Αριθμός 1266/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Χ. του Ν. και Ζ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργύριο-Ιωάννη Δεμερτζή, με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις Της αναιρεσίβλητης: Π. συζ. Α. Π., το γένος Ν. και Ζ. Χ., κατοίκου … η οποία παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων της Ηλία Ηλιακόπουλου και Σπυρίδωνος Μεταξά, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 315/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-4-2022 (με αριθ. δικογραφίας 1698/2022) αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 315/ 2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικασίας: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης την από 21.05.2019 αγωγή του, με την οποία εξέθετε ότι δυνάμει ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος πατέρα του, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κύρια με τα 175/1995 πρακτικά και απόφαση, όπως και της νόμιμα μεταγραμμένης … κοινής πράξης αποδοχής κληρονομιάς των διαδίκων ενώπιον της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Μ. Κ., περιήλθε στον καθένα από αυτούς, μεταξύ άλλων, δικαίωμα κυριότητας σε διαιρετό τμήμα του με αριθμό 4 ελαιώνα στη θέση “…” του αγροκτήματος … του Δήμου Αλεξανδρούπολης, συνολικού εμβαδού 47.000 τμ, που αποτελείται στην πραγματικότητα από δύο γεωτεμάχια αναφερόμενα ως ένα ενιαίο στην παραπάνω διαθήκη και τη δήλωση αποδοχής, εκ των οποίων το πρώτο είχε περιέλθει στο διαθέτη με το … συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Π. Ζ. και το δεύτερο με το … συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Χ. Κ.. Επίσης εξέθετε στην αγωγή του ο ενάγων ότι μετά την παραπάνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ο ίδιος προέβη μονομερώς στην 182/6.8.2015 διορθωτική της αρχικής δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης ισχυριζόμενος ότι εκ παραδρομής αναγράφηκε σε αυτήν ότι στον καθένα των διαδίκων περιήλθε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω μείζονος ακινήτου, καθώς η αληθής βούληση του διαθέτη ήταν να τους εγκαταστήσει κληρονόμους σε δύο διαιρετά και ανεξάρτητα τμήματα. Επικαλούμενος δε ότι στην ως άνω διορθωτική πράξη της αποδοχής κληρονομιάς προέβη προς αποκατάσταση του λάθους αυτού καθώς και ότι ο κληρονομούμενος τον εγκατέστησε κληρονόμο στον περιγραφόμενο με αριθμό 686 αγρό στην περιοχή … Αλεξανδρούπολης έκτασης 25.516,68 τμ, και ότι με βάση τον ως άνω τίτλο περιέφραξε την συγκεκριμένη έκταση, οπότε, περιήλθε στην κατοχή του το προσδιορισμένο κατά θέση, έκταση και όρια εδαφικό τμήμα, το οποίο εποπτεύει και καλλιεργεί συστηματικά ζήτησε να αναγνωρισθεί αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του επιδίκου ακινήτου, ήτοι του διαιρετού τμήματος του ως άνω ελαιώνα, την κυριότητα του οποίου απέκτησε με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), άλλως με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) καθόσον η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη το τελευταίο έτος αμφισβητεί έμπρακτα την κυριότητά του επί αυτού. Η ως άνω αγωγή με την 114/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Επί της εφέσεως που ασκήθηκε από τον ενάγοντα κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εκδόθηκε η 315/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στρέφεται η από 27.04.2022 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 του ΑΚ, προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων κινητών ή ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνον εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφή και αυτού. (ΑΠ 23/2020, ΑΠ 41/2019, ΑΠ 927/2018). Η δήλωση για την αποδοχή της κληρονομιάς, είναι μονομερής δικαιοπραξία, που δεν έχει ανάγκη ανακοίνωσης σε άλλον, τελειούται δε με τη δήλωση και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Επιπλέον, σύμφωνα με τα άρθρα 369, 1033 και 1192 αρ. 1 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου και γενικώς για κάθε δικαιοπραξία, με την οποία συνιστάται, μετατίθεται, αλλοιώνεται ή καταργείται εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, απαιτείται για το έγκυρο αυτής, η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, ενώ κατά το άρθρο 164 του ίδιου Κώδικα ο οριζόμενος από το νόμο τύπος για τη δικαιοπραξία απαιτείται και για τις τροποποιήσεις αυτής, δηλαδή τις μεταβολές που συνομολογούνται μετά την κατάρτιση της τυπικής δικαιοπραξίας, προς αντικατάσταση ή συμπλήρωση των αρχικών όρων και επιφέρουν αλλοίωση του δικαιώματος, διαφορετικά η τροποποίηση είναι άκυρη. Τέτοια είναι και εκείνη η δικαιοπραξία που περιλαμβάνει την μεταβίβαση της ιδανικής μερίδας του συγκυρίου ακινήτου προς τον άλλο,ώστε αυτός να καθίσταται κύριος ολοκλήρου και συγκεκριμένου μέρους του κοινού πράγματος, αφού έτσι δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί μέρους αυτού. Έτσι δεν είναι δυνατή η διάθεση της ιδανικής μερίδας συγκυρίου, χωρίς προηγούμενη συμφωνία όλων των συγκυρίων, η οποία, εάν πρόκειται για ακίνητο απαιτείται να υποβληθεί στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή, διαφορετικά είναι άκυρη (ΑΠ 507/2013), εφόσον η γενόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται ακίνητο, ή εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου υποβάλλεται σε μεταγραφή, χωρίς την οποία δεν συντελείται η μεταβίβαση. (ΑΠ 947/2022, ΑΠ 1206/2021, ΑΠ 811/2020 ΑΠ 108/2019). II. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω αττό τον αριθμό 1 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ.38/2020, ΑΠ 1551/2018). Συνακόλουθα η ευθεία παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Για το ορισμένο αυτού του λόγου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017). Και τούτο, διότι, μόνο κατ αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτιθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό. (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 892/2019).0 πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των διατάξεων τελευταίας βούλησης, γενικοί (άρθρο 173 ΑΚ) και ειδικοί (άρθρα 1790 επομ. ΑΚ).Έτσι κατά την ερμηνεία των διαθηκών (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ) αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι κατά την συναλλακτική καλή πίστη. Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο, εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν είναι δυνατή η ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, με βάση την πιο πάνω γενική διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει στην εφαρμογή ειδικών ερμηνευτικών κανόνων (άρθρα 1790 επομ. ΑΚ), οι οποίοι θεμελιώνουν την υποθετική βούληση του διαθέτη, ώστε να διασωθεί το κύρος της διάταξης τελευταίας βούλησης αυτού (ΑΠ 1544/2022, ΑΠ 1342/2021, ΑΠ 97/2019, ΑΠ 512/2018). Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης τελευταίας βούλησης του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιάς της (ΟλΑΠ 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βούλησης του διαθέτη, παρόλο που δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 1338/2021, ΑΠ 850/2021, ΑΠ 142/2021, ΑΠ 97/2019). Η έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της δήλωσης βούλησης έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της διαθήκης ή χρησιμοποιεί προς τούτο επιχειρήματα. Είναι αυτονόητο ότι η σημασία της ερμηνείας είναι καθοριστική στις περιπτώσεις των ιδιογράφων ή μυστικών διαθηκών, αφού στις δημόσιες διαθήκες ο συμβολαιογράφος φροντίζει ώστε η βούληση του διαθέτη να αποτυπωθεί στη διαθήκη με σαφήνεια και με ορθή νομική φρασεολογία. (ΑΠ 72/2021, ΑΠ 1198/2015). Η κρίση όμως του δικαστηρίου τόσο για την ύπαρξη ή μη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση της ύπαρξης κενού ή ασάφειας κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 111/2023, ΑΠ 1491/2023, ΑΠ 1486/2023, ΑΠ 1338/2021, ΑΠ 850/2021, ΑΠ 97/2019, ΑΠ 29/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης (υπό στοιχεία I και II του αναιρετηρίου) ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, για παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1710, 1813, 1846, 1847, 1884, 1193 και 1195 του Α.Κ., αιτιώμενος, ότι ενώ από την από 08.03.1995 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος στις 26.03.1995 πατέρα των διαδίκων, που κηρύχθηκε κυρία με τα 175/04.10.1995 πρακτικά και απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, συνάγεται, ότι στον καθένα από αυτούς καταλείφθηκε συγκεκριμένο διαιρετό τμήμα κτήματος (ελαιώνα) που βρίσκεται στη θέση … της κτηματικής περιφέρειας …, συνολικής έκτασης 47.000 τ.μ., με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό: 1) ότι ο καθένας από τους διαδίκους απέκτησε το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, από το χρόνο της επαγωγής της κληρονομιάς κατόπιν της 34142/1996 νόμιμα μεταγραμμένης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Μ. Κ., 2) ότι η 182/2015 τροποποιητική δήλωση της αρχικής ως άνω δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς που έγινε μονομερώς από τον αναιρεσείοντα, χωρίς σύμπραξη της αναιρεσίβλητης συνιστά μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος της ίδιας προς αυτόν και ως τέτοια είναι άκυρη. Ειδικότερα, αιτιάται με τους λόγους αυτούς αναίρεσης ο αναιρεσείων, κατά την εκτίμησή τους, ότι: α) με τη διαθήκη του πατέρα των διαδίκων καταλήφθηκε σε αυτόν συγκεκριμένο τμήμα του ως άνω μείζονος ακινήτου, αναφερόμενο ως “επάνω μέρος” και επίσης καταλήφθηκε στον ίδιο άλλο συγκεκριμένο τμήμα του μείζονος ακινήτου, ήτοι δύο διακριτά τμήματα αυτού, χωρίς να γίνεται μνεία στη διαθήκη ότι το μείζον ακίνητο (αγρός) καταλείπεται από κοινού στους διαδίκους, καθόσον, όπως υποστηρίζει, εάν ο διαθέτης θεωρούσε τον αγρό ως ενιαίο και η βούλησή του ήταν να αφήσει αυτόν εξ ημισείας και εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς, δεν είχε λόγο να αναφερθεί στην διαθήκη ξεχωριστά σε κάθε τμήμα του αγρού και συγκεκριμένα στο “κάτω τμήμα” και στο “επάνω τμήμα”. β) ότι η ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς στην οποία προέβησαν αμφότεροι οι διάδικοι με την οποία αποδέχθηκαν την κληρονομιά του διαθέτη πατέρα τους όσον αφορά στο επίδικο ακίνητο, βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τη εκφρασμένη στη διαθήκη βούληση αυτού και συνεπώς, παρά τη μεταγραφή της, δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο κτήσης κυριότητας με συνέπεια να είναι έγκυρη η εκ μέρους του ίδιου μεταγενέστερη διόρθωσή της, ώστε να ταυτίζεται με το περιεχόμενο της διαθήκης, γ) ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα κρίθηκε ότι δεν υπάρχει έδαφος για ερμηνεία διαθήκης που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βούλησης διαφορετικής από εκείνη που εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, όταν η διατύπωση που έγινε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει με πληρότητα αυτό που θέλησε ο διαθέτης, δ) ότι εφόσον η μεταβίβαση της κυριότητας επί του επιδίκου ιδανικού τμήματος του μείζονος ακινήτου έγινε προς αυτόν δυνάμει της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα των διαδίκων, ο ίδιος απέκτησε το επίδικο από το χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς, ενώ η αναιρεσίβλητη ουδέν εμπράγματο δικαίωμα απέκτησε επί αυτού, καθόσον δεν μπορούσε να αποκτήσει διαφορετικό ή μεγαλύτερο εμπράγματο δικαίωμα από εκείνο που της καταλείφθηκε με την ως άνω διαθήκη και συνεπώς με την ως άνω διόρθωση της αρχικής δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς δεν επήλθε μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος στον ίδιο, ώστε να απαιτείται η τήρηση συμβολαιογραφικού εγγράφου και η σύμπραξη της αναιρεσίβλητης γιαυτήν. Οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος τους με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο που την εξέδωσε εσφαλμένα έκρινε ότι δεν υπάρχει έδαφος για την ερμηνεία της από 08.03.1995 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα των διαδίκων, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με τα 175/04.10.1995 πρακτικά και απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, και δεν προέβη στην ερμηνεία της, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, εφόσον, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της διαθήκης μόνο εφόσον διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφειες στη δήλωση του διαθέτη, και τέτοιες διαπιστώσεις δεν διέλαβε στις παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να προβεί στην ερμηνεία αυτής, αναζητώντας την αληθινή βούληση του διαθέτη, η κρίση της δε περί μη ύπαρξης κενού ή ασάφειας σε αυτήν είναι ανέλεγκτη. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας τους, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, στο δικόγραφο της, δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για την ακυρότητα της μεταγενέστερης 185/2015 μονομερούς τροποποιητικής της αρχικής δήλωσης κληρονομιάς, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι δεν γίνεται μνεία των κρίσιμων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η ως άνω τροποποιητική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, δεν έχει το χαρακτήρα της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ούτε συνιστά απλή διορθωτική πράξη της αρχικής δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, καθόσον δεν επιχειρήθηκε με αυτήν η επισήμανση και ορθή αναφορά απλών γραφικών ή λογιστικών σφαλμάτων που εκ παραδρομής παρεισέφρησαν στο κείμενο της ή ανακριβούς διατύπωσης στο περιεχόμενο της που αποσαφηνίζεται, αλλά συνιστά παράθεση νέων στοιχείων, που μεταβάλλουν, με βάση νέα αποδιδόμενη από τον αναιρεσείοντα ερμηνεία της διαθήκης του πατέρα των διαδίκων, την αρχική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς τούτων, σε τρόπο ώστε με αυτήν να μεταβιβάζεται εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας στον ίδιο από την αναιρεσίβλητη, χωρίς τη σύμπραξή της και χωρίς την τήρηση του απαιτούμενου τύπου του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Αντίθετα στο αναιρετήριο γίνεται μνεία μόνο των φερομένων ως παραβιασθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και αναφέρεται η ερμηνευτική εκδοχή που τους αποδίδει ο αναιρεσείων, όσον αφορά δε στις πληττόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ανεπίτρεπτη παραπομπή σε σελίδες και στίχους αυτής, και μνεία εντελώς αποσπασματικών παραδοχών της μείζονος σκέψης του Εφετείου και όχι της ελάσσονος πρότασης του δικανικού του συλλογισμού. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι με την … νόμιμα μεταγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Μ. Κ. οι διάδικοι ως εκ διαθήκης κληρονόμοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους, στην οποία περιλήφθηκε, μεταξύ άλλων, το επίδικο ακίνητο σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, και ότι η μετά πάροδο είκοσι περίπου ετών 182/06.08.2015 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του αναιρεσείοντος ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης είναι απολύτως άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη, καθόσον δεν έχει το χαρακτήρα της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ούτε συνιστά απλή διορθωτική πράξη της αρχικής δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, αλλά συνιστά παράθεση νέων στοιχείων, που μεταβάλλουν, με βάση νέα αποδιδόμενη από τον αναιρεσείοντα ερμηνεία της διαθήκης του πατέρα των διαδίκων, την αρχική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς τούτων, σε τρόπο ώστε με αυτήν να μεταβιβάζεται εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας στον ίδιο από την αναιρεσίβλητη, χωρίς τη σύμπραξή της και χωρίς την τήρηση του απαιτούμενου τύπου του συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπως έδει, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710, 181, 1846, 1847, 1884, 1193 και 1995 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Κατά τα λοιπά, οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο, έπρεπε να ερμηνεύσει διαφορετικά τη διαθήκη του πατέρα των διαδίκων και να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι με αυτήν δεν καταλείφθηκε στον καθένα από αυτούς το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου μείζονος ακινήτου, αλλά ότι στον ίδιο καταλείφθηκε και επί πλέον εδαφικό τμήμα τούτου, και ότι η πράξη αποδοχής κληρονομιάς στην οποία προέβη αυτός για το συγκεκριμένο εδαφικό τμήμα είναι έγκυρη ως διορθωτική της αρχικής και δεν απαιτούνταν γιαυτήν η σύμπραξη της αναιρεσίβλητης, ούτε η τήρηση συμβολαιογραφικού εγγράφου, πλήττεται αποκλειστικά η ως άνω αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
III. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ’ αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ’ αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 Α.Κ. συνάγεται η αρχή ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι ο συγκληρονόμος, λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα επ’ ονόματι και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή προτού καταστήσει σ’ αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, διότι σε περίπτωση αντιποιήσεως της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα αυτή δεν απόλλυται για τον τελευταίο πριν λάβει γνώση της αντιποίησης αυτής (ΟλΑΠ 485/1982, ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 435/2020, ΑΠ 420/2020, ΑΠ 303/2018). Η παραπάνω γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί συγκύριοι – συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση με οποιοδήποτε τρόπο της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός ότι κατέχει ολόκληρο το πράγμα αποκλειστικώς στο όνομά του και ότι εφεξής νέμεται αυτό ως αποκλειστικός κύριος και έχει περάσει από τη γνώση αυτή η προθεσμία της αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής.
Με τον τέταρτο (υπό στοιχείο IV) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι αυτή που δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν κατέστη κύριος του επιδίκου τμήματος του ως άνω ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1045 ΑΚ. Πιο συγκεκριμένα, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός νεμόταν ολόκληρο το επίδικο εδαφικό τμήμα διαιρετά, αποκλειστικά για τον εαυτό του και δεν γνωστοποίησε τούτο στην αναιρεσίβλητη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1045 ΑΚ, περί κτήσης κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον, όπως ο ίδιος διατείνεται, ουδείς λόγος τέτοιας γνωστοποίησης υπήρχε, εφόσον από την διαθήκη του πατέρα των διαδίκων προέκυπτε ότι σε αυτόν περιήλθε η νομή του επίδικου εδαφικού τμήματος το οποίο έκτοτε νέμονταν αποκλειστικά για χρονικό διάστημα εικοσαετίας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων δεν κατέστη αποκλειστικός κύριος του επιδίκου εδαφικού τμήματος ούτε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με τις παραδοχές ότι: “… η νομή του αποβιώσαντος Ν. Χ. επί του επιδίκου ελαιώνα, μεταβιβάστηκε ως δικαίωμα αυτοδικαίως στους συγκληρονόμους του (διαδίκους), οι οποίοι κατέστησαν συγκοινωνοί του εν λόγω δικαιώματος, ο δε ενάγων, ουδόλως αποδείχθηκε ότι… μέχρι το θάνατο της μητέρας τους (14.10.2014) νεμόταν αποκλειστικά το επίδικο, ούτε ότι γνωστοποίησε στην εναγομένη αδελφή του ότι νέμεται διαιρετό τμήμα αυτού για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, ούτε αποδείχθηκε εξάλλου ότι έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων άτυπη δωρεά, διανομή ή πώληση, συνεπώς ο ενάγων δεν δύναται να αντιτάξει κατά της αντιδίκου του αποσβεστική ή κτητική παραγραφή…”. Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1045 ΑΚ, τις οποίες και μόνο πλήττει ο αναιρεσείων, σε συνδυασμό και με τις διαλαμβανόμενες στην μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης μη πληττόμενες από αυτόν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 1113 και 1884 ΑΚ, που ορίζουν ότι ο εξ αδιαιρέτου (συγ)κύριος ή (συγ)κληρονόμος του ακινήτου, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό κληρονομιαίο ακίνητο, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών/(συγ)κληρονόμων, στους οποίους αυτοδικαίως και χωρίς να ενεργήσουν υλικές πράξεις σε αυτό, περιέρχεται η συννομή που, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, που είχε τη νομή του και ο (συγ)κληρονόμος δεν μπορεί να αντιτάξει κατά των λοιπών (συγ)κληρονόμων κτητική παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστό σ’ αυτούς ότι νέμεται το κοινό κληρονομιαίο πράγμα αποκλειστικώς στο όνομά του, ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτή παρέλθει η απαιτούμενη χρησικτησία, εικοσαετία, και σύμφωνα με τις οποίες το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα. Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι είναι και απαράδεκτος επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι με την διαθήκη του πατέρα των διαδίκων δεν καταλείφθηκε στον καθένα από αυτούς το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου μείζονος ακινήτου, αλλά ότι στον ίδιο καταλείφθηκε και επί πλέον διαιρετό εδαφικό τμήμα τούτου, το οποίο νεμόταν αποκλειστικά για χρονικό διάστημα εικοσαετίας και επομένως απέκτησε την κυριότητα τούτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και δεν ήταν αναγκαίο να γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη ότι νέμεται αυτό για αποκλειστικά δικό του λογαριασμό, πλήττεται αποκλειστικά η ως άνω αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (“σφάλμα ανάγνωσης”) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα έστω και εσφαλμένο (ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 1071/2015) διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 124/2022, ΑΠ 438/2021, ΑΠ1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019). Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 του ίδιου Κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 188/2018,ΑΠ 2032/2009, ΑΠ 1278/2006). Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ. εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο (υπό στοιχείο III) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αιτιώμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 08.03.1995 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα των διαδίκων, ταυτίζοντας το περιεχόμενο της με το περιεχόμενο της αρχικής πράξεως αποδοχής κληρονομιάς, με την οποία αυτοί αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους. Ειδικότερα, αιτιάται ο αναιρεσείων ότι, ενώ στην ως άνω διαθήκη αναφορικά με το επίδικο αγροτεμάχιο αναφέρεται ότι: ” στο Δ. αφήνω… του Κ. το κάτω μέρος όπως το ξέρετε… στην Π. αφήνω το άλλο μέρος του Κ. επάνω όπως το ξέρετε…”, στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναφορά αυτή της διαθήκης αποδόθηκε διαφορετικά, καθόσον με αυτήν έγινε δεκτό ότι “…αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι συγκληρονόμοι διαδέχθηκαν τον αποβιώσαντα πατέρα τους δυνάμει της ιδιόγραφης διαθήκης του και απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος με αναδρομική ισχύ από τον χρόνο επαγωγής από και δια της μεταγραφής της με αριθμό … συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς…”. Κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος από την ως άνω διαθήκη προέκυπτε ότι με αυτήν καταλείφθηκε από τον διαθέτη σε καθένα από τους διαδίκους διακριτό τμήμα του εν λόγω αγροτεμαχίου, με συνέπεια ο ίδιος να εγκατασταθεί στο αναφερόμενο ως “κάτω τμήμα του Κ.” αυτού, και όχι το 1/2 εξ αδιαιρέτου τούτου, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γεγονός που είχε ως συνέπεια να καταλήξει αυτή στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι για τη διορθωτική πράξη της αρχικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς στην οποία είχαν προβεί αμφότεροι οι διάδικοι, με την οποία έπρεπε να συμπράξει ως συγκληρονόμος και η αναιρεσίβλητη, ενώ η ίδια με την ως άνω διαθήκη δεν απέκτησε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ακινήτου και ουδέποτε εγκαταστάθηκε στο επίδικο εδαφικό τμήμα, ώστε να απαιτείται η σύμπραξή της στην διορθωτική πράξη της αρχικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς. Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ότι οι διάδικοι διαδέχθηκαν τον αποβιώσαντα πατέρα τους δυνάμει της ιδιόγραφης διαθήκης του και απέκτησαν τη συγκυριότητα του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με αναδρομική ισχύ από το χρόνο της επαγωγής, από και δια της μεταγραφής της 3… συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς και ότι η μεταγενέστερη 182/06.08.2015 νόμιμα μεταγραμμένη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης στην οποία προέβη μονομερώς ο αναιρεσείων, με την επίκληση ότι πρόκειται για διορθωτική δήλωση της ως άνω αρχικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς σχετικά με το επίδικο ακίνητο, είναι άκυρη καθόσον δεν πρόκειται για απλή διόρθωση αλλά για τροποποιητική πράξη της αρχικής συμβολαιογραφικής αποδοχής κληρονομιάς, με την οποία μεταβιβάζεται εμπράγματο δικαίωμα σε αυτόν από την αναιρεσίβλητη, χωρίς την απαραίτητη σύμπραξη αυτής και χωρίς την τήρηση του απαιτούμενου συμβολαιογραφικού τύπου, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης αναφορικά με το επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο, αλλά αυτή συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται στις παραδοχές της σε πλείστα έγγραφα, από τη συνεκτίμηση των οποίων κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα με ειδική μνεία, μεταξύ άλλων, στην νόμιμα μεταγραμμένη αρχική 3… πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Μ. Κ., με την οποία αμφότεροι οι διάδικοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους αναφορικά με το επίδικο αγροτεμάχιο (ελαιώνα) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης (Ε9) με τις οποίες οι διάδικοι δήλωναν συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, στην κοινή δήλωσή τους προς την ως άνω συμβολαιογράφο, με την οποία οι ίδιοι υπέδειξαν τη θέση και τα όρια του ακινήτου, τις αντίστοιχες δηλώσεις τους προς την οικεία Δ.Ο.Υ., στην αίτησή τους για τη λήψη κοινής άδειας γεώτρησης και στην τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Χ. Κ., σύμφωνα με την οποία ενώ με την 34142/1996 νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς και το συνοδεύον αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα οι διάδικοι έλαβαν το 1/4 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου συνολικής έκτασης 47.000 τ.μ. (ήτοι 23.500 τ.μ. ο καθένας), ενώ με νεότερη καταμέτρηση 22.047,11 τ.μ. ο καθένας (συνολική έκταση 44.094,22 τ.μ.), με την μεταγενέστερη “διορθωτική” δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του αναιρεσείοντος, περιορίζεται η αναιρεσίβλητη σε έκταση του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 19.558,43 τ.μ., και ο ίδιος καταλαμβάνει μεγαλύτερη έκταση εμβαδού 24.535,79 τ.μ. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, στην πραγματικότητα, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που οι ίδιοι θεωρεί ορθό, πρόκειται δηλαδή για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 27.04.2022 αίτηση του Δ. Χ. του Ν., για αναίρεση της 315/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς διάδικος, στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.04.2022 αίτηση του Δ. Χ. του Ν. για αναίρεση της 315/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία, η αρχαίοτερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
