ΑΠΟΦΑΣΗ
Florio και Bassignana κατά Ιταλίας της 05.02.2026 (προσφ. αριθ. 34324/15 και 65192/16)
Βλ. εδώ
ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Στην υπόθεση Florio et Bassignana κατά Ιταλίας (05.02.2026), το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, όταν για τα ίδια πραγματικά περιστατικά επιβάλλονται σωρευτικά (α) δήμευση του «τιμήματος-κέρδους» εγκλήματος από τα ποινικά δικαστήρια και (β) καταδίκη σε αποζημίωση από το Ελεγκτικό Συνέδριο (Corte dei Conti), οι εθνικές αρχές οφείλουν να αξιολογούν προσθετικά το συνολικό περιουσιακό αποτέλεσμα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η δήμευση του κέρδους έχει ταυτόχρονα τιμωρητική και επανορθωτική λειτουργία. Η άρνηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου να αφαιρέσει από την αποζημίωση τα ήδη δημευθέντα ποσά επέτρεψε στο Κράτος να εισπράξει συνολικά ποσό υψηλότερο από τη ζημία της διοίκησης και επέβαλε στους προσφεύγοντες «υπερβολικό βάρος», παραβιάζοντας το άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ – FLORIO ΚΑΙ BASSIGNANA ΚΑΤΑ ΙΤΑΛΙΑΣ (2026)
Η απόφαση Florio και Bassignana κατά Ιταλίας αποτελεί σημαντική εξέλιξη στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) σχετικά με τη σωρευτική επιβολή μέτρων δήμευσης από τα ποινικά δικαστήρια και αποζημίωσης από το Ελεγκτικό Συνέδριο (Corte dei Conti) για τα ίδια αδικήματα, υπό το πρίσμα του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της ΕΣΔΑ.
Οι προσφεύγοντες στην πρώτη υπόθεση (αριθ. 34324/15) είναι οι Mario Emanuele Florio, Monica Florio και Salvatore Florio, οι οποίοι καταδικάστηκαν για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, διαφθορά και απάτη, λόγω συμμετοχής τους σε σύστημα παροχής αδικαιολόγητων συμβουλευτικών υπηρεσιών στην Εισαγγελία Pinerolo μεταξύ 1997 και 2005. Τα ποινικά δικαστήρια διέταξαν τη δήμευση των περιουσιακών τους στοιχείων μέχρι του ύψους του κέρδους που αποκόμισαν (670.701 ευρώ για τον πρώτο και 191.641 ευρώ για καθέναν από τους άλλους δύο). Ο ποινικός δικαστής επεσήμανε ρητά ότι η αποζημίωση δεν μπορεί να σωρευθεί με τα ποσά που δημεύονται, καθώς αυτό θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο διπλασιασμό. Εν συνεχεία, το Ελεγκτικό Συνέδριο τους καταδίκασε να καταβάλουν αποζημίωση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (1.204.457,06 ευρώ για τον πρώτο και 333.439,16 ευρώ για καθέναν από τους άλλους δύο), αρνούμενο να αφαιρέσει τα δημευθέντα ποσά.
Ο προσφεύγων στη δεύτερη υπόθεση (αριθ. 65192/16), Luigi Bassignana, πρώην υπάλληλος της Περιφέρειας Valle d’Aosta, καταδικάστηκε για διαφθορά λόγω λήψης δωροδοκιών κατά τη διαδικασία ανάθεσης δημοσίων έργων. Τα ποινικά δικαστήρια (Ιταλίας και Ελβετίας) διέταξαν τη δήμευση ποσών συνολικού ύψους περίπου 751.489 ευρώ, με ρητή διευκρίνιση των ελβετικών αρχών ότι η ελβετική δήμευση δεν προστίθεται στην ιταλική και ότι πρέπει να αποφευχθεί κάθε σώρευση, ενώ το προϊόν της διαφθοράς προοριζόταν τελικώς για την Ιταλία, ενώ το Ελεγκτικό Συνέδριο τον καταδίκασε σε αποζημίωση 750.915,49 ευρώ, αρνούμενο επίσης να αφαιρέσει τα δημευθέντα ποσά.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε την υπόθεση υπό το πρίσμα του άρθρου 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ (δικαίωμα στην περιουσία). Αναγνώρισε ότι τόσο η δήμευση όσο και η αποζημίωση αποτελούν επεμβάσεις στο δικαίωμα περιουσίας που ήταν νόμιμες και επεδίωκαν θεμιτό σκοπό. Ωστόσο, επεσήμανε ότι η δήμευση του κέρδους από αξιόποινη πράξη έχει διπλή φύση, ήτοι τιμωρητική και επανορθωτική. Το Ελεγκτικό Συνέδριο περιορίστηκε να επικαλεστεί μόνο την τιμωρητική λειτουργία της δήμευσης, παραλείποντας πλήρως την επανορθωτική της λειτουργία. Η σωρευτική επίδραση των δύο μέτρων επέτρεψε στο Κράτος να εισπράξει συνολικά ποσό υψηλότερο από τη ζημία που υπέστη η δημόσια διοίκηση.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εθνικές αρχές όφειλαν να εξετάσουν τη σωρευτική επίδραση των δύο μέτρων λαμβάνοντας υπόψη τη διπλή φύση της δήμευσης. Η άρνηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου να αφαιρέσει τα δημευθέντα ποσά από την αποζημίωση επέβαλε υπερβολικό βάρος στους προσφεύγοντες, διαταράσσοντας τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των ατομικών δικαιωμάτων και του δημοσίου συμφέροντος.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ.
Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41 ΕΣΔΑ): Το Δικαστήριο επιδίκασε σε καθένα από τους Monica Florio και Salvatore Florio 191.641 ευρώ για αποζημίωση, ενώ ο Mario Emanuele Florio δεν υπέβαλε αίτημα δίκαιης ικανοποίησης. Στον Luigi Bassignana επιδικάστηκαν 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη, καθώς και δικαστικά έξοδα (6.000 ευρώ από κοινού για τους Monica και Salvatore Florio και 5.150 ευρώ για τον Bassignana).
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ FLORIO ΚΑΙ BASSIGNANA ΚΑΤΑ ΙΤΑΛΙΑΣ
Α. Υπόθεση Florio (προσφ. αριθ. 34324/15)
Οι τρεις προσφεύγοντες κατηγορήθηκαν για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, διαφθορά και απάτη, λόγω συμμετοχής τους σε σύστημα που είχε δημιουργηθεί από εισαγγελέα του Pinerolo μεταξύ 1997 και 2005, το οποίο προέβλεπε την παροχή αδικαιολόγητων συμβουλευτικών υπηρεσιών στην εισαγγελία.
Στις 18 Ιανουαρίου 2010, ο ανακριτής (GIP) του Μιλάνου τους καταδίκασε σε ποινές φυλάκισης και διέταξε τη δήμευση των περιουσιακών τους στοιχείων μέχρι του ύψους του κέρδους που αποκόμισαν: 670.701 ευρώ για τον Mario Emanuele Florio και 191.641 ευρώ για καθέναν από τους άλλους δύο. Ο ανακριτής τόνισε ρητά ότι «η αποζημίωση δεν μπορεί να σωρευθεί με τα ποσά που δημεύονται ως κέρδος, επί ποινή αδικαιολόγητου διπλασιασμού του επιστρεπτέου ποσού» και ότι «σε περίπτωση ολικής ή μερικής εκτέλεσης της δήμευσης, το ποσό της αποζημίωσης θα μειωθεί αναλόγως».
Εν συνεχεία, το Ελεγκτικό Συνέδριο (Περιφερειακό Τμήμα Πιεμόντε) καταδίκασε τους προσφεύγοντες σε αποζημίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης: 1.204.457,06 ευρώ για τον Mario Emanuele Florio και 333.439,16 ευρώ για καθέναν από τους άλλους δύο. Το Ελεγκτικό Συνέδριο απέρριψε το αίτημα αφαίρεσης των δημευθέντων ποσών, επικαλούμενο τη διαφορετική φύση και σκοπό των δύο μέτρων, ότι δηλαδή η δήμευση επιδιώκει τιμωρητικό και προληπτικό σκοπό, ενώ η αποζημίωση αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ζημίας της διοίκησης.
Η έφεση των προσφευγόντων απορρίφθηκε από το Κεντρικό Εφετείο του Ελεγκτικού Συνεδρίου στις 19 Ιουνίου 2014.
Β. Υπόθεση Bassignana (προσφ. αριθ. 65192/16)
Ο προσφεύγων, πρώην υπάλληλος της Περιφέρειας Valle d’Aosta και υπεύθυνος του τμήματος εδαφικής σταθερότητας και λατομείων, συμμετείχε στην επιλογή επιχειρήσεων για δημόσια έργα αποκατάστασης μετά τις πλημμύρες του 2000.
Στις 4 Απριλίου 2006, ο ανακριτής του Αόστα τον καταδίκασε για διαφθορά με ποινή φυλάκισης με αναστολή και διέταξε τη δήμευση 400.000 ευρώ που βρίσκονταν σε ελβετική τράπεζα. Το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Ποινικό Δικαστήριο τον καταδίκασε επίσης για ξέπλυμα χρήματος στις 14 Ιουνίου 2012 και διέταξε τη δήμευση 351.489,35 ευρώ, διευκρινίζοντας ότι αυτή δεν προστίθεται στην ιταλική δήμευση και ότι πρέπει να αποφευχθεί κάθε σώρευση.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο καταδίκασε τον προσφεύγοντα σε αποζημίωση της Περιφέρειας Valle d’Aosta ύψους 750.915,49 ευρώ, αρνούμενο να αφαιρέσει τα δημευθέντα ποσά με την αιτιολογία ότι τα δύο μέτρα έχουν διαφορετική φύση.
ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ
Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Προστασία της περιουσίας)
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ – Παραβίαση του δικαιώματος στην περιουσία
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου που υποχρέωσαν τους προσφεύγοντες να αποζημιώσουν τη δημόσια διοίκηση αποτελούν επέμβαση στο δικαίωμά τους στην περιουσία. Δεν έκρινε αναγκαίο να προσδιορίσει ποια από τις τρεις κανονιστικές ρήτρες του άρθρου 1 ΠΠΠ εφαρμόζεται, καθώς οι εφαρμοστέες αρχές είναι κατ’ ουσίαν οι ίδιες.
Νομική βάση (Lawfulness): Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι καταδίκες από το Ελεγκτικό Συνέδριο βασίζονταν σε νομική βάση, ιδίως στους γενικούς κανόνες που επιβάλλουν την αποκατάσταση ζημιών που προκαλούνται από παράνομες πράξεις.
Θεμιτός σκοπός (Legitimate aim): Τα μέτρα ανταποκρίνονταν σε δημόσιο συμφέρον, ήτοι την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στη διοίκηση. Ο σκοπός αυτός διαφέρει από εκείνον της δήμευσης, η οποία σύμφωνα με τη νομολογία της εποχής των πραγματικών περιστατικών αποσκοπούσε στην αποκατάσταση της προγενέστερης οικονομικής κατάστασης μέσω στέρησης που αντιστοιχεί στο όφελος που αντλήθηκε από την αξιόποινη πράξη.
Αναλογικότητα (Proportionality): Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι το άρθρο 1 ΠΠΠ απαιτεί κάθε επέμβαση να παρουσιάζει εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού. Η δίκαιη ισορροπία διαταράσσεται όταν ο θιγόμενος φέρει υπερβολικό και δυσανάλογο βάρος.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο απέρριψε το αίτημα αφαίρεσης των δημευθέντων ποσών βασιζόμενο ουσιαστικά στις διαφορετικές λειτουργίες των δύο μέτρων και στην οικονομική αυτοτέλεια των διαφόρων δημόσιων φορέων, χωρίς να εξετάσει περαιτέρω τη διπλή φύση της δήμευσης – τιμωρητική και επανορθωτική – ούτε τις υποδείξεις των ποινικών δικαστών για αποφυγή της σώρευσης.
Το Δικαστήριο τόνισε ότι η δήμευση που εξετάστηκε εν προκειμένω δεν αποσκοπούσε μόνο σε τιμωρητική λειτουργία, αλλά και στην αποκατάσταση της οικονομικής κατάστασης που υπήρχε πριν από τα αδικήματα μέσω της στέρησης του κέρδους. Η σωρευτική επίδραση των δύο μέτρων έθεσε τους προσφεύγοντες σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη στην οποία βρίσκονταν πριν τη διάπραξη των αδικημάτων, υπερβαίνοντας έτσι το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη της επανορθωτικής λειτουργίας της δήμευσης.
Επιπλέον, η αιτιολόγηση της σώρευσης με την επίκληση του αποκλειστικά τιμωρητικού χαρακτήρα της δήμευσης αντιφάσκει στο γεγονός ότι τα ίδια τα ποινικά δικαστήρια – που ασκούν κατ’ εξοχήν την τιμωρητική λειτουργία – αποκλείουν τη σώρευση.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι θα ήταν τεχνητό να εξετάσει χωριστά τα δύο μέτρα αγνοώντας τη σωρευτική τους επίδραση, δεδομένου ότι επιβλήθηκαν για τα ίδια αδικήματα και αφορούν τα ίδια ποσά. Η σωρευτική επίδραση επέτρεψε στο Κράτος να εισπράξει συνολικά ποσό υψηλότερο από τη ζημία της διοίκησης.
Ως προς το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι τα ποσά προορίζονταν για διαφορετικούς αποδέκτες, το Δικαστήριο σημείωσε ότι αυτό δεν εμπόδιζε την αφαίρεση των δημευθέντων ποσών, καθώς τίποτε δεν απέκλειε τη θέσπιση μηχανισμών μεταφοράς μεταξύ δημόσιων φορέων.
Τέλος, το Δικαστήριο επεσήμανε το παράδοξο της διαφορετικής προσέγγισης μεταξύ ποινικών δικαστηρίων και Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το συνολικό ποσό στέρησης εξαρτάται από τη σειρά διεξαγωγής των διαδικασιών, γεγονός που συνεπάγεται άνισες περιουσιακές συνέπειες δυσχερώς συμβατές με την αρχή της αναλογικότητας.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ λόγω της σωρευτικής επίδρασης της δήμευσης και της αποζημίωσης.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Η σωρευτική επίδραση των επίμαχων μέτρων έθεσε τους προσφεύγοντες σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη στην οποία βρίσκονταν πριν τη διάπραξη των αδικημάτων. Ο συνδυασμός των δύο επίμαχων μέτρων υπερέβη, επομένως, το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη της επανορθωτικής λειτουργίας της δήμευσης» (παρ. 78).
ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ FLORIO ΚΑΙ BASSIGNANA ΚΑΤΑ ΙΤΑΛΙΑΣ
Η απόφαση Florio και Bassignana κατά Ιταλίας εισάγει σημαντικές καινοτομίες στη νομολογία του ΕΔΔΑ για το δικαίωμα στην περιουσία:
Υποχρέωση προσθετικής και συνολικής εξέτασης της σωρευτικής επίδρασης: Το Δικαστήριο καθιερώνει την αρχή ότι οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να εξετάζουν τη σωρευτική επίδραση πολλαπλών μέτρων που επιβάλλονται για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ακόμη και αν προέρχονται από διαφορετικές διαδικασίες και επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς. Η μεμονωμένη εξέταση κάθε μέτρου χαρακτηρίζεται ως «τεχνητή».
Αναγνώριση της διπλής φύσης της δήμευσης κέρδους: Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η δήμευση του κέρδους από αξιόποινη πράξη έχει ταυτόχρονα τιμωρητική και επανορθωτική λειτουργία, και ότι οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να επικαλούνται επιλεκτικά μόνο τη μία για να δικαιολογήσουν τη σώρευση μέτρων.
Αρχή απαγόρευσης υπερβολικού πλουτισμού του Κράτους: Η απόφαση διατυπώνει έμμεσα την αρχή ότι το Κράτος δεν δικαιούται να εισπράξει συνολικά ποσό υψηλότερο από την πραγματική ζημία, καθότι τούτο θα αντέβαινε στην αρχή της πραγματικής ζημίας (principio dell’effettività del danno).
Κριτική της διαδικαστικής ασυνέπειας: Το Δικαστήριο επικρίνει το παράδοξο της διαφορετικής προσέγγισης μεταξύ ποινικών δικαστηρίων και Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο οδηγεί σε άνισες περιουσιακές συνέπειες ανάλογα με τη σειρά διεξαγωγής των διαδικασιών.
ΣΧΟΛΙΟ – ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ FLORIO ΚΑΙ BASSIGNANA ΚΑΤΑ ΙΤΑΛΙΑΣ
Η απόφαση Florio και Bassignana κατά Ιταλίας αποτελεί σημαντική εξέλιξη στη νομολογία του ΕΔΔΑ για την προστασία της περιουσίας, ιδίως στο πλαίσιο της σώρευσης κρατικών μέτρων που επιβάλλονται μέσω παράλληλων διαδικασιών.
Επιβεβαίωση θεμελιωδών αρχών του δικαίου της περιουσίας
Η απόφαση επιβεβαιώνει τις βασικές αρχές που διέπουν το δικαίωμα στην περιουσία κατά το άρθρο 1 ΠΠΠ, όπως διατυπώθηκαν σε αποφάσεις όπως η G.I.E.M. S.r.l. κ.α. κατά Ιταλίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 28.06.2018. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζει ότι κάθε επέμβαση πρέπει να παρουσιάζει εύλογη σχέση αναλογικότητας και ότι η δίκαιη ισορροπία διαταράσσεται όταν ο θιγόμενος φέρει υπερβολικό και δυσανάλογο βάρος.
Σχέση με τη νομολογία περί ne bis in idem
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι προσφεύγοντες είχαν προβάλει παράπονα και υπό το πρίσμα του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου 7 (ne bis in idem), τα οποία όμως κρίθηκαν απαράδεκτα. Η απόφαση επιλέγει να αντιμετωπίσει το ζήτημα της σώρευσης μέσω του ελέγχου της αναλογικότητας κατά το άρθρο 1 ΠΠΠ, αποφεύγοντας να εισέλθει στο πολύπλοκο έδαφος του χαρακτηρισμού της διαδικασίας ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως «ποινικής» κατά την αυτόνομη έννοια της Σύμβασης. Επισημαίνεται ότι το ΕΔΔΑ, στο στάδιο της επικοινωνίας, περιόρισε το αντικείμενο της εξέτασης στο μόνο παραδεκτώς τεθέν ζήτημα του άρθρου 1 ΠΠΠ, καθώς τα λοιπά παράπονα είχαν ήδη κριθεί απαράδεκτα.
Συγκριτική προσέγγιση με εθνικά δικαιϊκά συστήματα
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία για τα κράτη μέλη που διαθέτουν Ελεγκτικά Συνέδρια ή αντίστοιχους θεσμούς με δικαιοδοσία επί της ευθύνης δημοσίων υπαλλήλων. Στην Ελλάδα, το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει δικαιοδοσία επί της δημοσιονομικής ευθύνης των υπολόγων και δημοσίων υπαλλήλων. Η αρχή που τίθεται από την απόφαση – ότι τα δημευθέντα ποσά πρέπει να αφαιρούνται από τυχόν αποζημίωση που επιδικάζεται για τα ίδια πραγματικά περιστατικά – θα μπορούσε να έχει εφαρμογή και στο ελληνικό δίκαιο.
Εξέλιξη της ιταλικής νομολογίας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά της απόφασης στην πρόσφατη εξέλιξη της ιταλικής νομολογίας. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η νομολογία των ποινικών δικαστηρίων, του Ακυρωτικού και πλέον και κάποιων αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου τείνει να υιοθετεί την αρχή της αφαίρεσης, αναγνωρίζοντας ότι η σώρευση αντίκειται στην αρχή της πραγματικής ζημίας. Η απόφαση του ΕΔΔΑ αναμένεται να επιταχύνει αυτή την εξέλιξη.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ
Η απόφαση Florio και Bassignana είναι δογματικά συνεπής με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ για το δικαίωμα στην περιουσία και αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το πρόβλημα της σώρευσης μέτρων. Ωστόσο, εγείρονται ορισμένα ερωτηματικά.
Αποφυγή του ζητήματος ne bis in idem: Η απόφαση δεν εξετάζει κατά πόσον η διαδικασία ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ποινική» κατά την αυτόνομη έννοια της Σύμβασης, γεγονός που θα ενεργοποιούσε την προστασία του άρθρου 4 Πρωτοκόλλου 7. Η επιλογή αντιμετώπισης του ζητήματος αποκλειστικά μέσω του άρθρου 1 ΠΠΠ, αν και πρακτική, αφήνει ανοιχτό ένα σημαντικό δογματικό ερώτημα.
Πρακτικές δυσχέρειες εφαρμογής: Η αρχή της αφαίρεσης των δημευθέντων ποσών μπορεί να συναντήσει πρακτικές δυσχέρειες όταν τα ποσά προορίζονται για διαφορετικούς δημόσιους φορείς. Το Δικαστήριο αναφέρει ότι «τίποτε δεν εμποδίζει τη θέσπιση μηχανισμών μεταφοράς», χωρίς όμως να αναπτύσσει περαιτέρω το ζήτημα.
Διαχρονική εφαρμογή: Η απόφαση σημειώνει ότι η νομολογία για τη φύση της δήμευσης έχει εξελιχθεί από την εποχή των πραγματικών περιστατικών. Τούτο εγείρει ερωτήματα για υποθέσεις όπου η δήμευση χαρακτηρίζεται πλέον ως αμιγώς επανορθωτική (και όχι τιμωρητική) – σε τέτοιες περιπτώσεις, η αφαίρεση θα ήταν ακόμη πιο επιτακτική.
Συμπέρασμα: Η απόφαση Florio και Bassignana κατά Ιταλίας αποτελεί σημαντικό προηγούμενο που θέτει σαφή όρια στη δυνατότητα του Κράτους να σωρεύει μέτρα στέρησης περιουσίας μέσω παράλληλων διαδικασιών. Η αρχή της προσθετικής και συνολικής εξέτασης της σωρευτικής επίδρασης και της αναγνώρισης της διπλής φύσης της δήμευσης αναμένεται να επηρεάσει τόσο την ιταλική νομολογία όσο και αντίστοιχες υποθέσεις σε άλλα κράτη μέλη με παρόμοια θεσμικά πλαίσια.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- G.I.E.M. S.r.l. and Others v. Italy [GC], 28.06.2018, Application nos. 1828/06 and 2 others
- Todorov and Others v. Bulgaria, 13.07.2021, Application nos. 50705/11 and 6 others
- Episcopo and Bassani v. Italy, 19.12.2024, Application nos. 47284/16 and 84604/17
- Rigolio v. Italy, 09.03.2023, Application no. 20148/09
- Jokela v. Finland, 21.05.2002, Application no. 28856/95
- Béláné Nagy v. Hungary [GC], 13.12.2016, Application no. 53080/13
