Χαμηλότερος φόρος από το πρώτο ευρώ, μισός συντελεστής για τα πρώτα χρόνια, απαλλαγή από το τεκμαρτό σύστημα και μειωμένη προκαταβολή φόρου συνθέτουν ένα φορολογικό πλαίσιο που δεν λειτουργεί αποτρεπτικά στην εκκίνηση, αλλά τη στηρίζει, με βασική προϋπόθεση τη σωστή χρονική ένταξη στις προβλεπόμενες ελαφρύνσεις. Οι ρυθμίσεις αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες νέων επαγγελματιών και νεοσύστατων επιχειρήσεων και δεν ενεργοποιούνται αυτόματα.
Κοινό σημείο αναφοράς όλων των ευνοϊκών ρυθμίσεων είναι η τριετία από την έναρξη της δραστηριότητας. Όσοι άνοιξαν βιβλία το 2023, το 2024 ή το 2025 εντάσσονται σε ειδικό καθεστώς, το οποίο διαφοροποιείται ουσιαστικά από εκείνο που ισχύει για τους παλαιότερους επαγγελματίες. Η σημαντικότερη διαφορά αφορά την εξαίρεση από τον τεκμαρτό τρόπο υπολογισμού του φορολογητέου εισοδήματος για τα τρία πρώτα χρόνια. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η Εφορία δεν επιβάλλει ελάχιστο εισόδημα ανεξάρτητα από τα πραγματικά έσοδα, σε μια περίοδο όπου η επαγγελματική δραστηριότητα συνήθως δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί.
Η εξαίρεση αυτή δεν ισχύει ενιαία για όλους, αλλά συνδέεται αυστηρά με το έτος έναρξης. Όσοι ξεκίνησαν το 2025 απαλλάσσονται από το τεκμαρτό σύστημα για το 2025 και για τα επόμενα δύο έτη, έως και το 2027. Οι επαγγελματίες του 2024 διατηρούν την απαλλαγή και για το 2026, ενώ όσοι έκαναν έναρξη το 2023 βρίσκονται στο τελευταίο έτος πλήρους εξαίρεσης. Από τον τέταρτο χρόνο λειτουργίας, το τεκμαρτό εισόδημα επανέρχεται σταδιακά και όχι απότομα.
Τον τέταρτο χρόνο εφαρμόζεται μειωμένο κατά 67%, τον πέμπτο κατά 33%, ενώ μόλις τον έκτο χρόνο φτάνει στο πλήρες ύψος του, το οποίο για το φορολογικό έτος 2025 διαμορφώνεται στα 12.320 ευρώ. Αντίθετα, όσοι άνοιξαν βιβλία το 2022 ή νωρίτερα έχουν ήδη εξαντλήσει αυτή την περίοδο και υπάγονται πλήρως στο τεκμαρτό σύστημα.
Δεύτερος βασικός άξονας των ελαφρύνσεων είναι ο μειωμένος φορολογικός συντελεστής. Για τους νέους επιτηδευματίες που δεν έχουν συμπληρώσει τρία έτη λειτουργίας έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, ο ελάχιστος συντελεστής φόρου μπορεί να μειωθεί στο μισό. Από το 9% περιορίζεται στο 4,5%, υπό την προϋπόθεση ότι το ετήσιο ακαθάριστο εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα δεν υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ. Η ρύθμιση αυτή αφορά κυρίως μικρές ατομικές δραστηριότητες και ελεύθερους επαγγελματίες που βρίσκονται ακόμη στη φάση της εγκαθίδρυσης.
Το όφελος, ωστόσο, δεν προκύπτει αυτόματα. Η μείωση του συντελεστή ενεργοποιείται μόνο εφόσον δηλωθεί σωστά στη φορολογική δήλωση, με τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων κωδικών. Πρόκειται για μια λεπτομέρεια που συχνά υποτιμάται, αλλά στην πράξη καθορίζει αν ο φόρος θα υπολογιστεί με 4,5% ή με τον κανονικό συντελεστή. Στο ίδιο πνεύμα, η νομοθεσία ορίζει με σαφήνεια ποιοι θεωρούνται νέοι επιτηδευματίες, θέτοντας ως χρονικό όριο τη συμπλήρωση τριετίας λειτουργίας.
Σημαντική ανάσα παρέχεται και μέσω της προκαταβολής φόρου. Όσοι υποβάλλουν για πρώτη φορά φορολογική δήλωση με εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα δικαιούνται μείωση κατά 50% στην προκαταβολή.
Για έναν νέο επαγγελματία, η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε άμεση ενίσχυση ρευστότητας, σε μια φάση όπου τα λειτουργικά έξοδα προηγούνται συχνά των σταθερών εσόδων. Αντίθετα, όσοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των ευνοϊκών ρυθμίσεων φορολογούνται με την πλήρη κλίμακα, με 9% για τα πρώτα 10.000 ευρώ, 22% για το επόμενο τμήμα έως τις 20.000 ευρώ και υψηλότερους συντελεστές για μεγαλύτερα εισοδήματα, ενώ ταυτόχρονα εφαρμόζεται και το τεκμαρτό σύστημα.
Ιδιαίτερο κεφάλαιο αποτελούν οι εργαζόμενοι με μπλοκάκι, μια κατηγορία που τα τελευταία χρόνια διευρύνεται και καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη μισθωτή και την ανεξάρτητη εργασία. Υπό συγκεκριμένες και σωρευτικές προϋποθέσεις, οι εργαζόμενοι αυτοί μπορούν να φορολογηθούν ως μισθωτοί, αποκτώντας πρόσβαση στο αφορολόγητο όριο και αποφεύγοντας την επιβάρυνση που συνεπάγεται η φορολόγηση των ελευθέρων επαγγελματιών. Οι προϋποθέσεις αφορούν, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εργοδοτών, τη συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους του εισοδήματος από έναν, τη δήλωση κατοικίας ως έδρας και την απουσία άλλης μισθωτής απασχόλησης.
Ακόμα και σήμερα η πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών δηλώνει εισοδήματα πολύ κάτω από τα 10.000 ευρώ ετησίως και πάνω από το 70% εμφανίζει εισόδημα χαμηλότερο ακόμη και από τον κατώτατο μισθό, με μόλις ένα μικρό ποσοστό να καταβάλλει μεγαλύτερο μερίδιο φόρων.
newmoney.gr
