Αντιθέτως, κατόπιν της άμεσης επιστροφής του ποσού, η τράπεζα μπορεί να ζητήσει από τον πελάτη να αναλάβει το βάρος της ζημίας εάν αυτός παρέβη, από πρόθεση ή λόγω βαριάς αμέλειας, τις υποχρεώσεις που υπέχει ως χρήστης υπηρεσιών πληρωμών
Πελάτισσα πολωνικής τράπεζας υπήρξε θύμα ηλεκτρονικής απάτης με σκοπό τη δόλια απόσπαση προσωπικών στοιχείων (« ηλεκτρονικό ψάρεμα»): τρίτος εμφανίσθηκε σε διαδικτυακή πύλη δημοπρασιών προσποιούμενος τον αγοραστή και της απέστειλε παραπλανητικό διαδικτυακό σύνδεσμο που μιμούνταν την εμφάνιση του ιστοτόπου της τράπεζάς της. Έχοντας εξαπατηθεί, η πελάτισσα της τράπεζας εισήγαγε τους κωδικούς της, δίνοντας έτσι στον απατεώνα τη δυνατότητα να τους αποσπάσει και να πραγματοποιήσει μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής από τον τραπεζικό λογαριασμό της.
Την επομένη, η πελάτισσα ενημέρωσε την τράπεζά της για την απάτη. Η τράπεζα, όμως, αρνήθηκε να επιστρέψει το ποσό της μη εγκεκριμένης συναλλαγής, θεωρώντας ότι η πελάτισσά της είχε επιδείξει βαριά αμέλεια γνωστοποιώντας τα τραπεζικά στοιχεία της.
Κατόπιν της ανωτέρω άρνησης, η πελάτισσα προσέφυγε στη δικαιοσύνη. Το εθνικό δικαστήριο απευθύνθηκε στο Δικαστήριο ζητώντας να διευκρινισθεί αν, βάσει του δικαίου της Ένωσης 2, η τράπεζα, ως πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, οφείλει να επιστρέψει αμέσως στον πελάτη το ποσό μη εγκεκριμένης συναλλαγής, ακόμη και σε περίπτωση που θεωρεί ότι συντρέχει περίπτωση βαριάς αμέλειας του πελάτη, ή αν μπορεί εξ αυτού του λόγου να αρνηθεί την επιστροφή του ποσού.
Με τις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Αθανάσιος Ράντος εκτιμά ότι το δίκαιο της Ένωσης 3 επιβάλλει στην τράπεζα, κατ’ αρχάς, την υποχρέωση να επιστρέψει αμέσως το ποσό της μη εγκεκριμένης συναλλαγής, εκτός εάν έχει βάσιμες υπόνοιες απάτης τις οποίες οφείλει να γνωστοποιήσει εγγράφως στην αρμόδια εθνική αρχή. Καμία άλλη εξαίρεση από την εν λόγω αρχή 4 περί άμεσης επιστροφής δεν προβλέπεται, ο δε νομοθέτης της Ένωσης δεν παρέσχε στα κράτη μέλη κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.
Η επιστροφή αυτή, πάντως, δεν έχει οριστικό χαρακτήρα. Εάν εν συνεχεία η τράπεζα αποδείξει ότι ο πελάτης παρέβη από πρόθεση ή λόγω βαριάς αμέλειας κάποια από τις υποχρεώσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας 5, δύναται να αξιώσει από τον πελάτη να φέρει το βάρος των ζημιών που προκλήθηκαν εξ αυτού του λόγου. Σε περίπτωση που ο πελάτης αρνηθεί να επιστρέψει το ποσό της μη εγκεκριμένης συναλλαγής, απόκειται στην τράπεζα να τον εναγάγει προκειμένου να της καταβληθεί το επίμαχο ποσό.
Κατά τον γενικό εισαγγελέα, η ανωτέρω προσέγγιση δικαιολογείται από το γράμμα της σχετικής ευρωπαϊκής ρυθμίσεως, από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι κρίσιμες διατάξεις τις οποίες προσδιόρισε το εθνικό δικαστήριο και από την ανάγκη διασφαλίσεως υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες πληρωμών, στοιχείο το οποίο αποτελεί έναν από τους σκοπούς που επιδιώκονται με τη συγκεκριμένη ρύθμιση.
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΡΑΝΤΟΥ
της 5ης Μαρτίου 2026 (1)
Υπόθεση C‑70/25 [Tukowiecka] (i)
N.O.
κατά
PKO BP S.A.
[αίτηση του Sąd Rejonowy w Koszalinie (πρωτοδικείο Koszalin, Πολωνία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά – Οδηγία (EE) 2015/2366 – Άρθρο 73, παράγραφος 1, και άρθρο 74, παράγραφος 1 – Μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής – Δικαίωμα άμεσης επιστροφής – Βαριά αμέλεια – Άρνηση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να επιστρέψει αμέσως το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής σε περίπτωση ζημίας οφειλόμενης σε σοβαρή παράβαση, εκ μέρους του πληρωτή, των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 69 της ως άνω οδηγίας – Εύρος του αποκλεισμού του δικαιώματος άμεσης επιστροφής »
I. Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η οποία υποβλήθηκε από το Sąd Rejonowy w Koszalinie (πρωτοδικείο Koszalin, Πολωνία), αφορά την ερμηνεία του άρθρου 73, παράγραφος 1, και του άρθρου 74, παράγραφος 1, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 (2), σχετικά με το εφαρμοστέο καθεστώς ευθύνης σε περίπτωση μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής. Εγείρει ειδικότερα το ζήτημα των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ένας πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δύναται να αρνηθεί την άμεση επιστροφή του ποσού μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής προβάλλοντας βαριά αμέλεια του πληρωτή (ii) ως προς τις υποχρεώσεις που υπέχει ο πληρωτής από το άρθρο 69 της εν λόγω οδηγίας, στο πλαίσιο ηλεκτρονικής απάτης με σκοπό τη δόλια απόσπαση προσωπικών στοιχείων, η οποία αποκαλείται «ηλεκτρονικό ψάρεμα» και αποτελεί φαινόμενο που παρατηρείται όλο και συχνότερα.
2. Η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να οριοθετήσει επακριβώς την ισορροπία που πρέπει να επιτευχθεί μεταξύ των συμφερόντων του πληρωτή και εκείνων του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών. Το Δικαστήριο καλείται ως εκ τούτου να αποφανθεί επί ζητημάτων που ενδέχεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο τόσο στην κατανομή των κινδύνων μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και των πληρωτών όσο και στο επίπεδο προστασίας που πρέπει να παρέχεται στους χρήστες των συγκεκριμένων υπηρεσιών.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
3. Οι αιτιολογικές σκέψεις 6 και 71 της οδηγίας 2015/2366 έχουν ως εξής:
«(6) Θα πρέπει να θεσπιστούν νέοι κανόνες, με σκοπό να καλύψουν τα ρυθμιστικά κενά, ενώ ταυτόχρονα θα παρέχουν μεγαλύτερη νομική σαφήνεια και θα διασφαλίζουν τη συνεπή εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου σε ολόκληρη την Ένωση […] εξασφαλίζοντας υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών κατά τη χρήση των εν λόγω υπηρεσιών πληρωμών σε ολόκληρη την Ένωση. Αυτό θα πρέπει να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα του συστήματος πληρωμών στο σύνολό του και να οδηγήσει σε περισσότερες επιλογές και περισσότερη διαφάνεια στις υπηρεσίες πληρωμών, ενισχύοντας ταυτόχρονα την εμπιστοσύνη των καταναλωτών σε μία εναρμονισμένη αγορά πληρωμών.
[…]
(71) Σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να επιστρέφει αμέσως το ποσό της εν λόγω πράξης στον πληρωτή. Ωστόσο, όταν υπάρχει σοβαρή υπόνοια ότι πρόκειται για μη εγκεκριμένη πράξη που προκύπτει από δόλια συμπεριφορά του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και όταν η εν λόγω υπόνοια στηρίζεται σε αντικειμενικούς λόγους που γνωστοποιούνται στην αρμόδια εθνική αρχή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να είναι σε θέση να διενεργεί, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, έρευνα πριν από την επιστροφή του ποσού στον πληρωτή. Προκειμένου να προστατευτεί ο πληρωτής από οποιαδήποτε επιβάρυνση, η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του επιστρεπτέου ποσού δεν επιτρέπεται να είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία το ποσό έχει χρεωθεί. Για να δοθεί κίνητρο στον χρήστη των υπηρεσιών να γνωστοποιεί στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τυχόν κλοπή ή απώλεια του μέσου πληρωμών και να περιορίζεται έτσι ο κίνδυνος διενέργειας μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, θα πρέπει να φέρει την ευθύνη μόνο ενός περιορισμένου ποσού, εκτός εάν έχει ενεργήσει με δόλο ή βαριά αμέλεια. Στο πλαίσιο αυτό, το ποσό των 50 [ευρώ] φαίνεται να είναι επαρκές ώστε να διασφαλίζεται η εναρμονισμένη και υψηλού επιπέδου προστασία των χρηστών στο εσωτερικό της Ένωσης. Δεν θα πρέπει να υπάρχει ευθύνη όταν ο πληρωτής δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών. Επιπλέον, άπαξ οι χρήστες ενημερώσουν τον πάροχο για τον κίνδυνο δόλιας χρήσης του μέσου επαλήθευσης πληρωμών, οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών δεν θα πρέπει να είναι υπόχρεοι να καλύψουν περαιτέρω ζημίες που απορρέουν από τη μη εγκεκριμένη χρήση του εν λόγω μέσου. […]»
4. Το άρθρο 69 της ως άνω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υποχρεώσεις του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά τα μέσα πληρωμών και τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας», προβλέπει τα εξής:
«1. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών που έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών:
α) χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και χρήση του, οι οποίοι πρέπει να είναι αντικειμενικοί, χωρίς διακρίσεις και αναλογικοί·
β) ειδοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών ή τον φορέα που αυτός ορίζει, μόλις υποπέσει στην αντίληψή του η απώλεια, η κλοπή, η υπεξαίρεση ή η μη εγκεκριμένη χρήση του μέσου πληρωμών.
2. Για τους σκοπούς του στοιχείου α) της παραγράφου 1, μόλις ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών λάβει το μέσο πληρωμών, λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλή φύλαξη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας.»
5. Το άρθρο 71 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γνωστοποίηση και αποκατάσταση μη εγκεκριμένων ή εσφαλμένα εκτελεσθεισών πράξεων πληρωμής», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αποκαθιστά μία μη εγκεκριμένη ή εσφαλμένα εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, μόνο εάν ο τελευταίος ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μόλις πληροφορηθεί οποιαδήποτε τέτοια πράξη πληρωμής που θεμελιώνει δικαίωμα απαιτήσεως, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπομένων στο άρθρο 89, και το αργότερο έως 13 μήνες από την ημερομηνία χρέωσης.
[…]»
6. Το άρθρο 72 της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Στοιχεία που τεκμηριώνουν τη γνησιότητα και την εκτέλεση πράξεων πληρωμών», ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:
«Εάν ένας χρήστης υπηρεσίας πληρωμών αρνείται ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής, η χρήση ενός μέσου πληρωμών που έχει καταγραφεί από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, περιλαμβανομένου του παρόχου υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής ανάλογα με την περίπτωση, δεν αποτελεί αναγκαστικά, αφ’ εαυτής, επαρκή απόδειξη του ότι ο πληρωτής είχε εγκρίνει την πράξη πληρωμής ή ότι ενήργησε με δόλο ή δεν εκπλήρωσε από πρόθεση ή βαριά αμέλεια μία ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις του άρθρου 69. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, παρέχει αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη απάτης ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.»
7. Το άρθρο 73 της οδηγίας 2015/2366, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής», ορίζει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, με την επιφύλαξη του άρθρου 71, σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή να επιστρέφει στον πληρωτή το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής αμέσως, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας, μετά από ενημέρωση ή ειδοποίηση σχετικά με τη συναλλαγή, εκτός εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμής του πληρωτή έχει βάσιμες υπόνοιες απάτης και κοινοποιεί τους λόγους αυτούς στην αρμόδια εθνική αρχή γραπτώς. Κατά περίπτωση, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή επαναφέρει τον λογαριασμό πληρωμών που χρεώθηκε στην κατάσταση που θα βρισκόταν αν η μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής δεν είχε πραγματοποιηθεί. Η εν λόγω ενέργεια διασφαλίζει επίσης ότι η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία χρεώθηκε το ποσό.»
8. Το άρθρο 74 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ευθύνη του πληρωτή για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 73, ο πληρωτής μπορεί να υποχρεωθεί να αναλάβει όλες τις ζημίες που σχετίζονται με μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής μέχρι ανώτατου ποσού 50 [ευρώ], για τις ζημίες που απορρέουν από τη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος μέσου πληρωμών ή από υπεξαίρεση μέσου πληρωμών.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται, εάν:
α) η απώλεια, η κλοπή ή η υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών δεν ήταν δυνατό να εντοπιστεί από τον πληρωτή πριν από την πληρωμή, εκτός εάν ο πληρωτής ενήργησε με δόλο· ή
β) η ζημία προκλήθηκε από πράξεις ή παραλείψεις υπαλλήλου, αντιπροσώπου ή υποκαταστήματος ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή οντότητας στην οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είχε αναθέσει τις δραστηριότητές του.
Ο πληρωτής ευθύνεται για όλες τις ζημίες που σχετίζονται με μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής, εφόσον οι ζημίες αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι ενήργησε με δόλο ή δεν εκπλήρωσε μία ή περισσότερες από τις κατά το άρθρο 69 υποχρεώσεις του από πρόθεση ή βαριά αμέλεια. Στις περιπτώσεις αυτές δεν ισχύει το ανώτατο ποσό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.
Όταν ο πληρωτής δεν έχει ενεργήσει με δόλο, ούτε έχει αμελήσει εκ προθέσεως να εκπληρώσει τις κατά το άρθρο 69 υποχρεώσεις του, τα κράτη μέλη μπορούν να μειώσουν το όριο ευθύνης που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη φύση των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας και τις ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες το μέσο πληρωμής απωλέσθη, εκλάπη ή υπεξαιρέθηκε.»
Β. Το πολωνικό δίκαιο
9. Το άρθρο 46 του ustawa o usługach płatniczych (νόμου περί υπηρεσιών πληρωμών), της 19ης Αυγούστου 2011 (3), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, ορίζει στις παραγράφους του 1 και 3 τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 44, παράγραφος 2, σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή επιστρέφει στον πληρωτή το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής αμέσως, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο έως το τέλος της εργάσιμης ημέρας που έπεται εκείνης κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι ο λογαριασμός του πληρωτή χρεώθηκε για τη μη εγκεκριμένη πράξη ή της ημέρας κατά την οποία ελήφθη η σχετική ειδοποίηση, εκτός εάν ο πάροχος [υπηρεσιών πληρωμών] του πληρωτή έχει βάσιμες και δεόντως τεκμηριωμένες υπόνοιες απάτης και ενημερώνει εγγράφως τις αρμόδιες για τη δίωξη της αξιόποινης πράξεως αρχές. Όταν ο πληρωτής χρησιμοποιεί λογαριασμό πληρωμών, ο πάροχος [υπηρεσιών πληρωμών] του πληρωτή επαναφέρει τον λογαριασμό πληρωμών που χρεώθηκε στην κατάσταση που θα βρισκόταν αν η μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής δεν είχε πραγματοποιηθεί. Η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία χρεώθηκε το ποσό.
[…]
3. Ο πληρωτής ευθύνεται για τις μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής στο ακέραιο, εφόσον τις προκάλεσε εκ προθέσεως ή οφείλονται σε από πρόθεση ή από βαριά αμέλεια παράβαση μίας ή περισσοτέρων από τις υποχρεώσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 42.»
III. Η διαφορά της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
10. Η N.O. (στο εξής: ενάγουσα), φυσικό πρόσωπο που είναι δικαιούχος τραπεζικού λογαριασμού τον οποίο τηρεί η PKO BP S.A. (στο εξής: τράπεζα), υπήρξε θύμα ηλεκτρονικής απάτης κατόπιν της καταχωρίσεως ενός αντικειμένου προς πώληση σε διαδικτυακή πύλη δημοπρασιών. Τρίτος ο οποίος προσποιήθηκε ότι ήταν αγοραστής απέστειλε στην ενάγουσα παραπλανητικό διαδικτυακό σύνδεσμο ο οποίος οδηγούσε σε ιστότοπο που μιμούνταν την εμφάνιση της διαδικτυακής πύλης δημοπρασιών και εν συνεχεία του ιστοτόπου της τράπεζας. Εξαπατηθείσα, η ενάγουσα εισήγαγε τα στοιχεία συνδέσεώς της, παρέχοντας ως εκ τούτου στον απατεώνα τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει μη εγκεκριμένη συναλλαγή από τον τραπεζικό λογαριασμό της. Διαπιστώνοντας την απάτη την επομένη, η ενάγουσα ενημέρωσε αμέσως την τράπεζά της και τις αστυνομικές αρχές, χωρίς να καταστεί δυνατή η ταυτοποίηση του αυτουργού της απάτης. Η τράπεζα, όμως, αρνήθηκε να επιστρέψει το ποσό της μη εγκεκριμένης συναλλαγής, θεωρώντας ότι η ενάγουσα, λόγω βαριάς αμέλειας, παρέβη την υποχρέωσή της να φυλάσσει το μέσο πληρωμής με τη δέουσα επιμέλεια και να μην το θέτει στη διάθεση μη εξουσιοδοτημένων προσώπων.
11. Κατόπιν της ανωτέρω αρνήσεως, η ενάγουσα άσκησε αγωγή κατά της τράπεζας ενώπιον του Sąd Rejonowy w Koszalinie (πρωτοδικείου Koszalin), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, με αίτημα την καταβολή ποσού 3 000 πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 705 ευρώ).
12. Προς στήριξη της αξιώσεώς της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εξαίρεση από τον κανόνα περί άμεσης επιστροφής του ποσού μιας μη εγκεκριμένης συναλλαγής χωρεί μόνο στην περίπτωση που μνημονεύεται στο άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας, ήτοι όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών έχει βάσιμες υπόνοιες περί τελέσεως απάτης εκ μέρους του πληρωτή και γνωστοποιεί τους λόγους αυτούς στην αρμόδια εθνική αρχή. Εάν δεν συντρέχουν τέτοιοι λόγοι, όπως κατά την ενάγουσα δεν συντρέχουν εν προκειμένω, ο συγκεκριμένος πάροχος οφείλει να επιστρέψει αμέσως στον πληρωτή το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής, το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να αξιώσει αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από βαριά αμέλεια του πληρωτή μόνον κατόπιν της επιστροφής του ποσού και της διερευνήσεως των περιστάσεων του συμβάντος. Σε περίπτωση άρνησης του πληρωτή να επιστρέψει το ποσό της μη εγκεκριμένης συναλλαγής, η οικεία τράπεζα θα πρέπει να ασκήσει αγωγή αξιώνοντας την καταβολή.
13. Η τράπεζα υποστήριξε, αντιθέτως, ότι η πολωνική νομοθεσία περί μεταφοράς του άρθρου 74, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 στην εσωτερική έννομη τάξη απαλλάσσει τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών από την προβλεπόμενη στο άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας υποχρέωση να επιστρέψει αμέσως το ποσό μη εγκεκριμένης συναλλαγής, εφόσον αποδείξει ότι η συμπεριφορά του πληρωτή ενείχε βαριά αμέλεια. Η τράπεζα ισχυρίσθηκε επίσης ότι μπορεί να προβεί σε ανεξάρτητη εκτίμηση όλων των προϋποθέσεων της ευθύνης για μη εγκεκριμένη συναλλαγή και ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής χρημάτων εάν αποδείξει την ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους του πληρωτή.
14. Υπό τις ως άνω συνθήκες, δεδομένου ότι κατά τη δίκη διαπιστώθηκε ότι η επίμαχη πράξη πληρωμής δεν ήταν εγκεκριμένη, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι πρέπει να εξετάσει το άρθρο 46 του νόμου περί υπηρεσιών πληρωμών, με το οποίο μεταφέρθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη οι διατάξεις των άρθρων 73 και 74 της οδηγίας 2015/2366, προκειμένου να αποφανθεί επί της εκκρεμούσης ενώπιόν του διαφοράς μεταξύ της ενάγουσας και της τράπεζας όσον αφορά το εύρος της υποχρεώσεως που υπέχει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή να επιστρέψει αμέσως το ποσό μη εγκεκριμένης συναλλαγής.
15. Ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι με την οδηγία 2015/2366 και τις εθνικές διατάξεις περί μεταφοράς της στην εσωτερική έννομη τάξη καθιερώνεται η γενική αρχή κατά την οποία ο κίνδυνος της ευθύνης για την εκτέλεση μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής βαρύνει εξ ολοκλήρου τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών. Επιπλέον, επισημαίνει ότι με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας και της πολωνικής νομοθεσίας παρέχεται στους πληρωτές δικαίωμα σε επιστροφή των ποσών των μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, στοιχείο το οποίο συνεπάγεται δικαίωμα άμεσης ανακτήσεως των χρηματικών ποσών που απωλέσθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Το εν λόγω δικαίωμα αποκλείεται σε περίπτωση που υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες τελέσεως απάτης εκ μέρους του πληρωτή και εφόσον τούτο γνωστοποιείται στις αρμόδιες εθνικές αρχές.
16. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επιπλέον ότι τα πολωνικά δικαστήρια δεν έχουν επιληφθεί αγωγών τις οποίες έχουν ασκήσει τράπεζες κατά καταναλωτών όσον αφορά την υποχρέωση επιστροφής του ποσού μη εγκεκριμένων συναλλαγών, λόγω διαπιστώσεως βαριάς αμέλειας του πληρωτή. Αντιθέτως, υφίσταται σημαντικός αριθμός αγωγών που ασκήθηκαν από καταναλωτές κατά τραπεζών λόγω μη επιστροφής των ποσών μη εγκεκριμένων συναλλαγών. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το συγκεκριμένο φαινόμενο καταδεικνύει ότι η εφαρμογή των διατάξεων περί αποκλεισμού του δικαιώματος επιστροφής χρημάτων από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών έχει καταστεί ο κανόνας για την αντιμετώπιση των περιπτώσεων μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής. Είναι δηλαδή σύνηθες οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών να μην επιστρέφουν τα ποσά των μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, μετατοπίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στους πληρωτές, ιδίως δε στους καταναλωτές, το βάρος της προσφυγής στα δικαστήρια.
17. Στο μέτρο που η ερμηνεία της οδηγίας 2015/2366 την οποία υποστηρίζει η εναγομένη τράπεζα δεν κατατείνει στην επίτευξη του σκοπού της προστασίας του πληρωτή μέσω του γενικού κανόνα περί επιστροφής των ποσών των μη εγκεκριμένων συναλλαγών, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι οι διατάξεις της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται στη δυνατότητα του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να αρνηθεί να επιστρέψει αμέσως το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής εάν ο πληρωτής υπέστη ζημία που σχετίζεται με τη μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής μη εκπληρώνοντας, λόγω βαριάς αμέλειας, τις υποχρεώσεις που υπέχει. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η ως άνω ερμηνεία συνεπάγεται ότι το βάρος της διεξαγωγής της δίκης, της κινήσεως της ένδικης διαδικασίας, των δικαστικών εξόδων, της διεξαγωγής αποδείξεως και της προετοιμασίας των εγγράφων μετατοπίζεται από τον πληρωτή, ο οποίος συχνά είναι καταναλωτής, στον επαγγελματία, ήτοι τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.
18. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sąd Rejonowy w Koszalinie (πρωτοδικείο Koszalin) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 73, παράγραφος 1, και του άρθρου 74, παράγραφος 1, της οδηγίας [2015/2366] την έννοια ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να αρνηθεί να επιστρέψει αμέσως στον πληρωτή το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής σε περίπτωση κατά την οποία ο πληρωτής υπέστη ζημία που σχετίζεται με τη μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής λόγω βαριάς αμέλειας κατά την εκπλήρωση των κατά το άρθρο 69 υποχρεώσεών του;»
19. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν στο Δικαστήριο η τράπεζα, η Πολωνική, η Τσεχική και η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
IV. Επί του προδικαστικού ερωτήματος
20. Με το μόνο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 73, παράγραφος 1, και το άρθρο 74, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 έχουν την έννοια ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να αρνηθεί να επιστρέψει αμέσως στον πληρωτή το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής επειδή ο δεύτερος δεν εκπλήρωσε, λόγω βαριάς αμέλειας, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 69 της οδηγίας.
21. Προκειμένου να δώσει απάντηση στο ως άνω προδικαστικό ερώτημα, το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν το άρθρο 74, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας συνιστά εξαίρεση από την υποχρέωση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να επιστρέφει στον πληρωτή τα καταβληθέντα ποσά, με συνέπεια η διάταξη αυτή να μπορεί να συνεπάγεται την απόσβεση ή την αναστολή της κατά το άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας υποχρεώσεως άμεσης επιστροφής, ή αν αντιθέτως καθιερώνει μάλλον διακριτό δικαίωμα το οποίο δύναται να επικαλεσθεί μεταγενέστερα ο εν λόγω πάροχος έναντι του πληρωτή.
22. Όσον αφορά το ανωτέρω ζήτημα, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το γράμμα της, το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (4).
23. Όσον αφορά, κατά πρώτον, το γράμμα των διατάξεων των οποίων ζητείται η ερμηνεία, επισημαίνεται ότι οι τίτλοι τους καταδεικνύουν ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις διέπουν την ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του πληρωτή, αντιστοίχως, σε περίπτωση μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής. Συγκεκριμένα, το άρθρο 73 της οδηγίας 2015/2366 φέρει τον τίτλο «Ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής», ενώ το άρθρο 74 της ίδιας οδηγίας φέρει τον τίτλο «Ευθύνη του πληρωτή για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής».
24. Όσον αφορά το άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας, η συγκεκριμένη διάταξη προβλέπει, κατ’ αρχήν, άμεση επιστροφή του ποσού της συναλλαγής στον πληρωτή σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής, τάσσει επιτακτική προθεσμία εντός της οποίας ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών οφείλει να προβεί στην εν λόγω επιστροφή (5) και προβλέπει παράλληλα εξαίρεση από τον κανόνα περί άμεσης επιστροφής, στην περίπτωση κατά την οποία ο πάροχος «έχει βάσιμες υπόνοιες απάτης». Συνεπώς, η ως άνω εξαίρεση προϋποθέτει, αφενός, την ύπαρξη σοβαρών υπονοιών για ενδεχόμενη τέλεση απάτης και, αφετέρου, την εκ μέρους του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών εκπλήρωση μιας τυπικής προϋποθέσεως, ήτοι της γνωστοποίησης των εν λόγω υπονοιών εγγράφως στην αρμόδια εθνική αρχή (6).
25. Διαπιστώνεται επίσης ότι το άρθρο 74, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας είναι διατυπωμένο ως εξαίρεση από το άρθρο 73 αυτής (7). Επιπλέον, το άρθρο 74, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 διέπει, με το πρώτο και δεύτερο εδάφιό του, την άνευ υπαιτιότητας ευθύνη του πληρωτή, η οποία έχει περιορισμένο χαρακτήρα, ενώ από το τρίτο εδάφιο της διατάξεως προκύπτει ότι η ευθύνη του πληρωτή λόγω υπαιτιότητας δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε περιορισμό. Ειδικότερα, με την ανωτέρω διάταξη ορίζεται ότι ο πληρωτής ευθύνεται μέχρι ανωτάτου ποσού 50 ευρώ ή απεριόριστα εάν ενήργησε με δόλο ή εάν δεν εκπλήρωσε από πρόθεση ή λόγω βαριάς αμέλειας τις υποχρεώσεις που υπέχει όσον αφορά τα μέσα πληρωμών τα οποία του διατίθενται βάσει του άρθρου 69 της οδηγίας.
26. Όσον αφορά, ειδικότερα, το ζήτημα της άμεσης επιστροφής των καταβληθέντων ποσών σε περίπτωση μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, επισημαίνεται ότι το άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν προβλέπει καμία άλλη εξαίρεση την οποία θα μπορούσε να επικαλεσθεί ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, όπως, επί παραδείγματι, την υπόνοια ή το ενδεχόμενο ο πληρωτής να μην εκπλήρωσε, ακόμη και λόγω βαριάς αμέλειας, μία ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 69 της οδηγίας. Όσον αφορά, άλλωστε, το άρθρο 74, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη δεν αφορά την άμεση επιστροφή του ποσού μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής, αλλά επικεντρώνεται στο ζήτημα της κατανομής της ευθύνης μεταξύ του πληρωτή και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, με σκοπό να καθορισθεί ποιος πρέπει να θεωρηθεί εν συνεχεία υπεύθυνος, στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας, και άρα να φέρει το βάρος της ζημίας που προκαλείται λόγω τέτοιων συναλλαγών.
27. Ως εκ τούτου, από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 73, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 συνάγεται, εκ πρώτης όψεως, ότι η συγκεκριμένη διάταξη, μνημονεύοντας ρητώς τις παρεκκλίσεις από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής του ποσού μη εγκεκριμένης συναλλαγής, δεν επιτρέπει διεύρυνση του καταλόγου των παρεκκλίσεων κατά τρόπον ώστε να καταλαμβάνει άλλες περιπτώσεις μη προβλεπόμενες στην εν λόγω διάταξη, περιλαμβανομένης της περιπτώσεως της «βαριάς αμέλειας ως προς τις υποχρεώσεις που υπέχει [ο πληρωτής] από το άρθρο 69 της οδηγίας», η οποία μνημονεύεται στο άρθρο 74, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2015/2366.
28. Επιβάλλεται, πάντως, η διαπίστωση ότι, όσον αφορά το άρθρο 74, παράγραφος 1, της οδηγίας, δεν μπορεί να συναχθεί μετά βεβαιότητας, ιδίως δε αποκλειστικώς βάσει του γράμματος της διατάξεως, ότι η προβλεπόμενη σε αυτήν «παρέκκλιση» αφορά μόνον την επί της ουσίας υποχρέωση ή αν καταλαμβάνει και την αρχή βάσει της οποίας απαιτείται άμεση επιστροφή. Συνεπώς, είναι δυνατές δύο αποκλίνουσες ερμηνείες, όπως καταδεικνύεται από τις αντίθετες απόψεις των διαδίκων της κύριας δίκης (8). Κατά την πρώτη ερμηνεία, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν υπέχει καμία υποχρέωση επιστροφής των ποσών της συναλλαγής στον πληρωτή σε περίπτωση υπαιτιότητας του δευτέρου, με συνέπεια να δύναται να επικαλεσθεί την ευθύνη του πληρωτή λόγω βαριάς αμέλειας προκειμένου να εφαρμοσθεί η παρέκκλιση του άρθρου 74 της οδηγίας 2015/2366 και να αποσβεσθεί η υποχρέωση άμεσης επιστροφής την οποία ο ίδιος υπέχει από το άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας. Η δεύτερη ερμηνεία, αντιθέτως, στηρίζεται στην παραδοχή ότι το άρθρο 73, παράγραφος 1, και το άρθρο 74, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας διέπουν δύο διαφορετικά στάδια της διαδικασίας επιστροφής του ποσού μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής. Κατά τη συγκεκριμένη ερμηνεία, η προβλεπόμενη στο άρθρο 74, παράγραφος 1, «παρέκκλιση» δεν παράγει αποτελέσματα ab initio, όπερ σημαίνει ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών οφείλει κατ’ αρχάς να επιστρέψει τα επίμαχα ποσά στον πληρωτή, εν συνεχεία δε, μετά την επιστροφή, δύναται να ασκήσει δικαίωμα αποζημιώσεως έναντι του υπαίτιου πληρωτή.
29. Για τους λόγους που θα εκθέσω κατωτέρω, φρονώ ότι πρέπει να προκριθεί η δεύτερη εκ των ανωτέρω ερμηνειών του άρθρου 73, παράγραφος 1, και του άρθρου 74, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366.
30. Η συγκεκριμένη ερμηνεία επιρρωννύεται, κατά δεύτερον, από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι διατάξεις που αφορά το υποβληθέν από το αιτούν δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα.
31. Επισημαίνω επ’ αυτού ότι στην αιτιολογική σκέψη 71 της οδηγίας 2015/2366 μνημονεύεται μόνον μία περίπτωση κατά την οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, κατόπιν της γνωστοποιήσεως από τον πληρωτή της υπάρξεως μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής, έχει τη δυνατότητα να μην επιστρέψει αμέσως το ποσό της συναλλαγής στον πληρωτή, συγκεκριμένα δε «όταν υπάρχει σοβαρή υπόνοια ότι πρόκειται για μη εγκεκριμένη πράξη που προκύπτει από δόλια συμπεριφορά του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και όταν η εν λόγω υπόνοια στηρίζεται σε αντικειμενικούς λόγους που γνωστοποιούνται στην αρμόδια εθνική αρχή». Η αιτιολογική σκέψη 71 της οδηγίας, όπως και το άρθρο της 73, παράγραφος 1, δεν μνημονεύει καμία άλλη εξαίρεση την οποία θα μπορούσε να επικαλεσθεί ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, όπως η υπόνοια ή διαπίστωση ότι, με τη συμπεριφορά του, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν εκπλήρωσε, μεταξύ άλλων, λόγω βαριάς αμέλειας, μία ή περισσότερες από τις κατά το άρθρο 69 της οδηγίας υποχρεώσεις.
32. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η ανάλυση των προπαρασκευαστικών εργασιών που κατέληξαν στη θέσπιση του άρθρου 73, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 φαίνεται να συνηγορεί υπέρ της συγκεκριμένης ερμηνείας. Κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, η οδηγία 2007/64/ΕΚ (9), την οποία κατήργησε η οδηγία 2015/2366, δεν προέβλεπε καμία εξαίρεση από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής του ποσού μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής. Ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε, ωστόσο, αναγκαία την τροποποίηση της κρίσιμης διατάξεως, εν προκειμένω του άρθρου 73, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366, προκειμένου να ρυθμίσει περαιτέρω τη διαδικασία άμεσης επιστροφής σε περίπτωση μη εγκεκριμένων συναλλαγών, τούτο δε προβλέποντας ρητώς ειδική εξαίρεση από την υποχρέωση επιστροφής, συγκεκριμένα στην περίπτωση κατά την οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών έχει εύλογες υπόνοιες για την τέλεση απάτης (10).
33. Επισημαίνεται επίσης ότι το άρθρο 107, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 ορίζει ότι η εναρμόνιση που προέβλεψε ο νομοθέτης της Ένωσης στον τομέα τον οποίο διέπουν οι κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις είναι πλήρης και δεν επιτρέπει τη θέσπιση εθνικών μέτρων διαφορετικών από εκείνα που θέσπισε ο νομοθέτης της Ένωσης (11). Ειδικότερα, τα άρθρα 73 και 74 της εν λόγω οδηγίας δεν καταλέγονται μεταξύ των διατάξεων σε σχέση με τις οποίες ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να παράσχει περιθώριο εκτιμήσεως στα κράτη μέλη. Επιπλέον, το άρθρο 107, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας παραπέμπει ρητώς στις υποχρεώσεις των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, επιβάλλοντας στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών να μην παρεκκλίνουν, εις βάρος των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών, από τις διατάξεις του εθνικού δικαίου με τις οποίες μεταφέρονται οι διατάξεις της οδηγίας 2015/2366 στο εθνικό δίκαιο ή οι οποίες αντιστοιχούν σε εκείνες της οδηγίας, εκτός εάν η δυνατότητα παρεκκλίσεως προβλέπεται ρητώς από την οδηγία.
34. Κατά τρίτον, η ανωτέρω ερμηνεία επιβεβαιώνεται από τους σκοπούς που επιδιώκονται με την οδηγία 2015/2366.
35. Υπενθυμίζω επ’ αυτού ότι η οδηγία 2015/2366, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 6, αποσκοπεί στην εναρμόνιση των κανόνων περί παροχής υπηρεσιών πληρωμών, ενισχύοντας τη «νομική σαφήνεια» προκειμένου να διασφαλίζεται η «συνεπής εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου σε ολόκληρη την Ένωση», παρεχομένου ταυτόχρονα υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών κατά τη χρήση των υπηρεσιών πληρωμών σε ολόκληρη την Ένωση.
36. Μολονότι κύριος σκοπός της οδηγίας 2015/2366 είναι η εναρμόνιση των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών και η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς των συγκεκριμένων υπηρεσιών (12), όπως μαρτυρεί το γεγονός ότι η οδηγία στηρίζεται στο άρθρο 114 ΣΛΕΕ, εντούτοις η ανάγκη διασφαλίσεως υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών κατά τη χρήση των υπηρεσιών πληρωμών αποτελεί επίσης έναν εκ των σκοπών που επιδιώκονται με την ίδια οδηγία (13).
37. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να συναχθεί ότι, μολονότι το άρθρο 73, παράγραφος 1, και το άρθρο 74, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 συνδέονται στενά μεταξύ τους, οι εν λόγω διατάξεις διέπουν, πάντως, διαφορετικές πτυχές της διαδικασίας επιστροφής των ποσών μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, υπό την έννοια ότι η μεν πρώτη προβλέπει την άμεση επιστροφή σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξεως, η δε δεύτερη ρυθμίζει σε μεταγενέστερο στάδιο το ζήτημα της κατανομής της ευθύνης μεταξύ του παρόχου και του πληρωτή.
38. Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών υποχρεούται, το πρώτον, να επιστρέψει αμέσως το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής, εκτός εάν υφίσταται σοβαρή υπόνοια περί του ότι η πράξη οφείλεται σε δόλια συμπεριφορά του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών. Η επιστροφή αυτή, πάντως, δεν έχει οριστικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, εάν εν συνεχεία, κατόπιν της προσωρινής επιστροφής του ποσού, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αποδείξει ότι ο πληρωτής παρέβη από πρόθεση ή λόγω βαριάς αμέλειας κάποια από τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 69 της οδηγίας, δύναται να αξιώσει από τον πληρωτή να φέρει το βάρος των ζημιών που προκάλεσε η βαριά αμέλειά του. Σε περίπτωση που ο πληρωτής αρνηθεί να επιστρέψει το ποσό της μη εγκεκριμένης συναλλαγής, απόκειται πλέον στον πάροχο να εναγάγει τον πληρωτή, καθόσον αυτός ευθύνεται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 74, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας.
39. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, βάσει της οποίας θα επιτρεπόταν στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να αρνηθεί ή να καθυστερήσει την επιστροφή σε περίπτωση απλής υπόνοιας περί παραβάσεως, λόγω βαριάς αμέλειας του πληρωτή, των κατά το άρθρο 69 της ίδιας οδηγίας υποχρεώσεων, θα παρείχε στον εν λόγω πάροχο τη δυνατότητα να καταστρατηγήσει την υποχρέωση άμεσης επιστροφής του ποσού μη εγκεκριμένης πράξεως η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366. Η συγκεκριμένη ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα να διευρύνει αδικαιολόγητα τις περιπτώσεις στις οποίες ο εν λόγω πάροχος δύναται να απαλλαγεί από τη συγκεκριμένη υποχρέωση, πέραν εκείνων τις οποίες προβλέπει ρητώς το γράμμα της εν λόγω διατάξεως και θα αντέβαινε στην αρχή της περιοριστικής ερμηνείας των εξαιρέσεων που προβλέπονται σε πράξη του δικαίου της Ένωσης. Θα έθιγε, κατά συνέπεια, ευθέως το δικαίωμα του καταναλωτή στην άμεση επιστροφή και θα καθιστούσε την προμνημονευθείσα διάταξη κενή περιεχομένου και άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας.
40. Ως προς τούτο, η επιλογή του νομοθέτη της Ένωσης να εξαρτήσει την αναστολή της υποχρεώσεως άμεσης επιστροφής από τη συνδρομή αυστηρών προϋποθέσεων έχει ως σκοπό να διασφαλίσει ότι η εν λόγω επιστροφή θα εξακολουθήσει να αποτελεί τον κανόνα και δεν θα μετατραπεί σε εξαίρεση. Ένας τέτοιος μηχανισμός, όμως, θα στερούνταν παντελώς αποτελεσματικότητας αν απλώς και μόνον ο εξωδικαστικώς προβαλλόμενος ισχυρισμός του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών περί παραβάσεως των υποχρεώσεων εκ του άρθρου 69 της οδηγίας 2015/2366 αρκούσε για να ανασταλεί η υποχρέωσή του περί άμεσης επιστροφής. Θα ήταν άλλωστε τουλάχιστον παράδοξο για την αναστολή της υποχρέωσης άμεσης επιστροφής σε περίπτωση απάτης να απαιτείται η ύπαρξη βάσιμων υπονοιών και η κίνηση επίσημης διαδικασίας ενώπιον της αρμόδιας εθνικής αρχής, αλλά αντιθέτως, σε περίπτωση συμπεριφοράς ή παραλείψεως οφειλόμενης σε βαριά αμέλεια, η υποχρέωση άμεσης επιστροφής να μπορεί να αναστέλλεται, με τα ίδια αποτελέσματα, χωρίς καμία άλλη τυπική απαίτηση.
41. Τυχόν αναγνώριση δυνατότητας του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να αρνείται ή να καθυστερεί την άμεση επιστροφή του ποσού μη εγκεκριμένης συναλλαγής προβάλλοντας την ύπαρξη βαριάς αμέλειας του πληρωτή θα μπορούσε, ταυτόχρονα, να υπονομεύσει την επίτευξη του σκοπού της διασφαλίσεως υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών ο οποίος επιδιώκεται με την οδηγία 2015/2366. Ανεξαρτήτως του ότι, σε τέτοια περίπτωση, ο πληρωτής θα στερούνταν την άμεση επιστροφή του επίμαχου ποσού, θα υποχρεωνόταν επίσης να κινήσει ένδικη διαδικασία κατά του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών εάν ο τελευταίος, προκειμένου να αρνηθεί την επιστροφή, προέβαλλε παράβαση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 69 της οδηγίας λόγω βαριάς αμέλειας. Προβλέποντας, όμως, ότι δυνατότητα του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να μην προβεί σε άμεση επιστροφή του ποσού μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής υφίσταται μόνον σε περίπτωση απάτης, ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να αντιμετωπίσει την πρακτική των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών να αντιτάσσουν στον πληρωτή ισχυρισμό περί υπαίτιας συμπεριφοράς του για να αρνούνται την εν λόγω επιστροφή, πρακτική η οποία υποχρεώνει τον πληρωτή να προσφύγει στη δικαιοσύνη προκειμένου να του επιστραφούν τα ποσά των μη εγκεκριμένων συναλλαγών (14). Πράγματι, από την τροποποίηση που επέφερε το άρθρο 73, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι απόκειται στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, και όχι στον πληρωτή, να αξιώσει την ανάληψη των ζημιών που προκλήθηκαν από μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής οφειλόμενη σε βαριά αμέλεια του πληρωτή, ασκώντας ενδεχομένως αγωγή με αίτημα την επιστροφή των επίμαχων ποσών. Η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι, άλλωστε, σύμφωνη και με το άρθρο 72, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, κατά το οποίο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών φέρει το βάρος αποδείξεως της βαριάς αμέλειας του πληρωτή.
42. Συμπληρωματικώς, φρονώ ότι είναι σκόπιμο να διευκρινίσω ορισμένα ζητήματα, συνδεόμενα με την προεκτεθείσα ανάλυση, τα οποία εγείρουν οι επίμαχες διατάξεις της οδηγίας 2015/2366 στην υπό κρίση υπόθεση.
43. Οφείλω να επισημάνω, πρώτον, ότι η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από μια σειρά υποθέσεων οι οποίες ήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου και οι οποίες αφορούσαν τη σχέση μεταξύ των διαφόρων διατάξεων που διέπουν την κατανομή της ευθύνης μεταξύ πληρωτή και παρόχου υπηρεσιών σε περίπτωση μη εγκεκριμένων συναλλαγών, όπως οι διατάξεις αυτές προβλέπονταν σε νομοθετήματα προϊσχύσαντα της οδηγίας 2015/2366 (15), ιδίως δε διαφέρει από την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Veracash (16).
44. Διευκρινίζω επ’ αυτού ότι, αντιθέτως προς την υπό κρίση υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας δεν αμφισβητείται ότι ο πληρωτής ειδοποίησε αμέσως τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών για την ύπαρξη μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής, η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Veracashαφορούσε τις συνέπειες της εκ μέρους του πληρωτή μη τηρήσεως της υποχρεώσεώς του να ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ότι διαπιστώθηκε η διενέργεια τέτοιας πράξεως.
45. Βεβαίως, με την απόφαση εκείνη το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η υποχρέωση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να επιστρέψει αμέσως το ποσό της μη εγκεκριμένης συναλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 60, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/64, υπόκειται σε ορισμένες εξαιρέσεις, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 61, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, οπότε ο πληρωτής ευθύνεται, κατ’ αρχήν, για όλες τις ζημίες που σχετίζονται με μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής, εφόσον οι ζημίες αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι ενήργησε με δόλο ή δεν εκπλήρωσε μία ή περισσότερες από τις κατά το άρθρο 56 της οδηγίας υποχρεώσεις του από πρόθεση ή βαριά αμέλεια (17). Η ανωτέρω ερμηνεία θα μπορούσε όντως να υποδηλώνει ότι το άρθρο 61, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας συνιστά εξαίρεση από την κατά το άρθρο 60, παράγραφος 1, υποχρέωση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να επιστρέφει αμέσως στον πληρωτή το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής, όπερ θα σήμαινε ότι ο εν λόγω πάροχος θα μπορούσε να απαλλαγεί από τη συγκεκριμένη υποχρέωση προβάλλοντας ευθύνη του πληρωτή λόγω δόλου ή βαριάς αμέλειας.
46. Επιβάλλεται, ωστόσο, η διαπίστωση ότι μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί να προκριθεί στην περίπτωση του άρθρου 73, παράγραφος 1, και του άρθρου 74, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366, τα οποία αντικατέστησαν το άρθρο 60, παράγραφος 1, και το άρθρο 61, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/64. Συγκεκριμένα, όπως επισημάνθηκε στο σημείο 32 των παρουσών προτάσεων, μολονότι το άρθρο 60, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/64 δεν προέβλεπε καμία εξαίρεση από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής ποσού μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής, ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε αναγκαίο να τροποποιήσει τη συγκεκριμένη διάταξη εισάγοντας με το άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 ρητή εξαίρεση από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής, αφορώσα αποκλειστικώς την περίπτωση κατά την οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών έχει βάσιμες υπόνοιες περί τελέσεως απάτης. Προβαίνοντας στην ως άνω τροποποίηση, ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να καταστήσει σαφές ότι το άρθρο 73, παράγραφος 1, και το άρθρο 74, παράγραφος 1, της προμνημονευθείσας οδηγίας διέπουν δύο διακριτά στάδια της διαδικασίας επιστροφής ποσού μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής, υπό την έννοια ότι η μεν πρώτη διάταξη κατοχυρώνει την αρχή της άμεσης επιστροφής σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξεως, η δε δεύτερη ρυθμίζει, σε μεταγενέστερο στάδιο, την κατανομή της ευθύνης μεταξύ του παρόχου και του πληρωτή (18).
47. Επισημαίνω, δεύτερον, ότι με τις γραπτές παρατηρήσεις της η Ιταλική Κυβέρνηση υποστήριξε ερμηνεία του άρθρου 73, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 κατά την οποία η συγκεκριμένη διάταξη επιβάλλει μεν υποχρέωση άμεσης επιστροφής, πλην όμως παρέχει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών τη δυνατότητα να ανακτήσει μεταγενέστερα και απευθείας το ποσό που επέστρεψε στον πελάτη λόγω μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής, χωρίς να απαιτείται κατ’ ανάγκην να κινήσει ένδικη διαδικασία, εάν υπό το πρίσμα του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι η μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής οφειλόταν σε εκ προθέσεως ενέργειες ή σε σοβαρό πταίσμα του πληρωτή (19).
48. Μολονότι η ερμηνεία που προτείνεται από την Ιταλική Κυβέρνηση επιδιώκει όντως τη στάθμιση των συμφερόντων των διαδίκων, έχει εντούτοις ως αποτέλεσμα να εξαρτά την επιστροφή που προβλέπεται βάσει του άρθρου 73, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 από επιπλέον περιορισμούς και προϋποθέσεις που δεν βρίσκουν κανένα έρεισμα στο γράμμα της διατάξεως, αποκλίνοντας, ως εκ τούτου, από το σαφές πλαίσιο που οριοθετείται με την οδηγία αυτή. Επιπλέον, από πρακτικής απόψεως, ο πληρωτής θα βρισκόταν εν τέλει σε κατάσταση παρεμφερή εκείνης στην οποία θα βρισκόταν ελλείψει οποιασδήποτε επιστροφής και θα ήταν, ως εκ τούτου, υποχρεωμένος να κινήσει ένδικη διαδικασία κατά του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών προκειμένου να ανακτήσει το επίμαχο ποσό. Όπως όμως επισημάνθηκε στα σημεία 37 και 38 των παρουσών προτάσεων, η ερμηνεία αυτή θα επέτρεπε την καταστρατήγηση της διατάξεως και θα την καθιστούσε άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας, μειώνοντας παράλληλα το εύρος της προστασίας που παρέχεται στους καταναλωτές.
49. Διαπιστώνω επίσης ότι, όπως επισημάνθηκε στο σημείο 33 των παρουσών προτάσεων, το άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 καταλέγεται μεταξύ των διατάξεων που αποτέλεσαν το αντικείμενο πλήρους εναρμονίσεως. Ως εκ τούτου, η ευθύνη παρόχου υπηρεσιών πληρωμών λόγω μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής δεν μπορεί να αμβλυνθεί διά της εφαρμογής εθνικών διατάξεων με τις οποίες θεσπίζεται πιο περιορισμένο καθεστώς ευθύνης. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν δύνανται να εισάγουν παρεκκλίσεις από το καθεστώς που θεσπίζεται με την οδηγία 2015/2366 όσον αφορά την υποχρέωση των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών να επιστρέφουν αμέσως το ποσό μη εγκεκριμένης συναλλαγής, εισάγοντας εξαιρέσεις άλλες από εκείνες τις οποίες ρητώς προβλέπει το άρθρο 73, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
50. Τρίτον, επισημαίνω ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν η Τσεχική και η Ιταλική Κυβέρνηση, η προτεινόμενη ερμηνεία δεν έχει ως αποτέλεσμα την καταστρατήγηση του μηχανισμού εξωδικαστικής επιλύσεως διαφορών που καθιερώνεται με το άρθρο 102 της οδηγίας 2015/2366 (20).
51. Υπενθυμίζω επ’ αυτού ότι το άρθρο 102 της οδηγίας προβλέπει εναλλακτική διαδικασία επιλύσεως διαφορών στο πλαίσιο της οποίας ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δύναται να απευθυνθεί σε όργανο εξωδικαστικής επιλύσεως διαφορών για την εξέταση καταγγελιών που υποβάλλονται εις βάρος παρόχων υπηρεσιών πληρωμών. Μολονότι ο κατά τα ανωτέρω προβλεφθείς μηχανισμός αποσκοπεί, πράγματι, να καταστήσει ευχερέστερη την επίλυση των διαφορών μεταξύ χρηστών και παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, το πεδίο εφαρμογής του δεν καταλαμβάνει μόνον την προβλεπόμενη στο άρθρο 73 της οδηγίας άμεση επιστροφή, αλλά κάθε είδος διαφοράς σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τους τίτλους III και IV της ίδιας οδηγίας.
52. Τέλος, μολονότι η προκρινόμενη λύση ενδέχεται να προκαλεί ορισμένες επιφυλάξεις και να εγείρει κάποιες πρακτικές δυσχέρειες (21), εντούτοις η αντίθετη ερμηνεία ενέχει σαφέστερα μειονεκτήματα, ιδίως για τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών (22). Φαίνεται, άλλωστε, ότι οι εν λόγω χρήστες βρίσκονταν στο επίκεντρο των εκτιμήσεων βάσει των οποίων ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε αναγκαία την τροποποίηση του άρθρου 73, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366. Εν πάση περιπτώσει, εάν γίνει δεκτό ότι το ισχύον γράμμα της συγκεκριμένης διατάξεως είναι ελλειπτικό, απόκειται αποκλειστικώς στον νομοθέτη της Ένωσης να την τροποποιήσει.
53. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 73, παράγραφος 1, και το άρθρο 74, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στη δυνατότητα παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να αρνηθεί να επιστρέψει αμέσως στον πληρωτή το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής προβάλλοντας ότι ο πληρωτής υπέστη ζημία εκ της πράξεως αυτής λόγω βαριάς αμέλειας κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 69 της εν λόγω οδηγίας.
V. Πρόταση
54. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Sąd Rejonowy w Koszalinie (πρωτοδικείο Koszalin, Πολωνία) ως εξής:
Το άρθρο 73, παράγραφος 1, και το άρθρο 74, παράγραφος 1, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ,
έχουν την έννοια ότι:
αντιτίθενται στη δυνατότητα παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να αρνηθεί να επιστρέψει αμέσως στον πληρωτή το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής προβάλλοντας ότι ο πληρωτής υπέστη ζημία εκ της πράξεως αυτής λόγω βαριάς αμέλειας κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 69 της εν λόγω οδηγίας.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
i Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.
2 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ 2015, L 337, σ. 35).
ii ΣτΜ: Ως πληρωτής νοείται εν προκειμένω εκείνος που προβάλλει ότι του αποσπάσθηκαν με απάτη χρηματικά ποσά από τραπεζικό λογαριασμό.
3 Dz. U. 2024, θέση 30.
4 Απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Veracash (C‑665/23, EU:C:2025:598, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
5 Με το άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 διευκρινίζεται επ’ αυτού ότι τα καταβληθέντα ποσά πρέπει να επιστραφούν «το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας».
6 Μολονότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν είναι κρίσιμο εν προκειμένω, διευκρινίζεται ότι υφίσταται και δεύτερη περίπτωση στην οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών έχει τη δυνατότητα να μην επιστρέψει αμέσως το ποσό μη εγκεκριμένης συναλλαγής στον πληρωτή, συγκεκριμένα δε όταν ο πληρωτής παραλείπει να τον ενημερώσει ή όταν τον ενημερώνει με καθυστέρηση. Ειδικότερα, το άρθρο 71 της οδηγίας 2015/2366, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας, καθορίζει προθεσμία για τη γνωστοποίηση μη εγκεκριμένης συναλλαγής, ορίζοντας ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αποκαθιστά μία μη εγκεκριμένη ή εσφαλμένως εκτελεσθείσα πράξης πληρωμής στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών μόνον εάν ο χρήστης ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μόλις διαπιστώσει τέτοια πράξη πληρωμής θεμελιώνουσα δικαίωμα απαιτήσεως, το αργότερο δε έως δεκατρείς μήνες από την ημερομηνία χρεώσεως. Πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Veracash (C‑665/23, EU:C:2025:598, σκέψη 48).
7 Συγκεκριμένα, το άρθρο 74 της οδηγίας 2015/2366 εισάγεται με τη φράση: «[κ]ατά παρέκκλιση από το άρθρο 73».
8 Βλ. σημεία 12 και 13 των παρουσών προτάσεων.
9 Το άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 αντικατέστησε το άρθρο 60, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ, και την κατάργηση της οδηγίας 97/5/ΕΚ (ΕΕ 2007, L 319, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2009, L 187, σ. 5). Η δεύτερη αυτή διάταξη είχε ως εξής: «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, με την επιφύλαξη του άρθρου 58, σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή να επιστρέφει αμέσως στον πληρωτή το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξης και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, να επαναφέρει τον χρεωθέντα λογαριασμό πληρωμών στην κατάσταση που θα βρισκόταν εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής».
10 Από τις εν λόγω προπαρασκευαστικές εργασίες προκύπτει ότι, μολονότι η αρχική πρόταση της Επιτροπής δεν περιλάμβανε εξαίρεση από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής σε περίπτωση κατά την οποία ο πάροχος έχει εύλογες υπόνοιες περί τελέσεως απάτης, η συγκεκριμένη τροποποίηση εισήχθη κατά τη διάρκεια διοργανικών διαπραγματεύσεων και ενσωματώθηκε ακολούθως στο τελικό κείμενο της οδηγίας 2015/2366. Βλ., επ’ αυτού, πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2013/36/ΕΕ και 2009/110/EΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ [COM(2013) 547 final], ειδικότερα σ. 13· Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κείμενο συμφωνηθέν κατά τις διοργανικές διαπραγματεύσεις, PE 604.827 [φάκελος συνήθους νομοθετικής διαδικασίας 2013/0264 (COD), εγκριθείς στις 16 Ιουνίου 2015], ειδικότερα άρθρο 65, καθώς και [Συμπληρωματική] έκθεση σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2013/36/ΕΕ και 2009/110/EΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ, A8-0266/2015 (εγκριθείσα στις 28 Σεπτεμβρίου 2015), ειδικότερα άρθρο 73. Η Επιτροπή επέλεξε την ίδια προσέγγιση και στο πλαίσιο της εκ μέρους της προτάσεως κανονισμού σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά. Στη διάταξη περί ευθύνης του παρόχου σε περίπτωση μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής διευκρινίζεται ότι μόνον οι βάσιμες υπόνοιες για διάπραξη απάτης από τον πληρωτή δικαιολογούν άρνηση του παρόχου να επιστρέψει το επίμαχο ποσό. Σε τέτοια περίπτωση, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να αιτιολογήσει την εκ μέρους του άρνηση επιστροφής και να προσδιορίσει τα όργανα στα οποία μπορεί να απευθυνθεί ο πληρωτής. Επ’ αυτού, βλ. πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, COM(2023) 367 final – 2023/0210 (COD), της 28ης Ιουνίου 2023, ειδικότερα σ. 11, άρθρο 56, παράγραφοι 1 και 2.
11 Βλ., όσον αφορά την οδηγία 2007/64, απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, CRCAM (C‑337/20, EU:C:2021:671, σκέψη 42).
12 Βλ., όσον αφορά την οδηγία 2007/64, απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, CRCAM (C‑337/20, EU:C:2021:671, σκέψη 44).
13 Πρβλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2020, DenizBank (C‑287/19, EU:C:2020:897, σκέψεις 56 και 102). Βλ. επίσης, όσον αφορά την οδηγία 2007/64, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Eurobank Bulgaria (C‑409/22, EU:C:2024:600, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
14 Επ’ αυτού του ζητήματος, βλ. Guimarães, M. R., και Steennot, R., «Allocation of liability in case of payment fraud: who bears the risk of innovation? A comparison of Belgian and Portuguese law in the context of PSD2», European review of private law, Kluwer Law International, τόμος 30, αριθ. 1, 2022, σ. 29 έως 72, ιδίως σ. 47.
15 Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, CRCAM (C‑337/20, EU:C:2021:671).
16 Απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Veracash (C‑665/23, EU:C:2025:598).
17 Απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Veracash (C‑665/23, EU:C:2025:598).
18 Βλ. σημεία 37 και 38 των παρουσών προτάσεων.
19 Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, ερμηνεία κατά την οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν θα μπορούσε να προβεί σε αντιστροφή χρεώσεως τραπεζικού λογαριασμού και θα όφειλε επομένως να ασκήσει αγωγή προκειμένου να ανακτήσει τα επιστραφέντα ποσά σε περίπτωση βαριάς αμέλειας του πελάτη, δεν βρίσκει έρεισμα στο γράμμα της οδηγίας 2015/2366 και θα οδηγούσε σε μη εύλογη διατάραξη της ισορροπίας του συστήματος πληρωμών. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ειδικότερα ότι, στο μέτρο που καμία διάταξη της οδηγίας δεν απαγορεύει στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών να ανακτούν απευθείας, από τον τραπεζικό λογαριασμό πληρωμών του πελάτη, το ποσό που επιστράφηκε λόγω μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής οφειλομένης σε εκ προθέσεως ενέργειες ή σε σοβαρό πταίσμα του πελάτη, το ζήτημα αν πρέπει ή όχι να επιτραπεί η εν λόγω απευθείας χρέωση πρέπει να επαφίεται στην εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη.
20 Κατά τις ως άνω κυβερνήσεις, η διαδικασία αυτή παρέχει στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών τη δυνατότητα να επιτύχουν την επιστροφή του ποσού μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής με αποτελεσματικότερο, ταχύτερο και λιγότερο δαπανηρό τρόπο από ό,τι με την προσφυγή στο παραδοσιακό σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Υποστηρίζουν σχετικώς ότι ο συγκεκριμένος μηχανισμός θα καθίστατο άνευ σημασίας αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών όφειλε να επιστέψει το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής ακόμη και σε περίπτωση βαριάς αμέλειας του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.
21 Λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως που υπέχει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών να προβεί σε επιστροφή του ποσού «το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας», κατόπιν της ειδοποιήσεως από τον πληρωτή σχετικά με μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής, ευλόγως μπορεί κάποιος να διερωτηθεί αν είναι εφικτό για τον πάροχο να συγκεντρώσει, εντός τόσο σύντομης προθεσμίας, όλα τα στοιχεία που μπορούν να αποτελούν βάσιμες υπόνοιες για την τέλεση απάτης. Διαπιστώνεται επίσης ότι, μολονότι, από θεωρητικής απόψεως, η διάκριση μεταξύ πράξεως τελούμενης με δόλο και συμπεριφοράς που καταδεικνύει αμέλεια δεν είναι δυσχερής, η εν λόγω διάκριση αποδεικνύεται λιγότερο προφανής στην πράξη, τούτο δε κατά μείζονα λόγο σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών οφείλει να εντοπίσει την τελούμενη με δόλο πράξη (ή τουλάχιστον την ύπαρξη υπονοιών για την τέλεση τέτοιας πράξεως) εντός εξαιρετικά περιορισμένου χρονικού διαστήματος προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής. Εγείρεται επίσης το ζήτημα μήπως, ενόψει του κινδύνου να πρέπει να προβούν σε τέτοιες επιστροφές ποσών, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών προτιμήσουν να περιορίσουν τη διάθεση ορισμένων μέσων πληρωμών ή να επιβάλουν αυστηρότερες και επαχθέστερες για τους καταναλωτές προϋποθέσεις χρήσεως, κάτι που αντιβαίνει στον γενικό σκοπό της οδηγίας 2015/2366, δηλαδή στην ανάπτυξη της ολοκληρωμένης αγοράς των ηλεκτρονικών πληρωμών. Όπως επισημαίνει η Ιταλική Κυβέρνηση, ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε επίσης να αποθαρρύνει τον πληρωτή από την τήρηση των υποχρεώσεων επιμέλειας που επιβάλλονται με το άρθρο 69 της οδηγίας.
22 Σε αρκετά κράτη μέλη, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών αρνούνται κατά σύστημα στους πληρωτές την άμεση επιστροφή για τον λόγο ότι οι δεύτεροι συνέβαλαν, με την υπαίτια συμπεριφορά τους, στην επέλευση μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής. Ακριβώς όμως προς αποτροπή τέτοιων πρακτικών επιδίωξε ο νομοθέτης της Ένωσης, τροποποιώντας το άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366, να ενισχύσει την προστασία των καταναλωτών, διασφαλίζοντας ότι η υποχρέωση άμεσης επιστροφής, την οποία υπέχουν οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών σε περίπτωση μη εγκεκριμένων συναλλαγών, υπόκειται μόνον σε περιορισμούς επιβαλλόμενους βάσει ρητών και αυστηρώς καθορισμένων εξαιρέσεων. Βλ., επ’ αυτού, τη διαπίστωση του αιτούντος δικαστηρίου η οποία παρατίθεται στο σημείο 16 των παρουσών προτάσεων. Βλ., επίσης στη νομική θεωρία, Guimarães, M. R., και Steennot, R., «Allocation of liability in case of payment fraud: who bears the risk of innovation ? A comparison of Belgian and Portuguese law in the context of PSD2», European review of private law, Kluwer Law International, τόμος 30, αριθ. 1, 2022, σ. 29 έως 72, ιδίως σ. 47.
