ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Διοικητική εκτέλεση – Ανακοπή κατά ατομικής ειδοποίησης Δήμου για οφειλές από τέλη ύδρευσης και αποχέτευσης (π.δ. 923/1977 και ν.δ. 318/1969) – Νόμιμο (εν ευρεία εννοία) τίτλο τέτοιων οφειλών αποτελεί ο οικείος λογαριασμός ύδρευσης – Για την ταμειακή βεβαίωση των οφειλών από τα εν λόγω τέλη απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση του νόμιμου τίτλου της οφειλής, η οποία επέρχεται με την κοινοποίηση στον οφειλέτη του αντίστοιχου λογαριασμού ύδρευσης και αποχέτευσης (με τα συνεισπραττόμενα με αυτόν λοιπά τέλη, όπως το τέλος μηχανογράφησης) ή την αποδεδειγμένη πλήρη γνώση από αυτόν του περιεχομένου του – Στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτείται επιπλέον να κοινοποιηθεί και απόσπασμα του βεβαιωτικού καταλόγου του Δήμου – Πενταετής η παραγραφή του δικαιώματος του Δήμου προς είσπραξη τέτοιων αξιώσεων (άρθρ 6 α.ν. 344/1968) – Εάν η παραγραφή αυτή έχει συμπληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν.5027/2023, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 72 αυτού, που προβλέπει ότι οφειλές προς τους δήμους, από οποιαδήποτε αιτία, γεννηθείσες μέχρι και την 31η-12-2018, αν σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 73 του ίδιου νόμου, μπορούσαν να αναζητηθούν-βεβαιωθούν, εξακολουθούν να αναζητούνται και να βεβαιώνονται 2 έτη από την έναρξη ισχύος του – Τυχόν εφαρμογή του θα οδηγούσε σε αναβίωση της αποσβεστικής προθεσμίας που έληξε σε χρόνο προγενέστερο της δημοσίευσης του νόμου αυτού, κατά παράβαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου που σκοπεί στην εξασφάλιση της προβλεψιμότητας των εννόμων καταστάσεων – Δέχεται εν μέρει την ανακοπή
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄
Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Οκτωβρίου 2025, με Δικαστή τη Σουλτάνα Σκούρα, Πρωτοδίκη Δ.Δ., και γραμματέα τη δικαστική υπάλληλο Κυριακή Αμπατζή,
γ ι α να δικάσει την ανακοπή με αριθμό και χρονολογία καταχώρησης ΑΚ…/4-3-2025 (Ε.Α.Υ. …),
τ ο υ … του …, κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός … αρ…., ο οποίος παραστάθηκε μετά του δικηγόρου Παναγιώτη Στεφανίδη, τον οποίο νομιμοποίησε με προφορική δήλωση επ`ακροατηρίω δήλωσή του,
κ α τ ά του ο.τ.α. “Δήμος … ”, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο μελέτησε τη δικογραφία και
Η κρίση του είναι η εξής:
1. Επειδή, με την κρινόμενη ανακοπή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. Το … ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, σε συνδυασμό με τη σχετική περί δέσμευσής του επισημείωση της Γραμματέα του παρόντος Τμήματος του Δικαστηρίου επί του αποδεικτικού έκδοσής του), επιδιώκεται η ακύρωση α) της …/25-9-2024 ατομικής ειδοποίησης καταβολής – υπερημερίας, υπογραφόμενης από τον Δημοτικό Ταμία του Δήμου …, με την οποία ο ανακόπτων κλήθηκε να εξοφλήσει ή να ρυθμίσει τις αναφερόμενες στο σώμα αυτής ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τον καθ`ού Δήμο, προερχόμενες από τέλη, πάγια και κατανάλωση ύδρευσης, τέλη και πάγια αποχέτευσης, ΦΠΑ ύδρευσης και τέλη μηχανογράφησης, συνολικού ποσού 6.668,58 ευρώ (κεφάλαιο ύψους 3.245,26 ευρώ και προσαυξήσεις ύψους 3.423,32 ευρώ) και β) των περιλαμβανόμενων στην ατομική ειδοποίηση πράξεων ταμειακής βεβαίωσης των ανωτέρω οφειλών.
2. Επειδή, νομίμως χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης στην παρούσα δικάσιμο, παρά την απουσία του καθ`ού Δήμου, καθόσον αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί σ`αυτήν (βλ. Το από 14-7-2025 αποδεικτικό επίδοσης του Υπαρχιφύλακα …).
3. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την …/25-9-2024 ατομική ειδοποίηση καταβολής – υπερημερίας, που υπογράφεται από τον Δημοτικό Ταμία του Δήμου …, ο ανακόπτων κλήθηκε να εξοφλήσει ή να ρυθμίσει τις αναφερόμενες στο σώμα αυτής ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τον καθ`ού Δήμο, προερχόμενες από τέλη, πάγια και κατανάλωση ύδρευσης, τέλη και πάγια αποχέτευσης, ΦΠΑ ύδρευσης και τέλη μηχανογράφησης, συνολικού ποσού 6.668,58 ευρώ (κεφάλαιο ύψους 3.245,26 ευρώ και προσαυξήσεις ύψους 3.423,32 ευρώ). Οι οφειλές αυτές ανάγονται στο ευρύτερο χρονικό διάστημα των ετών 2006-2023, αφορούν τη λειτουργία και κατανάλωση δύο παροχών ύδρευσης – αποχέτευσης που λειτουργούσαν επ`ονόματι του ανακόπτοντος και ειδικότερα των με αριθμ. …/… και …/… υδρόμετρων, με κωδικό παροχής…-… και …-… αντίστοιχα, και βεβαιώθηκαν ταμειακώς με τις αναφερόμενες, παραπλεύρως έκαστης οφειλής, πράξεις ταμειακής βεβαίωσης.
4. Επειδή, το Δικαστήριο, προ πάσης έρευνας των λόγων της ανακοπής και στο πλαίσιο έρευνας του παραδεκτού άσκησης του ενδίκου βοηθήματος, κρίνει ότι η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση του καθ`ού Δήμου στερείται εκτελεστού χαρακτήρα και προσβάλλεται απαραδέκτως με την κρινόμενη ανακοπή, δοθέντος ότι αποσκοπεί απλώς στο να γνωστοποιηθούν στον ανακόπτοντα οι ατομικές βεβαιωθείσες ταμειακώς οφειλές του και η αιτία τους (πρβλ. ΣτΕ 1864/2018 σκ. 5, 1367/2016 σκ. 2, 2701/2011, 1806/2011, 1705/2008, βλ. ΔΕφΠειρ 726/2024 σκ. 4, πρβλ. ΔΕφΘεσ 961/2024 σκ.11, ΔΕφΠειρ 808/2024 σκ.11). Αντιθέτως, οι περιεχόμενες σε αυτήν πράξεις ταμειακής βεβαίωσης προσβάλλονται παραδεκτώς, από άποψη εκτελεστότητας, αλλά και εν γένει. Συνεπώς, η υπό κρίση ανακοπή είναι περαιτέρω εξεταστέα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μόνο σε σχέση με τις παραδεκτώς προσβαλλόμενες πράξεις ταμειακής βεβαίωσης.
5. Επειδή, στο π.δ. 923/1977 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 17.5./15.6.1959 β.δ/τος «περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των δήμων και κοινοτήτων» (Α΄ 315) ορίζεται στο άρθρο 1 ότι «Εις δήμους … έχοντας υπηρεσίαν υδρεύσεως εφ΄ όσον το δίκτυον υδρεύσεως εκάστου διαθέτει άνω των πεντακοσίων παροχάς, ελεγχομένας δι΄ υδρομετρητών, δύναται, κατόπιν αποφάσεως του οικείου δημοτικού … συμβουλίου … εγκρινομένης υπό του νομάρχου, η είσπραξις των τελών υδρεύσεως των βεβαιουμένων επί τη βάσει των ενδείξεων των υδρομετρητών, ως και των συνεισπραττομένων μετά των λογαριασμών υδρεύσεως συναφών εσόδων των, να ενεργήται δια μηχανογραφημένων αποδείξεων κατά την οριζομένην εις τα επόμενα άρθρα διαδικασίαν», στο άρθρο 2 ότι «1. Οι λογαριασμοί συντάσσονται κατά υδρομετρητήν είναι δε δίπτυχοι, εκάστου περιλαμβάνοντος ειδοποίησιν – απόδειξιν και απόκομμα ταύτης δια το ταμείον. 2. Μετά την παραλαβήν υπό του δήμου των μηχανογραφημένων βεβαιωτικών καταλόγων μετά των συνοδευόντων αυτούς διπτύχων λογαριασμών η αρμοδία δια την βεβαίωσιν του εσόδου υπηρεσία … προβαίνει εις την επικύρωσιν των βεβαιωτικών καταλόγων και την αποστολήν αυτών μετά των οικείων λογαριασμών των υδροληπτών εις τον δημοτικόν ταμίαν. 3. Ο ταμίας μετά προηγούμενον έλεγχον … εκδίδει το σχετικόν τριπλότυπον παραλαβής εισπρακτέων. 4. Μετά τη βεβαίωσιν ο ταμίας αποστέλλει ταχυδρομικώς ή δι΄ εντεταλμένων οργάνων του τους δίπτυχους λογαριασμούς εις τους υποχρέους υδρολήπτας κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, περί κοινοποιήσεως των αποσπασμάτων των βεβαιωτικών καταλόγων. 5. Ο υδρολήπτης εντός της αναγραφόμενης επί του λογαριασμού προθεσμίας υποχρεούται να προσκομίσει τούτον εις το ταμείον του δήμου και να καταβάλει το χρέος του. 6. Το εντεταλμένον εισπρακτορικόν όργανον προβαίνον εις την είσπραξιν αποκόπτει εκ του λογαριασμού και παραδίδει εις τον πληρώσαντα την ειδοποίησιν – απόδειξιν … Η απόδειξη αυτή επέχει θέσει αποδεικτικού εισπράξεως. … » και στο άρθρο 3 ότι «1. Μετά το πέρας της ημερησίας συναλλαγής, ο εισπράκτωρ βάσει των εις χείρας του αποκομμάτων συντάσσει κατάστασιν εις διπλούν των εξοφληθέντων εντός της ημέρας λογαριασμών εμφαίνουσαν τον αύξοντα αριθμόν του βεβαιωτικού καταλόγου, τον αριθμόν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως, το ονοματεπώνυμον του πληρώσαντος υδρολήπτου και τον κωδικόν αριθμόν του εσόδου, εκδίδει δε δια το συνολικόν ποσόν της καταστάσεως τριπλότυπον εισπράξεως … 2. Δια τους μη εξοφλήσαντας τους λογαριασμούς των εντός της επ΄ αυτών οριζομένης προθεσμίας ο ταμίας μετά πάροδον απράκτου και της υπό του οικείου κανονισμού οριζομένης προθεσμίας αναμονής εισηγείται την λήψιν των υπό του κανονισμού προβλεπομένων μέτρων. 3. Μετά την πάροδον των ως άνω προθεσμιών η είσπραξις ενεργείται δια τριπλοτύπων εισπράξεως κατά τα καθιερωμένα».
6. Επειδή, στο άρθρο 22 του ν.δ/τος 318/1969 «Περί βεβαιώσεως και εισπράξεως των εσόδων των Δήμων και Κοινοτήτων» (Α΄ 212) ορίζεται ότι «1. Οι βεβαιωτικοί κατάλογοι … τελών, … καταρτίζονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1-5 του από 17 Μαΐου 1959 β.δ.. 2. Απόσπασμα των βεβαιωτικών καταλόγων κοινοποιείται με απόδειξη στο φορολογούμενο, για ποσό μεγαλύτερο από δέκα χιλιάδες δραχμές. … 3. Αντίγραφον του βεβαιωτικού καταλόγου αποστέλλεται, συγχρόνως με την ενέργειαν των κοινοποιήσεων εις τον ταμίαν δια την βεβαίωσιν του εσόδου. Μετά την πάροδο της, δια την άσκησιν προσφυγής κατά των βεβαιωτικών καταλόγων, προθεσμίας, η δημοτική ή κοινοτική υπηρεσία αποστέλλει εις τον ταμίαν πίνακα εμφαίνοντα τα ονοματεπώνυμα των ασκησάντων προσφυγήν μετά μνείας του αριθμού υφ’ ον φέρονται εγγεγραμμένοι εις τον βεβαιωτικόν κατάλογον. Ο ταμίας βάσει του πίνακος τούτου, αναστέλλει την είσπραξιν των αφορώντων εις τους προσφυγόντας ποσών, γνωστοποιεί δε εις τους υπολοίπους το χρέος των, κατά τας διατάξεις του άρθρου 41 του ν.δ. 4260/1962. 4. … ». Στο τελευταίο δε αυτό άρθρο 41 του ν.δ/τος 4260/1962 (Α΄ 186), προβλέπεται ότι «2. Οι οφειλέται των δήμων και κοινοτήτων λαμβάνουν γνώσιν του χρέους των δι’ ατομικής ειδοποιήσεως, αποστελλομένης εις αυτούς υπό του αρμοδίου ταμείου εντός μηνός από της ημέρας, κατά την οποίαν οι φορολογικοί κατάλογοι ή τα εξ άλλης αιτίας χρέη εβεβαιώθησαν οριστικώς. Αι ατομικαί ειδοποιήσεις αποστέλλονται, είτε δια δημοτικών και κοινοτικών υπαλλήλων ή εισπρακτόρων επί τη υπογραφή των παραληπτών οφειλετών ή εν απουσία τούτων υπό των οικείων των εις ειδικόν βιβλιάριον, είτε δια του ταχυδρομείου, τηρουμένου προς τούτο παρ’ εκάστω ταμείω ιδίου βιβλίου, εμφαίνοντος την έκδοσιν και αποστολήν των ατομικών ειδοποιήσεων. …». Επιπλέον, με το άρθρο 4 του από 17-5/15-6-1959 β.δ/τος (Α΄ 114) «Περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων» ορίζεται ότι «1. Τίτλος βεβαιώσεως είναι παν έγγραφον αποδεικτικόν ή και απλώς βεβαιωτικόν της οφειλής προς τον δήμον. Ειδικώτερον: έγγραφα αποτελούντα νομίμους τίτλους είναι: α) … δ) … οι φορολογικοί κατάλογοι οι κατά τους οικείους φορολογικούς νόμους καταρτιζόμενοι υπό των αρμοδίων προς βεβαίωσιν του εσόδου το οποίον αφορώσιν ούτοι Υπηρεσιών ή οργάνων των δήμων. … 2. Τα εκ των ως άνω τίτλων στοιχεία καταχωρίζονται εις καταλόγους ή καταστάσεις εφ’ όσον αναγράφονται ονομαστικώς οι φορολογούμενοι και τα εισπρακτέα καθ’ έκαστον τούτων ποσά, αναλυτικώς. 3. Αι εγγραφαί αύται γνωστοποιούνται επί αποδείξει εις τους φορολογουμένους διά κοινοποιήσεως αποσπασμάτων εγγραφής, καλουμένους άμα όπως εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ασκήσουν τα ένδικα μέσα κατά της εγγραφής των. 4. Οι ούτω καταρτιζόμενοι κατάλογοι ή καταστάσεις μετά την εκπνοήν των νομίμων προθεσμιών υπογράφονται παρά των αρμοδίων οργάνων της βεβαιωτικής του εσόδου υπηρεσίας και αρχής και σφραγίζονται διά της υπηρεσιακής αυτής σφραγίδος, αποτελούν δε τον πλήρη βεβαιωτικόν νόμιμον τίτλον και εν συνεχεία τον νόμιμον τίτλον της εισπράξεως των βεβαιωθέντων εσόδων. 5. Ο ως άνω καταρτισθείς κατ’ έσοδον και οικονομικόν έτος νόμιμος τίτλος, συντεταγμένος εις τριπλούν και συνοδευόμενος από κατάστασιν συντεταγμένην εις τριπλούν, αναγράφουσαν περιληπτικώς τον συνολικόν αριθμόν των φορολογουμένων, το είδος του εσόδου και το ποσοτικόν άθροισμα του τίτλου, διαβιβάζεται δι’ εγγράφου του δημάρχου ή της αρμοδίας βεβαιωτικής αρχής εις το αρμόδιον ταμείον του δήμου … », ενώ με το άρθρο 52 του αυτού β.δ/τος ορίζεται ότι «1. Άμα τη υπό του δημάρχου ή των αρμοδίων υπηρεσιών του δήμου ή άλλων αρμοδίων αρχών αποστολή εις το ταμείον δήμου χρηματικών καταλόγων ή άλλων χρηματικών τίτλων εισπρακτέων εσόδων, ο δημοτικός ταμίας ή ο προϊστάμενος του γραφείου εσόδων ελεγκτής ή λογιστής επιμελείται … της εμπροθέσμου εξελέγξεως των χρηματικών καταλόγων ή τίτλων, της εντός των νομίμων προθεσμιών εκδόσεως του προσήκοντος αποδεικτικού παραλαβής εισπρακτέων της καταχωρίσεως αυτού εις το βιβλίον εισπρακτέων εσόδων και της αποστολής του παραρτήματος εις την εντεταλμένην την βεβαίωσιν υπηρεσίαν ως και την λογιστικήν υπηρεσία του δήμου. 2. Συντελεσθείσης της κατά την προηγουμένην παράγραφον οριζομένης εργασίας διά την βεβαίωσιν των εσόδων ο δημοτικός ταμίας, επιμελεία του προϊσταμένου του γραφείου εσόδων ελεγκτού ή λογιστού εκδίδει ατομικάς ειδοποιήσεις ή γενικάς ή ειδικάς προσκλήσεις προς τους οφειλέτας, αντίγραφα δε ή αποσπάσματα των χρηματικών καταλόγων παραδίδει, επί αποδείξει, εις τα εισπρακτορικά όργανα όπως επιμεληθούν της εισπράξεως».
7. Επειδή, στο ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90), όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 85 παρ. 5 του ν. 4978/2022 (Α΄ 190), εφαρμοστέο δυνάμει του άρθρου 167 παρ. 1 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α΄ 114) Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων [όπως και υπό την ισχύ του προηγούμενου Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, π.δ. 410/1995 (Α΄ 231) σύμφωνα με το άρθρο 229 παρ. 1 αυτού], του ν. 3852/2010 (Α΄ 87) μη περιέχοντος σχετικές ρυθμίσεις, ορίζεται, στο άρθρο 2 ότι «1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων … ενεργείται δυνάμει νομίμου τίτλου … 2. Νόμιμος τίτλος είναι: α) Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ην οφείλεται. β) … », και στο άρθρο 4 ότι «Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινος εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται … να απόστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, … περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις … ». Ακολούθως, τα ανωτέρω άρθρα 2 και 4 του ν.δ/τος 356/1974 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 7 του ν. 4224/2013 (Α΄ 288, με έναρξη ισχύος την 1.1.2014, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου αυτού) και, πλέον, προβλέπεται, στο άρθρο 2 ότι «1. …. 2. Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, νόμιμο τίτλο αποτελούν: α) Τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής. β) …», και στο άρθρο 4 ότι «1. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα … μετά την καταχώριση του χρέους ως δημοσίου εσόδου κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 3, η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει ατομική ειδοποίηση, την οποία, είτε αποστέλλει ταχυδρομικά στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα είτε την κοινοποιεί σε αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4174/2013. Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται τα στοιχεία και ο αριθμός φορολογικού μητρώου, εφόσον υπάρχει, του οφειλέτη, το είδος και το ποσό του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των τόκων που έχουν ήδη υπολογισθεί κατά την κείμενη νομοθεσία, ο αριθμός και η χρονολογία καταχώρισης του χρέους ως δημοσίου εσόδου ή ο τίτλος στον οποίο βασίζεται το χρέος, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής αυτού, η μνεία ότι από την επομένη ημέρα της λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής του χρέους και μέχρι την τελική εξόφληση αυτού υπολογίζονται οι τόκοι και το πρόστιμο του άρθρου 6 του παρόντος». Ομοίου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνονται ήδη και στον νέο Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (άρθρο πρώτο του ν. 4978/2022, Α΄ 190) που τέθηκε σε ισχύ με την δημοσίευσή του στην ΕτΚ στις 7-10-2022 (άρθρο δεύτερο του ν.4978/2022) και σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 4 καταλαμβάνει διαδικαστικές πράξεις που διενεργούνται ή πράξεις που εκδίδονται ή ενέργειες που λαμβάνουν χώρα μετά την ισχύ του. Σύμφωνα δε με το άρθρο 85 παρ. 1 του νέου ΚΕΔΕ «Όπου σε κείμενες διατάξεις γίνεται παραπομπή ή αναφορά σε διάταξη του ν.δ. 356/1974 (Α` 90) ή του ΚΕΔΕ ή γενικά στο ν.δ. 356/1974 ή τον ΚΕΔΕ, εφεξής νοείται η αντίστοιχη διάταξη του παρόντος Κώδικα ή ο παρών Κώδικας».
8. Επειδή, περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν.505/1976 (Α΄ 353), κάθε εγγραφή σε βεβαιωτικό κατάλογο δήμου, για οποιοδήποτε δημοτικό φόρο, τέλος, δικαίωμα κλπ υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου (παρ. 1) ασκουμένη εντός προθεσμίας είκοσι ημερών (και ήδη εξήντα ημερών μετά την ισχύ του ΚΔΔ), από την επομένη της κατά το άρθρο 22 του ν.δ. 318/1969 κοινοποίησης στον φερόμενο ως υπόχρεο του ανωτέρω σχετικού αποσπάσματος.
9. Επειδή, από τον συνδυασμό όλων των διατάξεων που παρατίθενται στην μείζονα σκέψη της παρούσας (σκέψεις 3 έως και 7), συνάγεται ότι η εγγραφή οφειλέτη στους βεβαιωτικούς καταλόγους των Δήμων συνιστά την εν ευρεία εννοία βεβαίωση της οφειλής του, που ακολουθείται από τη γνωστοποίηση του αποσπάσματος σε αυτόν ή, σε περίπτωση εφαρμογής της διαδικασίας του π.δ/τος 923/1977, από τη γνωστοποίηση των δίπτυχων λογαριασμών ύδρευσης, που συνιστούν την εν ευρεία εννοία βεβαίωση της οφειλής, στους υπόχρεους υδρολήπτες. Σύμφωνα δε με τις ανωτέρω διατάξεις, ερμηνευομένες υπό το φως του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, δεν αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής, ούτε επιτρέπεται η ταμειακή βεβαίωση καταλογισθέντων δημοτικών φόρων ή τελών, εάν προηγουμένως δεν έχει κοινοποιηθεί εγκύρως στον υπόχρεο το οικείο απόσπασμα του βεβαιωτικού χρηματικού καταλόγου ή, σε περίπτωση εφαρμογής του π.δ/τος 923/1977, ο σχετικός λογαριασμός ύδρευσης (πρβλ. ΣτΕ 798/2014 7μ σκ. 5, 3378/2012 και 1077/2024, 1515/2023, 2734/2022 7μ, 4117/2015, 2982/2007 7μ). Εξάλλου, κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 66 παρ. 1 του ΚΔΔ, προβλέπεται μεν ως αφετηρία της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, καταρχήν, η σύννομη κοινοποίηση της πράξης στον ενδιαφερόμενο, δεν αποκλείεται όμως η σχετική προθεσμία να αρχίζει από την αποδεδειγμένη πλήρη γνώση του περιεχομένου της προσβαλλομένης πράξης, σε περίπτωση που είτε δεν έγινε η προβλεπόμενη κοινοποίηση είτε αυτή που έγινε δεν ήταν νόμιμη, ακόμη και αν πρόκειται για πράξη κοινοποιητέα σύμφωνα με τη σχετική ειδική νομοθεσία που την διέπει (πρβλ. ΣτΕ 757/2021, 986/2016, 169-171/2015 7μ.). Για την εκκίνηση όμως της προθεσμίας αυτής, απαιτείται αποδεδειγμένη – δηλαδή προκύπτουσα είτε από συγκεκριμένα στοιχεία του φακέλου ή συγκεκριμένα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν βέβαιη δικανική πεποίθηση, είτε συνομολογούμενη από τον ίδιο τον αποδέκτη – πλήρης γνώση της προσβαλλόμενης πράξης, ως τέτοιας νοουμένης της γνώσης ολόκληρης της πράξης και των αιτιολογιών της, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί από τον ενδιαφερόμενο το νόμιμο ή μη της πράξης και συνεπώς, η δυνατότητα άσκησης κατ’ αυτής προσφυγής (πρβλ. ΣτΕ 757/2021, 169-171/2015 7μ.).
10. Επειδή, με την κρινόμενη ανακοπή, ο ανακόπτων ζητεί την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων ταμειακής βεβαίωσης ως μη νόμιμων, διότι, όπως προβάλλει, στηρίζονται σε μη νόμιμο τίτλο και δη σε μη οριστικοποιημένες εγγραφές του σε χρηματικούς καταλόγους του καθ`ού Δήμου για τις αναφερόμενες οφειλές του. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι οι εγγραφές του για τις επίαμχες οφειλές του στους χρηματικούς καταλόγους του καθ`ού Δήμου δεν είχαν οριστικοποιηθεί, όπως απαιτείται κατά νόμο, πριν τη διενέργεια της ταμειακής βεβαίωσής τους, καθώς ουδέποτε προηγήθηκε η κοινοποίηση σε αυτόν των σχετικών αποσπασμάτων των βεβαιωτικών καταλόγων. Από την πλευρά του, ο καθ’ ού Δήμος, με την …/12-9-2025 έκθεση απόψεων του Προϊσταμένου του Τμήματος Εσόδων του, ζητεί την απόρριψη της ανακοπής, αντιτείνοντας, ειδικότερα, επί του ανωτέρω λόγου, ότι εν προκειμένω δεν απαιτείτο κοινοποίηση των αποσπασμάτων των βεβαιωτικών καταλόγων στους οποίους εγγράφηκε ο ανακόπτων για τις συγκεκριμένες οφειλές του, διότι οι λογαριασμοί ύδρευσης που εκδίδονται και αποστέλλονται στους καταναλωτές των παροχών έχουν τον χαρακτήρα βεβαιωτικών καταλόγων και η αποστολή τους υποκαθιστά την κοινοποίηση αυτών.
11. Επειδή, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις που παρατέθηκαν και ερμηνεύθηκαν στις σκέψεις 5η έως 9η της παρούσας, για τη διενέργεια ταμειακής βεβαίωσης οφειλής προερχόμενης από τέλη ύδρευσης και αποχέτευσης, απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση του (εν ευρεία εννοία) νόμιμου τίτλου της οφειλής, ήτοι του οικείου λογαριασμού ύδρευσης, με την κοινοποίηση του λογαριασμού αυτού στον ενδιαφερόμενο ή την αποδεδειγμένη πλήρη γνώση από αυτόν του περιεχομένου του. Με τα δεδομένα αυτά, ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος περί μη κοινοποίησης σε αυτόν αποσπασμάτων των βεβαιωτικών καταλόγων στους οποίους εγγράφηκε για τις επίμαχες οφειλές του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δοθέντος ότι αρκεί για την οριστικοποίηση του νόμιμου τίτλου – και τη συνακόλουθη νόμιμη διενέργεια της ταμειακής βεβαίωσης των συγκεκριμένων οφειλών – η προηγούμενη κοινοποίηση στον ίδιο του αντίστοιχου λογαριασμού ύδρευσης και αποχέτευσης (με τα συνεισπραττόμενα με αυτόν λοιπά τέλη, όπως εν προκειμένω, του τέλους μηχανογράφησης), την οποία, άλλωστε, ουδόλως αμφισβητεί ο ανακόπτων. Το Δικαστήριο επισημαίνει, πάντως, ότι πρόκειται για λογαριασμούς δύο διαφορετικών παροχών ύδρευσης – αποχέτευσης για συναπτές περιόδους κατανάλωσης δεκαεπτά περίπου ετών, κατά τις οποίες οι επίμαχες παροχές ύδρευσης βρίσκονταν σε λειτουργία και παρουσίαζαν κατανάλωση, με συνέπεια στο πλαίσιο αυτό, να αναμένεται, κατά την κοινή πείρα και λογική, ότι ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, επ`ονόματι του οποίου λειτουργούν συγκεκριμένες παροχές ύδρευσης και αποχέτευσης, γνωρίζει ότι για τη χρήση των αντίστοιχων υπηρεσιών που παρέχονται από τους δήμους οφείλονται και καταβάλλονται τέλη. Εξάλλου, ουδόλως επικαλείται ο ανακόπτων ότι, καθ΄όλο το χρονικό διάστημα από το 2006 έως το 2023, αμφισβήτησε την κατανάλωση των συγκεκριμένων υδρόμετρων ή ότι απευθύνθηκε στα όργανα του καθ΄ού Δήμου για να δηλώσει είτε ότι δεν λάμβανε λογαριασμούς στη δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας του είτε την όποια μεταβολή της διεύθυνσης κατοικίας του. Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με το εύλογο ενδιαφέρον και την επιμέλεια που θα οφείλει να επιδεικνύει ο μέσος συνετός χρήστης των εν λόγω υπηρεσιών να λαμβάνει τους λογαριασμούς που αντιστοιχούν στην πραγματοποιηθείσα κατανάλωση ύδατος της επ`ονόματί του λειτουργούσας παροχής, τεκμαίρεται, σε κάθε περίπτωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πλήρης γνώση από τον ανακόπτοντα της ύπαρξης και του περιεχομένου των λογαριασμών ύδρευσης και αποχέτευσης, από τη μη εξόφληση των οποίων γεννήθηκαν οι επίμαχες οφειλές. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εν ευρεία εννοία νόμιμοι τίτλοι στους οποίους ερείδονται οι προσβαλλόμενες πράξεις ταμειακής βεβαίωσης είχαν οριστικοποιηθεί και, ως εκ τούτου, νομίμως διενεργήθηκαν οι ταμειακές βεβαιώσεις των εν λόγω οφειλών του ανακόπτοντος, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου προβάλλονται με τον οικείο λόγο.
12. Επειδή, στην παρ.1 του άρθρου 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/1999 – Α`97), όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση της παραγράφου αυτής με το άρθρο 59 του ν.5172/2025 (Α`10/29-1-2025) – που εφαρμόζεται εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 96 παρ.2 αυτού, ως εκ του χρόνου άσκησης του κρινόμενου ένδικου βοηθήματος -, ότι “Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου ή της ατομικής ειδοποίησης, […]” και στην παρ. 5 του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα ότι “Ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως. Ισχυρισμοί που αφορούν παραγραφή της αξίωσης του Δημοσίου για επιβολή φόρου ή τέλους μπορούν επίσης να προβληθούν με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής για πρώτη φορά, εφόσον δεν έχουν προταθεί και κριθεί από άλλο δικαστήριο με ισχύ δεδικασμένου [όπως το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αυτής προστέθηκε με το άρθρο 15 του ν.4816/2021 (Α’118)]”. Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνάγεται ότι, στο πλαίσιο άσκησης ανακοπής, εξετάζεται, σε οποιοδήποτε στάδιο και αν προβληθεί, ισχυρισμός που αφορά την κάθε μορφής απόσβεση της οφειλής, στην οποία περιλαμβάνεται και η παραγραφή, τόσο της ίδιας της απαίτησης, επί της οποίας ερείδεται ο νόμιμος τίτλος, όσο και του δικαιώματος είσπραξης αυτής, εφόσον αποδεικνύεται αμέσως (ΣτΕ 567/2024, 132/2024 σκ. 6, 392/2017, ΔΕφΑθ 2096/2022, ΔΕφΘεσ 357/2022, 28/2022, ΔΕφΠειρ 71/2022). Εξάλλου, σύμφωνα με γενική αρχή διαχρονικού δικαίου, την οποία απηχεί το άρθρο 18 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α΄164 – Εισ.Ν.Α.Κ.), η έναρξη της παραγραφής διέπεται, ελλείψει ειδικής ρύθμισης, από το δίκαιο του χρόνου που αυτή λαμβάνει χώρα (πρβλ. ΣτΕ 448/2022, 3467/2012). Σε περίπτωση δε προβολής ισχυρισμού από τον ανακόπτοντα περί παραγραφής της αξίωσης, για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, εναπόκειται στο καθ’ ού να επικαλεστεί με την έκθεση απόψεών του όλα τα πραγματικά περιστατικά που τυχόν δημιουργούν λόγους μη συμπλήρωσης της παραγραφής λόγω διακοπής, αναστολής αυτής κ.λπ. (πρβλ. ΣτΕ 1044/2020, 3643/2013), ενώ, επιπλέον, εφόσον αντικρούεται ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος περί παραγραφής από τον αντίδικό του, τα επικαλούμενα από τον τελευταίο σχετικά αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο που διαβιβάζεται στο Δικαστήριο κατ’ άρθρο 129 παρ.1 ΚΔΔ, ώστε οι σχετικοί ισχυρισμοί να αποδεικνύονται αμέσως, δοθέντος ότι η υποχρέωση περί παραχρήμα απόδειξης, κατά την έννοια του άρθρου 224 παρ. 5 ΚΔΔ, τάσσεται όχι μόνον σε βάρος του ανακόπτοντος, αλλά και σε βάρος του καθ’ ού Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., στο πλαίσιο της δικονομικής ισότητας των διαδίκων κατ’ άρθρο 40 ΚΔΔ (πρβλ. ΔΕφΠατρ 293/2021 σκ. 7, ΔΕφΑθ 1698/2019 σκ. 4).
13. Επειδή, στο άρθρο 6 του α.ν. 344/1968 (Α`71), όπως ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 73 παρ.1 του ν.5027/2023 (A’ 48/2-3-2023), ορίζεται ότι “Το άρθρον 76 του αυτού Β.Δ. (άρθρον 60 Ν.Δ. 3033/1954, άρθρον 3 Ν.Δ.3908/1958 (5) αντικαθίσταται ως εξής: “Ο χρόνος της παραγραφής των αξιώσεων των δήμων και κοινοτήτων είναι είκοσι ετών, αρχόμενος από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθησαν αύται οριστικώς. Κατ` εξαίρεσιν αι προερχόμεναι εκ φόρων εν γένει, τελών, δικαιωμάτων, εισφορών και αντιτίμου προσωπικής εργασίας παραγράφονται μετά πενταετίαν ως ανωτέρω”.”. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 304 του π.δ/τος 410/1995 (Α΄231), το οποίο επιγράφεται «Φορολογικές απαλλαγές, ατέλειες, προνόμια» ορίζεται ότι “Οι δήμοι … έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο δημόσιο … . Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. έχουν εφαρμογή οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου …”. Οι ρυθμίσεις αυτές περιλήφθηκαν, ακολούθως, στις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 276 του ισχύοντος (από 1-1-2007 και μετά) Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν.3463/2006 Α`114). Εξάλλου, στο άρθρο 3 του ν.δ/τος 31/1968 «περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων» (Α΄281) ορίζεται ότι “Αι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων περί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμεναι εις το δημόσιον προνομίαι ή τεθεσπισμέναι ειδικαί προστατευτικαί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφ’ όσον αι τυχόν υφιστάμεναι αντίστοιχοι δια τους οργανισμούς τούτους προνομίαι εν γένει δεν είναι ευρύτεραι ή ευνοϊκότεραι των επί του δημοσίου ισχυουσών”. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, όπως γίνεται παγίως δεκτό, ότι για τους ΟΤΑ ισχύει, καταρχήν, η νομοθεσία περί δημοσίου λογιστικού, εάν, όμως, υπάρχουν περί παραγραφής διατάξεις του κοινού δικαίου ευνοϊκότερες, εφαρμόζονται αυτές υπέρ των ΟΤΑ, δοθέντος, άλλωστε, ότι, κατά το άρθρο 56 παρ. 1 του ν.δ/τος 496/1974 «περί λογιστικού των ΝΠΔΔ» (Α΄ 204), οι ΟΤΑ εξαιρούνται από την εφαρμογή του διατάγματος αυτού (βλ. ΣτΕ 2904, 2748/2017, 1530, 54/2016, 3329/2012, ΑΠ 420/2002, 1310/2009). Επομένως, για την παραγραφή αξιώσεων των ΟΤΑ κατά τρίτων που βεβαιώνονται ταμειακά πριν την 1-1-2015 εφαρμοστέες, καταρχήν, είναι οι σχετικές περί παραγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου διατάξεις των άρθρων 86-89 του ν. 2362/1995 (Α΄247).
14. Επειδή, στο άρθρο 87 του ν. 2362/1995 (Α`247), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ενόψει του χρόνου έναρξης της επικαλούμενης παραγραφής του δικαιώματος του καθ`ού Δήμου προς είσπραξη των κατωτέρω αναφερόμενων οφειλών, προβλεπόταν ότι “Αναστολή παραγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου 1. Η παραγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου αναστέλλεται για τους λόγους που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία. 2. Η παραγραφή αυτή αναστέλλεται επίσης α) … β) Για χρονικά διάστημα ίσο με το χρόνο κατά τον οποίο έχει εμποδισθεί το Δημόσιο να επιδιώξει την είσπραξη του χρέους με αναγκαστικά μέτρα, λόγω αναστολής εκτελέσεως που έχει χορηγηθεί με διάταξη νόμου. Και στις δύο περιπτώσεις (α` και β), η παραγραφή συνεχίζεται μετά τη λήξη της αναστολής της και σε καμία περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσει ένα έτος από τη λήξη είτε της αναστολής πληρωμής ή της παραβιάσεως της υποχρεώσεως τμηματικής καταβολής είτε της αναστολής λήψεως των αναγκαστικών μέτρων, αντίστοιχα. γ) … .”.
15. Επειδή, περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα από 28-6-2015 έως 31-10-2015, δηλαδή για 4 μήνες και 3 ημέρες, ανεστάλη, κατά τη διάρκεια της κηρυχθείσας νομοθετικώς τραπεζικής αργίας, η διενέργεια κάθε πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης [βλ. το άρθρο πρώτο της από 28-6-2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας» (Α’ 65), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4350/2015 (Α’ 161), την Γ.Δ.Ο.Π. 0000937ΕΞ2015/Χ.Π.2255/6-7-2015 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 1391), την Γ.Δ.Ο.Π.0000945ΕΞ2015/Χ.Π.2261/2015 απόφαση της Αναπληρώτριας Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 1420), το άρθρο πρώτο της από 14-7-2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Συμπλήρωση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 28ης Ιουνίου 2015 … » (Α’ 79), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 3 του ίδιου ως άνω νόμου, την Γ.Δ.Ο.Π.0000989ΕΞ2015/Χ.Π.2314/16-07-2015 (Β’ 1482) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, την από 18-7-2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου «Επείγουσες ρυθμίσεις για τη θέσπιση περιορισμών …» (Α’ 84), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 4 του ανωτέρω νόμου, την 49214/21-7-2015 απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, με τίτλο «Αναστολή πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, καταβολής δικαστικών παραβόλων, εγγυοδοσιών και χρηματικών ποσών από μετατροπή ποινών» (Β’ 1525), την 57382/31-07-2015 κοινή απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών (Β΄ 1620), την 57384/2015 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών (Β΄ 1867) και τέλος, την 70905/2015 κοινή απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών (Β΄ 2110)].
16. Επειδή, με τον τελευταίο λόγο της κρινόμενης ανακοπής, προβάλλεται ότι οι …/21-11-2011, …/20-6-2012, …/13-4-2011, …/1-10-2010, …/20-6-2012, …/3-7-2012, …/4-12-2012, …/18-12-2006, …(2 ταυτάριθμες)/6-10-2009, …(2 ταυτάριθμες)/23-3-2010, …(2 ταυτάριθμες)/1-10-2010, …/21-11-2011, …(2 ταυτάριθμες)/13-4-2011, …(2 ταυτάριθμες)/20-6-2012, …(2 ταυτάριθμες)/4-12-2012, …(4 ταυτάριθμες)/4-12-2012 και …(6 ταυτάριθμες)/3-7-2012 πράξεις ταμειακής βεβαίωσης τυγχάνουν ακυρωτέες, διότι για τις οφειλές που έχουν βεβαιωθεί με αυτές έχει συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή που προβλέπεται κατά νόμο την 31-12-2017, δεδομένου ότι οι εν λόγω πράξεις δεν του έχουν γνωστοποιηθεί κατά το παρελθόν, παρά το πρώτον με την …/25-9-2024 ατομική ειδοποίηση.
17. Επειδή, καταρχάς, ο λόγος αυτός περί παραγραφής προβάλλεται παραδεκτώς, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη 12η σκέψη της παρούσας και είναι περαιτέρω εξεταστέος μόνο ως προς τις ανωτέρω πράξεις ταμειακής βεβαίωσης. Λαμβάνοντας δε υπόψη τις διατάξεις που παρατίθενται στις σκέψεις 13 και 14 της παρούσας, η παραγραφή του δικαιώματος των ΟΤΑ να εισπράξουν ταμειακώς βεβαιωθείσες οφειλές προερχόμενες από τα επίμαχα τέλη είναι πενταετής και εκκινεί από το τέλος του έτους εντός του οποίου διενεργήθηκε για έκαστη οφειλή η αντίστοιχη ταμειακή βεβαίωση. Εν προκειμένω, η πενταετής αυτή παραγραφή άρχισε για τις οφειλές που βεβαιώθηκαν ταμειακά με την …/18-12-2006 πράξη, την 31-12-2006, για αυτές που βεβαιώθηκαν ταμειακά με τις …(2 ταυτάριθμες)/6-10-2009 πράξεις, την 31-12-2009, για αυτές που βεβαιώθηκαν ταμειακά με τις …(2 ταυτάριθμες)/23-3-2010, …/1-10-2010 και …(2 ταυτάριθμες)/1-10-2010 πράξεις, την 31-12-2010, για αυτές που βεβαιώθηκαν ταμειακά με τις …/13-4-2011, …(2 ταυτάριθμες)/13-4-2011, …/21-11-2011 και …/21-11-2011 πράξεις, την 31-12-2011 και για αυτές που βεβαιώθηκαν ταμειακά με τις …/20-6-2012, …/20-6-2012, …(2 ταυτάριθμες)/20-6-2012, …(6 ταυτάριθμες)/3-7-2012, …/3-7-2012, …(4 ταυτάριθμες)/4-12-2012, …/4-12-2012 και …(2 ταυτάριθμες)/4-12-2012 πράξεις, την 31-12-2012 και συμπληρώθηκε – συνυπολογιζόμενης για ορισμένες από αυτές (ήτοι πλην των οφειλών που βεβαιώθηκαν ταμειακά εντός των ετών 2006 και 2009) της αναστολής της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 87 παρ.2 περ.β` του ν.2362/1995, για 4 μήνες και 3 ημέρες, λόγω της τραπεζικής αργίας εντός του έτους 2015, κατά τη διάρκεια της οποίας ανεστάλη η διενέργεια κάθε πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης – το αργότερο την 3-5-2018, δηλαδή σε χρόνο που απέχει μακράν του χρόνου παραλαβής της …/25-9-2024 ατομικής ειδοποίησης από τον ανακόπτοντα (που έλαβε χώρα την 1-3-2025, όπως ο ίδιος εκθέτει και δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά). Εξάλλου, δεν προκύπτει, ούτε, άλλωστε, επικαλείται ο καθ`ού Δήμος ότι κατά τη διάρκεια της παραγραφής αυτής έλαβαν χώρα διακοπτικά ή άλλα ανασταλτικά της παραγραφής αυτής γεγονότα. Εξάλλου, ως εκ του ανωτέρω (απώτατου) χρόνου συμπλήρωσης της παραγραφής του δικαιώματος του καθ`ού Δήμου προς είσπραξη των συγκεκριμένων οφειλών, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ν.5027/2023, δεν τυγχάνουν, εν προκειμένω, εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 72 του νόμου αυτού, με τις οποίες προβλέπεται ότι οφειλές προς τους δήμους, από οποιαδήποτε αιτία, που γεννήθηκαν μέχρι και την 31η-12-2018, αν σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 73 του ίδιου νόμου, μπορούσαν να αναζητηθούν-βεβαιωθούν, εξακολουθούν να αναζητούνται και να βεβαιώνονται για δύο (2) έτη από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Και αυτό, καθόσον τυχόν εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης θα συνεπαγόταν την αναβίωση αποσβεστικής προθεσμίας που έχει λήξει σε χρόνο προγενέστερο από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, κατά παράβαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, η οποία σκοπεί στην εξασφάλιση της προβλεψιμότητας των εννόμων καταστάσεων (βλ. Δ.Ε.Ε. υποθέσεις C – 427/14 Veloserviss της 10-12-2015, σκ. 31, C – 615/21 Napfény – Toll Kft. της 13-7-2023, σκ. 40) (βλ. ΔΕφΑθ 3895/2025 σκ.13, ΔΕφΘεσ 387/2025 σκ.11). Συνεπώς, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με τον οικείο λόγο, το δικαίωμα του καθ`ού ΟΤΑ να εισπράξει τις ανωτέρω ταμειακώς βεβαιωθείσες οφειλές, προερχόμενες από τα επίμαχα τέλη, έχει παραγραφεί. Για τον λόγο αυτό, οι προσβαλλόμενες – κατά τη σειρά αναγραφής τους στην …/25-9-2024 ατομική ειδοποίηση – …/21-11-2011, …/20-6-2012, …/13-4-2011, …/1-10-2010, …/20-6-2012, …/3-7-2012, …/4-12-2012, …/18-12-2006, …(2 ταυτάριθμες)/6-10-2009, …(2 ταυτάριθμες)/23-3-2010, …(2 ταυτάριθμες)/1-10-2010, …/21-11-2011, …(2 ταυτάριθμες)/13-4-2011, …(2 ταυτάριθμες)/20-6-2012, …(2 ταυτάριθμες)/4-12-2012, …(4 ταυτάριθμες)/4-12-2012 και …(6 ταυτάριθμες)/3-7-2012 πράξεις ταμειακής βεβαίωσης πρέπει να ακυρωθούν. Τούτο δε, καθόσον, όπως έχει κριθεί, ο ισχυρισμός περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς είσπραξη της ταμειακώς βεβαιωθείσας οφειλής, παρόλο που δεν είναι λόγος αφορών την πράξη ταμειακής βεβαίωσης, δοθέντος ότι η ως άνω παραγραφή αρχίζει μετά την εν στενή εννοία βεβαίωση της οφειλής και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να επηρεάσει το κύρος της πράξης ταμειακής βεβαίωσης (βλ. ΣτΕ 3822/2011), δύναται, όμως, ακόμη και στο πλαίσιο εκδίκασης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης (άρθρο 217 παρ.1 περ. α’), να οδηγήσει σε ακύρωση της πράξης αυτής, προκειμένου αυτή να μην αποτελέσει νόμιμο έρεισμα για την ενδεχόμενη επίσπευση μεταγενέστερων πράξεων διοικητικής εκτέλεσης και με στόχο να παρέχεται στον οφειλέτη έγκαιρη και αποτελεσματική δικαστική προστασία έναντι τυχόν μεταγενέστερων πράξεων εκτέλεσης σε βάρος του, χωρίς να παραμένει σε εκκρεμότητα ζήτημα με σοβαρές για αυτόν συνέπειες (πρβλ. ΣτΕ 779/2023, ΔΕφΠειρ 1090/2024, ΔΕφΧαν 274/2024, 184/2023, ΔΕφΘεσ 250/2023, ΔΕφΚομ 193/2021).
18. Επειδή, κατ`ακολουθίαν, και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου πλήττοντος τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων πράξεων ταμειακής βεβαίωσης, πρέπει η ανακοπή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθ`ό μέρος στρέφεται κατά της …/25-9-2024 ατομικής ειδοποίησης του καθ`ού Δήμου και κατά τα λοιπά, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη, σύμφωνα με το σκεπτικό και τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω, πρέπει να αποδοθεί στον εν μέρει νικήσαντα ανακόπτοντα μέρος του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, 20 ευρώ, και το υπόλοιπο, ύψους 80 ευρώ, να καταπέσει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (βλ. άρθρο 277 παρ. 9 εδ. τελ. Κ.Δ.Δ.). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας αυτών (βλ. άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ΄ Κ.Δ.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την ανακοπή ως απαράδεκτη, καθ`ό μέρος στρέφεται κατά της …/25-9-2024 ατομικής ειδοποίησης του καθ`ού Δήμου.
Δέχεται εν μέρει την ανακοπή κατά τα λοιπά.
Ακυρώνει τις …/21-11-2011, …/20-6-2012, …/13-4-2011, …/1-10-2010, …/20-6-2012, …/3-7-2012, …/4-12-2012, …/18-12-2006, …(2 ταυτάριθμες)/6-10-2009, …(2 ταυτάριθμες)/23-3-2010, …(2 ταυτάριθμες)/1-10-2010, …/21-11-2011, …(2 ταυτάριθμες)/13-4-2011, …(2 ταυτάριθμες)/20-6-2012, …(2 ταυτάριθμες)/4-12-2012, …(4 ταυτάριθμες)/4-12-2012 και …(6 ταυτάριθμες)/3-7-2012 πράξεις ταμειακής βεβαίωσης.
Διατάσσει την απόδοση στον ανακόπτοντα μέρους του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους 20 ευρώ, και την κατάπτωση του υπόλοιπου, ύψους 80 ευρώ, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Θεσσαλονίκη, την 9-1-2026, όπου και δημοσιεύθηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, την 30-1-2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
