ΑΠΟΦΑΣΗ
Szelényi κ.α. κατά Ουγγαρίας της 03.02.2026 (προσφ. αριθ. 15147/23 και 38303/23)
Βλ. εδώ
ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ λόγω ανεπαρκούς νομοθετικού πλαισίου σχετικά με τον «έλεγχο ακεραιότητας» (integrity testing) δημοσίων υπαλλήλων και υγειονομικών στην Ουγγαρία. Οι τέσσερις προσφεύγοντες — ένας ιατρός τραυματιολόγος και τρεις δημόσιοι υπάλληλοι — υπόκειντο στη δυνατότητα μυστικής παρακολούθησης στο πλαίσιο ελέγχων ακεραιότητας που διενεργεί η Εθνική Υπηρεσία Προστασίας (NPS), χωρίς να απαιτείται προηγούμενη υποψία διαφθοράς, χωρίς αποτελεσματικό μηχανισμό ενημέρωσης σχετικά με τα μέτρα που εφαρμόστηκαν και χωρίς πρόσβαση σε ανεξάρτητο δικαιοδοτικό όργανο για τον έλεγχο σχετικών καταγγελιών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το ουγγρικό νομοθετικό πλαίσιο δεν πληροί την απαίτηση «ποιότητας νόμου» και δεν διασφαλίζει ότι οι επεμβάσεις περιορίζονται στο «αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία».
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ — SZELÉNYI ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΚΑΤΑ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ (2026)
Η απόφαση Szelényi και λοιποί κατά Ουγγαρίας αφορά το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τον «έλεγχο ακεραιότητας» (megbízhatósági vizsgálat) ορισμένων κατηγοριών δημοσίων υπαλλήλων και υγειονομικών στην Ουγγαρία, βάσει του Νόμου αριθ. XXXIV του 1994 περί Αστυνομίας. Ο έλεγχος ακεραιότητας αποτελεί μυστική επιχείρηση κατά την οποία η Εθνική Υπηρεσία Προστασίας (NPS), υπό εισαγγελική εποπτεία, δημιουργεί πραγματικές καταστάσεις που τοποθετούν τον υπάλληλο – χωρίς τη γνώση του – σε ελεγχόμενο περιβάλλον με ευκαιρία για ανάρμοστη ή παράνομη συμπεριφορά. Οι επιχειρήσεις αυτές δύνανται να περιλαμβάνουν μέσα μυστικής συλλογής πληροφοριών, όπως κρυφή παρακολούθηση προσώπων, χώρων και οχημάτων, καθώς και συλλογή δεδομένων ηλεκτρονικών επικοινωνιών (δεδομένα κίνησης και εντοπισμού, χωρίς πρόσβαση στο περιεχόμενο των επικοινωνιών).
Οι προσφεύγοντες είναι τέσσερις Ούγγροι υπήκοοι: ο πρώτος, ιατρός τραυματιολόγος σε δημόσιο νοσοκομείο, και οι υπόλοιπες τρεις, δημόσιοι υπάλληλοι σε φορείς υπό την εποπτεία του Υπουργού Εσωτερικών – ειδική εμπειρογνώμων στην Αρχή Εκπαίδευσης, σύμβουλος υιοθεσίας και επίτροπος παιδικής προστασίας αντίστοιχα. Οι προσφεύγοντες στράφηκαν αρχικά στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τις αιτήσεις τους, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι ήταν άμεσα και προσωπικά θιγόμενοι από τη νομοθεσία και ότι δεν υπήρχε δικαστικό ή άλλο ένδικο μέσο διαθέσιμο σε αυτούς.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε την υπόθεση βάσει του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Αναγνώρισε την ιδιότητα θύματος (victim status) των προσφευγόντων εφαρμόζοντας τα κριτήρια της απόφασης Roman Zakharov κατά Ρωσίας, δεδομένου ότι ανήκαν στις ομάδες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας και δεν διέθεταν αποτελεσματικά ένδικα μέσα. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης περί παραίτησης δικαιώματος (waiver), κρίνοντας ότι η διατήρηση της εργασιακής σχέσης δεν αποτελεί εκούσια και εν γνώσει παραίτηση από τα δικαιώματα του άρθρου 8.
Επί της ουσίας, το Δικαστήριο διαπίστωσε τις ακόλουθες ελλείψεις στο ουγγρικό νομοθετικό πλαίσιο: α) η διάταξη του ελέγχου ακεραιότητας είναι αδιάκριτη (indiscriminate), χωρίς να απαιτείται προηγούμενη υποψία ή πληροφοριακά στοιχεία που να υποδηλώνουν διαφθορά, β) η απαίτηση απλής αιτιολόγησης της αναγκαιότητας δεν ανταποκρίνεται σε αξιολόγηση αυστηρής αναγκαιότητας (strict necessity), γ) δεν υπάρχει αποτελεσματικός μηχανισμός ενημέρωσης σχετικά με τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του ελέγχου, και δ) οι προσφεύγοντες δεν είχαν αποτελεσματική πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαιοδοτικό όργανο για τον έλεγχο σχετικών καταγγελιών.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41 ΕΣΔΑ): Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση παραβίασης αποτελεί αυτή καθαυτή επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για τυχόν ηθική βλάβη. Επιδίκασε 3.000 ευρώ στον πρώτο προσφεύγοντα και 1.540 ευρώ συνολικά στους δεύτερη, τρίτη και τέταρτη προσφεύγουσες για δικαστικά έξοδα.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ SZELÉNYI ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΚΑΤΑ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ
Ο πρώτος προσφεύγων, Zoltán Szelényi, γεννήθηκε το 1970 και διαμένει στο Vácegres. Είναι ιατρός, ειδικός τραυματιολόγος, σε δημόσιο νοσοκομείο. Η δεύτερη προσφεύγουσα, Β.Α., γεννήθηκε το 1972, διαμένει στη Βουδαπέστη και εργαζόταν ως ειδική εμπειρογνώμων στην Αρχή Εκπαίδευσης. Η τρίτη προσφεύγουσα, Erzsébet Laluska, γεννήθηκε το 1975, διαμένει στο Szarvas και εργαζόταν ως σύμβουλος υιοθεσίας. Η τέταρτη προσφεύγουσα, Julianna Fedorkó, γεννήθηκε το 1964, διαμένει στη Βουδαπέστη και εργαζόταν ως επίτροπος παιδικής προστασίας σε κέντρο παιδικής προστασίας της Βουδαπέστης.
Ο θεσμός του «ελέγχου ακεραιότητας» εισήχθη στην Ουγγαρία το 2011 με σκοπό την καταπολέμηση της διαφθοράς και την παρακολούθηση της τήρησης επαγγελματικών υποχρεώσεων. Αρχικά αφορούσε κυρίως ορισμένες υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Τροποποίηση του Νόμου περί Αστυνομίας το 2020, με ισχύ από 1η Ιανουαρίου 2021, επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής σε όλους τους υπαλλήλους δημοσιονομικών φορέων υπό κυβερνητική εποπτεία και στους επαγγελματίες υγείας. Νεότερη τροποποίηση του 2022 περιόρισε εν μέρει το πεδίο εφαρμογής, ενώ τροποποίηση του 2025 το επέκτεινε εκ νέου στον τομέα υγείας.
Τον Ιούνιο 2021, οι προσφεύγοντες ζήτησαν από το Συνταγματικό Δικαστήριο να κηρύξει αντισυνταγματικές τις διατάξεις που επέκτειναν τον έλεγχο ακεραιότητας στη δική τους κατάσταση. Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε τις αιτήσεις (αποφάσεις 3484/2022 και 3313/2023), αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι οι προσφεύγοντες ήταν άμεσα θιγόμενοι και ότι δεν υπήρχε δικαστικό ή άλλο ένδικο μέσο. Ως προς την ουσία, το Συνταγματικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο έλεγχος ακεραιότητας εξυπηρετούσε θεμιτούς σκοπούς, ότι τα μέσα ήταν τα μόνα κατάλληλα και ότι η αναλογικότητα εξασφαλιζόταν δεδομένης της ελευθερίας του Κράτους στη διαμόρφωση του περιεχομένου της εργασιακής σχέσης δημοσίων υπαλλήλων.
ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ
Άρθρο 8
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 8 ΕΣΔΑ — Παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής
Παραδεκτό
Ιδιότητα θύματος: Το Δικαστήριο εξέτασε κατ’ αρχάς την ιδιότητα θύματος (victim status) των προσφευγόντων υπό το πρίσμα των κριτηρίων που διαμορφώθηκαν στην απόφαση Roman Zakharov κατά Ρωσίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 04.12.2015 με αριθμ. προσφ. 47143/06, και επιβεβαιώθηκαν στην Centrum för rättvisa κατά Σουηδίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 25.05.2021 με αριθμ. προσφ. 35252/08. Τα κριτήρια αυτά λαμβάνουν υπόψη αφενός το εύρος της νομοθεσίας και κατά πόσον ο προσφεύγων ανήκει σε ομάδα προσώπων που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της, αφετέρου τη διαθεσιμότητα ένδικων μέσων σε εθνικό επίπεδο. Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες ανήκαν στις ομάδες προσώπων του άρθρου 7(1)(ba) και (bb) του Νόμου περί Αστυνομίας και δεν διέθεταν αποτελεσματικά ένδικα μέσα, το Δικαστήριο αναγνώρισε την ιδιότητα θύματος.
Παραίτηση δικαιώματος: Ως προς τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι η διατήρηση της εργασιακής σχέσης συνιστούσε παραίτηση (waiver) από τα δικαιώματα του άρθρου 8, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η παραίτηση από δικαίωμα που κατοχυρώνεται στη Σύμβαση πρέπει να αποδεικνύεται κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, να παρέχεται εν πλήρει γνώσει των πραγματικών περιστατικών, χωρίς εξαναγκασμό, και να συνοδεύεται από ελάχιστες εγγυήσεις ανάλογες της σπουδαιότητάς της (D.H. και λοιποί κατά Τσεχίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 13.11.2007, αριθμ. προσφ. 57325/00· Simeonovi κατά Βουλγαρίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 12.05.2017, αριθμ. προσφ. 21980/04). Κατ’ αναλογία προς την Eweida και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αριθμ. προσφ. 48420/10 κ.ά., ECHR 2013), η δυνατότητα αλλαγής εργασίας δεν αναιρεί την επέμβαση, αλλά σταθμίζεται στο πλαίσιο του ελέγχου αναλογικότητας.
Ουσία
Γενικές αρχές: Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η κρυφή βιντεοσκόπηση εργαζομένου στον χώρο εργασίας αποτελεί αυτή καθαυτή σημαντική επέμβαση στην ιδιωτική ζωή (Antović και Mirković κατά Μαυροβουνίου, αριθμ. προσφ. 70838/13, 28.11.2017). Η συλλογή και αποθήκευση δεδομένων τηλεφωνικών επικοινωνιών χωρίς τη γνώση του ενδιαφερομένου αποτελεί επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας (Ben Faiza κατά Γαλλίας, αριθμ. προσφ. 31446/12, 08.02.2018). Σε υποθέσεις όπου αμφισβητείται αφηρημένα (in abstracto) σύστημα μυστικής παρακολούθησης, εξετάζεται η νομοθεσία και οι εγγυήσεις κατά κατάχρησης, και όχι η αναλογικότητα συγκεκριμένων μέτρων (Szabó και Vissy κατά Ουγγαρίας, αριθμ. προσφ. 37138/14, 12.01.2016).
Αδιάκριτη φύση του ελέγχου ακεραιότητας: Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη θέση του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC) και του UNICRI, υπογράμμισε ότι ο έλεγχος ακεραιότητας δεν μπορεί να εφαρμόζεται αδιακρίτως, αλλά πρέπει να βασίζεται σε πληροφοριακά στοιχεία που υποδηλώνουν ότι ο υπάλληλος ενδέχεται να είναι διεφθαρμένος. Η ουγγρική νομοθεσία δεν πληροί αυτήν την απαίτηση, καθώς ο έλεγχος μπορεί να διαταχθεί αδιακρίτως για όλα τα πρόσωπα που εμπίπτουν στις κατηγορίες του νόμου, ακόμη και για πρόσωπα των οποίων η ταυτότητα δεν είναι γνωστή κατά τον χρόνο έκδοσης της διαταγής. Η απλή απαίτηση αιτιολόγησης της αναγκαιότητας δεν ισοδυναμεί με αξιολόγηση «αυστηρής αναγκαιότητας» (strict necessity), κατά τα πρότυπα της Szabó και Vissy. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η NPS οφείλει να προσκομίσει αποδεικτικό υλικό ή επαρκή τεκμηρίωση για την εφαρμογή των μέτρων, ώστε η εισαγγελία να μπορέσει να ελέγξει κατά πόσον πληρούται η απαίτηση «αναγκαιότητας σε δημοκρατική κοινωνία» κατά το άρθρο 8 § 2 (Roman Zakharov, ό.π., § 260).
Ελλείψεις μηχανισμού ενημέρωσης και ένδικων μέσων: Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η μεταγενέστερη ενημέρωση σχετικά με μέτρα παρακολούθησης συνδέεται αδιάσπαστα με την αποτελεσματικότητα των ένδικων μέσων (Weber και Saravia κατά Γερμανίας (dec.), αριθμ. προσφ. 54934/00, ECHR 2006-XI· Klaudia Csikós κατά Ουγγαρίας, αριθμ. προσφ. 31091/16, 28.11.2024). Μολονότι ο ελεγχόμενος ενημερώνεται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εντός 15 εργασίμων ημερών, δεν του γνωστοποιούνται λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία, ούτε κατά πόσον εφαρμόστηκαν μέσα μυστικής συλλογής πληροφοριών. Αυτά τα κενά στο σύστημα ενημέρωσης καθιστούν εγγενώς δυσχερή την αναζήτηση ένδικης προστασίας (Ένωση για την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση και Ανθρώπινα Δικαιώματα και Ekimdzhiev κατά Βουλγαρίας, αριθμ. προσφ. 62540/00, 28.06.2007· Roman Zakharov, ό.π., § 288).
Αποτελεσματικότητα ποινικών κυρώσεων: Αν και το ουγγρικό δίκαιο προβλέπει ποινικές κυρώσεις για μη εγκεκριμένο έλεγχο ακεραιότητας (άρθρο 308 Ποινικού Κώδικα), η αποτελεσματικότητα αυτού του ένδικου μέσου υπονομεύεται από τις ελλείψεις του συστήματος ενημέρωσης και από το γεγονός ότι οι τιμωρητέες πράξεις περιορίζονται στις παραβιάσεις των κανόνων εισαγγελικής έγκρισης, χωρίς να καλύπτουν ζητήματα αναγκαιότητας και αναλογικότητας.
Συμπέρασμα: Το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι διατάξεις του Νόμου περί Αστυνομίας σχετικά με τον έλεγχο ακεραιότητας και την μυστική παρακολούθηση δεν πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, καθώς το εσωτερικό νομοθετικό πλαίσιο δεν πληροί την απαίτηση «ποιότητας νόμου» και δεν δύναται να διασφαλίσει ότι οι επεμβάσεις περιορίζονται στο «αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία».
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Οι διατάξεις του Νόμου περί Αστυνομίας σχετικά με τον έλεγχο ακεραιότητας και τη χρήση μυστικής παρακολούθησης που μπορεί να περιλαμβάνει δεν πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 8 της Σύμβασης, καθώς το εσωτερικό νομοθετικό πλαίσιο δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση “ποιότητας νόμου” και δεν μπορεί να διασφαλίσει ότι οι επεμβάσεις που προκύπτουν περιορίζονται στο “αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία”» (παρ. 80).
ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ SZELÉNYI ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΚΑΤΑ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ
Η απόφαση εισάγει σημαντικές καινοτομίες στη νομολογία του ΕΔΔΑ:
Μία από τις πρώτες αποφάσεις επί ελέγχου ακεραιότητας δημοσίων υπαλλήλων: Αποτελεί απόφαση – ορόσημο στην οποία το ΕΔΔΑ εξετάζει ευθέως τη συμβατότητα με το άρθρο 8 ΕΣΔΑ νομοθετικού πλαισίου που διέπει τον «έλεγχο ακεραιότητας» δημοσίων υπαλλήλων και υγειονομικών ως μέσο καταπολέμησης της διαφθοράς, σε αντίθεση με τις προγενέστερες υποθέσεις που αφορούσαν αμιγώς μυστική παρακολούθηση για σκοπούς εθνικής ασφάλειας ή ποινικής δίωξης (Szabó και Vissy, Roman Zakharov).
Εφαρμογή των κριτηρίων Roman Zakharov σε πλαίσιο καταπολέμησης διαφθοράς: Ενώ τα κριτήρια αυτά αναπτύχθηκαν αρχικά για την υποκλοπή επικοινωνιών σε ποινικές έρευνες, η απόφαση Szelényi τα εφαρμόζει σε ένα πλαίσιο αντιδιαφθορικών μέτρων (integrity testing) τα οποία εμπεριέχουν μυστική παρακολούθηση αλλά δεν συνδέονται αναγκαστικά με ποινική δίωξη.
Υπέρβαση του δόγματος της εργασιακής παραίτησης δικαιώματος: Η απόφαση διευκρινίζει ότι η διατήρηση εργασιακής σχέσης δεν αποτελεί σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, ακόμη και όταν η νομοθεσία εντάσσει τη δυνατότητα μυστικής παρακολούθησης στο εργασιακό πλαίσιο.
Αρχή μη αδιάκριτης εφαρμογής ελέγχου ακεραιότητας: Σε πλήρη ευθυγράμμιση με τη θέση UNODC/UNICRI, η απόφαση θεσπίζει ρητά ότι ο έλεγχος ακεραιότητας πρέπει να βασίζεται σε πληροφοριακά στοιχεία που υποδηλώνουν πιθανή διαφθορά και δεν μπορεί να εφαρμόζεται αδιακρίτως.
ΣΧΟΛΙΟ — ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ SZELÉNYI ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΚΑΤΑ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ
Η απόφαση Szelényi και λοιποί κατά Ουγγαρίας αποτελεί σημαντική εξέλιξη στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τη μυστική παρακολούθηση, φέρνοντας για πρώτη φορά στο προσκήνιο τον «έλεγχο ακεραιότητας» ως μορφή κρατικής επέμβασης στην ιδιωτική ζωή.
Συνέχεια και εξέλιξη της νομολογίας Szabó και Vissy: Η απόφαση εντάσσεται στη σειρά αποφάσεων κατά της Ουγγαρίας σχετικά με τη μυστική παρακολούθηση, μετά τη Szabó και Vissy κατά Ουγγαρίας (αριθμ. προσφ. 37138/14, 12.01.2016) και τη Klaudia Csikós κατά Ουγγαρίας (αριθμ. προσφ. 31091/16, 28.11.2024). Ενώ η Szabó και Vissy αφορούσε την αντιτρομοκρατική παρακολούθηση χωρίς δικαστική αδειοδότηση, η Szelényi μεταφέρει τα ίδια πρότυπα στο πεδίο του ελέγχου ακεραιότητας, επιβεβαιώνοντας ότι η «ποιότητα νόμου» αποτελεί ενιαία απαίτηση ανεξαρτήτως του ειδικότερου σκοπού της παρακολούθησης.
Ισορροπία μεταξύ καταπολέμησης διαφθοράς και προστασίας δικαιωμάτων: Η απόφαση αναγνωρίζει ρητά τη σημασία της καταπολέμησης της διαφθοράς και τη δέσμευση των εθνικών αρχών για τη δημιουργία διαφάνειας στη δημόσια υπηρεσία. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι ακόμη και αυτός ο θεμιτός σκοπός δεν δικαιολογεί αδιάκριτα μέτρα παρακολούθησης χωρίς αυστηρές εγγυήσεις. Η προσέγγιση αυτή ακολουθεί τη γραμμή της μεγάλης σύνθεσης στην Big Brother Watch και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αριθμ. προσφ. 58170/13 κ.ά., 25.05.2021), σύμφωνα με την οποία η «ποιότητα νόμου» απαιτεί η εσωτερική νομοθεσία να διασφαλίζει ότι τα μέτρα μυστικής παρακολούθησης εφαρμόζονται μόνο όταν είναι «αναγκαία σε δημοκρατική κοινωνία», ιδίως μέσω κατάλληλων μηχανισμών ελέγχου και εποπτείας.
Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών οργάνων ανθρωπίνων δικαιωμάτων: Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 16 (1988) για το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 17 ΔΣΑΠΔ), τονίζει ότι η παρακολούθηση, είτε ηλεκτρονική είτε άλλη, η υποκλοπή τηλεφωνικών, τηλεγραφικών ή άλλων επικοινωνιών, και η παρακολούθηση της αλληλογραφίας πρέπει να απαγορεύονται, και ότι οι αποτελεσματικές εγγυήσεις κατά της παράνομης παρακολούθησης πρέπει να προβλέπονται νομοθετικά. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην υπόθεση Escher κ.ά. κατά Βραζιλίας της 06.07.2009 (Σειρά C αριθ. 200), έκρινε παράνομη την υποκλοπή τηλεφωνικών επικοινωνιών λόγω έλλειψης δικαστικής αδειοδότησης και κατάλληλων εγγυήσεων, υπογραμμίζοντας ότι η ιδιωτική ζωή δεν μπορεί να υποχωρεί αδιακρίτως ενώπιον κρατικών συμφερόντων. Η προσέγγιση αυτή συγκλίνει πλήρως με τη νομολογία του ΕΔΔΑ στην παρούσα υπόθεση.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ
Η απόφαση Szelényi είναι δογματικά συνεπής με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ για τη μυστική παρακολούθηση και εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο εποπτείας των μηχανισμών κρατικής παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή. Ωστόσο, εγείρονται ορισμένα σημαντικά ερωτηματικά.
Το ζήτημα της αυστηρής αναγκαιότητας σε πλαίσια κατά της διαφθοράς: Η απόφαση αφήνει ανοιχτό το ερώτημα σχετικά με το ακριβές επίπεδο τεκμηρίωσης που απαιτείται πριν από τη διάταξη ελέγχου ακεραιότητας. Ενώ παραπέμπει στο πρότυπο της «αυστηρής αναγκαιότητας» (strict necessity) της Szabó και Vissy, δεν διευκρινίζει εάν απαιτείται εξατομικευμένη υποψία ή εάν αρκεί μια γενικότερη πληροφοριακή βάση. Τούτο αφήνει περιθώριο ερμηνείας στα κράτη-μέλη κατά τη μεταρρύθμιση των αντίστοιχων νομοθεσιών τους.
Η σχέση μεταξύ εργασιακού πλαισίου και δικαιωμάτων της Σύμβασης: Η απόρριψη του επιχειρήματος περί παραίτησης δικαιώματος είναι ιδιαίτερα σημαντική. Εάν η αποδοχή εργασιακής σχέσης ερμηνευόταν ως σιωπηρή παραίτηση από τα δικαιώματα του άρθρου 8, τούτο θα οδηγούσε στην απενεργοποίηση της συμβατικής προστασίας για εκατομμύρια δημοσίους υπαλλήλους στα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, κίνδυνος που το Δικαστήριο ορθώς αποφεύγει.
Οι ευρύτερες συνέπειες για τα μέτρα κατά της διαφθοράς στην Ευρώπη: Η απόφαση δεν αρνείται τη νομιμότητα του ελέγχου ακεραιότητας ως θεσμού — αναγνωρίζει ρητά τη σημασία του. Ωστόσο, θέτει σαφή πλαίσια: εξατομικευμένη αιτιολόγηση, αποτελεσματική ενημέρωση, πρόσβαση σε ανεξάρτητο δικαιοδοτικό όργανο. Αυτές οι απαιτήσεις αναμένεται να επηρεάσουν αντίστοιχες νομοθεσίες σε κράτη-μέλη που εφαρμόζουν παρόμοιους μηχανισμούς.
Συμπέρασμα: Η απόφαση Szelényi κ.α. κατά Ουγγαρίας αποτελεί σημαντικό προηγούμενο που οριοθετεί τα ελάχιστα πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον έλεγχο ακεραιότητας δημοσίων υπαλλήλων. Το μήνυμα προς τα κράτη-μέλη είναι σαφές: Η καταπολέμηση της διαφθοράς δεν δύναται να λειτουργεί ως «κάρτα ελεύθερης πρόσβασης» στη μυστική παρακολούθηση. Ακόμη και σε τομείς υψηλού κινδύνου διαφθοράς, τα μέτρα πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις ποιότητας νόμου, αναγκαιότητας και αναλογικότητας που επιβάλλει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Roman Zakharov v. Russia [GC], 04.12.2015, Application no. 47143/06
- Centrum för rättvisa v. Sweden [GC], 25.05.2021, Application no. 35252/08
- Big Brother Watch and Others v. the United Kingdom [GC], 25.05.2021, Application nos. 58170/13, 62322/14 and 24960/15
- Szabó and Vissy v. Hungary, 12.01.2016, Application no. 37138/14
- Ekimdzhiev and Others v. Bulgaria, 11.01.2022, Application no. 70078/12
- Kennedy v. the United Kingdom, 18.05.2010, Application no. 26839/05
- Klaudia Csikós v. Hungary, 28.11.2024, Application no. 31091/16
- Pietrzak and Bychawska-Siniarska and Others v. Poland, 28.05.2024, Application nos. 72038/17 and 25237/18
- Antović and Mirković v. Montenegro, 28.11.2017, Application no. 70838/13
- Ben Faiza v. France, 08.02.2018, Application no. 31446/12
- D.H. and Others v. the Czech Republic [GC], 13.11.2007, Application no. 57325/00
- Eweida and Others v. the United Kingdom, 15.01.2013, Application nos. 48420/10, 59842/10, 51671/10 and 36516/10
- Association for European Integration and Human Rights and Ekimdzhiev v. Bulgaria, 28.06.2007, Application no. 62540/00
- Weber and Saravia v. Germany (dec.), 29.06.2006, Application no. 54934/00
