Πρόεδρος: Α. Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Χ. Χαραλαμπίδη, Σύμβουλος Επικρατείας
Με τις ΣτΕ 22 και 24/2026 7μ. κρίθηκαν τα εξής:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 του ΚΔΔ, απόφαση η οποία εκδίδεται σε πρώτο βαθμό επί διαφοράς με αντικείμενο χρηματική απαίτηση ασφαλισμένου ή συνταξιούχου κατά οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης, υπόκειται σε έφεση, εφόσον το ποσό της διαφοράς που άγεται κατ’ έφεση είναι τουλάχιστον 3.000 ευρώ. Τούτο δε ανεξαρτήτως αν η διαφορά μεταξύ των ανωτέρω προσώπων έχει ανακύψει κατόπιν άσκησης προσφυγής ή αγωγής. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, άρα και στην περίπτωση κατά την οποία αμφισβητείται η νομιμότητα του καταλογισμού εισφορών σε βάρος εργοδότη, το όριο του εκκλητού ανέρχεται στις 5.000 ευρώ. Αν η διαφορά που μεταβιβάζεται στο διοικητικό εφετείο αναλύεται σε περισσότερα αυτοτελή και διακεκριμένα μεταξύ τους χρηματικά ποσά, το εκκλητό της πρωτόδικης απόφασης, καθ’ ο μέρος η απόφαση αυτή αμφισβητείται, κρίνεται χωριστά, ως προς καθένα από τα ποσά αυτά, ανεξαρτήτως αν τα ποσά αυτά καταλογίστηκαν με μία διοικητική πράξη. Οι διατάξεις του άρθρου 92 του ΚΔΔ, με τις οποίες προβλέπεται ο καθορισμός του εκκλητού πρωτόδικης απόφασης με βάση τα επιμέρους αυτοτελή και διακεκριμένα χρηματικά ποσά που καταλογίστηκαν με μία καταλογιστική πράξη αποσκοπεί στον εντοπισμό της πραγματικής αξίας της διαφοράς που άγεται ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία ανευρίσκεται μόνο όταν δεν αθροίζονται κατά τρόπο αυθαίρετο χρηματικά ποσά, μεταξύ των οποίων δεν υφίσταται κανένα ουσιώδες συνεκτικό στοιχείο. Ελλείπουν δε ουσιώδη συνεκτικά στοιχεία μεταξύ των χρηματικών ποσών που καταλογίζονται σε βάρος του ίδιου προσώπου με μία καταλογιστική πράξη, όταν καθένα από τα επιμέρους ποσά αντιστοιχεί σε πρόστιμα που επιβάλλονται για αυτοτελείς παραβάσεις ή σε οφειλές προερχόμενες από διαφορετικούς γενεσιουργούς λόγους. Ο χαρακτήρας της παράβασης ως αυτοτελούς πρέπει να προβλέπεται ρητώς ή να συνάγεται ερμηνευτικώς από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την έκδοση της σχετικής καταλογιστικής πράξης. Περαιτέρω, ως γενεσιουργός λόγος της οφειλής νοείται ο λόγος για τον οποίο επιβάλλεται ένα οικονομικό βάρος, δεν αποκλείεται δε ο καταλογισμός χρηματικών ποσών να έχει τον ίδιο γενεσιουργό λόγο ακόμη και αν στηρίζεται σε πλείονες επιμέρους νομικές και πραγματικές βάσεις, δυνάμενες να αμφισβητηθούν αυτοτελώς από τον διάδικο.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 2 και 26 παρ. 1, 3, 7, 8, 9 και 11 του αν.ν. 1846/1951, 23 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, 1 και 7 του ν. 2972/2001, 1, 27 και 28 του Κανονισμού διαδικασιών ασφάλισης για την εφαρμογή της Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης και 17 του ν. 4075/2012, οι οποίες διέπουν την έκδοση ΠΕΕ από τα ασφαλιστικά όργανα του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, συνάγονται τα εξής: α) Ο εργοδότης είναι ο μόνος «διαδικαστικώς υπόχρεος» έναντι του ΙΚΑ -ΕΤΑΜ για απόδοση των οφειλόμενων για πλείονες μισθωτούς εισφορών, τόσο αυτών που βαρύνουν τον ίδιο όσο και αυτών που βαρύνουν τους μισθωτούς. β) Η παράθεση, στο σώμα των ΠΕΕ ή στις εκθέσεις που τις συνοδεύουν, των οφειλόμενων εισφορών ως ποσών αντιστοιχούντων σε συγκεκριμένους ασφαλισμένους αφορά την ειδική περίπτωση κατά την οποία η ΠΕΕ εκδίδεται κατόπιν διενέργειας ουσιαστικού ελέγχου και διαπίστωσης (στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού) της μη προσήκουσας ασφαλιστικής τακτοποίησης εργαζομένων δυνάμενων να ταυτοποιηθούν από τα ασφαλιστικά όργανα. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, τα ποσά των καταλογιζόμενων με ΠΕΕ εισφορών δεν εμφανίζονται ως «διακεκριμένα» ποσά ανά συγκεκριμένο εργαζόμενο.
3. Από τις διατάξεις που διέπουν την έκδοση των ΠΕΕ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 92 του ΚΔΔ, συνάγεται ότι οι εισφορές που καταλογίζονται με ΠΕΕ, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η ΠΕΕ εκδίδεται κατόπιν ουσιαστικού ελέγχου και μνημονεύει διακεκριμένως τις εισφορές ανά ασφαλισμένο – μισθωτό, δεν αποτελούν «αυτοτελή» κατά την έννοια του πιο πάνω άρθρου 92 του ΚΔΔ ποσά, ισάριθμα με τους μισθωτούς που τακτοποιούνται ασφαλιστικώς με τις εισφορές αυτές, αλλά ένα ενιαίο ποσό οφειλής του εργοδότη έναντι του ασφαλιστικού φορέα, το οποίο, ο τελευταίος δύναται να το αμφισβητήσει εν όλω ή εν μέρει. Περαιτέρω, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δεν υφίσταται αυτοτέλεια ούτε μεταξύ των επιμέρους ποσών των παρακολουθηματικών σε σχέση με τις εισφορές πρόσθετων επιβαρύνσεων εισφορών. Διάφορο δε είναι το ζήτημα αν, ενόψει του συγκεκριμένου πραγματικού κάθε υπόθεσης, η ΠΕΕ περιέχει πλείονα κεφάλαια δυνάμενα να προσβληθούν και αυτοτελώς λόγω του ότι ο καταλογισμός των εισφορών στηρίζεται σε διαφορετικές νομικές και πραγματικές βάσεις. Τούτου έπεται ότι το εκκλητό πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έχει επιλυθεί διαφορά ανακύπτουσα κατόπιν αμφισβήτησης της νομιμότητας ΠΕΕ και ΠΕΠΕΕ προσδιορίζεται από το αμφισβητούμενο με την έφεση χρηματικό ποσό της ΠΕΕ και όχι από τα επιμέρους ποσά εισφορών που αναλογούν στους απασχολούμενους μισθωτούς – ασφαλισμένους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το ποσό της παρακολουθηματικού χαρακτήρα ΠΕΠΕΕ, εκτός αν προβάλλονται αυτοτελείς πλημμέλειες κατά της τελευταίας αυτής πράξης (με μειοψ.).
