Αριθμός 406/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη – Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “Υ. Α.”, που εδρεύει στην Κ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσούτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Ι. και 2) Σ. Κ. (ή Κ.) του Γ., κατοίκων …, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αθηναίου και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Ξενίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2007 αγωγή – πλαγιαστική αγωγή των Κ. Λ. και Δ. συζ. Κ. Λ. (ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Θ. Λ.), μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 23-10-2007 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση σε παρέμβαση – παρεμπίπτουσα (εξ αναγωγής) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5235/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1067/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη – Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 21-6-2018 (αρ. κατ. 5838/504/2018) αίτηση, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1067/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α επ. του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν πριν αντικατασταθούν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως υπ’ αριθμ. 1067/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε σχέση με το ένδικο τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα στις 13-11-2004, ασκήθηκαν: α) η από 18.5.2007 (αρ. κατ. 114685/4966/207) αγωγή των Κ. Λ. και Δ. Λ., με την οποία οι τελευταίοι, επικαλούμενοι ότι ο πρώτος εναγόμενος Γ. Α., οδηγώντας, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, την υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου Σ. Κ., που ήταν ασφαλισμένη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία “Υ. Α.”, προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα τον τραυματισμό της επιβαίνουσας σ’ αυτή ανήλικης θυγατέρας τους Θ., κατά τη σύγκρουσή της με το, οδηγούμενο από τον Κ. Δ., υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … αυτοκίνητο, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν, ως αποζημίωση για τις θετικές ζημίες της ανήλικης, το συνολικό ποσό των 37.048,31 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης, το ποσό των 50.000 ευρώ και β) η από 23.10.2007 (αρ. κατ. 233046/9761/2007) προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση – παρεμπίπτουσα αγωγή της εναγομένης στην ανωτέρω κύρια αγωγή ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “Υ. Α.”, κατά των συνεναγομένων της στην κύρια αγωγή, Γ. Α. και Σ. Κ., με την οποία ζητούσε, σε περίπτωση ευδοκίμησης της εναντίον της κύριας αγωγής, να υποχρεωθούν αυτοί να της καταβάλουν, οποιοδήποτε ποσό υποχρεωνόταν να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες, καθόσον συντρέχει λόγος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου οχήματος, επειδή ο οδηγός του δεν κατείχε νόμιμη άδεια οδήγησης. Επί των αγωγών αυτών, μετά από συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 5235/2008 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή και απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής και δη κατά του σκέλους της με το οποίο απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία “Υ. Α.” άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 27-11-2009 (αρ. κατ. 11319/2009) έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 1067/2018 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, που δέχτηκε αυτήν τυπικά και την απέρριψε κατ’ ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 11 § 1 Ν. 489/76 “Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ’ άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ’ αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού”. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ., που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, και με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2496/1997, συνάγεται ότι μπορεί, στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, η οποία καταρτίζεται με απλή συναίνεση και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του τελευταίου, να περιληφθούν όροι περί αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή σε ορισμένες περιπτώσεις, άσχετα αν οι όροι αυτοί δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσουν ένσταση κατά του τρίτου που ζημιώθηκε. Μια τέτοια περίπτωση προβλεπόταν στο άρθρο 25 περ. 6 της, ισχύουσας κατά το χρόνο του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος (13-11-2004) και ήδη καταργηθείσας, με το άρθρο 17 παρ. 1 περ. γ’ του Ν. 3557/2007, Κ4/585/5-4-1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, σύμφωνα με την οποία αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες από οδηγό που δεν έχει την από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος το οποίο οδηγεί προβλεπομένη άδεια οδηγήσεως. Η διάταξη αυτή ήταν ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 489/1976, αφού με αυτή δεν καθορίζεται γενικός όρος της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή. Όμως, η απαλλακτική αυτή ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή, μπορούσε να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, οπότε, με τη συμπερίληψή του σ’ αυτή, δημιουργείτο δεσμευτικότητα του όρου αυτού. Η συνομολόγηση του εν λόγω όρου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, παρέχει όμως σ’ αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση, που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο (Α.Π. 925/2015). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Ο από τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 816/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 909/2020). Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 780/2020). Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 1250/2019). Εξ άλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (Α.Π. 1510/2022, Α.Π. 23/2022, Α.Π. 1324/2018). Η κρίση του δικαστηρίου, για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα της ύπαρξης ή μη κενού ή ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως, αφού, από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις. Οι ανωτέρω, δηλαδή, ερμηνευτικοί κανόνες, παραβιάζονται και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων, ώστε να αναζητήσει την αληθή βούληση αυτών (Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 315/2016, Α.Π. 934/2014), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Α.Π. 1003/2019, Α.Π. 1324/2018, Α.Π. 704/2018, Α.Π. 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλεται κατά τις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (Α.Π. 1360/2017, Α.Π. 495/2013). Η έννοια της δικαιοπραξίας (ή κάποιου όρου της) δεν είναι πραγματικό γεγονός, αλλά εξευρίσκεται από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο αναζητεί την πραγματική βούληση των δικαιοπρακτικών δηλώσεων με ερμηνεία του περιεχομένου τους, χωρίς να δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, δυνάμενο να αντλήσει αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα από τους κανόνες της λογικής και της κοινής εμπειρίας, προσφεύγοντας και σε γεγονότα εκτός του εγγράφου της δικαιοπραξίας, εφόσον τείνουν στη διασάφηση της βουλήσεως (Α.Π. 1852/2017). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο συμβατικός όρος, μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστικής εταιρείας, περί αποκλειστικής ευθύνης του πρώτου, σε περίπτωση οδηγήσεως οχήματος χωρίς την προβλεπόμενη για την κατηγορία του άδεια οδηγήσεως, πρέπει να ερμηνεύεται, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. (Α.Π. 230/2015, Α.Π. 584/2014). Το δικαστήριο προβαίνει στην ερμηνεία δικαιοπραξίας αυτεπαγγέλτως, αφού η ερμηνεία δεν είναι πραγματικό γεγονός και, επομένως, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αποδείξεως (Α.Π. 230/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ’ αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν “αιτιολογία” της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 1067/2018 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), σε σχέση με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του επικαλούμενου από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία αποκλεισμού της από την ασφάλιση των παρεμπιπτόντως εναγομένων, οδηγού και κυρίου της ασφαλισμένης σ’ αυτήν ζημιογόνου μοτοσυκλέτας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Στις 13.11.2004 και περί ώρα 00:10 ο Γ. Α. (πρώτος εναγόμενος της κυρίας αγωγής και πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος) [ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος], έχοντας ως συνεπιβάτιδα την ανήλικη Θ. Λ., ηλικίας τότε 13 ετών, όπως η τελευταία νομίμως εκπροσωπούνταν τότε από τους κυρίως ενάγοντες γονείς της, και οδηγώντας, χωρίς να κατέχει κατάλληλη άδεια ικανότητας οδηγήσεως, την υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του Σ. Κ. (ή Κ.) (δευτέρου εναγομένου της ίδιας αγωγής και δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου) [ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου], η οποία ήταν ασφαλισμένη κατά το χρόνο εκείνο ως προς την ευθύνη για τις προκαλούμενες κατά την λειτουργία της υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες προς τρίτους στην τρίτη εναγομένη της αγωγής αυτής και παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία [ήδη αναιρεσείουσα], εκινείτο επί της οδού Ε. Σ. στο Β. της νήσου Σ., με κατεύθυνση προς το χωριό Π. Σ.. Φθάνοντας ο οδηγός της μοτοσυκλέτας στο ύψος της διασταυρώσεως της πιο πάνω οδού με την κάθετη οδό Χ. Σ., όπου στην πορεία του -επί της οδού Ε. Σ.- υφίσταται ρυθμιστική πινακίδα με την ένδειξη ΣΤΟΠ, δεν ακινητοποίησε τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε προ της διασταυρώσεως, παραβίασε την υφιστάμενη στην πορεία του ρυθμιστική πινακίδα και χωρίς να ανακόψει την ταχύτητα του εισήλθε αιφνιδίως και ανελέγκτως στη διασταύρωση και συγκεκριμένα στην οδό Χ. Σ. και εκεί επέπεσε στο υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας … ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο μη διάδικος Κ. Δ., ο οποίος εκινείτο κανονικά επί της τελευταίας οδού, με κατεύθυνση προς Λιμάνι, με αποτέλεσμα να ανατραπεί η μοτοσυκλέτα και από την ανατροπή της να εκτιναχθεί η ανήλικη στο έδαφος και να τραυματισθεί. Αποκλειστικώς υπαίτιος της ένδικης συγκρούσεως είναι ο πρώτος εναγόμενος-οδηγός της μοτοσυκλέτας, ο οποίος, από ανεπιτηδειότητα περί την οδήγηση, χωρίς να καταβάλει την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός και δίχως να κατέχει κατάλληλη άδεια ικανότητας οδηγήσεως για την κατηγορία της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε, παραβίασε την υφιστάμενη στην πορεία του ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (ΣΤΟΠ) και εισήλθε ανελέγκτως στην οδό Χ. Σ. όπου εκινείτο όχημα στο οποίο όφειλε να παραχωρήσει προτεραιότητα παραβαίνοντας έτσι τις επιβαλλόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 4, 12, 26 και 96 του ΚΟΚ υποχρεώσεις του […] Σε σχέση με το κεφάλαιο της εκκαλουμένης που αφορά στην παρεμπίπτουσα (αν)αγωγή της τρίτης εναγομένης της κυρίας αγωγής ασφαλιστικής εταιρείας κατά των συνεναγομένων της στην αγωγή αυτή, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ’ αριθμόν … ασφαλιστηρίου συμβολαίου ετήσιας διάρκειας, ισχύοντος από την 1η.08.2004 έως την 1η.08.2005 και επομένως και κατά το χρόνο του ατυχήματος (13.11.2004), η παρεμπιπτόντως ενάγουσα είχε αναλάβει την ασφαλιστική κάλυψη του κυρίου, οδηγού και κατόχου της ζημιογόνας, υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας …, δίκυκλης μοτοσυκλέτας για τις προκαλούμενες κατά την λειτουργία της υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες προς τρίτους, μέχρι των ποσών των 100.000 ευρώ και των 500.000 ευρώ αντίστοιχα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 489/1976, όπως αυτός ισχύει, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από το δεύτερο παρεμπιπτόντως εναγόμενο. Κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήτοι στις 13.11.2004, ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγούσε τη ζημιογόνα μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου, χωρίς να κατέχει την προβλεπόμενη για την κατηγορία της άδεια ικανότητας οδηγήσεως, αφού στερούνταν αδείας ικανότητας οδηγού για μοτοσυκλέτες άνω των 100 κυβικών. Συγκεκριμένα, από τις 18.11.2003 κατείχε την υπ’ αριθμόν … άδεια ικανότητας οδηγού για μοτοσυκλέτα μέχρι 100 κυβικά (και από τις 21.10.2003 για αυτοκίνητο), ενώ από τις 19.11.2005 επεξέτεινε την άδεια και σε μοτοσυκλέτες άνω των 100 κυβικών, ενώ η ζημιογόνα μοτοσυκλέτα ήταν, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως άδεια κυκλοφορίας της, 349 κυβικών (και όχι 657 κυβικών, όπως εξάλλου ορθώς επισημαίνει στην αγωγή και στην έφεσή της και η παρεμπιπτόντως ενάγουσα και όπως – προδήλως εκ παραδρομής- αναγράφεται στην εκκαλουμένη, αντιστοιχεί δε ο κυβισμός αυτός στην υπ’ αριθμόν … δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας επίσης του δευτέρου παρεμπιπτόντως ενάγοντος)… Η σύμβαση ασφαλίσεως … προέβλεπε εξαίρεση της ευθύνης του ασφαλιστή σε διάφορες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και για “ζημίες προξενούμενες υπό οδηγού μη έχοντος την υπό του νόμου και δια την κατηγορίαν του οχήματος, το οποίον οδηγεί, προβλεπομένην άδειαν οδηγήσεως”, η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του χρόνου επελεύσεως (13.11.2004) της ασφαλιστικής περίπτωσης ήτοι του χρόνου επελεύσεως του τροχαίου ατυχήματος … Ο πιο πάνω απαλλακτικός – υπέρ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας- όρος […] είναι ασαφής όσον αφορά στην πραγματική βούληση των συμβληθέντων και, εκ τούτου, ερμηνευόμενος χωρίς προσήλωση στις λέξεις, όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, έχει την έννοια ότι για την καθιέρωση του όρου αυτού, τον οποίο αποδέχθηκε ο δεύτερος παρεμπιπτόντως συμβαλλόμενος, οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν κατά τη συνομολόγησή του κυρίως στο γεγονός αν ο οδηγός της ζημιογόνας μοτοσυκλέτας είχε την ουσιαστική/ πραγματική ικανότητα οδηγήσεως μοτοσυκλέτας κατά τον χρόνο καταρτίσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως και όχι στην τυπική μόνο προϋπόθεση της υπάρξεως κατά τον χρόνο του ατυχήματος κατάλληλης άδειας ικανότητας οδηγήσεως. Επομένως, ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος, ο οποίος καθ’ όλη την διάρκεια της ασφαλιστικής συμβάσεως διέθετε, κατά τα προεκτεθέντα, ήδη από τις 18.11.2003 άδεια ικανότητας οδηγού για μοτοσυκλέτα μέχρι 100 κυβικά έως τις 29.06.2049, την οποία από τις 19.11.2005 επεξέτεινε και σε μοτοσυκλέτες άνω των 100 κυβικών έως τις 29.06.2049, θεωρείται ότι είχε κατά τον χρόνο του ατυχήματος ικανότητα στην οδήγηση της ζημιογόνας μοτοσυκλέτας, στην οποία εξάλλου απέβλεπαν οι συμβληθέντες διάδικοι με τον πιο πάνω όρο, ενόψει και του ότι αυτός γνώριζε πάντως, παρά την έλλειψη άδειας για μοτοσυκλέτες άνω των100 κυβικών, να οδηγεί και οδηγούσε επί μακρόν δίκυκλη μοτοσυκλέτα και η επέκταση αυτή δεν επέδρασε αιτιωδώς στο ζημιογόνο γεγονός. Δεν συντρέχει, επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση του ενδίκου ατυχήματος, περίπτωση αποκλεισμού της παρεμπιπτόντως ενάγουσας από την ασφαλιστική ευθύνη της. Έτσι, οι ζημίες, οι οποίες προκλήθηκαν κατά την οδήγηση της άνω μοτοσυκλέτας από υπαιτιότητα του πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου στην ζημιωθείσα ανήλικη της από 18.05.2007 κυρίας αγωγής, όπως αυτή νομίμως εκπροσωπούνταν τότε από τους ενάγοντες γονείς της, δεν εξαιρούνται της ασφαλιστικής καλύψεως και η παρεμπιπτόντως ενάγουσα δεν δικαιούται να αναζητήσει από τους παρεμπιπτόντως εναγομένους να της καταβάλουν όσα ποσά επιδικάσθηκαν στους κυρίως ενάγοντες αφού η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση καλύπτει την αστική ευθύνη τους έναντι των τελευταίων και επομένως και την ανωτέρω ζημία που επήλθε σε αυτούς. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του … δέχθηκε τα ίδια, ήτοι ότι ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος είχε, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, την ικανότητα οδηγήσεως, έστω και χωρίς τις τυπικές προϋποθέσεις … και με τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την από 23.10.2007 παρεμπίπτουσα αγωγή, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και, επομένως, ο μοναδικός λόγος της εφέσεως, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη κατά την διάταξη της με την οποία απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος”. Δηλαδή, σε σχέση με την παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, το Εφετείο δέχτηκε 1) ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα μοτοσυκλέτας, 2) ότι δυνάμει του ισχύοντος κατά το χρόνο του ατυχήματος (13.11.2004) υπ’ αριθμ. … ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα είχε αναλάβει την ασφαλιστική κάλυψη του κυρίου, του οδηγού και του κατόχου της ως άνω ζημιογόνου μοτοσυκλέτας, 3) ότι από τις 18.11.2003 ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατείχε την υπ’ αριθμόν … άδεια ικανότητας οδηγού για μοτοσυκλέτα μέχρι 100 κυβικά (και από τις 21.10.2003 για αυτοκίνητο), ενώ από τις 19.11.2005 επεξέτεινε την άδεια και σε μοτοσυκλέτες άνω των 100 κυβικών, 4) ότι η ζημιογόνος μοτοσυκλέτα ήταν, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως άδεια κυκλοφορίας της, 349 cc, 5) ότι στην ασφαλιστική σύμβαση υπήρχε η πρόβλεψη της εξαίρεσης του ασφαλιστή από την ευθύνη, σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, ζημίας, που προξενείται από οδηγό που δεν κατέχει τη προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδήγησης, για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, 6) ότι ο ως άνω απαλλακτικός όρος είναι ασαφής ως προς την πραγματική βούληση των συμβληθέντων, ερμηνευόμενος δε χωρίς προσήλωση στις λέξεις, όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., έχει την έννοια ότι οι συμβαλλόμενοι, κατά την συνομολόγησή του, απέβλεψαν κυρίως στο γεγονός αν ο οδηγός της ζημιογόνας μοτοσυκλέτας είχε την πραγματική ικανότητα οδηγήσεως μοτοσυκλέτας και όχι στην τυπική μόνο προϋπόθεση της ύπαρξης, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, κατάλληλης (για τα κυβικά της μοτοσυκλέτας) άδειας ικανότητας οδηγήσεως, 8) ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ο οδηγός είχε την ικανότητα και την εμπειρία να οδηγεί τη ζημιογόνο μοτοσυκλέτα, ενόψει και του ότι οδηγούσε επί μακρόν δίκυκλη μοτοσυκλέτα και 9) ότι η έλλειψη άδειας οδήγησης μοτοσυκλέτας, άνω των 100 κυβικών, δεν επέδρασε αιτιωδώς στο ζημιογόνο γεγονός. Με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην παραπάνω κρίση, αναφορικά με την αληθή βούληση των συμβληθέντων, κατά τη συνομολόγηση στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο του όρου, περί αποκλεισμού της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας, σε περίπτωση ζημίας που προξενείται από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδήγησης, ορθά εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., το ερμηνευτικό του δε πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία του όρου, κατέληξε, είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, αιτιώμενη ότι, κατά παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., το Εφετείο έκρινε ότι, κατά την αληθή βούληση των συμβληθέντων, με τη συνομολόγηση στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο του όρου περί αποκλεισμού της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας, σε περίπτωση ζημίας που προξενείται από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδήγησης, δεν έχει σημασία η ικανότητα οδήγησης συγκεκριμένης κατηγορίας δικύκλου, αλλά αρκούσε ο οδηγός να μπορούσε να οδηγεί οποιοδήποτε δίτροχο. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το άνω άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι ουδόλως αναφέρονται σ’ αυτόν ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, καθώς και για την ανεύρεση της αληθινής εννοίας ποιου κανόνα δικαίου έπρεπε αυτά να χρησιμοποιηθούν και εσφαλμένα δεν χρησιμοποίησε το δικαστήριο της ουσίας. Επίσης, με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες δικαιολογούν την ως άνω έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων, με βάση τις αρχές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Και τούτο διότι, παρατίθενται, με επάρκεια και σαφήνεια, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που πληρούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά κριτήρια και τα οποία οδηγούν, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στη δοθείσα από το Εφετείο ερμηνεία της πραγματικής βούλησης των διαδίκων. Επομένως, είναι απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., της εκ πλαγίου παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με τις αιτιάσεις ότι τα πραγματικά περιστατικά, που περιέχονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης αποφάσεως, α) αντιφάσκουν μεταξύ τους, ενόψει του ότι καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος οδηγός ήταν ικανός να οδηγεί τη ζημιογόνο μοτοσυκλέτα, αα) παρότι δέχτηκε ότι οδηγούσε τη ζημιογόνο μοτοσυκλέτα “… με ανεπιτηδειότητα περί την οδήγηση…” και ββ) παρότι δέχτηκε ότι η άδεια οδήγησης που κατείχε του επέτρεπε να οδηγεί μοτοσυκλέτα μέγιστου κυλινδρισμού 100 cc, απέκτησε δε άδεια για την οδήγηση μοτοσυκλετών κυλινδρισμού μεγαλύτερου των 100 cc, μετά την παρέλευση ενός και πλέον έτους μετά το ατύχημα και β) δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ενόψει του ότι αα) δεν παρατίθενται συγκεκριμένα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος οδηγός διέθετε την ουσιαστική ικανότητα οδηγήσεως της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας και ββ) δεν διευκρινίζεται ο κυλινδρισμός της μοτοσυκλέτας που γίνεται δεκτό ότι “…οδηγούσε επί μακρόν…”, ώστε να προκύπτει αν πρόκειται για μοτοσυκλέτα της ίδιας κατηγορίας με την ασφαλισμένη σ’ αυτήν (αναιρεσείουσα) ζημιογόνο μοτοσυκλέτα ή αν η εμπειρία του περιοριζόταν σε μοτοσυκλέτες κυλινδρισμού χαμηλότερου των 100 cc, για την οποία διέθετε άδεια ικανότητας. Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως άνω, ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς απαραδέκτως προβάλλονται. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως “πράγματα”, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ανταγωγής ενστάσεως αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1439/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 809/2020, Α.Π. 780/2020). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 469/2023, Α.Π. 1929/2022, Α.Π. 1446/2022). Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο ο λόγος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της εφέσεώς του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 124/2023, Α.Π. 1745/2022, Α.Π. 257/2021, Α.Π. 353/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, αιτιώμενη ότι το Εφετείο έκρινε α) ότι οι συμβαλλόμενοι, κατά τη συνομολόγηση του όρου απαλλαγής αυτής από την ευθύνη, σε περίπτωση ζημίας, που προξενείται από οδηγό που δεν κατέχει τη προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδήγησης, απέβλεψαν στο γεγονός αν ο οδηγός της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας είχε την πραγματική ικανότητα οδηγήσεως μοτοσυκλέτας και όχι στην τυπική μόνο προϋπόθεση της ύπαρξης, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, κατάλληλης (για τα κυβικά της μοτοσυκλέτας) άδειας ικανότητας οδηγήσεως και β) ότι ο οδηγός της ασφαλισμένης σ’ αυτή μοτοσυκλέτας, παρά την έλλειψη άδειας οδήγησης για μοτοσυκλέτες άνω των 100 κυβικών, γνώριζε να οδηγεί και οδηγούσε επί μακρόν δίκυκλη μοτοσυκλέτα και, συνεπώς, η έλλειψη της κατάλληλης άδειας οδήγησης, δεν επέδρασε αιτιωδώς στο ζημιογόνο γεγονός, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού ισχυρισμοί με αυτό το περιεχόμενο, ουδέποτε προβλήθηκαν από τους παρεμπιπτόντως εναγομένους, ήδη αναιρεσιβλήτους. Ο ισχυρισμός αυτός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως, είναι “πράγμα”, κατά την έννοια του νόμου, γιατί η ανικανότητα του οδηγού τεκμαίρεται από την έλλειψη της κατάλληλης άδειας οδήγησης και ο οδηγός μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο και να καταλύσει το αγωγικό δικαίωμα, επικαλούμενος και αποδεικνύοντας ότι ήταν ικανός να οδηγεί (Α.Π. 1680/2017). Πλην όμως η αναιρεσείουσα, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως [ενόψει του ότι η παρεμπίπτουσα αγωγή της απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, με την, παραδεκτά επισκοπούμενη, υπ’ αριθμ. 5235/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γιατί κρίθηκε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος “… είχε την ικανότητα οδηγήσεως, έστω και χωρίς τις τυπικές προϋποθέσεις, αφού τα μέρη της ασφαλιστικής σύμβασης απέβλεπαν σε αυτή την ουσιαστική ικανότητα, με τους παραπάνω όρους ερμηνευόμενους σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ…”] και άσκησε έφεση, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει νομίμως, με λόγο της εφέσεώς της, τον ανωτέρω ισχυρισμό, στον οποίο στηρίζει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε περίπτωση, από το δικόγραφο της εφέσεώς της, που παραδεκτά επισκοπείται, προκύπτει ότι ισχυρισμός με αυτό το περιεχόμενο δεν είχε προταθεί από αυτήν, με λόγο εφέσεως.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, το μεν λόγω αοριστίας, το δε λόγω του ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, προτάθηκε για πρώτη φορά με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν με διαφορετικούς πληρεξουσίους δικηγόρους έκαστος και κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα νόμιμα και βάσιμα αίτηματά τους (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-6-2018 (αρ. κατ. 5838/504/2018) αίτηση, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1067/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τον καθένα από αυτούς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
