ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η προσφεύγουσα, γεννηθείσα το 1940, είναι ιδιοκτήτρια διαμερίσματος 22 τ.μ. στο Βελιγράδι, σε ισόγειο πολυκατοικίας. Το διαμέρισμα αποτελείται από ένα κύριο δωμάτιο και λουτρό, με όλα τα παράθυρα να βλέπουν προς την ίδια κατεύθυνση.
Το 2003 η προσφεύγουσα πληροφορήθηκε ότι εταιρεία κατασκευών είχε λάβει άδεια για ανέγερση πολυώροφου κτιρίου πολύ κοντά στο κτίριο που κατοικούσε. Επικοινώνησε με την Πολεοδομία εκφράζοντας ανησυχίες ότι το νέο κτίριο θα εμπόδιζε τον αερισμό και την πρόσβαση σε φυσικό φως πολλών διαμερισμάτων. Η Πολεοδομία απάντησε ότι γνώριζε τα σχέδια και θα ζητούσε από τις αρμόδιες αρχές να λάβουν υπόψη τις ανησυχίες αυτές κατά την έκδοση της οικοδομικής άδειας.
Παρά τις επανειλημμένες ενστάσεις και την έκθεση του επιθεωρητή της Πολεοδομίας που διαπίστωνε αποκλίσεις μεταξύ του κατασκευαστικού έργου και του πολεοδομικού σχεδίου, ο Δήμος του Βελιγραδίου εξέδωσε οικοδομική άδεια για εξαώροφο κτίριο. Το κτίριο ανεγέρθηκε μεταξύ 2004 και 2006 σε απόσταση μικρότερη των δύο μέτρων από το κτίριο της προσφεύγουσας.
Η προσφεύγουσα άσκησε αγωγή αποζημίωσης κατά του Δήμου και της κατασκευαστικής εταιρείας. Πραγματογνώμονες διαπίστωσαν ότι η απόσταση μεταξύ των κτιρίων ήταν μικρότερη από την απαιτούμενη από τους πολεοδομικούς κανονισμούς, ότι το διαμέρισμα της προσφεύγουσας είχε ουσιαστικά μετατραπεί σε υπόγειο ως προς τον φωτισμό, και ότι η αγοραία αξία του είχε μειωθεί κατά τουλάχιστον 20%.
Το Εφετείο επιδίκασε αποζημίωση υπέρ της προσφεύγουσας, αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση, κρίνοντας ότι το νέο κτίριο είχε ανεγερθεί βάσει έγκυρης οικοδομικής άδειας και ότι η μείωση της αγοραίας αξίας δεν ήταν σημαντική στο πλαίσιο της αστικής διαβίωσης. Η συνταγματική προσφυγή της απορρίφθηκε.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε την προσφυγή υπό το άρθρο 8 και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.
Ως προς το άρθρο 8, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εγγύτητα του νέου κτιρίου, η οποία εμπόδιζε την πρόσβαση σε φυσικό φως και αέρα, είχε τέτοια δυσμενή επίδραση στην καθημερινή ζωή και ευημερία της προσφεύγουσας για περισσότερα από 20 έτη, ώστε επετεύχθη το αναγκαίο επίπεδο σοβαρότητας για την εφαρμογή του άρθρου 8. Έλαβε υπόψη την ιδιαίτερη ευαλωτότητά της ως ηλικιωμένου ατόμου που περνά πολύ χρόνο στο σπίτι. Τα εθνικά δικαστήρια αγνόησαν τα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων και απέτυχαν να αξιολογήσουν την επίδραση της εγγύτητας στην ποιότητα ζωής της.
Ως προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις παρατυπίες στις άδειες που χορηγήθηκαν, την αδράνεια των αρχών να αντιδράσουν σε αυτές, τη σημαντική μείωση της αξίας του διαμερίσματος κατά 20%, και το γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν ακολούθησε την προηγούμενη νομολογία του σε παρόμοιες υποθέσεις. Κρίθηκε ότι δεν διασφαλίστηκε δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων της κοινότητας και της προστασίας της περιουσίας της προσφεύγουσας.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 (ομόφωνα) και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (με πλειοψηφία 5-2). Επιδίκασε 7.000 ευρώ για αποζημίωση (με νόμιμο τόκο από 12.03.2009), 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 5.685 ευρώ για δικαστικά έξοδα.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Η προσφεύγουσα, που γεννήθηκε το 1940, αγόρασε το 2002 διαμέρισμα 22 τ.μ. στο ισόγειο πολυκατοικίας στο Βελιγράδι, στην οδό Zahumska 43. Το διαμέρισμα αποτελείται από κύριο δωμάτιο και λουτρό, με όλα τα παράθυρα προς την ίδια κατεύθυνση.
Το 2003-2004 η προσφεύγουσα, εκπροσωπώντας την ένωση κατοίκων, απευθύνθηκε στην Πολεοδομική Επιθεώρηση διαμαρτυρόμενη για τα σχέδια ανέγερσης νέου κτιρίου που θα στερούσε φυσικό φως και αερισμό από τα διαμερίσματα. Παρά τις ενστάσεις και την έκθεση του πολεοδομικού επιθεωρητή που εντόπιζε αποκλίσεις, ο Δήμος του Βελιγραδίου εξέδωσε οικοδομική άδεια στις 17.09.2004.
Μεταξύ 2004 και 2006 ανεγέρθηκε εξαώροφο κτίριο σε απόσταση μικρότερη των δύο μέτρων. Πραγματογνώμονες διαπίστωσαν ότι το διαμέρισμα είχε μετατραπεί ουσιαστικά σε υπόγειο ως προς τον φωτισμό και ότι η αγοραία αξία του είχε μειωθεί κατά τουλάχιστον 20%.
Το 2010 το Πρωτοδικείο επιδίκασε αποζημίωση υπέρ της προσφεύγουσας, αλλά η απόφαση αναιρέθηκε. Το 2017 το Εφετείο επιδίκασε αποζημίωση κατά της κατασκευαστικής εταιρείας. Το 2018 το Ανώτατο Δικαστήριο αναίρεσε, κρίνοντας ότι το κτίριο ανεγέρθηκε βάσει έγκυρης άδειας και η μείωση αξίας δεν ήταν σημαντική. Το 2019 η προσφεύγουσα πώλησε το διαμέρισμα σε συγγενή αλλά συνέχισε να διαμένει εκεί. Το 2022 απορρίφθηκε η συνταγματική της προσφυγή.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 8,
Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 8
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 8 προστατεύει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της κατοικίας. Οι παραβιάσεις δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένες ή φυσικές παρεμβάσεις, αλλά περιλαμβάνουν και οχλήσεις όπως θόρυβος, εκπομπές ή άλλες μορφές παρέμβασης που εμποδίζουν την ήσυχη απόλαυση της κατοικίας.
Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι οι πραγματογνώμονες διαπίστωσαν ότι η απόσταση μεταξύ των κτιρίων ήταν μικρότερη από την απαιτούμενη, ότι το διαμέρισμα είχε μετατραπεί σε υπόγειο ως προς τον φωτισμό, και ότι ήταν αδύνατη η κανονική διαβίωση ή ανάγνωση χωρίς τεχνητό φωτισμό. Τα εθνικά δικαστήρια αγνόησαν αυτά τα συμπεράσματα.
Το Δικαστήριο σημείωσε την ιδιαίτερη ευαλωτότητα της προσφεύγουσας ως ηλικιωμένου ατόμου που περνά πολύ χρόνο στο σπίτι, καθώς και το επάγγελμά της ως βιβλιοθηκονόμου που διαβάζει πολύ. Υπό αυτές τις συνθήκες, η έλλειψη φυσικού φωτός και αερισμού επέβαλε ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία στην καθημερινή της ζωή.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εγγύτητα του νέου κτιρίου είχε τέτοια δυσμενή επίδραση για περισσότερα από είκοσι έτη, ώστε επετεύχθη το αναγκαίο επίπεδο σοβαρότητας για την εφαρμογή του άρθρου 8. Το καθ’ ού Κράτος απέτυχε να προσεγγίσει το ζήτημα με δέουσα επιμέλεια και να εξετάσει δεόντως όλα τα αντικρουόμενα συμφέροντα.
Διαπιστώθηκε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 8.
Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το Κράτος υποχρεούται να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας και να παρέχει επαρκή ένδικα μέσα για τη διεκδίκηση αποζημίωσης σε περίπτωση βλάβης.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια δέχθηκαν ότι η αγοραία αξία του διαμερίσματος είχε μειωθεί κατά τουλάχιστον 20%. Τόνισε τη σημασία της αρχής της χρηστής διοίκησης: ο κίνδυνος σφάλματος των κρατικών αρχών πρέπει να βαρύνει το Κράτος και τα σφάλματα δεν πρέπει να αποκαθίστανται εις βάρος των ιδιωτών.
Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι οι εθνικές αρχές δεν αντέδρασαν καθόλου στις παρατυπίες που διαπιστώθηκαν από την Πολεοδομική Επιθεώρηση ως προς τις άδειες που χορηγήθηκαν. Επίσης, σημείωσε ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όταν η χρήση κτιρίου προκαλεί σημαντική ζημία σε γειτονικό ιδιοκτήτη, αυτός δικαιούται αποζημίωση ακόμη και αν το κτίριο ανεγέρθηκε βάσει νόμιμης άδειας, και ότι σημαντική υλική ζημία τεκμαίρεται όταν η αγοραία αξία μειωθεί κατά 20%. Παρά ταύτα, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν ακολούθησε την προηγούμενη νομολογία του στην υπόθεση της προσφεύγουσας.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν διασφαλίστηκε δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων της κοινότητας και της προστασίας της περιουσίας της προσφεύγουσας. Η επέμβαση ήταν δυσανάλογη και η προσφεύγουσα υπέστη υπέρμετρο ατομικό βάρος.
Διαπιστώθηκε με πλειοψηφία (5-2) παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.
Αποζημίωση: 7.000 ευρώ για αποζημίωση (με νόμιμο τόκο από 12.03.2009), 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη, 5.685 ευρώ για δικαστικά έξοδα.
Μειοψηφούσες γνώμες: Ο Πρόεδρος Κτιστάκης και η Δικαστής Ní Raifeartaigh διαφώνησαν ως προς την παραβίαση του άρθρου 1 του ΠΠΠ, επισημαίνοντας ότι η πραγματική οικονομική ζημία της προσφεύγουσας παραμένει άγνωστη (καθώς πώλησε το διαμέρισμα σε άγνωστη τιμή) και ότι το γειτονικό κτίριο ανεγέρθηκε βάσει έγκυρης πολεοδομικής άδειας. Διερωτήθηκαν αν μια μείωση 20% της αξίας συνιστά δυσανάλογο βάρος σε πλαίσιο νόμιμης αστικής ανάπτυξης.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Το Δικαστήριο τονίζει την ιδιαίτερη σημασία της αρχής της χρηστής διοίκησης. Ο κίνδυνος οποιουδήποτε σφάλματος της κρατικής αρχής πρέπει να βαρύνει το ίδιο το Κράτος και τα σφάλματα δεν πρέπει να αποκαθίστανται σε βάρος των ενδιαφερόμενων ιδιωτών» (παρ. 91).
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση αφορά την προστασία της κατοικίας και της ιδιοκτησίας έναντι δυσμενών επιπτώσεων από γειτονικές κατασκευές σε αστικό περιβάλλον.
Η απόφαση επιβεβαιώνει τη νομολογία του ΕΔΔΑ ότι οι παραβιάσεις του άρθρου 8 δεν περιορίζονται σε φυσικές παρεμβάσεις αλλά περιλαμβάνουν και οχλήσεις που εμποδίζουν την ήσυχη απόλαυση της κατοικίας (Hatton κ.α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 08.07.2003 με αριθμ. προσφ. 36022/97). Όπως στην υπόθεση Mileva κ.α. κατά Βουλγαρίας της 25.11.2010 με αριθμ. προσφ. 43449/02, οι οχλήσεις που υπερβαίνουν τις συνήθεις δυσκολίες γειτνίασης μπορούν να θίξουν την ήσυχη απόλαυση της κατοικίας.
Αξιοσημείωτη είναι η έμφαση στην ευαλωτότητα της προσφεύγουσας ως ηλικιωμένου ατόμου, στοιχείο που επηρεάζει την αξιολόγηση της σοβαρότητας της επέμβασης.
Συγκριτική Ανάλυση με νομολογία διεθνών δικαστηρίων
Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ παρουσιάζει ομοιότητες με τη νομολογία του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως προς την προστασία της ιδιοκτησίας και του δικαιώματος κατοικίας. Στην υπόθεση Comunidad Mayagna (Sumo) Awas Tingni κατά Νικαράγουας της 31.08.2001, το Διαμερικανικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα Κράτη υποχρεούνται να παρέχουν αποτελεσματικά ένδικα μέσα για την προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας.
Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ έχει επίσης αναπτύξει νομολογία σχετικά με την προστασία της κατοικίας. Στην υπόθεση Hopu και Bessert κατά Γαλλίας (αριθ. 549/1993) της 29.07.1997, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η κατασκευή ξενοδοχειακού συγκροτήματος σε ιερό χώρο των προσφευγόντων παραβίαζε τα δικαιώματά τους δυνάμει του άρθρου 17 του ΔΣΑΠΔ.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση είναι δογματικά σημαντική διότι επιβεβαιώνει ότι η έλλειψη φυσικού φωτός και αερισμού μπορεί να επιτύχει το αναγκαίο επίπεδο σοβαρότητας για την εφαρμογή του άρθρου 8, ιδίως όταν αφορά ευάλωτα άτομα.
Η απόφαση είναι πρακτικά σημαντική για τα Κράτη-μέλη, καθώς υπογραμμίζει την υποχρέωση των αρχών να ενεργούν με δέουσα επιμέλεια κατά την έκδοση οικοδομικών αδειών και να αντιδρούν σε διαπιστωμένες παρατυπίες.
Ωστόσο, οι μειοψηφούσες γνώμες εγείρουν εύλογες ανησυχίες σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της απόφασης σε υποθέσεις νόμιμης αστικής ανάπτυξης και το κατά πόσον μια μείωση 20% της αξίας συνιστά πράγματι δυσανάλογο βάρος.
Συμπερασματικά, η Đorđević αποτελεί σημαντική απόφαση για την προστασία της κατοικίας έναντι των επιπτώσεων της αστικής ανάπτυξης, αναδεικνύοντας παράλληλα την ανάγκη στάθμισης μεταξύ ατομικών δικαιωμάτων και δημοσίου συμφέροντος.
