Αριθμός 4/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη, Στυλιανή Μπλέτα και Μαρία Αρχοντάκη – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Ν., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Κιούκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Π., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Πήττα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12551/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3042/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από …2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από …2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθ. 3042/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. 12551/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Με τον ν. 3869/3.8.2010 “Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις” (όπως αναφέρεται και στην Αιτιολογική Έκθεση αυτού), λόγω της αυξανόμενης υπερχρέωσης των νοικοκυριών και με σκοπό την επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην κοινωνική και οικονομική ζωή και την επανάκτηση της οικονομικής του ελευθερίας δια της εξάλειψης των χρεών, που αδυνατεί να αποπληρώσει, θεσπίστηκε πλαίσιο προστασίας των μη εχόντων πτωχευτική ικανότητα φυσικών προσώπων δια της ρύθμισης των χρεών τους και της απαλλαγής από το υπόλοιπο αυτών, με παράλληλη προστασία της κύριας κατοικίας τους. Έτσι, μεταξύ άλλων, ορίστηκε ότι τα φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση, που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 για την ρύθμιση των οφειλών αυτών (άρθρο 1 παρ. 1) και ότι κατά την διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας τους, την οποία προβλέπει το άρθρο 9, μπορούν να υποβάλουν στο ανωτέρω δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης, ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία τους, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό (άρθρο 9 παρ. 2α’), ενώ κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 ορίστηκε ότι για έξι μήνες από την δημοσίευση του νόμου απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παρ. 2 του άρθρου 9, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους οφειλέτες να αξιοποιήσουν την διάταξη προστασίας της κύριας κατοικίας, με την εξαίρεσή της από την ρευστοποιήσιμη περιουσία, όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του νόμου. Με την τελευταία προσωρινής ισχύος μεταβατική διάταξη, λόγω και του ανωτέρω σκοπού της, θεσπίστηκε απαγόρευση διενέργειας πλειστηριασμού της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, όπως αυτή ειδικότερα προσδιορίζεται στο άρθρο 9 παρ. 2α’ του νόμου, ανεξαρτήτως εάν έχει υποβληθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 4 του νόμου αίτηση ρύθμισης οφειλών και εάν ο επισπεύδων τον πλειστηριασμό δανειστής του υπερχρεωμένου οφειλέτη γνώριζε ή όχι ότι το ακίνητο, του οποίου επισπεύδει τον πλειστηριασμό, είχε τα χαρακτηριστικά, που αναφέρονται στο άρθρο 9 παρ. 2α’ του νόμου, δηλαδή ήταν προστατευόμενη από πλειστηριασμό κύρια κατοικία του. Η ισχύς της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης περί αναστολής των πλειστηριασμών παρατάθηκε, διαδοχικά, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011 με το άρθρο 46 παρ. 2 ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α 152), μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012 με το άρθρο 1 παρ. 2 της από 16-12-2011 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α’262/16.12.2011), που κυρώθηκε με το ν. 4047/2012, και, στη συνέχεια, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 με το άρθρο 5 παρ. 2 της από 18.12.2012 Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α 246/18.12.2012), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4128/2013 (ΦΕΚ Α 51/28.2.2013), ενώ ακολούθησαν και άλλες παρατάσεις της ισχύος της, που δεν ενδιαφέρουν στην κρινόμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου επίσπευσης του ένδικου πλειστηριασμού. Από τις συνεχείς παρατάσεις της ισχύος της μεταβατικής διάταξης, αλλά και από την επέκταση αυτής και στους έχοντες πτωχευτική ικανότητα οφειλέτες, για τους οποίους δεν έχει εφαρμογή ο ν. 3869/2010, συνάγεται ότι ο νόμος θεσπίζει γενική απαγόρευση πλειστηριασμού της κατοικίας, που ορίζεται στο άρθρο 9 παρ. 2α’ ν. 3869/2010, ανεξάρτητα από το ποσό της οφειλής, την ιδιότητα του οφειλέτη (εμπόρου ή μη) και την ιδιότητα του δανειστή (ακόμη και ιδιώτη φυσικού προσώπου), εφόσον πληρούνται οι διαγραφόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις (ΑΠ 83/2024, ΑΠ 1208/2022, ΑΠ 1082/2022, ΑΠ 1312/2020). Εξάλλου η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του ν. 1078/1980 “Περί απαλλαγής εκ του φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων της αγοράς πρώτης κατοικίας κλπ”, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 3842/2010 και ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, ορίζει ότι: “Η απαλλαγή που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο (ήτοι για αγορά πρώτης κατοικίας) παρέχεται: α) Για αγορά κατοικίας από άγαμο μέχρι ποσού αξίας διακοσίων χιλιάδων (200.000,00) ευρώ, από έγγαμο μέχρι ποσού αξίας διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000,00) ευρώ ενώ, από έγγαμο ο οποίος παρουσιάζει αναπηρία τουλάχιστον 67% από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία μέχρι ποσού αξίας διακοσίων εβδομήντα πέντε χιλιάδων (275.000,00) ευρώ. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000,00) ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα αυτού και κατά τριάντα χιλιάδες (30.000,00) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα του.” Επομένως, οι προϋποθέσεις αναστολής του πλειστηριασμού, βάσει του άρθρου 19 του ν. 3689/2010, που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, είναι οι εξής: 1. Πλειστηριασμός ακινήτου κυριότητας του οφειλέτη, εφόσον αυτό το ακίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, όπως αυτή ειδικότερα προσδιορίζεται στο άρθρο 9 παρ. 2α’ του νόμου. 2. Η αξία του εκτιθέμενου σε πλειστηριασμό ακινήτου του οφειλέτη του χρησιμεύοντος ως κύρια κατοικία του, να μην υπερβαίνει τα ανωτέρω ποσά ΑΠ 83/2024, ΑΠ 1208/2024, ΑΠ 1082/2022, ΑΠ 1312/2020). Οι προαναφερόμενες συγκεκριμένες προϋποθέσεις απηχούν τη βούληση του νομοθέτη να θέσει εκ των προτέρων ορισμένες ασφαλιστικές δικλείδες, ώστε η προβλεπόμενη προστασία της κύριας κατοικίας να μην απολήξει σε αποφυγή ικανοποίησης απαιτήσεων δανειστών, ενώ δεν υφίσταται πραγματική αδυναμία των οφειλετών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, είτε διότι συνεχίζουν να διαβιούν σε συνθήκες ευμάρειας, που τους προσφέρει η χρησιμοποίηση ή η δυνατότητα χρησιμοποίησης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατοικιών, είτε διότι αυτοί έχουν τη δυνατότητα να διαμένουν σε ξένο ακίνητο ενώ μάλιστα οι στεγαστικές τους ανάγκες μπορούν να καλυφθούν από ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, το οποίο διαθέτει ο σύζυγός τους (ΑΠ 1208/2022, ΑΠ 1312/2020, ΑΠ 917/2019). Επομένως, για την αναστολή του πλειστηριασμού της μοναδικής κατοικίας του οφειλέτη, κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, οπότε ίσχυε η από 1.1.2013 μέχρι 31.12.2013 παράταση, δεν απαιτείται ως προϋπόθεση η προηγούμενη καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαπίστωση της αδυναμίας του για πληρωμή των ληξιπρόσθεσμων χρηματικών οφειλών του, καθόσον θεσπίστηκε γενική απαγόρευση πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας, αφού η παράταση αυτή της αναστολής των πλειστηριασμών του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 3869/2010, κρίθηκε αναγκαία, λόγω της γνωστής βαθιάς οικονομικής κρίσης που έπληξε τη Χώρα, με σκοπό τη σταθεροποίηση και βελτίωση της οικονομικής θέσης αυτής, και για να δοθεί η ευκαιρία στους οφειλέτες να αναδιοργανωθούν και να διευθετήσουν τις οφειλές τους προς οποιονδήποτε πιστωτή (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) μέχρι την ολοκλήρωση των νομοθετικών πρωτοβουλιών για την εισαγωγή νέων προγραμμάτων διευκόλυνσης και εξορθολογισμού του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (αιτιολογική έκθεση του άρθρου πρώτου του κυρωτικού νόμου 4128/2103), ενώ, λόγω του ανωτέρω δημόσιου συμφέροντος που εξυπηρετεί και του περιορισμένου χρόνου ισχύος της ανωτέρω παράτασης, δεν αντιβαίνει αυτή στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 17 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Αυτονόητο είναι βέβαια ότι υπό συγκεκριμένες πρόσθετες συνθήκες, έστω και παραλλάσσουσες από τις καθοριζόμενες ανωτέρω περιοριστικές του δικαιώματος αυτού προϋποθέσεις, η άσκηση και επίκληση του δικαιώματος προστασίας της κύριας κατοικίας υπό την ανωτέρω έννοια μπορεί να παρίσταται ως καταχρηστική υπό τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ. Για να ερευνηθεί όμως τέτοιο ζήτημα από τα δικαστήρια απαιτείται ο θιγόμενος δανειστής να προβάλει παραδεκτά τη σχετική ένσταση (ΑΠ 1208/2022). Σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, εάν κατά την ως άνω περίοδο υποχρεωτικής απαγόρευσης πλειστηριασμών διενεργηθεί πλειστηριασμός προστατευόμενης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις κύριας κατοικίας του οφειλέτη και προσβληθεί εμπροθέσμως με ανακοπή, αυτός ακυρώνεται από τα δικαστήρια ανεξαρτήτως βλάβης του οφειλέτη, χωρίς δηλαδή να απαιτείται αυτός να επικαλεσθεί και να αποδείξει τέτοια βλάβη. Αυτή η ακυρότητα δεν αποτελεί συνέπεια της ακυρότητας προγενέστερων πράξεων εκτέλεσης και ιδίως της έκθεσης κατάσχεσης του ακινήτου, αφού αυτές δεν απαγορεύονται με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις και μπορεί να είναι έγκυρες, εάν δεν υφίσταται βάσει άλλων κανόνων αναστολή των ατομικών διώξεων και της εκτέλεσης εν γένει (ΑΠ 83/2024, ΑΠ 1208/2022, ΑΠ 2036/2022, ΑΠ 1312/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 1208/2022, ΑΠ 1082/2022). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι` αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1082/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθ. 3042/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση, την απέρριψε κατ’ ουσίαν, κρίνοντας ότι ορθά η εκκαλούμενη με αριθ. 12551/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απέρριψε ως μη νόμιμο τον μόνο λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά της έκθεσης κατάσχεσης και της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης της αναιρεσίβλητης, δυνάμει της οποίας (περίληψης) επέσπευσε η τελευταία τη διενέργεια πλειστηριασμού της κύριας κατοικίας του (αναιρεσείοντος) στις …2013. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος: “Ο Ν. 3869/2010 (ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις), προέβλεψε τη δυνατότητα των φυσικών προσώπων που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, για τη ρύθμιση τούτων και την απαλλαγή, ακολουθώντας τη διαδικασία που σχετικώς ορίζεται. Δυνάμει μάλιστα του άρθρου 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου, προς το σκοπό προστασίας της κύριας κατοικίας μπορεί να εξαιρεθεί από τη διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη που υπέβαλε αίτηση ρύθμισης των χρεών του το ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία, ενώ κατά το άρθρο 19, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του, με το άρθρο 1 παρ. 2 της από 16.12.2011 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α’ 262/16.12.2011) “Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου (ήτοι από την 3.8.2010) και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012 απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παραγράφου 2 του άρθρου 9. (Η φράση “μέχρι την 30η Ιουνίου 2011” της παρ. 1 όπως είχε αντικατασταθεί από τη φράση “μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011”, με το άρθρο 46 παρ. 2 Ν. 3986, ΦΕΚ Α’ 152/1.7.2011, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω, με το άρθρο 1 παρ. 2 της από 16.12.2011 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α’ 262/16.12.2011). Με το άρθρο 5 της από 18.12.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α 246/18.12.2012) που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4128/2013 (ΦΕΚ Α 51/18.12.2012), η προθεσμία αναστολής παρατάθηκε μέχρι 31.12.2013. Τέλος, δυνάμει της παρ. 2 του άνω άρθρου 46 του Ν. 3986/2011 στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν 3869/2010, προστέθηκε το ακόλουθο εδάφιο: “Η διάταξη εφαρμόζεται για κάθε φυσικό πρόσωπο ανεξαρτήτως αν στερείται πτωχευτικής ικανότητας”. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι πλέον και έως την 31.12.2013 απαγορεύεται ο πλειστηριασμός ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια ή μοναδική κατοικία, η αξία της οποίας δεν υπερβαίνει το αφορολόγητο όριο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9 παρ. 2 του Ν 3869/2010, ακόμη και όταν τούτος (πλειστηριασμός) επισπεύδεται σε βάρος φυσικού προσώπου που δεν στερείται πτωχευτικής ικανότητας. Σημειώνεται ότι ρητά διευκρινίζεται στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 3986/2011 ότι η παραπάνω παράταση (μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011), είναι αναγκαία, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις που έχουν περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής να ανακάμψουν, να αναδιοργανώσουν σε μία εξαιρετικά δύσκολη οικονομική συγκυρία την κάλυψη των αναγκών τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους και να επιδιώξουν την καλύτερη δυνατή διευθέτηση και εξυπηρέτηση των οφειλών τους. Η με την διάταξη του άρθρου 19 του Ν 3869/2010 εισαχθείσα απαγόρευση αφορά στην κύρια κατοικία των οφειλετών, ως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του Ν 3869/2010, ήτοι εκείνων των φυσικών προσώπων, εμπόρων και μη (άρθ. 46 παρ. 2 του Ν 3986/2011), οι οποίοι έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, αφού, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα αιτιολογική έκθεση του Ν. 3986/2011, η προστασία της κύριας κατοικίας δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις ρυθμίσεις του Ν 3869/2010, και, συνεπώς, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 19 του ως άνω νόμου, όπως ισχύει, απαγορεύεται μέχρι την 31.12.2012, ο πλειστηριασμός ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία του καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη κατά την έννοια του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, εφόσον η αξία της δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένο κατά 50%. Στην προκειμένη περίπτωση από την επανεκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με επίσπευση της καθης η ανακοπή Π. Κ. του Π. και προς ικανοποίηση απαιτήσεώς της έναντι του ανακόπτοντος πρώην συζύγου της από την 593/2010 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ποσού 19.254,84 ευρώ κατασχέθηκαν αναγκαστικά με την …2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι. Χ. και ορίστηκε ο πλειστηριασμός τους με την …2013 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή για τις …2013, το 1/2 εξ αδιαιρέτου μίας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος – καθου η εκτέλεση, ήτοι το Α-1 διαμέρισμα του πρώτου (Α) ορόφου πάνω από την πυλωτή πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό … στο οποίο ανήκει η χρήση της υπό στοιχεία (Ρ-7) θέση στάθμευσης. Με τον μοναδικό λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίστηκε ότι η ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης καθώς και …2013 περίληψη αυτής του ίδιου δικαστικού επιμελητή είναι άκυρες για το λόγο ότι το κατασχεθέν ακίνητο αποτελεί την κύρια και μοναδική κατοικία αυτού και της οικογένειας του με εκτιμηθείσα από τον εν λόγω δικαστικό επιμελητή αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού 50% συγκυριότητάς του επ’ αυτής 64.000 ευρώ και εμπορικής αξίας ποσού 119.342 ευρώ που υπολείπεται του ορίου αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένου κατά 50% ήτοι των 300.000 ευρώ και για το λόγο αυτό ο ίδιος εμπίπτει στις ρυθμίσεις του Ν.3869/2010, όπως αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις του για τη χρονική διάρκεια της προστασίας του, βάσει των οποίων απαγορεύτηκε μέχρι 31.12.2013 ο πλειστηριασμός ακινήτου της παρ. 2 του άρθρου 9 του νόμου αυτού, εφόσον η αξία του δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από το νόμο όριο αφορολόγητης απόκτησης της πρώτης κύριας κατοικίας προσαυξημένο κατά 50% χωρίς να τάσσεται άλλη προϋπόθεση για την απαγόρευση του εν λόγω πλειστηριασμού. Ο λόγος όμως αυτός είναι μη νόμιμος σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο Ι σκέψη διότι ο ανακόπτων δεν επικαλείται την αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 9 και 19 παρ. 1 του νόμου 3869/2010 όπως ισχύει, για την υπαγωγή στην προστασία τους της πρώτης κατοικίας του, που είναι η μόνιμη αδυναμία αυτού πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Οι μεταγενέστερες διατάξεις οι οποίες κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω σκέψη επιμήκυναν την περίοδο προστασίας της πρώτης κατοικίας των ευρισκόμενων σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους προσώπων, δεν μετέβαλαν την πιο πάνω αναγκαία προϋπόθεση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, κρίνοντας ομοίως, απέρριψε τον λόγο αυτό ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και, συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίον ο ανακόπτων, επαναφέροντας τον λόγο αυτό ανακοπής, υποστηρίζει τα αντίθετα σε σχέση με τις πιο πάνω παραδοχές, είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν και απορριπτέος…”. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ήτοι ότι αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9 και 19 παρ. 1 του νόμου 3869/2010, όπως ισχύει, για την σύμφωνα με αυτές αναστολή πλειστηριασμού ακινήτου του οφειλέτη, χρησιμεύοντος ως πρώτη κατοικία του, ή του, μεταξύ άλλων, και η μόνιμη αδυναμία αυτού πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου στις οποίες στήριξε την απόφασή του. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, οι προϋποθέσεις για την αναστολή των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας κατά την περίοδο από 1.1.2013 έως 31.12.2013 ήταν μόνον α) πλειστηριασμός ακινήτου κυριότητας του οφειλέτη, εφόσον αυτό το ακίνητο χρησίμευε ως κύρια κατοικία του, όπως αυτή ειδικότερα προσδιορίζεται στο άρθρο 9 παρ. 2α’ του ν. 3869/2010, και β) η αξία του εκτιθέμενου σε πλειστηριασμό ακινήτου του οφειλέτη του χρησιμεύοντος ως κύρια κατοικία του, να μην υπερβαίνει το προβλεπόμενο από το νόμο όριο αφορολόγητης απόκτησης της πρώτης κύριας κατοικίας προσαυξημένο κατά 50%, χωρίς να τάσσεται από το νόμο καμιά άλλη προϋπόθεση για την απαγόρευση του πλειστηριασμού.
Συνεπώς, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο μόνος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη με αριθ. 3042/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή :
