Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-97/23 P | WhatsApp Ireland κατά Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
Προστασίας Δεδομένων
Δεδομένου ότι η ως άνω απόφαση είναι δεκτική προσφυγής πράξη που αφορά άμεσα τη συγκεκριμένη
επιχείρηση, το Δικαστήριο αναιρεί τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου και αναπέμπει την υπόθεση ενώπιόν του προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας
Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι μια δεσμευτική απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (ΕΣΠΔ) με την οποία επιλύεται διαφορά που έχει ανακύψει μεταξύ περισσότερων εθνικών εποπτικών αρχών ως προς το ζήτημα εάν ένας υπεύθυνος επεξεργασίας έχει παραβεί τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία των Δεδομένων (ΓΚΠΔ) 1 και εάν χρειάζεται να τροποποιηθούν τα σχεδιαζόμενα διορθωτικά μέτρα, τα οποία πρόκειται να ληφθούν εις βάρος του, συνιστά πράξη που υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του ενωσιακού δικαστή. Και τούτο διότι μια τέτοια απόφαση προέρχεται από ενωσιακό όργανο και προορίζεται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Επιπλέον, εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίμαχη απόφαση αφορά άμεσα τη WhatsApp Ireland Ltd (στο εξής: WhatsApp). Δεδομένου ότι η προσφυγή ακυρώσεως την οποία άσκησε η WhatsApp είναι παραδεκτή αλλά το Γενικό Δικαστήριο δεν έχει ακόμη εξετάσει τη διαφορά επί της ουσίας, το Δικαστήριο εξαφανίζει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη και αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο.
Ενώ είχε αρχίσει να ισχύει και να εφαρμόζεται ο ΓΚΠΔ, η Data Protection Commission, δηλαδή η ιρλανδική εποπτική αρχή, έλαβε από χρήστες και μη χρήστες της υπηρεσίας ανταλλαγής μηνυμάτων «WhatsApp» καταγγελίες σχετικές με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την ομώνυμη επιχείρηση. Η ιρλανδική εποπτική αρχή κίνησε αυτεπαγγέλτως τον Δεκέμβριο του 2018 έρευνα γενικού χαρακτήρα με αντικείμενο τη συμμόρφωση της WhatsApp προς τις υποχρεώσεις διαφάνειας και ενημέρωσης τις οποίες υπέχει έναντι των φυσικών προσώπων.
Τον Δεκέμβριο του 2020, η ιρλανδική εποπτική αρχή υπέβαλε σε όλες τις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες εθνικές εποπτικές αρχές ένα σχέδιο αποφάσεως ζητώντας τη γνώμη τους 2 . Δεδομένου ότι δεν υπήρξε ομοφωνία αναφορικά με ορισμένες πτυχές του σχεδίου της, παρέπεμψε το θέμα ενώπιον του ΕΣΠΔ προκειμένου αυτό να επιλύσει τη διαφορά μεταξύ των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών, λαμβάνοντας θέση ως προς τα ζητήματα επί των οποίων είχαν διατυπωθεί σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις.
Το ΕΣΠΔ εξέδωσε μια δεσμευτική για όλες τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές απόφαση 3
, ήτοι την απόφαση 1/2021, με την οποία διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι συνέτρεχε παράβαση ορισμένων διατάξεων του ΓΚΠΔ και υποχρέωσε την ιρλανδική εποπτική αρχή να τροποποιήσει τα σχεδιαζόμενα διορθωτικά μέτρα, περιλαμβανομένων των προστίμων.
Επί τη βάσει αυτή, η ιρλανδική εποπτική αρχή εξέδωσε την τελική της απόφαση με αποδέκτη τη WhatsApp, στην οποία επέβαλε, συν τοις άλλοις, και πρόστιμα συνολικού ύψους 225 εκατομμυρίων ευρώ.
Η WhatsApp προσέβαλε την απόφαση του ΕΣΠΔ με προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου 4 . Με διάταξη όμως που εξέδωσε στις 7 Δεκεμβρίου 2022 5 , το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι η απόφαση του ΕΣΠΔ δεν αποτελούσε πράξη δεκτική προσφυγής και δεν αφορούσε άμεσα τη WhatsApp. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η απόφαση του ΕΣΠΔ ήταν απλώς ενδιάμεσο μέτρο και η WhatsApp μπορούσε να προσβάλει μόνον την τελική απόφαση της ιρλανδικής εποπτικής αρχής προσφεύγοντας ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Κατόπιν των ανωτέρω, η WhatsApp άσκησε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησε την εξαφάνιση της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου.
Με τη σημερινή του απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση του ΕΣΠΔ συνιστά πράξη που υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του ενωσιακού δικαστή. Ο λόγος είναι ότι πρόκειται για πράξη η οποία προέρχεται από ενωσιακό όργανο και έχει δεσμευτικό χαρακτήρα έναντι τρίτων, και πιο συγκεκριμένα, εν προκειμένω, της επικεφαλής εποπτικής αρχής καθώς και όλων των ενδιαφερόμενων εθνικών εποπτικών αρχών. Επιπλέον, στην απόφαση του ΕΣΠΔ εκφράζεται η οριστική θέση του οργάνου αυτού και ρυθμίζονται εξαντλητικά όλα τα ζητήματα τα οποία παραπέμφθηκαν ενώπιόν του. Κατά συνέπεια, μια τέτοια απόφαση δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως ενδιάμεσο μέτρο μη δεκτικό προσφυγής.
Πέραν τούτου, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η απόφαση του ΕΣΠΔ αφορούσε άμεσα τη WhatsApp, διότι μετέβαλλε ουσιωδώς τη νομική της κατάσταση χωρίς να αφήνει περιθώριο εκτιμήσεως στους αποδέκτες της. Πράγματι, η εν λόγω απόφαση δεσμεύει ανεπιφύλακτα τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, οι οποίες δεν είναι σε θέση να επηρεάσουν το αποτέλεσμά της, μεταξύ άλλων και αναφορικά με την κατάφαση της ύπαρξης παραβάσεως ορισμένων διατάξεων του ΓΚΠΔ
Επομένως, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή της WhatsApp είναι παραδεκτή και, συνακόλουθα, αναιρεί τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου. Αναπέμπει δε την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να αποφανθεί επί της ουσίας, περιλαμβανομένου και του ζητήματος εάν η WhatsApp όντως παρέβη τις σχετικές διατάξεις του ΓΚΠΔ.
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΑΠΟΦΑΣΗ
Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 10ης Φεβρουαρίου 2026 (*)
« Αίτηση αναιρέσεως – Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 – Άρθρο 63 – Μηχανισμός συνεκτικότητας – Άρθρο 65 – Επίλυση διαφορών από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων – Δεσμευτική απόφαση – Προσφυγή ακυρώσεως – Άρθρο 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ – Πράξη δεκτική προσφυγής – Άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ – Πλήρωση της προϋπόθεσης ότι το μέτρο που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής πρέπει να αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα »
Στην υπόθεση C‑97/23 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ασκήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2023,
WhatsApp Ireland Ltd, με έδρα το Δουβλίνο (Ιρλανδία), εκπροσωπούμενη από την E. Egan McGrath, SC, την C. Geoghegan, SC, τον D. McGrath, SC, τον P. Sreenan, SC, τους B. Johnston, C. Monaghan και P. Nolan, solicitors, τον H.‑G. Kamann, Rechtsanwalt, και τους F. Louis και A. Vallery, avocats,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι το:
Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων, εκπροσωπούμενο από την C. Foglia, την M. Gufflet, τον G. Le Grand και την I. Vereecken, επικουρούμενους από τους G. Haumont, E. de Lophem, P. Vernet, avocats, και τον G. Ryelandt, advocaat,
καθού πρωτοδίκως,
υποστηριζόμενο από την:
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους J. Möller και P.‑L. Krüger, στη συνέχεια από τον J. Möller,
παρεμβαίνουσα κατ’ αναίρεση,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, T. von Danwitz (εισηγητή), Αντιπρόεδρο, K. Jürimäe, Κ. Λυκούργο, I. Jarukaitis, I. Ziemele, O. Spineanu-Matei και M. Condinanzi, προέδρους τμήματος, S. Rodin, E. Regan, N. Piçarra, A. Kumin, N. Jääskinen, B. Smulders και N. Fenger, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: T. Ćapeta
γραμματέας: A. Lamote, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Νοεμβρίου 2024,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 27ης Μαρτίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η WhatsApp Ireland Ltd (στο εξής: WhatsApp) ζητεί την αναίρεση της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2022, WhatsApp Ireland κατά Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (T‑709/21, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2022:783), με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της δεσμευτικής αποφάσεως 1/2021 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (στο εξής: ΕΣΠΔ), της 28ης Ιουλίου 2021, επί της διαφοράς που ανέκυψε μεταξύ των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών από το σχέδιο αποφάσεως το οποίο αφορούσε τη WhatsApp και καταρτίστηκε από την Data Protection Commission (DPC) (αρχή προστασίας δεδομένων, Ιρλανδία, στο εξής: ιρλανδική εποπτική αρχή) (στο εξής: επίδικη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
2 Οι αιτιολογικές σκέψεις 10 και 143 του κανονισμού (ΕΕ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1, και διορθωτικά ΕΕ 2018, L 127, σ. 2, και ΕΕ 2021, L 74, σ. 35, στο εξής: ΓΚΠΔ), έχουν ως εξής:
«(10) Για τη διασφάλιση συνεκτικής και υψηλού επιπέδου προστασίας των φυσικών προσώπων και την άρση των εμποδίων στις ροές δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντός της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης, το επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων σε σχέση με την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων θα πρέπει να είναι ισοδύναμο σε όλα τα κράτη μέλη. Θα πρέπει να διασφαλίζεται συνεκτική και ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε ολόκληρη την Ένωση. […]
[…]
(143) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωση των αποφάσεων του [ΕΣΠΔ] ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ. Ως αποδέκτες των αποφάσεων αυτών, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές που επιθυμούν να τις προσβάλουν πρέπει να ασκήσουν προσφυγή εντός δύο μηνών από την κοινοποίησή τους, σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ. Σε περίπτωση που οι αποφάσεις του [ΕΣΠΔ] αφορούν άμεσα και ατομικά έναν υπεύθυνο επεξεργασίας, εκτελούντα την επεξεργασία ή καταγγέλλοντα, αυτοί μπορούν να ασκήσουν προσφυγή για την ακύρωση των αποφάσεων αυτών εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών στον διαδικτυακό τόπο του [ΕΣΠΔ], σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ. Με την επιφύλαξη αυτού του δικαιώματος δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο θα πρέπει να έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου κατά απόφασης εποπτικής αρχής η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα που αφορούν το εν λόγω πρόσωπο. Οι αποφάσεις αυτές αφορούν ειδικότερα την άσκηση των εξουσιών έρευνας και των διορθωτικών και αδειοδοτικών εξουσιών από την εποπτική αρχή ή τις περιπτώσεις στις οποίες οι καταγγελίες κρίνονται απαράδεκτες ή απορρίπτονται. Ωστόσο, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής δεν καλύπτει μέτρα εποπτικών αρχών που δεν είναι νομικώς δεσμευτικά, όπως οι γνωμοδοτήσεις ή οι συμβουλές που παρέχονται από την εποπτική αρχή. Η διαδικασία κατά εποπτικής αρχής θα πρέπει να κινείται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η εποπτική αρχή και να διεξάγεται σύμφωνα με το δικονομικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους. Τα δικαστήρια αυτά θα πρέπει να ασκούν πλήρη δικαιοδοσία, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει τη δικαιοδοσία να εξετάζουν όλα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα σχετικά με τη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν τους.
Όταν μια καταγγελία έχει απορριφθεί ή κριθεί απαράδεκτη από εποπτική αρχή, ο καταγγέλλων μπορεί να κινήσει διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων στο ίδιο κράτος μέλος. Στο πλαίσιο των δικαστικών προσφυγών που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, τα εθνικά δικαστήρια τα οποία θεωρούν ότι μια απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους απόφασης μπορούν ή, στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ, υποχρεούνται να ζητήσουν από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής απόφασης επί της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος κανονισμού. Επιπλέον, όταν μια απόφαση εποπτικής αρχής η οποία εφαρμόζει απόφαση του [ΕΣΠΔ] προσβληθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου και αμφισβητηθεί το κύρος της απόφασης του [ΕΣΠΔ], το εν λόγω εθνικό δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει άκυρη την απόφαση του [ΕΣΠΔ] αλλά οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα του κύρους στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο, εάν θεωρεί την απόφαση άκυρη. Ωστόσο, ένα εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα του κύρους μιας απόφασης του [ΕΣΠΔ] κατόπιν αιτήματος φυσικού ή νομικού προσώπου που είχε τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της απόφασης αυτής, ιδίως εάν η απόφαση αυτή το αφορούσε άμεσα και ατομικά, αλλά δεν το έπραξε εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 263 ΣΛΕΕ.»
3 Το άρθρο 5 του ΓΚΠΔ επιγράφεται «Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» και ορίζει στην παράγραφο 1 ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να διέπεται από νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια απέναντι στο υποκείμενο των δεδομένων. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ προβλέπει ότι τα δεδομένα αυτά πρέπει να είναι «κατάλληλα, συναφή και [να] περιορίζονται στο αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία».
4 Το άρθρο 6 του ΓΚΠΔ επιγράφεται «Νομιμότητα της επεξεργασίας» και ορίζει ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται προκειμένου η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να είναι νόμιμη. Η παράγραφος 1 του άρθρου 6 έχει ως εξής:
«Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει συναινέσει στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς,
β) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση σύμβασης της οποίας το υποκείμενο των δεδομένων είναι συμβαλλόμενο μέρος ή για να ληφθούν μέτρα κατ’ αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων πριν από τη σύναψη σύμβασης,
γ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας,
δ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού προσώπου,
ε) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας,
στ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως εάν το υποκείμενο των δεδομένων είναι παιδί.
Το στοιχείο στʹ του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία που διενεργείται από δημόσιες αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.»
5 Το δε άρθρο 12 του ΓΚΠΔ περιέχει διατάξεις σχετικές με τη διαφάνεια των πληροφοριών και των ανακοινώσεων καθώς και με τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων. Η παράγραφος 1 του άρθρου 12 ορίζει τα εξής:
«Ο υπεύθυνος επεξεργασίας λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων κάθε πληροφορία που αναφέρεται στα άρθρα 13 και 14 και κάθε ανακοίνωση στο πλαίσιο των άρθρων 15 έως 22 και του άρθρου 34 σχετικά με την επεξεργασία σε συνοπτική, διαφανή, κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη μορφή, χρησιμοποιώντας σαφή και απλή διατύπωση, ιδίως όταν πρόκειται για πληροφορία απευθυνόμενη ειδικά σε παιδιά. Οι πληροφορίες παρέχονται γραπτώς ή με άλλα μέσα, μεταξύ άλλων, εφόσον ενδείκνυται, ηλεκτρονικώς. Όταν ζητείται από το υποκείμενο των δεδομένων, οι πληροφορίες μπορούν να δίνονται προφορικά, υπό την προϋπόθεση ότι η ταυτότητα του υποκειμένου των δεδομένων είναι αποδεδειγμένη με άλλα μέσα.»
6 Το άρθρο 13 του ΓΚΠΔ φέρει τον τίτλο «Πληροφορίες που παρέχονται εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συλλέγονται από το υποκείμενο των δεδομένων» και προβλέπει τα εξής:
«1. Όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν υποκείμενο των δεδομένων συλλέγονται από το υποκείμενο των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, κατά τη λήψη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) την ταυτότητα και τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου επεξεργασίας και, κατά περίπτωση, του εκπροσώπου του υπευθύνου επεξεργασίας,
β) τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων, κατά περίπτωση,
γ) τους σκοπούς της επεξεργασίας για τους οποίους προορίζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και τη νομική βάση για την επεξεργασία,
δ) εάν η επεξεργασία βασίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, τα έννομα συμφέροντα που επιδιώκονται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή από τρίτο,
ε) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εάν υπάρχουν,
στ) κατά περίπτωση, την πρόθεση του υπευθύνου επεξεργασίας να διαβιβάσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό και την ύπαρξη ή την απουσία απόφασης επάρκειας της [Ευρωπαϊκής] Επιτροπής ή, όταν πρόκειται για τις διαβιβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 46 ή 47 ή στο άρθρο 49, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, αναφορά στις ενδεδειγμένες ή κατάλληλες εγγυήσεις και τα μέσα για να αποκτηθεί αντίγραφό τους ή στο πού διατέθηκαν.
2. Εκτός από τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, κατά τη λήψη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τις εξής επιπλέον πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εξασφάλιση θεμιτής και διαφανούς επεξεργασίας:
α) το χρονικό διάστημα για το οποίο θα αποθηκευτούν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή, όταν αυτό είναι αδύνατο, τα κριτήρια που καθορίζουν το εν λόγω χρονικό διάστημα,
β) την ύπαρξη δικαιώματος υποβολής αιτήματος στον υπεύθυνο επεξεργασίας για πρόσβαση και διόρθωση ή διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή περιορισμό της επεξεργασίας που αφορούν το υποκείμενο των δεδομένων ή δικαιώματος αντίταξης στην επεξεργασία, καθώς και δικαιώματος στη φορητότητα των δεδομένων,
γ) όταν η επεξεργασία βασίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ή στο άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, την ύπαρξη του δικαιώματος να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του οποτεδήποτε, χωρίς να θιγεί η νομιμότητα της επεξεργασίας που βασίστηκε στη συγκατάθεση πριν από την ανάκλησή της,
δ) το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή,
ε) κατά πόσο η παροχή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί νομική ή συμβατική υποχρέωση ή απαίτηση για τη σύναψη σύμβασης, καθώς και κατά πόσο το υποκείμενο των δεδομένων υποχρεούται να παρέχει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και ποιες ενδεχόμενες συνέπειες θα είχε η μη παροχή των δεδομένων αυτών,
στ) την ύπαρξη αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ, που αναφέρεται στο άρθρο 22, παράγραφοι 1 και 4, και, τουλάχιστον στις περιπτώσεις αυτές, σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τη λογική που ακολουθείται, καθώς και τη σημασία και τις προβλεπόμενες συνέπειες της εν λόγω επεξεργασίας για το υποκείμενο των δεδομένων.
[…]»
7 Το άρθρο 14 του ΓΚΠΔ αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν έχει συλλέξει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από το υποκείμενο των δεδομένων.
8 Κατά το άρθρο 55, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, κάθε εποπτική αρχή είναι αρμόδια να εκτελεί τα καθήκοντα και να ασκεί τις εξουσίες που της ανατίθενται σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ στο έδαφος του κράτους μέλους της.
9 Το άρθρο 56 του ΓΚΠΔ τιτλοφορείται «Αρμοδιότητα της επικεφαλής εποπτικής αρχής» και προβλέπει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 55, η εποπτική αρχή της κύριας ή της μόνης εγκατάστασης του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία είναι αρμόδια να ενεργεί ως επικεφαλής εποπτική αρχή για τις διασυνοριακές πράξεις επεξεργασίας του εν λόγω υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 60.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, κάθε εποπτική αρχή είναι αρμόδια για την εξέταση υποβληθείσας καταγγελίας ή για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης παραβίασης του παρόντος κανονισμού, εάν το αντικείμενο αφορά μόνο εγκατάσταση στο οικείο κράτος μέλος ή επηρεάζει ουσιαστικώς υποκείμενα των δεδομένων μόνο στο οικείο κράτος μέλος.
3. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η εποπτική αρχή ενημερώνει περί αυτού την επικεφαλής εποπτική αρχή χωρίς καθυστέρηση. Εντός τριών εβδομάδων από την ενημέρωσή της, η επικεφαλής εποπτική αρχή αποφασίζει εάν θα επιληφθεί της υπόθεσης κατά τη διαδικασία του άρθρου 60, λαμβάνοντας υπόψη εάν υπάρχει ή όχι εγκατάσταση του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία στο κράτος μέλος της εποπτικής αρχής που την ενημέρωσε.
4. Σε περίπτωση που η επικεφαλής εποπτική αρχή αποφασίσει να επιληφθεί της υπόθεσης, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 60. Η εποπτική αρχή που ενημέρωσε την επικεφαλής εποπτική αρχή δύναται να υποβάλει στην επικεφαλής αρχή σχέδιο απόφασης. Η επικεφαλής εποπτική αρχή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη το σχέδιο αυτό κατά την προετοιμασία του σχεδίου απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 60 παράγραφος 3.
5. Σε περίπτωση που η επικεφαλής εποπτική αρχή αποφασίσει να μην επιληφθεί της υπόθεσης, η εποπτική αρχή που ενημέρωσε την επικεφαλής εποπτική αρχή επιλαμβάνεται της υπόθεσης σύμφωνα με τα άρθρα 61 και 62.
6. Η επικεφαλής εποπτική αρχή είναι ο μοναδικός συνομιλητής του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία για τη διασυνοριακή πράξη επεξεργασίας του εν λόγω υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία.»
10 Το άρθρο 57 του ΓΚΠΔ επιγράφεται «Καθήκοντα» και ορίζει στην παράγραφο 1, στοιχείο ηʹ, ότι κάθε εποπτική αρχή είναι αρμόδια, στο έδαφος του κράτους μέλους της, να διενεργεί έρευνες σχετικές με την εφαρμογή του ΓΚΠΔ.
11 Οι εξουσίες έρευνας τις οποίες διαθέτει η εποπτική αρχή απαριθμούνται στην παράγραφο 1 του άρθρου 58 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εξουσίες». Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου απαριθμούνται τα διορθωτικά μέτρα που μπορεί να λάβει η εποπτική αρχή, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα στα στοιχεία βʹ, δʹ και θʹ, που συνίστανται σε επίπληξη προς τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τον εκτελούντα την επεξεργασία εφόσον υπήρξε παράβαση των διατάξεων του ΓΚΠΔ κατά τη διενέργεια των πράξεων επεξεργασίας, σε εντολή προς τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τον εκτελούντα την επεξεργασία να ευθυγραμμίσει, ενδεχομένως με συγκεκριμένο τρόπο και εντός ορισμένης προθεσμίας, τις πράξεις επεξεργασίας με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ και, τέλος, σε επιβολή διοικητικού προστίμου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 83 του ΓΚΠΔ.
12 Το άρθρο 60 του ΓΚΠΔ τιτλοφορείται «Συνεργασία μεταξύ της επικεφαλής εποπτικής αρχής και των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών» και έχει ως εξής:
«1. Η επικεφαλής εποπτική αρχή συνεργάζεται με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σύμφωνα με το παρόν άρθρο με σκοπό να επιτύχει συναίνεση. Η επικεφαλής εποπτική αρχή και οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές ανταλλάσσουν μεταξύ τους κάθε συναφή πληροφορία.
2. Η επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να ζητεί ανά πάσα στιγμή από άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές να παράσχουν αμοιβαία συνδρομή δυνάμει του άρθρου 61 και μπορεί να διεξάγει κοινές επιχειρήσεις δυνάμει του άρθρου 62, ιδίως για την εκτέλεση ερευνών ή για την παρακολούθηση της εφαρμογής μέτρου που αφορά υπεύθυνο επεξεργασίας ή εκτελούντα την επεξεργασία εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος.
3. Η επικεφαλής εποπτική αρχή ανακοινώνει χωρίς καθυστέρηση τις συναφείς πληροφορίες για το θέμα αυτό στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση σχέδιο απόφασης στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές προς διατύπωση γνώμης και λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις τους.
4. Εάν οποιαδήποτε από τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, εντός προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων από την αίτηση γνωμοδότησης, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, προβάλλει σχετική και αιτιολογημένη ένσταση για το σχέδιο απόφασης, η επικεφαλής εποπτική αρχή, εάν δεν ακολουθήσει τη σχετική και αιτιολογημένη ένσταση ή είναι της γνώμης ότι η ένσταση δεν είναι σχετική ή αιτιολογημένη, υποβάλλει το ζήτημα στον μηχανισμό συνεκτικότητας που αναφέρεται στο άρθρο 63.
5. Εάν η επικεφαλής εποπτική αρχή σκοπεύει να ακολουθήσει τη διατυπωθείσα σχετική και αιτιολογημένη ένσταση, υποβάλλει στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης για να εκφέρουν τη γνώμη τους. Αυτό το αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης υπόκειται στη διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 4, εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων.
6. Όταν καμία από τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν έχει διατυπώσει ένσταση για το σχέδιο απόφασης που υπέβαλε η επικεφαλής εποπτική αρχή εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στις παραγράφους 4 και 5, τεκμαίρεται ότι η επικεφαλής εποπτική αρχή και οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές συμφωνούν με το εν λόγω σχέδιο απόφασης και δεσμεύονται από αυτό.
7. Η επικεφαλής εποπτική αρχή εκδίδει και κοινοποιεί την απόφαση στην κύρια ή, αναλόγως, τη μόνη εγκατάσταση του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και ενημερώνει τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και το [ΕΣΠΔ] για την απόφαση αυτή, παρέχοντας μεταξύ άλλων σύνοψη των πραγματικών περιστατικών και των νομικών ισχυρισμών. Η εποπτική αρχή στην οποία έχει υποβληθεί καταγγελία ενημερώνει τον καταγγέλλοντα σχετικά με την απόφαση.
8. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 7, εάν μια καταγγελία έχει κριθεί απαράδεκτη ή έχει απορριφθεί, η εποπτική αρχή προς την οποία υποβλήθηκε η καταγγελία εκδίδει την απόφαση, την κοινοποιεί στον καταγγέλλοντα και ενημερώνει σχετικά τον υπεύθυνο επεξεργασίας.
9. Εάν η επικεφαλής εποπτική αρχή και οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές συμφωνούν να κρίνουν απαράδεκτα ή να απορρίψουν τμήματα μιας καταγγελίας και να ενεργήσουν ως προς άλλα τμήματα της ίδιας καταγγελίας, εκδίδεται χωριστή απόφαση για καθένα από τα τμήματα αυτά. Η επικεφαλής εποπτική αρχή εκδίδει την απόφαση για το τμήμα που αφορά ενέργειες του υπευθύνου επεξεργασίας, την κοινοποιεί στην κύρια ή τη μόνη εγκατάσταση του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους και ενημερώνει σχετικά τον καταγγέλλοντα, ενώ η εποπτική αρχή του καταγγέλλοντος εκδίδει την απόφαση για το τμήμα αναφορικά με το απαράδεκτο ή την απόρριψη της εν λόγω καταγγελίας και την κοινοποιεί στον εν λόγω καταγγέλλοντα και ενημερώνει σχετικά τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τον εκτελούντα την επεξεργασία.
10. Μετά την κοινοποίηση της απόφασης της επικεφαλής εποπτικής αρχής σύμφωνα με τις παραγράφους 7 και 9, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με την απόφαση όσον αφορά τις δραστηριότητες επεξεργασίας σε όλες τις εγκαταστάσεις του στην Ένωση. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία κοινοποιεί τα ληφθέντα μέτρα για τη συμμόρφωση με την απόφαση στην επικεφαλής εποπτική αρχή, η οποία ενημερώνει τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.
11. Εάν, σε έκτακτες περιστάσεις, μια ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή έχει λόγους να κρίνει ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για να προστατευθούν τα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων, εφαρμόζεται η επείγουσα διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 66.
12. Η επικεφαλής εποπτική αρχή και οι άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές παρέχουν τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου σε κάθε άλλη αρχή με ηλεκτρονικά μέσα, χρησιμοποιώντας τυποποιημένο μορφότυπο.»
13 Το άρθρο 63 του ΓΚΠΔ επιγράφεται «Μηχανισμός συνεκτικότητας» και προβλέπει τα εξής:
«Προκειμένου να συμβάλλουν στη συνεκτική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στο σύνολο της Ένωσης, οι εποπτικές αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους και, εφόσον απαιτείται, με την Επιτροπή, μέσω του μηχανισμού συνεκτικότητας […]»
14 Το άρθρο 65 του ΓΚΠΔ φέρει τον τίτλο «Επίλυση διαφορών από το [ΕΣΠΔ]» και ορίζει τα εξής:
«1. Προκειμένου να διασφαλίζεται η ορθή και συνεκτική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε μεμονωμένες περιπτώσεις, το [ΕΣΠΔ] εκδίδει δεσμευτική απόφαση στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν, στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 60, παράγραφος 4, η ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή έχει διατυπώσει σχετική και αιτιολογημένη ένσταση ως προς σχέδιο απόφασης της επικεφαλής αρχής και η επικεφαλής αρχή δεν έχει ακολουθήσει την ένσταση ή έχει απορρίψει την εν λόγω ένσταση ως μη σχετική ή αιτιολογημένη. Η δεσμευτική απόφαση αφορά όλα τα θέματα που αποτελούν το αντικείμενο της σχετικής και αιτιολογημένης ένστασης, ιδίως όταν υπάρχει παράβαση του παρόντος κανονισμού,
β) όταν υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με το ποια από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές είναι αρμόδια για την κύρια εγκατάσταση,
γ) εάν μια αρμόδια εποπτική αρχή δεν ζητήσει τη γνώμη του [ΕΣΠΔ] στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 64 παράγραφος 1 ή δεν ακολουθήσει τη γνώμη του [ΕΣΠΔ] που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 64. Στην περίπτωση αυτή, κάθε ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή ή η Επιτροπή μπορεί να ανακοινώσει το θέμα στο [ΕΣΠΔ].
2. Η απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εκδίδεται εντός μηνός από την παραπομπή του θέματος με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του [ΕΣΠΔ]. Η συγκεκριμένη προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά έναν ακόμα μήνα, λόγω της πολυπλοκότητας του αντικειμένου. Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 απόφαση είναι αιτιολογημένη και απευθύνεται στην επικεφαλής εποπτική αρχή και όλες τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και είναι δεσμευτική για αυτές.
3. Όταν το [ΕΣΠΔ] δεν είναι σε θέση να λάβει απόφαση εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2, εκδίδει την απόφασή του εντός δύο εβδομάδων από τη λήξη του δευτέρου μήνα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 με απλή πλειοψηφία των μελών του [ΕΣΠΔ]. Όταν τα μέλη του [ΕΣΠΔ] δεν συμφωνούν, η απόφαση αυτή εκδίδεται με την ψήφο του Προέδρου του.
4. Οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν εκδίδουν απόφαση σχετικά με το θέμα που υποβάλλεται στο [ΕΣΠΔ] βάσει της παραγράφου 1 κατά τη διάρκεια των προθεσμιών που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3.
5. Ο Πρόεδρος του [ΕΣΠΔ] κοινοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προς τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή. Η απόφαση δημοσιεύεται χωρίς καθυστέρηση στον ιστότοπο του [ΕΣΠΔ], αφού η εποπτική αρχή κοινοποιήσει την τελική απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 6.
6. Η επικεφαλής εποπτική αρχή ή, ανάλογα με την περίπτωση, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία λαμβάνει την τελική της απόφαση επί τη βάσει της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και το αργότερο ένα μήνα αφού το [ΕΣΠΔ] έχει κοινοποιήσει την απόφασή του. Η επικεφαλής εποπτική αρχή ή, ανάλογα με την περίπτωση, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία ενημερώνει το [ΕΣΠΔ] για την ημερομηνία κατά την οποία η τελική της απόφαση κοινοποιείται στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τον εκτελούντα την επεξεργασία και στο υποκείμενο των δεδομένων αντίστοιχα. Η τελική απόφαση των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών λαμβάνεται σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 60, παράγραφοι 7, 8 και 9. Η τελική απόφαση παραπέμπει στην απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και διευκρινίζει ότι η απόφαση που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο θα δημοσιευθεί στον ιστότοπο του [ΕΣΠΔ] σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου. Στην τελική απόφαση επισυνάπτεται η απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.»
15 Το άρθρο 68 του ΓΚΠΔ τιτλοφορείται «[ΕΣΠΔ]» και προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι το ΕΣΠΔ συστήνεται ως ενωσιακό όργανο και διαθέτει νομική προσωπικότητα.
16 Το άρθρο 70 του ΓΚΠΔ επιγράφεται «Καθήκοντα του [ΕΣΠΔ]» και ορίζει στην παράγραφο 1 ότι το ΕΣΠΔ μεριμνά για τη συνεκτική εφαρμογή του ΓΚΠΔ. Για τον σκοπό αυτό, το ΕΣΠΔ, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε, κατά περίπτωση, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, παρακολουθεί και διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή του ΓΚΠΔ στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 64 και 65, υπό την επιφύλαξη των καθηκόντων των εθνικών εποπτικών αρχών.
17 Το άρθρο 78 του ΓΚΠΔ φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής κατά [εποπτικής αρχής]» και έχει ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη κάθε άλλης διοικητικής ή μη δικαστικής προσφυγής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής κατά νομικά δεσμευτικής απόφασης εποπτικής αρχής που το αφορά.
2. Με την επιφύλαξη κάθε άλλης διοικητικής ή μη δικαστικής προσφυγής, κάθε υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής, εφόσον η εποπτική αρχή που είναι αρμόδια δυνάμει των άρθρων 55 και 56 δεν εξετάσει την καταγγελία ή δεν ενημερώσει το υποκείμενο των δεδομένων εντός τριών μηνών για την πρόοδο ή την έκβαση της καταγγελίας που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 77.
3. Οι διαδικασίες κατά εποπτικής αρχής κινούνται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η εποπτική αρχή.
4. Όταν κινούνται διαδικασίες κατά απόφασης εποπτικής αρχής, της οποίας προηγήθηκε γνώμη ή απόφαση του [ΕΣΠΔ] στο πλαίσιο του μηχανισμού συνεκτικότητας, η εποπτική αρχή διαβιβάζει στο δικαστήριο τη συγκεκριμένη γνώμη ή απόφαση.»
18 Το άρθρο 83 του ΓΚΠΔ προβλέπει τους γενικούς όρους επιβολής διοικητικών προστίμων.
Το ιστορικό της διαφοράς και η επίδικη απόφαση
19 Το ιστορικό της διαφοράς παρατίθεται στις σκέψεις 2 έως 12 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και μπορεί, για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, να συνοψιστεί ως ακολούθως.
20 Κατόπιν της θέσης του ΓΚΠΔ σε ισχύ, η ιρλανδική εποπτική αρχή έλαβε καταγγελίες από χρήστες και μη χρήστες της υπηρεσίας ανταλλαγής μηνυμάτων «WhatsApp» σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τη WhatsApp. Η Bundesbeauftragte für den Datenschutz und die Informationsfreiheit (BfDI) (ομοσπονδιακή υπηρεσία προστασίας των δεδομένων και της ελεύθερης πληροφόρησης, Γερμανία) ζήτησε εξάλλου τη συνδρομή της ιρλανδικής εποπτικής αρχής ως προς τη συμμόρφωση της WhatsApp με τις υποχρεώσεις διαφάνειας τις οποίες υπέχουν οι υπεύθυνοι επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όσον αφορά ενδεχόμενη ανταλλαγή τέτοιων δεδομένων με άλλες οντότητες του ομίλου Facebook (ο οποίος μετονομάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2021 σε Meta).
21 Η ιρλανδική εποπτική αρχή κίνησε αυτεπαγγέλτως τον Δεκέμβριο του 2018 έρευνα γενικού χαρακτήρα με αντικείμενο τη συμμόρφωση της WhatsApp προς τις προβλεπόμενες στα άρθρα 12 έως 14 του ΓΚΠΔ υποχρεώσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έναντι των φυσικών προσώπων, ανεξαρτήτως της συνέχειας που θα μπορούσε να δώσει στις ατομικές καταγγελίες οι οποίες της είχαν υποβληθεί. Η ιρλανδική εποπτική αρχή ενήργησε συναφώς ως επικεφαλής εποπτική αρχή, κατά την έννοια του άρθρου 56, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, δεδομένου ότι η WhatsApp είχε στην Ιρλανδία την κύρια εγκατάστασή της ως υπεύθυνη επεξεργασίας για τις λειτουργίες της υπηρεσίας ανταλλαγής μηνυμάτων «WhatsApp» στην Ευρώπη και η επεξεργασία αυτή είχε διασυνοριακό χαρακτήρα.
22 Αφού περατώθηκε το στάδιο της έρευνας τον Σεπτέμβριο του 2019 με την υποβολή τελικής έκθεσης από τον ελεγκτή, η ιρλανδική εποπτική αρχή, κατόπιν των ενδιάμεσων διαδικαστικών σταδίων στη διάρκεια των οποίων η WhatsApp γνωστοποίησε τις παρατηρήσεις της, υπέβαλε τον Δεκέμβριο του 2020 σε όλες τις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες για την υπόθεση εποπτικές αρχές σχέδιο αποφάσεως προς διατύπωση γνώμης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 60, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ.
23 Τον Ιανουάριο του 2021 οκτώ από τις ως άνω εποπτικές αρχές διατύπωσαν ενστάσεις σε σχέση με ορισμένες πτυχές του σχεδίου αποφάσεως. Η ιρλανδική εποπτική αρχή απάντησε με ομαδοποιημένο τρόπο στις ενστάσεις τους προτείνοντας συμβιβαστικές λύσεις. Μολονότι κατόπιν της απάντησης αυτής η μία εκ των οκτώ εποπτικών αρχών απέσυρε μια από τις ενστάσεις της, η ιρλανδική εποπτική αρχή διαπίστωσε ότι δεν είχε επιτευχθεί συναίνεση ως προς άλλα ζητήματα τα οποία αφορούσαν οι ενστάσεις. Αποφάσισε να απορρίψει όλες τις ενστάσεις και να απευθυνθεί στο ΕΣΠΔ ζητώντας του, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 60, παράγραφος 4, και του άρθρου 65, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, να επιλύσει τη διαφορά μεταξύ των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών επί των ζητημάτων που έθιγαν οι ενστάσεις.
24 Τον Μάιο του 2021 η ιρλανδική εποπτική αρχή έλαβε τις γραπτές παρατηρήσεις της WhatsApp επί των ζητημάτων που συζητήθηκαν μεταξύ των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών, αφού της είχε αποστείλει όλη τη σχετική αλληλογραφία, ενώ η ίδια διαβίβασε τις ως άνω παρατηρήσεις στο ΕΣΠΔ προκειμένου να το ενημερώσει στο πλαίσιο της διαδικασίας επίλυσης διαφορών την οποία κίνησε τον Ιούνιο του 2021.
25 Στις 28 Ιουλίου 2021 το ΕΣΠΔ εξέδωσε την επίδικη απόφαση βάσει του άρθρου 65, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ.
26 Κατόπιν της παραλαβής της επίδικης αποφάσεως και των παρατηρήσεων της WhatsApp αναφορικά με τις χρηματικές κυρώσεις που επρόκειτο εν τέλει να της επιβληθούν σε συνέχεια της αποφάσεως αυτής, η ιρλανδική εποπτική εξέδωσε στις 20 Αυγούστου 2021 τελική απόφαση με αποδέκτη τη WhatsApp, βάσει του άρθρου 65, παράγραφος 6, του ΓΚΠΔ (στο εξής: τελική απόφαση).
27 Με την τελική απόφαση, η ιρλανδική εποπτική αρχή διαπίστωσε ότι η WhatsApp παραβίασε την αρχή της διαφάνειας και παρέβη τις υποχρεώσεις διαφάνειας οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, στο άρθρο 12, παράγραφος 1, στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ έως στʹ, στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ, γʹ και εʹ, καθώς και στο άρθρο 14 του ΓΚΠΔ. Αντιθέτως, κρίθηκε ότι η WhatsApp είχε συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και δʹ, του ΓΚΠΔ. Δυνάμει των διορθωτικών της εξουσιών βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ, δʹ και θʹ, του ΓΚΠΔ, η ιρλανδική εποπτική αρχή απηύθυνε στη WhatsApp επίπληξη, την υποχρέωσε να προβεί σε μια σειρά ενεργειών απαριθμούμενων σε παράρτημα, προκειμένου να συμμορφωθεί εντός τριών μηνών με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ τις οποίες είχε παραβεί, και της επέβαλε τέσσερα διοικητικά πρόστιμα, συνολικού ύψους 225 εκατομμυρίων ευρώ, σχετικά με τις διαπιστωθείσες παραβάσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και των άρθρων 12 έως 14 του ΓΚΠΔ.
28 Επιπλέον, στην τελική απόφαση, η ιρλανδική εποπτική αρχή προσδιόρισε τα ζητήματα σε σχέση με τα οποία η επίδικη απόφαση της επέβαλλε να επανεξετάσει την εκτίμηση που περιεχόταν στο σχέδιο αποφάσεως. Ως προς τα ζητήματα αυτά, επέλεξε να αναπαραγάγει αυτούσια, σε σκιασμένα πλαίσια, την αιτιολογία την οποία είχε παραθέσει το ΕΣΠΔ στην επίδικη απόφαση και να συναγάγει απλώς κάθε φορά τις αντίστοιχες συνέπειες εκθέτοντάς τες σε ένα συμπερασματικό σημείο.
29 Η επίδικη απόφαση επισυνάφθηκε στην τελική απόφαση της ιρλανδικής εποπτικής αρχής, σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 65, παράγραφος 6, του ΓΚΠΔ.
30 Με την επίδικη απόφαση, το ΕΣΠΔ έλαβε θέση ως προς τα ζητήματα επί των οποίων προβλήθηκαν σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις, κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, ήτοι:
– ως προς την ενδεχόμενη παράβαση, από τη WhatsApp, των υποχρεώσεων ενημέρωσης που προβλέπονται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του ΓΚΠΔ όσον αφορά ορισμένες πληροφορίες οι οποίες πρέπει να παρέχονται στα υποκείμενα των δεδομένων όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει συλλέξει τα προσωπικά δεδομένα από τα ίδια τα υποκείμενα. Στο σχέδιο αποφάσεως, η ιρλανδική εποπτική αρχή δεν είχε διαπιστώσει την ύπαρξη τέτοιας παράβασης. Το ΕΣΠΔ έκρινε, αντιθέτως, ότι η WhatsApp είχε παραβεί τη συγκεκριμένη διάταξη·
– ως προς τον χαρακτηρισμό ως «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» των στοιχείων που προκύπτουν από την επονομαζόμενη διαδικασία «lossy hashing», η οποία εφαρμόζεται σε δεδομένα σχετικά με τις επαφές που δεν είναι χρήστες WhatsApp και περιλαμβάνονται στα ευρετήρια διευθύνσεων των συσκευών των χρηστών του WhatsApp. Στο σχέδιο αποφάσεως, η ιρλανδική εποπτική αρχή δεν είχε χαρακτηρίσει τα στοιχεία αυτά ως προσωπικά δεδομένα. Αντιθέτως, το ΕΣΠΔ έκρινε ότι ανέκαθεν αποτελούσαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Κατά την εκτίμηση του ΕΣΠΔ, το εν λόγω ζήτημα ήταν πιθανό να επηρεάσει την ενδεχόμενη διαπίστωση παράβασης του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ από τη WhatsApp, καθώς και την έκταση της παράβασης του άρθρου 14 του ΓΚΠΔ από τη WhatsApp, όπως επίσης και το ύψος της επιβλητέας, για τους λόγους αυτούς, χρηματικής κύρωσης·
– ως προς την ενδεχόμενη παραβίαση, από τη WhatsApp, της κατοχυρωμένης στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ αρχής της διαφάνειας, παραβίαση την οποία η ιρλανδική εποπτική αρχή δεν είχε διαπιστώσει στο σχέδιο αποφάσεως. Το ΕΣΠΔ έκρινε, αντιθέτως, ότι η WhatsApp είχε παραβιάσει την αρχή της διαφάνειας·
– ως προς τη διαπίστωση ότι η WhatsApp παρέβη το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ σχετικά με ορισμένες πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στα υποκείμενα των δεδομένων όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας συλλέγει τα προσωπικά δεδομένα από τα ίδια τα υποκείμενα, διαπίστωση στην οποία η ιρλανδική εποπτική αρχή είχε θεωρήσει ότι δεν ήταν σε θέση να προβεί, καθώς ο ελεγκτής δεν είχε λάβει θέση επί του ζητήματος κατά τη διάρκεια της έρευνας, οπότε η ιρλανδική εποπτική αρχή εκτίμησε ότι μπορούσε μόνο να εκδώσει σύσταση. Το ΕΣΠΔ, αντιθέτως, έκρινε ότι η έρευνα κάλυπτε όλες τις διατάξεις του άρθρου 13 του ΓΚΠΔ και ότι έπρεπε πράγματι να διαπιστωθεί παράβαση της προαναφερθείσας διατάξεως·
– ως προς την ενδεχόμενη παράβαση, από τη WhatsApp, του άρθρου 6, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ σε σχέση με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να είναι σύννομη η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παράβαση επί της οποίας η ιρλανδική εποπτική αρχή δεν είχε αποφανθεί. Το ΕΣΠΔ έκρινε ότι, για διαδικαστικούς λόγους, δεν ήταν όντως δυνατόν να αποφανθεί επί του ζητήματος και να διαπιστώσει την ύπαρξη τέτοιας παράβασης·
– ως προς τη διεύρυνση, σε συνέχεια της ανάλυσης επί του δευτέρου ζητήματος που μνημονεύθηκε στην παρούσα σκέψη, της αιτιολογίας αναφορικά με τη μη συμμόρφωση της WhatsApp προς τις προβλεπόμενες στο άρθρο 14 του ΓΚΠΔ υποχρεώσεις ενημέρωσης σχετικά με τις πληροφορίες οι οποίες πρέπει να παρέχονται όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν συλλέγει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από το ίδιο το υποκείμενο των δεδομένων. Το ΕΣΠΔ επιβεβαίωσε ότι η διεύρυνση αυτή έπρεπε να επηρεάσει την κύρωση και τα συμπεριφορικά διορθωτικά μέτρα που επιβλήθηκαν στη WhatsApp·
– ως προς την ενδεχόμενη παραβίαση, από τη WhatsApp, της κατοχυρωμένης στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού ΓΚΠΔ αρχής σύμφωνα με την οποία πρέπει να συλλέγονται μόνο κατάλληλα και συναφή δεδομένα που περιορίζονται σε ό,τι είναι αναγκαίο υπό το πρίσμα των σκοπών της επεξεργασίας, παραβίαση επί της οποίας η ιρλανδική εποπτική αρχή δεν είχε αποφανθεί. Το ΕΣΠΔ έκρινε ότι τέτοια παραβίαση δεν αποδεικνυόταν βάσει του φακέλου, ιδίως λαμβανομένου υπόψη του πεδίου που κάλυπτε η διαδικασία έρευνας κατά της WhatsApp·
– ως προς την ταχθείσα από την ιρλανδική εποπτική αρχή εξάμηνη προθεσμία εντός της οποίας η WhatsApp όφειλε, στο πλαίσιο των διορθωτικών μέτρων, να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ τις οποίες δεν είχε τηρήσει. Το ΕΣΠΔ αποφάσισε τη σύντμηση της προθεσμίας σε τρεις μήνες·
– στο πλαίσιο των διορθωτικών μέτρων, ως προς τον τρόπο ενημέρωσης των μη χρηστών του WhatsApp για την επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων από τη WhatsApp, το ΕΣΠΔ επιβεβαίωσε τη σχετική εκτίμηση που είχε διατυπώσει η ιρλανδική εποπτική αρχή στο σχέδιο αποφάσεως·
– στο πλαίσιο των διορθωτικών μέτρων, ως προς την παράθεση συμπληρωματικής αιτιολογίας αναφορικά με την παράβαση, από τη WhatsApp, των προβλεπόμενων στο άρθρο 14 του ΓΚΠΔ υποχρεώσεων, το ΕΣΠΔ εξήγησε ότι η παράθεση αυτή ήταν απαραίτητη ώστε να διασφαλιστεί ότι η WhatsApp θα λάμβανε συναφώς τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα·
– όσον αφορά το άρθρο 83 του ΓΚΠΔ, το οποίο ρυθμίζει τους «Γενικούς όρους επιβολής διοικητικών προστίμων», ως προς τα κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων που έπρεπε να επιβληθούν στη WhatsApp. Το ΕΣΠΔ αποφάνθηκε ότι η ιρλανδική εποπτική αρχή είχε ερμηνεύσει εσφαλμένως το κριτήριο το οποίο συνδέεται με τον παγκόσμιο ετήσιο κύκλο εργασιών της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, ότι είχε ερμηνεύσει ορθώς την έννοια του «προηγούμενου οικονομικού έτους», ότι είχε ερμηνεύσει εσφαλμένως τον κανόνα ότι, εάν συντρέχει παράβαση περισσότερων διατάξεων του κανονισμού 2016/679 στο πλαίσιο της ίδιας πράξεως επεξεργασίας ή συνδεδεμένων πράξεων επεξεργασίας, το συνολικό ύψος του διοικητικού προστίμου δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που καθορίζεται για τη σοβαρότερη παράβαση, ότι είχε ερμηνεύσει ορθώς ορισμένα κριτήρια υπολογισμού στα οποία αναφέρεται το άρθρο 83, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2016/679, και δη τα σχετικά με τον εκ προθέσεως ή τον εξ αμελείας χαρακτήρα των παραβάσεων και με τη σοβαρότητά τους, αλλά είχε ερμηνεύσει εσφαλμένως ορισμένα άλλα από τα κριτήρια αυτά, όπως τη συνεκτίμηση του κύκλου εργασιών για την επιμέτρηση της κύρωσης ανεξάρτητα από τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου της και, γενικότερα, την απαίτηση να είναι η κύρωση αποτελεσματική, αναλογική και αποτρεπτική, και
– ως προς το ύψος των προστίμων, το ΕΣΠΔ κατέληξε ότι, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των σφαλμάτων στα οποία υπέπεσε η ιρλανδική εποπτική αρχή κατά την ερμηνεία ορισμένων κριτηρίων υπολογισμού και, αφετέρου, των επιπλέον παραβάσεων που έπρεπε να καταλογιστούν στην WhatsApp, τα πρόστιμα, συνολικού ύψους μεταξύ 30 και 50 εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία σχεδίαζε να επιβάλει η ιρλανδική εποπτική αρχή έπρεπε να αυξηθούν.
31 Η WhatsApp προσέβαλε την τελική απόφαση ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων.
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
32 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Νοεμβρίου 2021, η WhatsApp άσκησε, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
33 Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξή του, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 129 του Κανονισμού Διαδικασίας του, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη.
34 Παρότι διαπίστωσε, με τις σκέψεις 36, 37 και 40 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η επίδικη απόφαση ήταν πράγματι πράξη ενωσιακού οργάνου προοριζόμενη να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων και ότι αφορούσε ατομικά τη WhatsApp, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ωστόσο, με τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι επρόκειτο για προπαρασκευαστική ή ενδιάμεση πράξη στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που έπρεπε να περατωθεί με την έκδοση τελικής αποφάσεως από την εθνική εποπτική αρχή. Επισήμανε δε, στις σκέψεις 43 και 44 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι μια τέτοια πράξη είναι «δεκτική προσφυγής» μόνον εάν έχει αυτοτελή έννομα αποτελέσματα σε σχέση με τα οποία δεν είναι δυνατόν να διασφαλιστεί επαρκής δικαστική προστασία μέσω της άσκησης προσφυγής κατά της αποφάσεως που περατώνει την επίμαχη διαδικασία.
35 Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επ’ αυτού, με τη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι εν προκειμένω η αποτελεσματική δικαστική προστασία έναντι της επίδικης αποφάσεως διασφαλιζόταν μέσω της προσφυγής την οποία η WhatsApp μπορούσε να ασκήσει ενώπιον του εθνικού δικαστή κατά της τελικής αποφάσεως, δεδομένου ότι ο εθνικός δικαστής είχε, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, την ευχέρεια να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ζητώντας να κριθεί το κύρος της επίδικης αποφάσεως. Το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης, στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η επίδικη απόφαση δεν παρήγε, ως προς τη WhatsApp, αυτοτελή έννομα αποτελέσματα σε σχέση με την τελική απόφαση της ιρλανδικής εποπτικής αρχής.
36 Επιπροσθέτως, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, με τη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι το γεγονός ότι μια τέτοια ενδιάμεση πράξη εκφράζει την οριστική θέση μιας αρχής, η οποία θα πρέπει να ενσωματωθεί στην τελική απόφαση που περατώνει την επίμαχη διαδικασία, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η ενδιάμεση αυτή πράξη μεταβάλλει η ίδια ουσιωδώς τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος.
37 Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η επίδικη απόφαση δεν αφορούσε άμεσα τη WhatsApp. Το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε, στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η επίδικη απόφαση δεν ήταν δυνατόν, ως εκ της φύσης της, να αντιταχθεί στη WhatsApp ώστε να μπορεί, χωρίς την παρεμβολή επιπλέον σταδίου στη διαδικασία, να αποτελέσει πηγή υποχρεώσεων για εκείνη ή, ενδεχομένως, δικαιωμάτων για άλλους ιδιώτες, όπερ σήμαινε ότι δεν παρήγε έννομα αποτελέσματα που να επηρεάζουν άμεσα την κατάσταση της WhatsApp. Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε επίσης, στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η επίδικη απόφαση δέσμευε μεν την ιρλανδική εποπτική αρχή ως προς τα ζητήματα τα οποία πραγματευόταν, πλην όμως της άφηνε κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το περιεχόμενο της τελικής αποφάσεως.
38 Ως εκ τούτου, με τις σκέψεις 61 και 62 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν πληρούνταν καμία από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις προκειμένου να γίνει δεκτό ότι το μέτρο κατά του οποίου η WhatsApp άσκησε προσφυγή την αφορούσε άμεσα, άρα η προσφυγή της ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη.
39 Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, με τις σκέψεις 66 έως 70 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι το αποτέλεσμα της ανάλυσής του ήταν σύμφωνο με τη λογική του συστήματος των μέσων ένδικης προστασίας το οποίο καθιερώνουν οι Συνθήκες. Το Γενικό Δικαστήριο τόνισε μεταξύ άλλων ότι, αν κρινόταν παραδεκτή η προσφυγή της WhatsApp κατά της επίδικης αποφάσεως, θα υπήρχε ο κίνδυνος διεξαγωγής παράλληλων ένδικων διαδικασιών ενώπιον του ενωσιακού και του εθνικού δικαστή, ενώ ο δεύτερος θα είχε, συν τοις άλλοις, την ευχέρεια να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικό με το κύρος της επίδικης αποφάσεως.
Τα αιτήματα των διαδίκων
40 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η WhatsApp ζητεί από το Δικαστήριο:
– να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη·
– να κρίνει παραδεκτή την πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή·
– να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου να αποφανθεί εκείνο και
– να καταδικάσει το ΕΣΠΔ στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
41 Το ΕΣΠΔ, υποστηριζόμενο από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
– να καταδικάσει τη WhatsApp στα δικαστικά έξοδα και
– επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου να αποφανθεί εκείνο.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
Επί του ισχυρισμού ότι η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είχε ασκηθεί εκπροθέσμως
Επιχειρήματα των διαδίκων
42 Το ΕΣΠΔ ισχυρίζεται ότι η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είχε ασκηθεί εκπροθέσμως. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η WhatsApp είχε λάβει γνώση των κρίσιμων τμημάτων της επίδικης αποφάσεως σε χρόνο προγενέστερο της δημοσίευσής της στον ιστότοπο του ΕΣΠΔ και, πιο συγκεκριμένα, στις 13 Αυγούστου 2021. Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας δημοσίευσης της επίδικης αποφάσεως στον ιστότοπο του ΕΣΠΔ, η οποία, εξάλλου, δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθεί με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η προθεσμία άσκησης προσφυγής άρχισε να τρέχει από τις 13 Αυγούστου 2021 και έληξε στις 25 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Δεδομένου ότι η WhatsApp άσκησε την προσφυγή ακυρώσεως την 1η Νοεμβρίου 2021, η προσφυγή της είναι εκπρόθεσμη.
43 Η WhatsApp αντιτείνει ότι ο ισχυρισμός του ΕΣΠΔ περί εκπρόθεσμης άσκησης της προσφυγής της είναι εσφαλμένος. Και τούτο διότι όταν ο προσφεύγων δεν είναι ο αποδέκτης μιας πράξεως, το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής καθορίζεται από την ημερομηνία δημοσίευσης της πράξεως. Η ημερομηνία κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της αποτελεί απλώς επικουρικό κριτήριο. Ο δε τρόπος δημοσίευσης της πράξεως είναι, κατά την άποψη της WhatsApp, άνευ σημασίας. Εν προκειμένω, η επίδικη απόφαση δημοσιεύθηκε, εν πάση περιπτώσει, στον ιστότοπο του ΕΣΠΔ στις 2 Σεπτεμβρίου 2021 και η προσφυγή ασκήθηκε την 1η Νοεμβρίου 2021, επομένως τηρήθηκε η προθεσμία του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
44 Κατά το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι προσφυγές που προβλέπονται στη διάταξη αυτή πρέπει να ασκούνται εντός δίμηνης προθεσμίας, υπολογιζόμενης, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσίευσης ή κοινοποίησης, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως.
45 Από το γράμμα της διατάξεως, και ειδικότερα από τις εκφράσεις «κατά περίπτωση» και «ελλείψει», προκύπτει σαφώς ότι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής καθορίζεται σε συνάρτηση με την εκάστοτε εξεταζόμενη περίπτωση και ότι τα δύο πρώτα κριτήρια που μπορούν να ενεργοποιήσουν την προθεσμία έχουν προτεραιότητα έναντι του τρίτου. Συνακόλουθα, η προθεσμία άσκησης προσφυγής ακυρώσεως αρχίζει να τρέχει, κατ’ αρχήν, από τη δημοσίευση της πράξεως ή από την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα. Τα δύο αυτά κύρια κριτήρια είναι ισοδύναμα στο πλαίσιο της οικονομίας της εν λόγω διατάξεως, υπό την έννοια ότι κανένα τους δεν είναι επικουρικό σε σχέση με το άλλο. Αντιθέτως, το κριτήριο της ημερομηνίας κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει γνώση της πράξεως, ως σημείο έναρξης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, έχει επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με εκείνα της δημοσίευσης ή της κοινοποίησης της πράξεως (πρβλ. απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, WEPA Hygieneprodukte κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑795/21 P και C‑796/21 P, EU:C:2024:807, σκέψεις 61 έως 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
46 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η επίδικη απόφαση δεν κοινοποιήθηκε στη WhatsApp, δεδομένου ότι το ΕΣΠΔ οφείλει να κοινοποιήσει μια τέτοια απόφαση μόνο στις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 65 παράγραφος 5, πρώτη περίοδος, του ΓΚΠΔ. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί εάν, στην περίπτωση της επίδικης αποφάσεως, υπήρξε «δημοσίευση» κατά την έννοια του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
47 Επ’ αυτού πρέπει να διευκρινιστεί ότι η έννοια της «δημοσίευσης» δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά, αντιθέτως, πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Καλύπτει δε, μεταξύ άλλων, και τη δημοσίευση στον ιστότοπο ενωσιακού, θεσμικού ή μη, οργάνου ή οργανισμού, εφόσον αυτή προβλέπεται από το παράγωγο δίκαιο (πρβλ. απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, WEPA Hygieneprodukte κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑795/21 P και C‑796/21 P, EU:C:2024:807, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
48 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η δημοσίευση της επίδικης αποφάσεως προβλέπεται στο άρθρο 65, παράγραφος 5, τρίτη περίοδος, του ΓΚΠΔ, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ΕΣΠΔ, ήτοι η 2α Σεπτεμβρίου 2021. Η ως άνω ερμηνεία επιβεβαιώνεται από την αιτιολογική σκέψη 143, τρίτη περίοδος, του ΓΚΠΔ, από την οποία προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης προσφυγής πρέπει να υπολογίζεται από τη δημοσίευση της οικείας αποφάσεως του ΕΣΠΔ στον ιστότοπό του.
49 Δεδομένου ότι η προσφυγή ασκήθηκε την 1η Νοεμβρίου 2021, η προθεσμία του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ τηρήθηκε, οπότε πρέπει να εξεταστεί αν οι λόγοι που προβάλλονται στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι ικανοί να κλονίσουν την εκτίμηση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, περί νομικών σφαλμάτων κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή, αφενός, της έννοιας της πράξεως που είναι δεκτική προσφυγής και, αφετέρου, της προϋπόθεσης ότι το μέτρο το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής πρέπει να αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
50 Η WhatsApp υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η επίδικη απόφαση δεν ήταν δεκτική προσφυγής.
51 Η WhatsApp αμφισβητεί, ειδικότερα, τη σημασία του κριτηρίου στο οποίο στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο, με τη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, προκειμένου να κρίνει αν μια πράξη είναι δεκτική προσφυγής ή όχι. Συνακόλουθα, ήταν εσφαλμένη η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ότι απαιτούνταν να αποδειχθεί ότι η επίδικη απόφαση παράγει έννομα αποτελέσματα τα οποία μεταβάλλουν ουσιωδώς τη νομική κατάσταση της WhatsApp και ότι την αφορά άμεσα. Θα αρκούσε το συμπέρασμα ότι η απόφαση αυτή προοριζόταν να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι ενός ή περισσοτέρων τρίτων, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι συνιστούσε πράξη δεκτική προσφυγής, λόγω του οριστικού χαρακτήρα της. Εν πάση περιπτώσει, η επίδικη απόφαση δεν αποτελεί απλώς ενδιάμεσο μέτρο, αλλά εκφράζει την οριστική θέση του ΕΣΠΔ.
52 Κατά τη WhatsApp, το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένως τη νομολογία που αφορά τα έννομα αποτελέσματα των ενδιάμεσων πράξεων, εφαρμόζοντας ένα δικονομικό κριτήριο, δηλαδή ότι μια τέτοια πράξη μπορεί να προσβληθεί μόνον εάν η προσφυγή κατά της τελικής πράξεως δεν καθιστά δυνατή τη διασφάλιση επαρκούς δικαστικής προστασίας, και συνάγοντας εξ αυτού ότι η επίδικη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.
53 Στο πλαίσιο αυτό, η WhatsApp παραπέμπει στην απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής (60/81, EU:C:1981:264, σκέψεις 10 και 11), από την οποία, κατά την άποψή της, προκύπτει ειδικότερα ότι μια ενδιάμεση πράξη είναι δεκτική προσφυγής όταν έχει οριστικό χαρακτήρα και είναι ανεξάρτητη από την τελική απόφαση που εκδίδεται μεταγενέστερα. Επομένως, πρέπει να εξετάζεται η ουσία της πράξεως και να εκτιμώνται τα αποτελέσματά της με γνώμονα αντικειμενικά κριτήρια, όπως το περιεχόμενό της, λαμβανομένων ενδεχομένως υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε και των εξουσιών του θεσμικού οργάνου που την εξέδωσε Η WhatsApp μνημονεύει ιδίως, από την άποψη αυτή, την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2 κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑348/20 P, EU:C:2022:548, σκέψη 63).
54 Πιο συγκεκριμένα, δεν χωρεί προσφυγή ακυρώσεως κατά τέτοιας πράξεως μόνον όταν, αφενός, η ίδια η πράξη έχει επί της ουσίας προσωρινό χαρακτήρα, οπότε ο εκδότης της μπορεί να μεταβάλει τη θέση του κατά το στάδιο της τελικής αποφάσεως που εκδίδεται μεταγενέστερα και, αφετέρου, η τελική αυτή απόφαση εκδίδεται από το ίδιο, θεσμικό ή άλλο, ενωσιακό όργανο. Συνεπώς, δεν νοείται ως ενδιάμεσο μέτρο μια απόφαση που εκδίδεται από θεσμικό ή άλλο ενωσιακό όργανο και απευθύνεται σε εθνική αρχή η οποία είναι αρμόδια να θέσει την απόφαση αυτή σε εφαρμογή έναντι τρίτων.
55 Εν προκειμένω, κατά την άποψη της WhatsApp, το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε απλώς στο να εξετάσει αν, από δικονομικής απόψεως, της διασφαλιζόταν αποτελεσματική δικαστική προστασία μέσω της διαθέσιμης προσφυγής ενώπιον του εθνικού δικαστή Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε, με τις σκέψεις 48 και 49 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι ήταν αλυσιτελές το επιχείρημα της WhatsApp ότι η επίδικη απόφαση εξέφραζε την οριστική θέση του εκδότη της. Επομένως, κακώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η επίδικη απόφαση δεν παρήγε έννομα αποτελέσματα και ότι δεν ήταν ανεξάρτητη από την τελική απόφαση, χωρίς να εκτιμήσει ούτε το περιεχόμενο και το πλαίσιο της επίδικης αποφάσεως ούτε τη σημασία των αυτοτελών εννόμων αποτελεσμάτων της.
56 Όσον αφορά το περιεχόμενο της επίδικης αποφάσεως, δεν αμφισβητείται ότι αυτή προοριζόταν, ως δεσμευτική απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου 65 του ΓΚΠΔ, να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων και ότι αντιπροσώπευε την τελική θέση του ΕΣΠΔ επί των ζητημάτων που είχαν παραπεμφθεί ενώπιόν του. Η θέση αυτή του ΕΣΠΔ ήταν ικανή να μεταβάλει ουσιωδώς τη νομική κατάσταση της WhatsApp, ιδίως λόγω της δεσμευτικής για την ιρλανδική εποπτική αρχή διαπίστωσης ότι τα δεδομένα που υποβάλλονταν σε συμπίεση με απώλειες ήταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
57 Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η επίδικη απόφαση, από το γράμμα του άρθρου 65 του ΓΚΠΔ προκύπτει ότι πρόκειται για μια δεσμευτική απόφαση. Η αιτιολογική σκέψη 143 του ΓΚΠΔ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι αποφάσεις τις οποίες λαμβάνει το ΕΣΠΔ μπορούν να αφορούν άμεσα και ατομικά, μεταξύ άλλων, έναν υπεύθυνο επεξεργασίας, όπερ σημαίνει ότι είναι ικανές να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα και έναντι τρίτων, πέραν των εθνικών εποπτικών αρχών που είναι οι αποδέκτες τους. Τούτο επιρρωννύεται, κατά τη WhatsApp, τόσο από τον λόγο της αναγνώρισης δεσμευτικού αποτελέσματος στις αποφάσεις του ΕΣΠΔ, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της ορθής και συνεκτικής εφαρμογής του ΓΚΠΔ, όσο και από την όλη οικονομία της διαδικασίας του άρθρου 65, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ.
58 Όσον αφορά τα αυτοτελή έννομα αποτελέσματα της επίδικης αποφάσεως, πέραν των εννόμων αποτελεσμάτων που έχει έναντι των αποδεκτών της, η WhatsApp επισημαίνει ότι η απόφαση αυτή παράγει τέτοια αποτελέσματα έναντι της ίδιας, επηρεάζοντας ιδίως τους πιθανούς τρόπους συμμόρφωσής της με τον ΓΚΠΔ ως προς τα δεδομένα τα οποία υποβάλλονται σε συμπίεση με απώλειες, εφόσον τα δεδομένα αυτά χαρακτηρίστηκαν ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από το ΕΣΠΔ. Επιπλέον, η WhatsApp υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση παράγει και έννομα αποτελέσματα έναντι των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία δεν έχουν την εξουσία να την τροποποιήσουν ή να την ακυρώσουν.
59 Το ΕΣΠΔ αμφισβητεί την ορθότητα της ως άνω επιχειρηματολογίας. Ισχυρίζεται ότι προσφυγή ακυρώσεως μπορεί, κατ’ αρχήν, να ασκηθεί μόνον κατά μέτρου με το οποίο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης καθορίζει, κατά το πέρας διοικητικής διαδικασίας, οριστικά τη θέση του. Αντιθέτως, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηριστούν ως «πράξεις δεκτικές προσφυγής» οι ενδιάμεσες πράξεις, των οποίων ο σκοπός έγκειται στην προπαρασκευή μιας τελικής αποφάσεως, στον βαθμό που οι πράξεις αυτές δεν προορίζονται να παραγάγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα αυτοτελή σε σχέση με την ενωσιακή πράξη η οποία καταρτίζεται, επιβεβαιώνεται ή εκτελείται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Επιπλέον, κατά το ΕΣΠΔ, μια ενδιάμεση πράξη δεν υπόκειται σε προσφυγή εάν μπορεί να γίνει επίκληση του παράνομου χαρακτήρα της στο πλαίσιο προσφυγής στρεφόμενης κατά της τελικής αποφάσεως για την προπαρασκευή της οποίας έχει εκδοθεί η ενδιάμεση πράξη.
60 Εν προκειμένω, το ΕΣΠΔ υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση συνιστά ενδιάμεση πράξη που αποτελεί μέρος μιας αδιαίρετης διαδικασίας λήψης αποφάσεως, η οποία διεξάγεται από την ιρλανδική εποπτική αρχή και καταλήγει στην έκδοση τελικής αποφάσεως από την ίδια αρχή. Στο πλαίσιο αυτό, μολονότι οι εκτιμήσεις του ΕΣΠΔ είναι δεσμευτικές, εντούτοις δεν μπορούν να αντιταχθούν ευθέως στη WhatsApp και δεν παράγουν, έναντί της, κανένα αυτοτελές έννομο αποτέλεσμα σε σχέση με την τελική απόφαση. Επομένως, το ότι η επίδικη απόφαση ενδέχεται να περιέχει οριστική θέση του ΕΣΠΔ ως προς ορισμένα ζητήματα που πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελική απόφαση δεν σημαίνει ότι αυτή καθ’ εαυτήν η επίδικη απόφαση μεταβάλλει αυτοτελώς τη νομική κατάσταση της WhatsApp. Κατά την άποψη του ΕΣΠΔ, η επίδικη απόφαση και η τελική απόφαση ελήφθησαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας διοικητικής διαδικασίας, αποτελούμενης από αλληλένδετα σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο στάδια με το ίδιο αντικείμενο, και όχι κατόπιν δύο ανεξάρτητων διαδικασιών που αφορούσαν διαφορετικά ζητήματα.
61 Στο πλαίσιο αυτό, το ΕΣΠΔ διευκρινίζει ότι η διαδικασία επίλυσης διαφορών αποσκοπεί στη διασφάλιση της συνεκτικής εφαρμογής του ΓΚΠΔ από τις εθνικές αρχές. Εν προκειμένω, η επίδικη απόφαση δεν γεννά νέες νομικές υποχρεώσεις για τη WhatsApp. Οι υποχρεώσεις της καθορίζονται από τον ίδιο τον ΓΚΠΔ, και όχι από την επίδικη απόφαση, και εφαρμόζονται από την ιρλανδική εποπτική αρχή, και όχι από το ΕΣΠΔ. Εξάλλου, η WhatsApp υπείχε τις εν λόγω υποχρεώσεις ήδη πριν από τη διαπίστωση των επίμαχων παραβάσεων.
62 Όσον αφορά τα έννομα αποτελέσματα που φέρεται να παράγει η επίδικη απόφαση, το ΕΣΠΔ ισχυρίζεται ότι τα ερμηνευτικά του συμπεράσματα έχουν δεσμευτική ισχύ μόνον inter partes, δηλαδή μεταξύ των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών. Η επίδικη απόφαση, πέραν του ότι δεν έχει άμεσο έννομο αποτέλεσμα επί της WhatsApp, θίγει συγκεκριμένα ζητήματα εφαρμογής του ΓΚΠΔ, τα οποία προορίζονται να περιληφθούν και να αναπτυχθούν στην τελική απόφαση. Ως εκ τούτου, μολονότι μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα ερμηνευτικά συμπεράσματα στα οποία καταλήγει το ΕΣΠΔ αναφορικά με τον ΓΚΠΔ ισχύουν σε κάποιον βαθμό και για τις μεταγενέστερες υποθέσεις που εγείρουν παρόμοια νομικά ζητήματα, εντούτοις δεν είναι δεσμευτικά για τα εθνικά δικαστήρια, τα οποία θα πρέπει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να υποβάλουν στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
63 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία παρεμβαίνει υπέρ του ΕΣΠΔ, υποστηρίζει ότι ο προβλεπόμενος από τον ΓΚΠΔ μηχανισμός συνεκτικότητας, περιλαμβανομένης της διαδικασίας επίλυσης διαφορών, είναι αμιγώς εσωτερικής εφαρμογής και έχει ως μοναδικό σκοπό την επίτευξη μιας διαιτητικής διευθέτησης σε περίπτωση που διίστανται οι απόψεις των εποπτικών αρχών. Πιο συγκεκριμένα, θεωρεί ότι από την τρίτη περίοδο της παραγράφου 2 του άρθρου 65 του ΓΚΠΔ προκύπτει ότι τα μέτρα τα οποία λαμβάνει ο ΕΣΠΔ στο πλαίσιο αυτό παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα αποκλειστικώς έναντι των εθνικών εποπτικών αρχών. Μόνον η τελική απόφαση θα είναι δεσμευτική για τον οικείο υπεύθυνο επεξεργασίας ή εκτελούντα την επεξεργασία.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
64 Το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως αφορά το κατά πόσον το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με τις σκέψεις 41 έως 49 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η επίδικη απόφαση δεν συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής, κατά την έννοια του άρθρου 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
65 Βάσει της διατάξεως αυτής, το Δικαστήριο ελέγχει, μεταξύ άλλων, «τη νομιμότητα των πράξεων των λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων».
66 Κατά πάγια νομολογία, αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά το άρθρο 263 ΣΛΕΕ μπορούν να αποτελέσουν όλα, ανεξαρτήτως του είδους τους, τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται από θεσμικά ή άλλα όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης και έχουν ως σκοπό να παραγάγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα (πρβλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2 κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑348/20 P, EU:C:2022:548, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
67 Προκειμένου να κριθεί αν μια πράξη παράγει τέτοια αποτελέσματα και είναι, ως εκ τούτου, δεκτική προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, πρέπει να εξετάζεται η ουσία της και να εκτιμώνται τα αποτελέσματα αυτά με γνώμονα αντικειμενικά κριτήρια, όπως το περιεχόμενο της ίδιας της πράξεως, λαμβανομένων ενδεχομένως υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε και των εξουσιών του οργάνου, θεσμικού ή μη, ή του οργανισμού που την εξέδωσε (πρβλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2 κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑348/20 P, EU:C:2022:548, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
68 Όπως επισήμανε δε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 79 και 121 των προτάσεών της, υπό το πρίσμα του άρθρου 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ο τρίτος έναντι του οποίου η οικεία πράξη αποσκοπεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα δεν πρέπει να είναι κατ’ ανάγκην ο προσφεύγων. Πράγματι, την ιδιότητα του τρίτου έχει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διακρίνεται από τον εκδότη της πράξεως. Επομένως, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η εν λόγω πράξη παράγει τέτοια αποτελέσματα, δεν είναι απαραίτητο να ελεγχθεί αν τα αποτελέσματα αυτά είναι ικανά να επηρεάσουν τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος, δεδομένου ότι ο έλεγχος του συγκεκριμένου ζητήματος ασκεί επιρροή μόνο στο πλαίσιο της εξέτασης της τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, βάσει των οποίων κάθε πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά των πράξεων που το αφορούν άμεσα και ατομικά, όταν η τελευταία αυτή διάταξη έχει εφαρμογή (πρβλ. απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2025, Swissgrid κατά Επιτροπής, EU:C:2025:83, σκέψη 46). Συνεπώς, το ζήτημα αν μια πράξη είναι δεκτική προσφυγής πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά, σε συνάρτηση με την ουσία της και όχι σε συνάρτηση με τον προσφεύγοντα.
69 Πρέπει πάντως να υπενθυμιστεί ότι, όταν πρόκειται για πράξεις των οποίων η κατάρτιση πραγματοποιείται σε περισσότερα διαδικαστικά στάδια, συνιστά, κατ’ αρχήν, πράξη δεκτική προσφυγής μόνον το μέτρο που καθορίζει οριστικά τη θέση του αρμόδιου ενωσιακού, θεσμικού ή μη, οργάνου ή οργανισμού, και όχι τα ενδιάμεσα μέτρα τα οποία στοχεύουν στην προπαρασκευή του οριστικού αυτού μέτρου και δεν παράγουν αυτοτελή έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Ειδικότερα, νοούνται ως τέτοια ενδιάμεσα μέτρα εκείνα με τα οποία εκφράζεται προσωρινή γνώμη του ενωσιακού, θεσμικού ή μη, οργάνου ή οργανισμού (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 10· της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, IMG κατά Επιτροπής, C‑619/20 P και C‑620/20 P, EU:C:2022:722, σκέψη 103, και της 18ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά ΕΣΕ, C‑551/22 P, EU:C:2024:520, σκέψη 92).
70 Κατά τη νομολογία, μια ενδιάμεση πράξη δεν είναι δεκτική προσφυγής ιδίως αν προκύπτει ότι χωρεί επίκληση του παράνομου χαρακτήρα της προς στήριξη προσφυγής στρεφόμενης κατά της τελικής αποφάσεως για την προπαρασκευή της οποίας έχει εκδοθεί η ενδιάμεση πράξη. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή που ασκείται κατά της αποφάσεως με την οποία περατώνεται η διαδικασία διασφαλίζει επαρκή δικαστική προστασία (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 12, και της 15ης Μαρτίου 2017, Stichting Woonlinie κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑414/15 P, EU:C:2017:215, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
71 Εν προκειμένω, όσον αφορά το περιεχόμενο της επίμαχης πράξεως και τις εξουσίες του οργάνου που την εξέδωσε, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 65, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ και του άρθρου 68, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ προκύπτει ότι η επίδικη απόφαση είναι πράξη η οποία προέρχεται από ενωσιακό όργανο και έχει δεσμευτικό χαρακτήρα έναντι τρίτων. Και τούτο διότι η πράξη αυτή δεσμεύει την επικεφαλής εποπτική αρχή και όλες τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, οι οποίες είναι αποδέκτες της και είναι τρίτοι σε σχέση με το ΕΣΠΔ. Το άρθρο 65, παράγραφος 6, του ΓΚΠΔ ορίζει ότι η επικεφαλής εποπτική αρχή εκδίδει την τελική της απόφαση με βάση την απόφαση του ΕΣΠΔ. Η δε τελική απόφαση πρέπει να παραπέμπει στην απόφαση του ΕΣΠΔ, η οποία επισυνάπτεται υποχρεωτικά σε αυτήν.
72 Επιπλέον, όσον αφορά το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η επίδικη απόφαση, δεν αμφισβητείται ότι η εν λόγω απόφαση καταρτίστηκε στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που περιελάμβανε περισσότερα επιμέρους στάδια, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 69 της παρούσας αποφάσεως, δεδομένου ότι προηγείται της έκδοσης μιας άλλης πράξεως από την ιρλανδική εποπτική αρχή. Εντούτοις, η επίδικη απόφαση καθορίζει οριστικά, κατά την έννοια της ίδιας νομολογίας, τη θέση του αρμόδιου ενωσιακού οργάνου, ήτοι του ΕΣΠΔ, και εξαντλεί όλα τα ζητήματα επί των οποίων καλείται να αποφανθεί το όργανο αυτό. Πράγματι, διαπιστώνεται ότι μια τέτοια απόφαση, η οποία λαμβάνεται βάσει του άρθρου 65, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, αφορά όλα τα ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο σχετικής και αιτιολογημένης ένστασης εκ μέρους των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών, κατά την έννοια του άρθρου 60, παράγραφος 4, του ΓΚΠΔ, όπως παραδείγματος χάριν το ζήτημα αν υπήρξε παράβαση του ΓΚΠΔ.
73 Εκ των προεκτεθέντων συνάγεται ότι η επίδικη απόφαση, μολονότι δεν αποτελεί το τελευταίο στάδιο της προβλεπόμενης στα άρθρα 58, 60 και 65 του ΓΚΠΔ διαδικασίας ελέγχου της συνεκτικότητας, δεν μπορεί, αντιθέτως προς τα όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, να χαρακτηριστεί ως ενδιάμεσο μέτρο μη δεκτικό προσφυγής, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 69 της παρούσας αποφάσεως. Κατά συνέπεια, δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω η νομολογία που υπενθυμίστηκε στη σκέψη 70 της παρούσας αποφάσεως.
74 Στο πλαίσιο αυτό, δεδομένου ότι η απόφαση του ΕΣΠΔ παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι το περιεχόμενο της τελικής αποφάσεως της εθνικής εποπτικής αρχής περιλαμβάνει ζητήματα τα οποία δεν παραπέμφθηκαν στο ΕΣΠΔ ή δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του.
75 Για τους ίδιους λόγους, το γεγονός, το οποίο επισημάνθηκε από το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, αντιθέτως προς την τελική απόφαση της ιρλανδικής εποπτικής αρχής, η επίδικη απόφαση δεν είναι δυνατόν να αντιταχθεί σε πρόσωπα διαφορετικά από τους αποδέκτες της, είναι επίσης άνευ σημασίας για τον χαρακτηρισμό της επίδικης αποφάσεως ως πράξεως δεκτικής προσφυγής, κατά την έννοια του άρθρου 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Το γεγονός αυτό, το οποίο άπτεται της νομικής θέσης της αναιρεσείουσας έναντι της επίδικης αποφάσεως, δεν σχετίζεται ούτε με την ουσία της επίδικης αποφάσεως ούτε με τα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματά της βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.
76 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η επίδικη απόφαση συνιστά πράξη ενωσιακού οργάνου, η οποία προορίζεται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων και εκφράζει την οριστική θέση του οργάνου αυτού επί των ζητημάτων που καλείται να επιλύσει, όπως άλλωστε διαπίστωσε και το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 36, 37 και 49 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Ως εκ τούτου, η επίδικη απόφαση συνιστά, λαμβανομένων υπόψη του γράμματος του άρθρου 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και της νομολογίας που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 66 έως 69 της παρούσας αποφάσεως, πράξη δεκτική προσφυγής, χωρίς να είναι απαραίτητο να κριθεί, στο στάδιο αυτό, αν είχε ως συνέπεια να μεταβληθεί ουσιωδώς η νομική κατάσταση της WhatsApp.
77 Για τον λόγο αυτό, διαπιστώνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, αφενός, στη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, συγχέοντας τις απαιτήσεις που απορρέουν από το πρώτο και από το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 263 ΣΛΕΕ αντιστοίχως και, αφετέρου, στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ανάγοντας σε εσφαλμένο κριτήριο το γεγονός ότι η επίδικη απόφαση δεν μπορούσε να αντιταχθεί ευθέως στη WhatsApp και χαρακτηρίζοντας την εν λόγω απόφαση ως ενδιάμεσο μέτρο στερούμενο αυτοτελών εννόμων αποτελεσμάτων.
78 Το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό.
Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
79 Η WhatsApp υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η επίδικη απόφαση δεν την αφορούσε άμεσα και ότι, συνακόλουθα, η προσφυγή της ήταν απαράδεκτη.
80 Αφενός, όσον αφορά την προϋπόθεση ότι η επίμαχη πράξη πρέπει να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής κατάστασης του προσφεύγοντος, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως κατέληξε, με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, στο συμπέρασμα ότι η επίδικη απόφαση δεν αφορούσε άμεσα τη WhatsApp, με το σκεπτικό ότι δεν μπορούσε να της αντιταχθεί και δεν αποτελούσε το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 58, 60 και 65 του ΓΚΠΔ.
81 Αφετέρου, όσον αφορά την προϋπόθεση ότι η επίμαχη πράξη δεν πρέπει να καταλείπει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή της, η WhatsApp θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με τις σκέψεις 53 έως 60 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η επίδικη απόφαση άφηνε στην ιρλανδική εποπτική αρχή περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το περιεχόμενο της τελικής αποφάσεώς της, ενώ δέχθηκε ότι η επίδικη απόφαση δέσμευε την εποπτική αυτή αρχή ως προς τα ζητήματα τα οποία πραγματευόταν.
82 Αναφορικά με τις σκέψεις 54 έως 56 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το περιεχόμενο της επίδικης αποφάσεως ήταν μερικό σε σχέση με την τελική απόφαση, η WhatsApp ισχυρίζεται ότι η έλλειψη εξουσίας εκτιμήσεως έπρεπε να εξεταστεί με γνώμονα την ίδια την ουσία της επίδικης αποφάσεως, χωρίς να γίνει αναφορά στο επιπλέον περιεχόμενο της τελικής αποφάσεως. Συγκεκριμένα, το ΕΣΠΔ φέρεται να ανέλυσε μόνον ορισμένες πτυχές μιας συγκεκριμένης περίπτωσης, ήτοι τα ζητήματα για τα οποία διατυπώθηκαν σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Επομένως, κατά την άποψη της WhatsApp, η επίδικη απόφαση δεν είναι δυνατόν να αφορά το σύνολο της υποθέσεως και να καλύπτει ζητήματα τα οποία είτε δεν παραπέμφθηκαν στο ΕΣΠΔ είτε δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του.
83 Πέραν τούτου, η WhatsApp προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με τις σκέψεις 57 έως 59 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η ιρλανδική εποπτική αρχή είχε ασκήσει εξουσία εκτιμήσεως προκειμένου να αντλήσει συμπεράσματα από την επίδικη απόφαση. Κατά πρώτον, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των δεδομένων που υποβάλλονταν σε συμπίεση με απώλειες ως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η WhatsApp υποστηρίζει ότι αυτός ο χαρακτηρισμός στον οποίο προέβη το ΕΣΠΔ συνεπάγεται για την ίδια πρόσθετες υποχρεώσεις δυνάμει του ΓΚΠΔ, ανεξαρτήτως του ότι η επικεφαλής εποπτική αρχή άσκησε εξουσία εκτιμήσεως επί της ουσίας, προχωρώντας πέραν του ως άνω χαρακτηρισμού και ελέγχοντας κατά πόσον η WhatsApp είχε ενεργήσει ως υπεύθυνος επεξεργασίας ή εκτελών την επεξεργασία. Κατά δεύτερον, ως προς την αύξηση των προστίμων που έπρεπε να επιβληθούν στη WhatsApp, η επίδικη απόφαση δεν άφηνε περιθώριο εκτιμήσεως στην ιρλανδική εποπτική αρχή, δεδομένου ότι η τελευταία ήταν υποχρεωμένη να επιβάλει πρόστιμο υψηλότερο από εκείνο το οποίο εξεταζόταν αρχικώς. Το γεγονός ότι η αρχή αυτή διατηρεί εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό του ακριβούς ποσού του προστίμου δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο καθήκον εμπίπτει ούτως ή άλλως στην αρμοδιότητά της.
84 Το ΕΣΠΔ αμφισβητεί την ορθότητα της επιχειρηματολογίας της WhatsApp και ισχυρίζεται ότι πρέπει να πληρούνται δύο σωρευτικά κριτήρια προκειμένου μια ενωσιακή πράξη να αφορά άμεσα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι αποδέκτης ατομικής πράξεως. Αφενός, η πράξη πρέπει να έχει άμεσο αντίκτυπο στη νομική κατάσταση του προσώπου και, αφετέρου, δεν πρέπει να αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στον αποδέκτη που είναι επιφορτισμένος με την εφαρμογή της, δηλαδή η εφαρμογή της πρέπει να είναι εντελώς αυτόματη και να μην παρεμβάλλονται άλλοι ενδιάμεσοι κανόνες.
85 Σε σχέση με το πρώτο κριτήριο, το ΕΣΠΔ παρατηρεί ότι η δεσμευτικότητα μιας πράξεως πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τον αντίκτυπό της στην ιδιαίτερη κατάσταση του προσφεύγοντος. Εν προκειμένω, η επίδικη απόφαση δεν μπορεί να αντιταχθεί στη WhatsApp κατά τρόπον ώστε να μπορεί να αποτελέσει πηγή υποχρεώσεων για εκείνη χωρίς να μεσολαβήσουν προηγουμένως άλλα διαδικαστικά στάδια. Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας στην οποία αναφέρονται τα άρθρα 58, 60 και 65 του ΓΚΠΔ και, επιπλέον, ούτε καθόρισε το τελικό ποσό του προστίμου ούτε έθεσε ένα νέο σύνολο κανόνων για τις δραστηριότητες της WhatsApp. Συνεπώς, κατά το ΕΣΠΔ, μόνον η τελική απόφαση αφορά άμεσα τη WhatsApp, δεδομένου ότι η ιρλανδική εποπτική αρχή είναι, βάσει του άρθρου 56 παράγραφος 6, του ΓΚΠΔ, ο μοναδικός συνομιλητής της επιχείρησης αυτής υπό την ιδιότητά της ως υπευθύνου επεξεργασίας.
86 Σε σχέση με το δεύτερο κριτήριο, το ΕΣΠΔ υποστηρίζει ότι η ιρλανδική εποπτική αρχή διατήρησε πραγματική εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τα συμπεράσματα τα οποία έπρεπε να συναγάγει με την τελική απόφασή της, η οποία είχε ευρύτερο περιεχόμενο και περιείχε διαπιστώσεις επί των οποίων το ΕΣΠΔ δεν είχε κληθεί να αποφανθεί, καθώς σε αυτό παραπέμπονται μόνον τα ζητήματα ως προς τα οποία έχουν προβληθεί σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις. Εν πάση περιπτώσει, η επίδικη απόφαση και η τελική απόφαση είναι αλληλένδετες. Δεν είναι δυνατόν να διαχωριστούν τα τμήματα της τελικής αποφάσεως που αντιστοιχούν στις οδηγίες του ΕΣΠΔ, όπερ επιβεβαιώνει ότι το ΕΣΠΔ έχει αφήσει στην ιρλανδική εποπτική αρχή κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως ως προς διάφορα ζητήματα.
87 Υπό τέτοιες συνθήκες, τα εθνικά δικαστήρια είναι τα πλέον κατάλληλα να επανεξετάσουν την τελική αυτή απόφαση, υποβάλλοντας, εν ανάγκη, στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά τόσο με τις αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ΓΚΠΔ όσο και με εκείνες που εφαρμόζονται βάσει των οδηγιών του ΕΣΠΔ.
88 Κατά την άποψη του ΕΣΠΔ, η ιρλανδική εποπτική αρχή εξακολουθούσε επίσης να έχει κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως σε σχέση με τα ζητήματα που εξετάστηκαν στην επίδικη απόφαση, και δη τα σχετικά, πρώτον, με τις έννομες συνέπειες οι οποίες έπρεπε να συναχθούν από τον χαρακτηρισμό των δεδομένων που υποβάλλονταν σε συμπίεση με απώλειες ως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και, δεύτερον, με τον καθορισμό του ύψους των προστίμων που έπρεπε να επιβληθούν στη WhatsApp. Όσον αφορά την πρώτη πτυχή, το ΕΣΠΔ ισχυρίζεται ότι η εν λόγω αρχή είχε εξουσία εκτιμήσεως και προέβη σε αυτοτελή έλεγχο, ιδίως ως προς το ζήτημα της συμμόρφωσης με το άρθρο 14 του ΓΚΠΔ. Δεν μπορεί, επομένως, ορθώς να υποστηριχθεί ότι η αξιολόγηση εκ μέρους του ΕΣΔΠ ήταν «πλήρης», δεδομένου ότι η αρμοδιότητά του περιορίζεται στο περιεχόμενο των σχετικών και αιτιολογημένων ενστάσεων και δεν καλύπτει το σύνολο της διαδικασίας που κινείται λόγω παράβασης. Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή, ήτοι τον καθορισμό των προστίμων, η επίδικη απόφαση περιέχει μεν γενικές οδηγίες σχετικές με τα πρόστιμα, πλην όμως δεν ασχολείται με το ζήτημα της πρακτικής εφαρμογής των οδηγιών αυτών ούτε με το ζήτημα του υπολογισμού των προστίμων.
89 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκτιμά ότι, εφόσον η επικεφαλής εποπτική αρχή ήταν ο μοναδικός συνομιλητής της WhatsApp, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η επίδικη απόφαση του ΕΣΠΔ αφορά άμεσα τη WhatsApp. Μια τέτοια απόφαση δεν προορίζεται να τεθεί σε εφαρμογή αυτοτελώς, αλλά πρέπει πάντοτε να ακολουθείται από τελική απόφαση της επικεφαλής εποπτικής αρχής. Και τούτο διότι ο ενωσιακός νομοθέτης επέλεξε συνειδητά να είναι ο έλεγχος του ΓΚΠΔ αποκεντρωμένος, αντί να ιδρυθεί μια κεντρική ευρωπαϊκή αρχή προστασίας των δεδομένων.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
90 Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως αφορά το κατά πόσον το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με τις σκέψεις 50 έως 60 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η επίδικη απόφαση δεν αφορούσε άμεσα τη WhatsApp, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και ότι, κατά συνέπεια, η προσφυγή της WhatsApp ήταν απαράδεκτη.
91 Βάσει της διατάξεως αυτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα και για την εφαρμογή των οποίων δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα.
92 Συνακόλουθα, το παραδεκτό προσφυγής που ασκείται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά πράξεως της οποίας δεν είναι αποδέκτης, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εξαρτάται μεταξύ άλλων από την προϋπόθεση ότι η πράξη το αφορά άμεσα και ατομικά (απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2019, Iccrea Banca, C‑414/18, EU:C:2019:1036, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
93 Εν προκειμένω, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, δεν αμφισβητείται ότι η επίδικη απόφαση αφορά ατομικά τη WhatsApp, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή θίγει ορισμένες πτυχές του σχεδίου τελικής αποφάσεως οι οποίες αφορούν ειδικώς την κατάσταση της συγκεκριμένης επιχείρησης. Εντούτοις, στις σκέψεις 52 και 53 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η επίδικη απόφαση δεν αφορούσε άμεσα τη WhatsApp, με το σκεπτικό, αφενός, ότι δεν ήταν δυνατόν να αντιταχθεί στη WhatsApp ώστε να μπορεί, χωρίς την παρεμβολή επιπλέον σταδίου της διαδικασίας, να αποτελέσει πηγή υποχρεώσεων για εκείνη ή, ενδεχομένως, δικαιωμάτων για άλλους ιδιώτες, και, αφετέρου, ότι, ακόμη και αν η επίδικη απόφαση δέσμευε την ιρλανδική εποπτική αρχή ως προς τα ζητήματα τα οποία πραγματευόταν, της άφηνε περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το περιεχόμενο της τελικής αποφάσεως.
94 Υπενθυμίζεται επ’ αυτού ότι, κατά πάγια νομολογία, η προϋπόθεση ότι η απόφαση που προσβάλλεται με προσφυγή πρέπει να αφορά άμεσα το προσφεύγον φυσικό ή νομικό πρόσωπο σημαίνει ότι πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς δύο απαιτήσεις, ήτοι το προσβαλλόμενο μέτρο, πρώτον, να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής κατάστασης του προσφεύγοντος και, δεύτερον, να μην καταλείπει καμιά εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, υπό την έννοια ότι η εφαρμογή του πρέπει να έχει εντελώς αυτόματο χαρακτήρα και να απορρέει αποκλειστικώς από την ενωσιακή νομοθεσία, χωρίς να παρεμβάλλονται άλλοι ενδιάμεσοι κανόνες (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Επιτροπή και Συμβούλιο κατά Front Polisario, C‑779/21 P και C‑799/21 P, EU:C:2024:835, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
95 Πριν εξεταστεί αν πληρούνται οι δύο αυτές απαιτήσεις εν προκειμένω, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν μπορεί να αντιταχθεί ευθέως στον προσφεύγοντα όπως και το ότι δεν αποτελεί το τελευταίο στάδιο μιας σύνθετης διαδικασίας δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο η πράξη να αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα, εφόσον ο αποδέκτης της δεν διαθέτει καμία εξουσία εκτιμήσεως (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 1992, Infortec κατά Επιτροπής, C‑157/90, EU:C:1992:243, σκέψεις 13 και 17· της 3ης Δεκεμβρίου 2019, Iccrea Banca, C‑414/18, EU:C:2019:1036, σκέψεις 65 και 67, καθώς και της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2 κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑348/20 P, EU:C:2022:548, σκέψη 74).
96 Συνεπώς, όπως παρατήρησε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 139 και 144 των προτάσεών της, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η επίδικη απόφαση δεν είναι δυνατόν να αφορά άμεσα τη WhatsApp, με το σκεπτικό ότι ούτε μπορεί να αντιταχθεί στη WhatsApp ούτε αποτελεί το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 58, 60 και 65 του ΓΚΠΔ.
97 Όσον αφορά την τήρηση της πρώτης από τις προϋποθέσεις που υπενθυμίστηκαν στη σκέψη 94 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να κριθεί αν η προσβαλλόμενη πράξη συνεπάγεται σημαντική μεταβολή της νομικής κατάστασης του οικείου φυσικού ή νομικού προσώπου, με κριτήριο την ουσία της πράξεως αυτής και κατόπιν εκτιμήσεως των αποτελεσμάτων της υπό το πρίσμα αντικειμενικών κριτηρίων, όπως το περιεχόμενό της, και λαμβανομένων, ενδεχομένως, υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε η πράξη καθώς και των εξουσιών του οργάνου, θεσμικού ή μη, ή του οργανισμού που την εξέδωσε (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 9, και της 18ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά ΕΣΕ, C‑551/22 P, EU:C:2024:520, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
98 Εν προκειμένω, όπως προεκτέθηκε στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, το ΕΣΠΔ, με την επίδικη απόφαση, έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η WhatsApp δεν τήρησε τις υποχρεώσεις ενημέρωσης οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του ΓΚΠΔ και παρέβη το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, αυτού. Κατά συνέπεια, η επίδικη απόφαση μεταβάλλει τη νομική κατάσταση της WhatsApp, ιδίως διότι η WhatsApp αναγκάστηκε, λόγω της παρέμβασης του ΕΣΠΔ, να τροποποιήσει τη συμβατική της σχέση με τους χρήστες της υπηρεσίας ανταλλαγής μηνυμάτων την οποία παρέχει. Επομένως, υφίσταται άμεση συνάφεια μεταξύ της επίδικης αποφάσεως και των αποτελεσμάτων της επί της κατάστασης της WhatsApp, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 94 και 95 της παρούσας αποφάσεως.
99 Αντιθέτως προς τα όσα υποστηρίζει το ΕΣΠΔ, το γεγονός ότι, βάσει του άρθρου 56, παράγραφος 6, του ΓΚΠΔ, η ιρλανδική εποπτική αρχή είναι ο μοναδικός συνομιλητής της WhatsApp ως υπευθύνου επεξεργασίας δεν επηρεάζει την ανωτέρω διαπίστωση. Πράγματι, αποκλειστικό αντικείμενο της διατάξεως αυτής είναι η οργάνωση των σχέσεων μεταξύ του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία, της επικεφαλής εποπτικής αρχής και των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών, και όχι τα διαθέσιμα μέσα ένδικης προστασίας κατά των αποφάσεων του ΕΣΠΔ.
100 Όσον αφορά την τήρηση της δεύτερης από τις προϋποθέσεις που υπενθυμίστηκαν στη σκέψη 94 της παρούσας αποφάσεως, προκειμένου να κριθεί αν μια πράξη καταλείπει στους αποδέκτες της περιθώριο εκτιμήσεως για την εφαρμογή της, πρέπει να εξεταστούν τα έννομα αποτελέσματα τα οποία παράγουν οι προσβαλλόμενες με την προσφυγή διατάξεις της πράξεως αυτής επί του προσώπου που επικαλείται το δικαίωμα προσφυγής δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ (απόφαση της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2 κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑348/20 P, EU:C:2022:548, σκέψη 98 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
101 Η ύπαρξη τέτοιου περιθωρίου εκτιμήσεως θα πρέπει, ειδικότερα, να αποκλειστεί σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι οι προσβαλλόμενες με την προσφυγή διατάξεις της επίμαχης πράξεως είχαν ως άμεση συνέπεια να επιβληθούν στο πρόσωπο αυτό υποχρεώσεις των οποίων το αποτέλεσμα δεν μπορούσε να τροποποιηθεί από την οντότητα που είναι επιφορτισμένη με την επακόλουθη εφαρμογή της εν λόγω πράξεως (πρβλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2 κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑348/20 P, EU:C:2022:548, σκέψη 114).
102 Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 71 και 72 της παρούσας αποφάσεως, η επίδικη απόφαση δεσμεύει την επικεφαλής εποπτική αρχή και τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Οι τελευταίες δεν επιτρέπεται να αποκλίνουν από την προεκτεθείσα στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως θέση την οποία έλαβε το ΕΣΠΔ με την επίδικη απόφαση. Πράγματι, η επίδικη απόφαση επιλύει τα νομικά ζητήματα που παραπέμφθηκαν στο ΕΣΠΔ και δεσμεύει ανεπιφύλακτα τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, ιδίως όσον αφορά τη διαπίστωση παράβασης ορισμένων διατάξεων του ΓΚΠΔ, τον χαρακτηρισμό των δεδομένων που υποβάλλονται σε συμπίεση με απώλειες ως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και την υποχρέωση αύξησης του ποσού των προστίμων που επρόκειτο να επιβληθούν. Οι εθνικές εποπτικές αρχές δεν έχουν τη δυνατότητα να τροποποιήσουν το αποτέλεσμα των εκτιμήσεων στις οποίες προέβη το ΕΣΠΔ επί των ζητημάτων αυτών, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.
103 Επισημαίνεται ότι, βάσει του άρθρου 70, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, αποστολή του ΕΣΠΔ είναι να μεριμνά για τη συνεκτική εφαρμογή του ΓΚΠΔ, παρακολουθώντας και διασφαλίζοντας, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 10 του ΓΚΠΔ, τη συνεπή και ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των προσωπικών τους δεδομένων σε ολόκληρη την Ένωση, στις περιπτώσεις που προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 65 του ΓΚΠΔ, υπό την επιφύλαξη των καθηκόντων των εθνικών εποπτικών αρχών.
104 Στο πλαίσιο αυτό, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι το περιεχόμενο της τελικής αποφάσεως καλύπτει και ζητήματα που δεν παραπέμφθηκαν στο ΕΣΠΔ, ήτοι ζητήματα για τα οποία δεν διατυπώθηκαν σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις, κατά την έννοια του άρθρου 65 παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, ή ακόμη και ζητήματα που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του ΕΣΠΔ, όπως, μεταξύ άλλων, το ζήτημα του καθορισμού του ακριβούς ποσού του προστίμου που πρέπει να επιβληθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή στον εκτελούντα την επεξεργασία, για το οποίο αρμόδια είναι η εποπτική αρχή που έχει επιληφθεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 58, παράγραφος 2, στοιχείο θʹ, καθώς και του άρθρου 83 του ΓΚΠΔ.
105 Επιπλέον, μολονότι υφίσταται, βεβαίως, σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ της επίδικης αποφάσεως και της τελικής αποφάσεως, γεγονός παραμένει ότι πρόκειται για διαφορετικές πράξεις και ότι το περιεχόμενο της επίδικης αποφάσεως είναι σαφώς οριοθετημένο, όπως καθίσταται σαφές από τη σχετική απαρίθμηση στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προαναφερθείσα σχέση αλληλεξάρτησης δεν μπορεί να αποκλείσει τη διαπίστωση ότι η επίδικη απόφαση αφορά άμεσα τη WhatsApp.
106 Ειδικότερα, μολονότι η ταυτόχρονη άσκηση προσφυγής ακυρώσεως, αφενός, ενώπιον του ενωσιακού δικαστή, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, κατά της δεσμευτικής αποφάσεως του ΕΣΠΔ και, αφετέρου, ενώπιον του εθνικού δικαστή, δυνάμει του άρθρου 78 του ΓΚΠΔ, κατά της τελικής αποφάσεως την οποία εκδίδει η εθνική εποπτική αρχή με βάση την ως άνω δεσμευτική απόφαση, συνεπάγεται, βεβαίως, δύο παράλληλες ένδικες διαδικασίες, η κατάσταση αυτή δεν σημαίνει ότι τα αποτελέσματα της αποφάσεως του ΕΣΠΔ πρέπει να θεωρηθούν έμμεσα, εν προκειμένω, σε σχέση με τη WhatsApp.
107 Και τούτο διότι, από τη μία πλευρά, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όταν η επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου εξαρτάται από το κύρος της αποφάσεως ενωσιακού οργάνου, η υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας επιβάλλει στον εθνικό δικαστή, προς αποφυγήν της έκδοσης αποφάσεως αντίθετης προς εκείνη του οικείου οργάνου, να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία μέχρι ότου ο ενωσιακός δικαστής αποφανθεί οριστικά επί της προσφυγής ακυρώσεως, εκτός εάν ο εθνικός δικαστής εκτιμά ότι δικαιολογείται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο αναφορικά με το κύρος της αποφάσεως του ενωσιακού οργάνου (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Masterfoods και HB, C‑344/98, EU:C:2000:689, σκέψη 57, και της 25ης Ιουλίου 2018, Georgsmarienhütte κ.λπ., C‑135/16, EU:C:2018:582, σκέψη 24).
108 Από την άλλη πλευρά, κατ’ επίκληση της αρχής της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, ενδέχεται, σε περίπτωση παράλληλων ενδίκων διαδικασιών ενώπιον, αφενός, του Γενικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο άσκησης προσφυγής ακυρώσεως και, αφετέρου, του Δικαστηρίου στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, να δικαιολογείται η εφαρμογή από το Δικαστήριο, εφόσον τούτο κρίνεται κατάλληλο, του άρθρου 54, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να ανασταλεί η ενώπιόν του διαδικασία εν αναμονή της περάτωσης της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Georgsmarienhütte κ.λπ., C‑135/16, EU:C:2018:582, σκέψη 25)
109 Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις για τις οποίες έγινε λόγος στη σκέψη 94 της παρούσας αποφάσεως, η επίδικη απόφαση αφορά άμεσα τη WhatsApp.
110 Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και, συνακόλουθα, να εξαφανιστεί η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη.
Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
111 Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η WhatsApp ισχυρίζεται ότι είναι νομικώς εσφαλμένη η διαπίστωση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο κρίνοντας, με τις σκέψεις 66 έως 70 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι το απαράδεκτο της προσφυγής της συνάδει με τη λογική του συστήματος των μέσων ένδικης προστασίας το οποίο καθιερώνουν η Συνθήκη ΕΕ και η Συνθήκη ΛΕΕ.
112 Λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος που διατυπώθηκε στη σκέψη 110 της παρούσας αποφάσεως, παρέλκει η εξέταση του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, περί νομικού σφάλματος κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 65 του ΓΚΠΔ και της αρχής της συνεκτικής εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου
113 Η WhatsApp, παραπέμποντας στην επιχειρηματολογία την οποία ανέπτυξε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 65, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ και παραβίασε την αρχή της συνεκτικής εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου κρίνοντας, με τις σκέψεις 41 έως 60 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η επίδικη απόφαση δεν παρήγε άλλα έννομα αποτελέσματα πέραν των δεσμευτικών αποτελεσμάτων της έναντι των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών.
114 Δεδομένου ότι η WhatsApp παραπέμπει απλώς στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξε προς στήριξη του πρώτου λόγου, και λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος που διατυπώθηκε στη σκέψη 110 της παρούσας αποφάσεως, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, καθότι είναι αδύνατον να επιφέρει την εξαφάνιση περισσότερων κεφαλαίων της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
Επί της αναπομπής της υποθέσεως στο Γενικό Δικαστήριο
115 Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο δύναται, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση.
116 Η ως άνω προϋπόθεση πληρούται εν προκειμένω μόνον ως προς το παραδεκτό της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
117 Επ’ αυτού, πρώτον, από τη σκέψη 76 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η επίδικη απόφαση συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Δεύτερον, όπως διαπιστώθηκε με τη σκέψη 109 της παρούσας αποφάσεως, η επίδικη απόφαση αφορά άμεσα τη WhatsApp, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Τρίτον, η επίδικη απόφαση αφορά ατομικά τη WhatsApp, όπως αποφάνθηκε και το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
118 Κατά συνέπεια, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του πρώτου και του τετάρτου εδαφίου του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, και ελλείψει οποιουδήποτε άλλου λόγου απαραδέκτου, η προσφυγή ακυρώσεως κρίνεται παραδεκτή.
119 Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της ασκηθείσας ενώπιόν του προσφυγής, η οποία χρήζει εμπεριστατωμένης νομικής και πραγματικής εκτιμήσεως, κρίνεται ότι η διαφορά δεν είναι ώριμη για να εκδικαστεί από το Δικαστήριο επί της ουσίας της.
120 Ως εκ τούτου, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Επί των δικαστικών εξόδων
121 Δεδομένης της αναπομπής της υποθέσεως στο Γενικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1) Αναιρεί τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 7ης Δεκεμβρίου 2022, WhatsApp Ireland κατά Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (T‑709/21, EU:T:2022:783).
2) Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
