Χιλιάδες φορολογούμενοι αποδέχονται ελέγχους και παραβάσεις, κερδίζοντας σημαντικές εκπτώσεις στα πρόστιμα. Το ισχύον πλαίσιο της εφορίας ενισχύει τη συμμόρφωση, φέρνει έσοδα στα ταμεία και μειώνει τη δικαστική επιβάρυνση με άμεσες ηλεκτρονικές διαδικασίες και σαφή κίνητρα.
Σημαντικό κίνητρο για το κλείσιμο ανοιχτών φορολογικών υποθέσεων προσφέρει το ισχύον πλαίσιο του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, καθώς δίνει τη δυνατότητα σε φυσικά και νομικά πρόσωπα να μειώσουν τα πρόστιμα που τους έχουν επιβληθεί έως και κατά 50%. Η προϋπόθεση είναι η αποδοχή των παραβάσεων και των αποτελεσμάτων του φορολογικού ελέγχου, χωρίς προσφυγές και χρονοβόρες δικαστικές διαμάχες.
Τα τελευταία χρόνια, χιλιάδες φορολογούμενοι έχουν επιλέξει τη συγκεκριμένη διαδικασία, «ομολογώντας» ουσιαστικά φορολογικές παραβάσεις. Στελέχη του φοροεισπρακτικού μηχανισμού επισημαίνουν ότι το μέτρο έχει διπλό όφελος: αφενός αυξάνει τη φορολογική συμμόρφωση και αφετέρου ενισχύει άμεσα τα δημόσια έσοδα, καθώς εισρέει «ζεστό» χρήμα στα κρατικά ταμεία.
Η διαδικασία είναι πλήρως ψηφιακή και πραγματοποιείται μέσω της σχετικής πλατφόρμας της ΑΑΔΕ. Ο φορολογούμενος υποβάλλει δήλωση αποδοχής των παραβάσεων και της κύριας οφειλής που προέκυψε από τον έλεγχο, αποφεύγοντας την προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών και, σε επόμενο στάδιο, στα διοικητικά δικαστήρια. Όσο νωρίτερα γίνει η αποδοχή, τόσο μεγαλύτερη είναι και η έκπτωση στο πρόστιμο.
Συγκεκριμένα, προβλέπεται μείωση 50% όταν η αποδοχή γίνει αμέσως μετά την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών και πριν από την ολοκλήρωση του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου. Αν η αποδοχή γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο, τα ποσοστά μειώνονται κλιμακωτά: στο 40% μετά την κοινοποίηση της οριστικής πράξης και εντός της προθεσμίας για ενδικοφανή προσφυγή, στο 30% μετά την απόφαση της ΔΕΔ και στο 25% όταν έχει ήδη ασκηθεί δικαστική προσφυγή.
Τρόπος εξόφλησης και δόσεις
Κομβικό στοιχείο της ρύθμισης είναι και ο τρόπος εξόφλησης. Μετά τη μείωση του προστίμου, ο φορολογούμενος υποχρεούται να καταβάλει το 25% της συνολικής οφειλής μέσα σε τρεις ημέρες από την αποδοχή. Το υπόλοιπο ποσό μπορεί να εξοφληθεί μέσω της πάγιας ρύθμισης, σε έως και 12 μηνιαίες δόσεις. Η διαδικασία ολοκληρώνεται μόνο εφόσον τηρηθούν εμπρόθεσμα όλες οι πληρωμές.
Παράλληλα, η οφειλή επιβαρύνεται με τόκο, ο οποίος υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες. Σε περίπτωση καθυστέρησης ή απώλειας ρύθμισης, η έκπτωση αίρεται και καθίσταται άμεσα απαιτητό το σύνολο της αρχικής οφειλής.
Το πλαίσιο αυτό λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο για την ταχεία διευθέτηση φορολογικών διαφορών, περιορίζοντας την εκκρεμότητα χιλιάδων υποθέσεων και βοηθώντας στην αποσυμφόρηση στα διοικητικά δικαστήρια.
Για το υπουργείο Οικονομικών, αποτελεί ένα εργαλείο που συνδυάζει την αυστηρότητα του ελέγχου με τη δυνατότητα «δεύτερης ευκαιρίας» για όσους επιλέγουν τη συμμόρφωση αντί της σύγκρουσης.
