εξήγησε επαρκώς τις αμφιβολίες που διατηρούσε ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης τις οποίες αφορά το προδικαστικό ερώτημα.
21 Κατά το άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας, κάθε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως περιλαμβάνει «συνοπτική έκθεση του αντικειμένου της διαφοράς, καθώς και των σχετικών διαπιστωθέντων από το αιτούν δικαστήριο πραγματικών περιστατικών ή, τουλάχιστον, έκθεση των πραγματικών στοιχείων στα οποία στηρίζονται τα ερωτήματα», «το περιεχόμενο των δυνητικά εφαρμοστέων εν προκειμένω εθνικών διατάξεων και, ενδεχομένως, τη σχετική εθνική νομολογία», καθώς και «έκθεση των λόγων που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ή το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και της κατά τη γνώμη του σχέσεως μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας».
22 Εν προκειμένω, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως περιέχει επαρκή περιγραφή του πραγματικού και νομικού πλαισίου της διαφοράς της κύριας δίκης ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις αυτές και εκθέτει τους λόγους που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερώτημα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης τις οποίες αφορά το προδικαστικό ερώτημα. Συγκεκριμένα, κατ’ αρχάς, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως επαναλαμβάνει το περιεχόμενο των διατάξεων που μπορούν να τύχουν εφαρμογής εν προκειμένω. Εν συνεχεία, η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου περιγραφή, αφενός, των περιστάσεων της διαφοράς της κύριας δίκης και, αφετέρου, της εξελίξεως της εφαρμοστέας εθνικής ρυθμίσεως είναι επαρκής προκειμένου να γίνουν κατανοητοί οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η επιλογή των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης των οποίων την ερμηνεία ζητεί το αιτούν δικαστήριο. Τέλος, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει τη σχέση που θεωρεί ότι υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εθνικής ρύθμισης που έχει εφαρμογή στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί.
23 Συνεπώς, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
24 Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η κατάταξη συμβασιούχου υπαλλήλου καθορίζεται βάσει της μισθολογικής αρχαιότητάς του, όταν η αρχαιότητα αυτή προσδιορίζεται, προκειμένου να τεθεί τέρμα σε υφιστάμενη διάκριση λόγω ηλικίας, με συνυπολογισμό, κατά το ήμισυ και εντός ανωτάτου ορίου τριών ετών, ορισμένων επιλέξιμων περιόδων πριν από την πρόσληψη του υπαλλήλου, οι οποίες συμπληρώθηκαν πριν από το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του.
25 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητείται ότι το ομόσπονδο κράτος της Βιέννης επέλεξε να εναρμονίσει τις εφαρμοστέες στον Δήμο της Βιέννης ρυθμίσεις που προηγήθηκαν της ρυθμίσεως του 2023, η οποία έχει νυν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης, με τις αντίστοιχες αυστριακές ομοσπονδιακές ρυθμίσεις τις οποίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2009, Hütter (C‑88/08, EU:C:2009:381), της 11ης Νοεμβρίου 2014, Schmitzer (C‑530/13, EU:C:2014:2359), της 8ης Μαΐου 2019, Österreichischer Gewerkschaftsbund (C‑24/17, EU:C:2019:373), της 8ης Μαΐου 2019, Leitner (C‑396/17, EU:C:2019:375), καθώς και της 20ής Απριλίου 2023, Landespolizeidirektion Niederösterreich και Finanzamt Österreich (C‑650/21, EU:C:2023:300).
26 Υπενθυμίζεται επίσης ότι η αυστριακή ομοσπονδιακή ρύθμιση που ίσχυε κατά τον χρόνο της πρόσληψης του ενάγοντος από τον Δήμο Βιέννης απέκλειε τον συνυπολογισμό της επαγγελματικής πείρας που είχε αποκτηθεί πριν από το 18ο έτος της ηλικίας για τον καθορισμό του κλιμακίου στο οποίο κατατάσσονται οι συμβασιούχοι υπάλληλοι της δημόσιας διοικήσεως.
27 Με την απόφαση της 18ης Ιουνίου 2009, Hütter (C‑88/08, EU:C:2009:381), το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78 αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία αποκλείει τον συνυπολογισμό των περιόδων απασχολήσεως που διανύθηκαν πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας για τον καθορισμό του κλιμακίου στο οποίο κατατάσσονται οι συμβασιούχοι υπάλληλοι της δημόσιας διοίκησης κράτους μέλους. Με την απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014, Schmitzer (C‑530/13, EU:C:2014:2359), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι διατάξεις αυτές αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία, προκειμένου να θέσει τέλος σε διάκριση λόγω ηλικίας, προβλέπει συνυπολογισμό περιόδων εκπαιδεύσεως και υπηρεσίας που διανύθηκαν πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας, αλλά προβλέπει ταυτοχρόνως, μόνο για τους υπαλλήλους που υπήρξαν θύματα της διακρίσεως, επιμήκυνση κατά τρία έτη του χρόνου που απαιτείται για τη μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο κλιμάκιο κάθε κατηγορίας προσωπικού ή μισθολογικής κατηγορίας.
28 Συνεπεία αυτού, η αυστριακή ομοσπονδιακή ρύθμιση περί δημοσίων υπαλλήλων μεταρρυθμίστηκε το 2015 και υπήρξε μετάβαση των συμβασιούχων υπαλλήλων που είχαν προσληφθεί υπό το κράτος της ρύθμισης που ίσχυε πριν τη μεταρρύθμιση σε νέο σύστημα αποδοχών βασιζόμενο στην αρχαιότητα. Κατόπιν της εν λόγω μεταρρυθμίσεως, η πρώτη κατάταξη στη νέα μισθολογική κλίμακα των συμβασιούχων υπαλλήλων για τους οποίους υπήρξε μετάβαση στο νέο σύστημα καθορίστηκε λαμβανομένων υπόψη των τελευταίων αποδοχών που ελάμβαναν βάσει του προϊσχύσαντος συστήματος.
29 Με τις αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2019, Österreichischer Gewerkschaftsbund (C‑24/17, EU:C:2019:373), και της 8ης Μαΐου 2019, Leitner (C‑396/17, EU:C:2019:375), το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, κατ’ ουσίαν, ότι τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη, αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία, προκειμένου να θέσει τέλος σε δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας, προβλέπει μετάβαση των υπηρετούντων συμβασιούχων υπαλλήλων σε νέο σύστημα αποδοχών, στο πλαίσιο του οποίου η πρώτη κατάταξη των εν λόγω συμβασιούχων υπαλλήλων καθορίζεται βάσει των τελευταίων αποδοχών τους στο πλαίσιο του προηγούμενου συστήματος.
30 Συνεπεία των αποφάσεων αυτών, η αυστριακή ομοσπονδιακή ρύθμιση περί δημοσίων υπαλλήλων τροποποιήθηκε υπό την έννοια ότι η κατάταξη των συμβασιούχων υπαλλήλων που προσελήφθησαν υπό το κράτος της προϊσχύσασας ρυθμίσεως έπρεπε να επανεξετασθεί με τον καθορισμό μιας «ημερομηνίας αναφοράς για τη σύγκριση» η οποία να λαμβάνει υπόψη τις περιόδους προϋπηρεσίας που είχαν συμπληρώσει οι συμβασιούχοι υπάλληλοι πριν από το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους. Εντούτοις, οι «λοιπές περίοδοι» μπορούσαν να ληφθούν υπόψη μόνον κατά το ήμισυ και εντός ανωτάτου ορίου επτά ετών, κατόπιν κατ’ αποκοπήν αφαιρέσεως τεσσάρων ετών.
31 Συναφώς, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 15 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, με την απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, Landespolizeidirektion Niederösterreich και Finanzamt Österreich (C‑650/21, EU:C:2023:300), ότι τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η κατάταξη δημοσίου υπαλλήλου καθορίζεται βάσει της μισθολογικής αρχαιότητάς του στο πλαίσιο προγενέστερου συστήματος αποδοχών, το οποίο κρίθηκε ότι εισήγε διακρίσεις, και στη συνέχεια διορθώνεται μέσω «ημερομηνίας αναφοράς για τη σύγκριση», για τους σκοπούς της οποίας λαμβάνονται υπόψη, προσμετρώμενες κατά το ήμισυ, όλες οι επιλέξιμες «λοιπές περίοδοι», συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συμπληρώθηκαν πριν από το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας, αλλά με ανώτατο όριο τα επτά έτη και μόνον στο μέτρο που υπερβαίνουν τα τέσσερα έτη.
32 Επομένως, πρέπει να εκτιμηθεί, εν προκειμένω, αν οι τροποποιήσεις που επέφερε η ρύθμιση του 2023 έθεσαν όντως και οριστικώς τέρμα στη διάκριση λόγω ηλικίας που διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο πιο πρόσφατα με την απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, Landespolizeidirektion Niederösterreich και Finanzamt Österreich (C‑650/21, EU:C:2023:300).
33 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η απαγόρευση κάθε διακρίσεως λόγω, μεταξύ άλλων, ηλικίας κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 του Χάρτη και ότι η εν λόγω απαγόρευση συγκεκριμενοποιήθηκε με την οδηγία 2000/78 στον τομέα της απασχολήσεως και της εργασίας (απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, Landespolizeidirektion Niederösterreich και Finanzamt Österreich, C‑650/21, EU:C:2023:300, σκέψη 45).
34 Επομένως, πρέπει να διερευνηθεί αν η ρύθμιση του 2023 εισάγει διαφορετική μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.
35 Κατά την ανωτέρω διάταξη, η «αρχή της ίσης μεταχείρισης» σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας. Το δε άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας διευκρινίζει ότι, για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου, συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο.
36 Εν προκειμένω, οι κατηγορίες προσώπων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ως άνω σύγκριση είναι, αφενός, οι συμβασιούχοι υπάλληλοι που έχουν συμπληρώσει επιλέξιμες περιόδους προϋπηρεσίας, έστω και εν μέρει, πριν από το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους και, αφετέρου, όσοι έχουν συμπληρώσει τέτοιες περιόδους της ίδιας φύσεως και ανάλογης διάρκειας μετά τη συμπλήρωση της συγκεκριμένης ηλικίας.
37 Συναφώς, κατά πρώτον, όπως υποστηρίζουν ο Δήμος Βιέννης, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατά το άρθρο 49v της BO του 1994, όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl. αριθ. 38/2023, οι επιλέξιμες περίοδοι προϋπηρεσίας, ανεξαρτήτως του αν έχουν συμπληρωθεί πριν ή μετά το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του οικείου συμβασιούχου υπαλλήλου, λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της αρχαιότητάς του.
38 Κατά δεύτερον, από την κανονιστική ρύθμιση του ομόσπονδου κράτους της Βιέννης που εφαρμόζεται στους συμβασιούχους υπαλλήλους του Δήμου Βιέννης, όπως αυτή εκτίθεται από το αιτούν δικαστήριο, προκύπτει ότι ορισμένες επακριβώς προσδιοριζόμενες περίοδοι προϋπηρεσίας, στις οποίες συγκαταλέγονται εκείνες που θεωρούνται συναφείς με τη θέση στην οποία προσλαμβάνεται ο συμβασιούχος υπάλληλος, λαμβάνονται πλήρως υπόψη, ενώ οι «λοιπές περίοδοι» λαμβάνονται υπόψη μόνον κατά το ήμισυ και εντός ανωτάτου ορίου τριών ετών.
39 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, ο εργοδότης είναι κατ’ αρχήν ελεύθερος να λάβει υπόψη την πείρα που έχει αποκτηθεί στον οικείο τομέα και μόνον, η οποία παρέχει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να εκπληρώνει καλύτερα τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2018, Stollwitzer, C‑482/16, EU:C:2018:180, σκέψη 39). Εξ αυτού συνάγεται ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει τον συνυπολογισμό του συνόλου των «λοιπών περιόδων» οι οποίες, κατά τον Δήμο Βιέννης και την Αυστριακή Κυβέρνηση, συμπεριλαμβάνονται, εντός των προβλεπομένων ορίων, στον υπολογισμό της αρχαιότητας για λόγους αμιγώς κοινωνικούς και μόνον.
40 Επομένως, το γεγονός ότι η διάρκεια αυτών των «λοιπών περιόδων» λαμβάνεται υπόψη μόνον κατά το ήμισυ και εντός ανωτάτου ορίου τριών ετών δεν μπορεί, αυτό καθεαυτό, να συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση αυτή, η επαγγελματική πείρα που δεν συνυπολογίζεται είναι η κτηθείσα σε άλλες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως της ηλικίας στην οποία αυτή αποκτήθηκε ή της ηλικίας στην οποία προσλήφθηκε ο οικείος εργαζόμενος (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2018, Stollwitzer, C‑482/16, EU:C:2018:180, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η διάκριση στην οποία προβαίνει η ρύθμιση του ομόσπονδου κράτους της Βιέννης που έχει εφαρμογή στους συμβασιούχους υπαλλήλους του Δήμου Βιέννης μεταξύ των περιόδων προϋπηρεσίας που προσδιορίζονται επακριβώς, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται εκείνες που θεωρούνται συναφείς με τη θέση στην οποία προσλαμβάνεται ο συμβασιούχος υπάλληλος, και των «λοιπών περιόδων» στηρίζεται σε οποιαδήποτε συνεκτίμηση της ηλικίας του ενδιαφερομένου.
41 Κατά τρίτον, η διατήρηση της διάκρισης λόγω ηλικίας που διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο στις σκέψεις 64 έως 66 της απόφασης της 20ής Απριλίου 2023, Landespolizeidirektion Niederösterreich και Finanzamt Österreich (C‑650/21, EU:C:2023:300), οφειλόταν ειδικώς στην κατ’ αποκοπήν αφαίρεση των τεσσάρων πρώτων ετών επαγγελματικής πείρας κτηθείσας πριν από την πρόσληψη, με αποτέλεσμα όσοι είχαν αποκτήσει τέτοια πείρα κυρίως μεταξύ του δεκάτου τετάρτου και του δεκάτου ογδόου έτους της ηλικίας τους, δεδομένου ότι ως ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία για τη δυνατότητα εργασίας ορίζεται το 14ο έτος, να μην μπορούν, στην πράξη, να επωφεληθούν οιουδήποτε συνυπολογισμού της επαγγελματικής αυτής πείρας. Δεδομένου ότι η ως άνω κατ’ αποκοπήν αφαίρεση καταργήθηκε με τη ρύθμιση του 2023, η εν λόγω επαγγελματική πείρα μπορεί πλέον να ληφθεί υπόψη όπως ακριβώς και η κτηθείσα μετά τη συμπλήρωση του δεκάτου ογδόου έτους της ηλικίας των υπαλλήλων, ήτοι, όσον αφορά τις «λοιπές περιόδους», κατά το ήμισυ και εντός του ανωτάτου ορίου των τριών ετών.
42 Ειδικότερα, ο περιορισμός, με τη ρύθμιση του 2023, του ανωτάτου ορίου των επτά ετών που προέβλεπε η ρύθμιση του 2019 σε τρία έτη δεν διατηρεί την προηγουμένως διαπιστωθείσα διάκριση ούτε συνιστά νέα έμμεση διάκριση λόγω ηλικίας, δεδομένου ότι το νέο αυτό ανώτατο όριο εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της ηλικίας κατά την οποία αποκτήθηκε η πείρα.
43 Κατά τέταρτον, από τη ρύθμιση του 2023, όπως αυτή εκτίθεται από το αιτούν δικαστήριο, προκύπτει ότι η μισθολογική αρχαιότητα που ισχύει για τον Δήμο Βιέννης καθορίζεται, κατ’ ουσίαν, σε δύο στάδια.
44 Σε ένα πρώτο στάδιο, σύμφωνα με το άρθρο 15a, παράγραφοι 1, 4 και 5, του DO του 1994, όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl. αριθ. 38/2023, που έχει εφαρμογή στους συμβασιούχους υπαλλήλους δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφοι 1 και 2, του VBO του 1995, λαμβάνεται υπόψη η μισθολογική αρχαιότητα όπως αυτή προκύπτει από τη μετάβαση του συμβασιούχου υπαλλήλου στο σύστημα αποδοχών που προβλέπει ο νόμος του 2015 για την τροποποίηση του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου, που απέκλειε τον συνυπολογισμό της πείρας που αποκτήθηκε πριν από τη συμπλήρωση του δεκάτου όγδοου έτους της ηλικίας του συμβασιούχου υπαλλήλου.
45 Σε ένα δεύτερο στάδιο, η κατ’ αυτόν τον τρόπο προσδιοριζόμενη αρχαιότητα διορθώνεται προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διαφορά μεταξύ της ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή που έγινε δεκτή βάσει του συστήματος που ίσχυε πριν από τον νόμο του 2015 περί τροποποιήσεως του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και της «ημερομηνίας αναφοράς για τη σύγκριση». Η τελευταία αυτή ημερομηνία καθορίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 49v της BO του 1994, όπως δημοσιεύθηκε κατόπιν τροποποιήσεως στη LGBl. αριθ. 38/2023, με συνυπολογισμό των επιλέξιμων περιόδων προϋπηρεσίας που συμπλήρωσε ο συμβασιούχος υπάλληλος μετά τη συμπλήρωση του 14ου έτους της ηλικίας του, καθισταμένου έτσι δυνατού του συνυπολογισμού και των «λοιπών περιόδων» όταν αυτές συμπληρώθηκαν πριν από το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του συμβασιούχου υπαλλήλου. Αν η κατ’ αυτόν τον τρόπο προσδιοριζόμενη «ημερομηνία αναφοράς για τη σύγκριση» προηγείται της ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή που ελήφθη αρχικώς υπόψη, η αρχαιότητα του υπαλλήλου αυξάνεται κατά τη διαφορά αυτή.
46 Επομένως, μολονότι η υιοθέτηση της μισθολογικής αρχαιότητας, όπως αυτή προκύπτει από τη μετάβαση του συμβασιούχου υπαλλήλου στο σύστημα αποδοχών που προβλέπει ο νόμος του 2015 για την τροποποίηση του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου, μπορεί να διατηρεί τα εισάγοντα διακρίσεις αποτελέσματα της προϊσχύσασας του νόμου αυτού ρυθμίσεως, καθόσον για τον καθορισμό της δεν λαμβανόταν υπόψη η πείρα που αποκτήθηκε πριν από το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του οικείου συμβασιούχου υπαλλήλου, προκύπτει, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες πρέπει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, ότι η διόρθωση που πραγματοποιείται μέσω της «ημερομηνίας αναφοράς για τη σύγκριση» καθιστά πλέον δυνατό να ληφθούν υπόψη οι επιλέξιμες περίοδοι που συμπληρώθηκαν πριν από το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του συμβασιούχου υπαλλήλου (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, Landespolizeidirektion Niederösterreich και Finanzamt Österreich, C‑650/21, EU:C:2023:300, σκέψεις 55 έως 59).
47 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν προκύπτει ότι οι συμβασιούχοι υπάλληλοι που έχουν συμπληρώσει περιόδους προϋπηρεσίας πριν το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους τυγχάνουν λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης από εκείνους που συμπλήρωσαν τέτοιες περιόδους της ίδιας φύσεως και παρόμοιας διάρκειας μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους.
48 Κατά πέμπτον και τελευταίον, το γεγονός και μόνον ότι η ρύθμιση του 2023 δεν είχε ως αποτέλεσμα να χορηγηθεί στον ενδιαφερόμενο συμβασιούχο υπάλληλο καμία πρόσθετη μισθολογική προαγωγή στο πλαίσιο του καθορισμού της ημερομηνίας αναφοράς για την προαγωγή του στη μισθολογική κλίμακα που ισχύει για τον Δήμο Βιέννης δεν σημαίνει ότι η ρύθμιση αυτή εισάγει ή διαιωνίζει διάκριση λόγω ηλικίας, είτε άμεση είτε έμμεση.
49 Πράγματι, η έλλειψη μιας τέτοιας πρόσθετης μισθολογικής προαγωγής δεν οφείλεται στο γεγονός ότι μέρος των «λοιπών περιόδων» που προηγήθηκαν της πρόσληψης συμπληρώθηκε πριν από το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του ενάγοντος, αλλά στο γεγονός ότι, όπως υποστηρίζουν ο Δήμος Βιέννης και η Αυστριακή Κυβέρνηση, η διάρκεια των εν λόγω «λοιπών περιόδων» είχε ήδη φθάσει το ανώτατο όριο των τριών ετών, που ελήφθησαν υπόψη κατά το ήμισυ.
50 Πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι, στο μέτρο που, με τις παρατηρήσεις του, ο ενάγων υποστηρίζει ότι υπέρ όσων προσελήφθησαν πριν από τις 6 Απριλίου 2001 συνυπολογίζεται κατά το ήμισυ κάθε προηγούμενη πείρα που εμπίπτει στις «λοιπές περιόδους», και δη χωρίς την εφαρμογή ανωτάτου ορίου, η διαφορετική αυτή μεταχείριση σε σχέση με όσους προσελήφθησαν μετά την ημερομηνία αυτή, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, προκύπτει από την ημερομηνία πρόσληψης των οικείων συμβασιούχων υπαλλήλων. Πράγματι, το κατά πόσον τυγχάνουν εφαρμογής οι παλαιοί ή οι νέοι κανόνες σχετικά με τον καθορισμό της αρχαιότητας εξαρτάται από την ημερομηνία αυτή. Ένα τέτοιο κριτήριο, το οποίο στηρίζεται σε ένα αντικειμενικό και ουδέτερο στοιχείο, ήτοι την ημερομηνία πρόσληψης, είναι πρόδηλο ότι ουδόλως λαμβάνει υπόψη την ηλικία των προσλαμβανομένων (πρβλ. απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Horgan και Keegan, C‑154/18, EU:C:2019:113, σκέψεις 24 και 25). Ως εκ τούτου, κανόνας στηριζόμενος σε ημερομηνία αναφοράς δεν μπορεί να συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας, εφόσον το μόνο κρίσιμο κριτήριο για την εφαρμογή του είναι η ιδιότητα του συμβασιούχου υπαλλήλου ως προσληφθέντος πριν ή μετά την ημερομηνία αυτή.
51 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η κατάταξη συμβασιούχου υπαλλήλου καθορίζεται βάσει της μισθολογικής αρχαιότητάς του, όταν η αρχαιότητα αυτή προσδιορίζεται, προκειμένου να τεθεί τέρμα σε υφιστάμενη διάκριση λόγω ηλικίας, με συνυπολογισμό, κατά το ήμισυ και εντός ανωτάτου ορίου τριών ετών, ορισμένων επιλέξιμων περιόδων πριν από την πρόσληψη του υπαλλήλου, οι οποίες συμπληρώθηκαν πριν από το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, εφόσον το ανώτατο αυτό όριο εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της ηλικίας κατά την οποία αποκτήθηκε η πείρα.
Επί των δικαστικών εξόδων
52 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:
Τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχουν την έννοια ότι:
δεν αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η κατάταξη συμβασιούχου υπαλλήλου καθορίζεται βάσει της μισθολογικής αρχαιότητάς του, όταν η αρχαιότητα αυτή προσδιορίζεται, προκειμένου να τεθεί τέρμα σε υφιστάμενη διάκριση λόγω ηλικίας, με συνυπολογισμό, κατά το ήμισυ και εντός ανωτάτου ορίου τριών ετών, ορισμένων επιλέξιμων περιόδων πριν από την πρόσληψη του υπαλλήλου, οι οποίες συμπληρώθηκαν πριν από το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, εφόσον το ανώτατο αυτό όριο εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της ηλικίας κατά την οποία αποκτήθηκε η πείρα.
(υπογραφές)
